βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Άρθρα με ετικέτες ‘ΠΑΡΑΔΟΥΝΑΒΙΕΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ’

Το γλωσσικό ζήτημα

Δημοσιεύθηκε από βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο Οκτωβρίου 10, 2009

του Δημήτρη Παπαλεωνίδα

  Ορισμός του «γλωσσικού ζητήματος»

 Η διαμάχη που ξεκίνησε στο τέλος του 18 αι. και διήρκεσε έως το τέλος σχεδόν του 20 αι., οφείλεται στις διαφορετικές απόψεις, για την μορφή της γλώσσας του έθνους και της επίσημης γλώσσας του νεοελληνικού κράτους, είναι γνωστή ως «γλωσσικό ζήτημα».

 Α.  Οι απόψεις που συγκρούστηκαν ήταν οι παρακάτω:

 1. Η προφορική γλώσσα του λαού είναι ανεπαρκής, λόγω της μη καλλιέργειας της, της έλλειψης λεξιλογικού πλούτου και των επιμειξιών της με άλλες γλώσσες. Μόνη λύση είναι η επιστροφή σε αρχαϊκότερες μορφές της γλώσσας.

2.  Η ομιλούμενη γλώσσα είναι η μόνη κατάλληλη για την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου του έθνους, αρκεί να μελετηθεί και να καλλιεργηθεί.   

3.  Ανάγκη μεγάλη η κάθαρση της «χυδαίας» προφορικής γλώσσας με την βοήθεια της κλασσικής φιλολογίας και της διόρθωσης του λεξιλογίου της.

Γεγονός είναι πως η πολιτιστική σημασία του γλωσσικού ζητήματος με τον καιρό παραμερίστηκε και μεγεθύνθηκαν οι κοινωνικές και περισσότερο οι πολιτικές προεκτάσεις του.

 Β.        Παρακολούθηση της εξέλιξης του από την εμφάνιση του στην ελληνιστική εποχή, μέχρι την οριστική του επίλυση.

 Από τον 4ο αι. π.χ. η αττική διάλεκτος χρησιμοποιείται σε εμπορικές, οικονομικές και διπλωματικές συναλλαγές, χάρη στην λάμψη, την πνευματική και οικονομική επιρροή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, από τις ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου έως τα σύνορα της Ινδίας.Στα χρόνια των Μακεδόνων βασιλέων, υιοθετείται η αττική διάλεκτος ως διοικητική γλώσσα. Αναπόφευκτα η ελληνική γλώσσα καθιερώνεται σε όλους τους τομείς του κοινωνικού, πολιτικού, πολιτιστικού και οικονομικού βίου των λαών που ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του κατέκτησαν στρατιωτικά αλλά και πολιτιστικά, ενώ δέχεται γλωσσικά δάνεια λόγω της επαφής της με άλλες γλώσσες. Η γλώσσα αυτή έμεινε γνωστή ως ελληνιστική Κοινή.  Σηματοδοτεί την «…αρχή της μετάβασης από τα αρχαία στα νέα ελληνικά…» (2) και αποτελεί σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας με σημαντικά δείγματα γραφής (ευαγγέλια και παπυρικά γράμματα).  Ιστορικά είναι η τελευταία φορά που η γλώσσα του κράτους είναι η ίδια με την προφορική.

Οι ρίζες του γλωσσικού ζητήματος βρίσκονται στη διγλωσσία που παρατηρείται από τον 1ο αι. π.χ. μεταξύ της γραπτής λόγιας γλώσσας και της προφορικής ομιλούμενης. (1) Από τότε επιβάλλεται η χρήση της αττικής διαλέκτου, λόγω της προσπάθειας των αλεξανδρινών λογίων και γραμματικών να επιτύχουν μία άνθηση των γραμμάτων ανάλογης του «χρυσού αιώνα» (5ος αι. π.χ.).  Η αντίθεση μεταξύ της «αττικίζουσας» γλώσσας και της ομιλούμενης γίνεται πιο έντονη, με την διάδοση του χριστιανισμού, ο οποίος αντιτίθεται σε καθετί ειδωλολατρικό (αρχαία ελληνική γλώσσα), μεταφράζοντας την Παλαιά Διαθήκη, γράφοντας τα ευαγγέλια και κηρύττοντας  στην Κοινή ελληνιστική. Η αντίθεση αυτή μετριάζεται τον 4ο αι. μ.χ. χάρη στους τρείς Ιεράρχες της Εκκλησίας, αλλά η διγλωσσία στην ελληνική γλώσσα έχει πια εμφανιστεί και θα φτάσει από τους βυζαντινούς λόγιους και χρονογράφους ως την σημερινή εποχή. Ο 18ος αι., ήταν εποχή αφύπνισης της εθνικής συνείδησης των ελλήνων και προπαρασκευής για τον μεγάλο ξεσηκωμό του 1821. Το κίνημα του γαλλικού διαφωτισμού, συνταράζει όλη την Ευρώπη και αναπόφευκτα τους υπόδουλους έλληνες.  Τα κηρύγματα για ελευθερία, ισότητα, κοινωνική πρόοδο, φτάνουν και στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι πρώτες μεταρρυθμίσεις παρατηρούνται στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, και την άσκηση εξουσίας από τους Φαναριώτες. όπου κυριαρχεί το ελληνικό στοιχείο λόγω της αυτονομίας από τον σουλτάνο. 

 Το σημαντικότερο ζήτημα που προκύπτει είναι η υιοθέτηση ενός απλουστευμένου γλωσσικού τύπου σαν εκπαιδευτικού οργάνου για την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου του λαού. Δάσκαλοι όπως ο Μοισιόδακας(3) και οραματιστές της εθνικής απελευθέρωσης, όπως ο εθνεγέρτης Ρήγας Βελεστινλής, διδάσκουν ή καλούν το έθνος σε επανάσταση στην μόνη γλώσσα που μπορούν να επικοινωνήσουν την ομιλούμενη γλώσσα του λαού. Συμφωνούν ότι η κοινωνική πρόοδος, η ελευθερία και η πολιτική ανεξαρτησία θα είναι συνέπεια της διάδοσης των γραμμάτων και της αφύπνισης της εθνικής συνείδησης με μέσο την ζωντανή γλώσσα του έθνους.

Πολύ γρήγορα οι πρώτες αντιδράσεις στην επιλογή αυτή έρχονται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και ταξικών συμφερόντων. Οι  Φαναριώτες στενά συνδεδεμένοι με την κεντρική εξουσία, μαικήνες των γραμμάτων και φορείς εξουσίας στα Βαλκάνια, επιχειρούν να προστατεύσουν τα προνόμια τους και υπαναχωρούν σε θέσεις τόσο ακραίες, όπως η αποδοχή της τουρκικής κυριαρχίας ή η καταγγελία του Ρήγα. (4)   

 Οι αντιδράσεις των Φαναριωτών προς την ομιλούμενη δημοτική γλώσσα, συνεχίστηκαν και μετά την δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τους φορείς των δημοκρατικών ιδεών , οι οποίοι ήταν και υπέρμαχοι της δημοτικής, και να διατηρήσουν την κυρίαρχη θέση που κατείχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορίας στο νεοσύστατο κράτος. Οι νουθεσίες του Αδαμάντιου Κοραή που εκπροσωπούσε την «μέση οδό» για την λύση του «γλωσσικού ζητήματος», όχι μόνο δεν εισακούστηκαν, αλλά ο ίδιος πολεμήθηκε σκληρά από τους φαναριώτες, για τη φιλελεύθερη πολιτική του ιδεολογία.(5)  Οι έννοιες γλώσσα και έθνος αλληλεξαρτήθηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Η υιοθέτηση της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας στην διοίκηση και την εκπαίδευση, εκτός την προφανή επικράτηση των φαναριωτών (συντηρητικών), υποδήλωνε και εθνικιστικούς σκοπούς. Ο φιλελληνισμός είχε υποστηρίξει την επανάσταση υλικά και ηθικά και ειδικά στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις είχε συμβάλλει ιδιαίτερα στην ανεξαρτησία του νεοσύστατου κράτους. Η αναγέννηση των κλασσικών γραμμάτων που μάταια περίμεναν οι ρομαντικοί φιλέλληνες και η θεωρία του Fallmerayer (1830), ότι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου δεν έχουν ίχνος ελληνικού αίματος, δημιούργησε μια δυσάρεστη κατάσταση απογοήτευσε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και αποδυνάμωσε  την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας για την διεκδίκηση διεθνούς υποστήριξης στα ελληνικά ζητήματα. Μέσα σε αυτό το κλίμα γύρω στα 1840 γεννήθηκε και η «Μεγάλη Ιδέα» με εμπνευστή τον πολιτικό τυχοδιώκτη Ιωάννη Κωλέττη, έχοντας την σύμφωνη γνώμη του Οθωνα: το νεοσύστατο κράτος έπρεπε να κυριαρχήσει σε όλα τα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, να ενώσει όλους τους αλύτρωτους έλληνες σε μία νέα ελληνική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Καταλυτικό ρόλο στην διαδικασία ομογενοποίησης των διάσπαρτων ελληνικών πληθυσμών, θα έπαιζε μία μορφή γλώσσας αποκαθαρμένη από κάθε ξένη επιρροή και αρχαιοπρεπέστερη από την δημοτική, ώστε να θυμίζει στους ξένους την καταγωγή των νεοελλήνων. Την ουσία της διαμάχης για την μορφή της γλώσσας την περιγράφει τέλεια ο Καζαντζάκης:«…Οι δάσκαλοι λένε: Τίποτα ωραιότερο από τα έργα των προγόνων μας. Η γλώσσα τους, η φιλολογία τους, η τέχνη, όλα είναι τέλεια. Οτι έχουμε εμείς σήμερα είναι χυδαίο και βάρβαρο. Πρέπει να γυρίσουμε πίσω αντιγράφοντας τους προγόνους. – Εμείς λέμε: Τίποτα ωραιότερο…τέλεια. Κι έχομε μεγάλο καθήκον γιατί φέρνομε μεγάλο όνομα και πρέπει διπλά από τους άλλους λαούς να εργαστούμε για να κάμωμε κάτιτι αντάξιο των προγόνων….Και γι’ αυτό να τους αντιγράψωμε και να τους παπαγαλίζωμε, ούτε δυνατό είναι ούτε πρέπει…γιατί νόμος φυσικός είναι όλα ν’ αλλάζουν με τον καιρό και κάθε εποχή νάχη δική της εξέλιξη και στη γλώσσα και στη φιλολογία και στη τέχνη.» (6)  Ο Καζαντζάκης, ο Ψυχάρης, ο Παλαμάς, ο Δραγούμης, ο Γληνός, ο Τριανταφυλλίδης, ο Δελμούζος και άλλοι πετυχαίνουν στα 1917 την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στις τρείς πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου. Οι εναλλαγές στη εξουσία ακραίων πολιτικά κυβερνήσεων, ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, ο Διχασμός, η εκστρατεία στην Μικρά Ασία και η καταστροφή του μικρασιάτικου ελληνισμού (1920-22), η ανακήρυξη της πρώτης ελληνικής δημοκρατίας (1924), η δικτατορία του Πάγκαλου (1926), η κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου (1928-32), η επαναφορά της μοναρχίας (1935) η δικτατορία του Μεταξά (1936), ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος (1940-44), ο Εμφύλιος (1945-49), η δικτατορία της χούντας (1967-74), δημιούργησαν πολιτική αστάθεια, κοινωνική και ιδεολογική αναστάτωση και δημογραφικές ανακατατάξεις (πρόσφυγες, αστυφιλία, μετανάστευση), που με εξαίρεση την μεταρρύθμιση στην παιδεία της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου (1964) και την προσωρινή καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση, ισότιμη με την καθαρεύουσα, έφερε το γλωσσικό ζήτημα στα δευτερεύουσας σημασίας θέματα προς επίλυση των εκάστοτε κυβερνώντων.

Το ζήτημα κλείνει οριστικά με την καθιέρωση της δημοτικής στην διοίκηση και στην εκπαίδευση το 1976.

 Γ.         Οι συνέπειες του γλωσσικού ζητήματος πάνω στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, την πολιτική ζωή και την εκπαίδευση του νεοελληνικού κράτους από το 1821 και μετά (γεγονότα, προσωπικά βιώματα, εμπειρία).

 Το γλωσσικό ζήτημα και συνεπώς η γλώσσα, δέχτηκε τις συνέπειες των ιδεολογικών διαφορών και αντιπαραθέσεων, της ασταθούς πολιτικής ζωής και της άκριτης εκπαίδευσης, από την δημιουργία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους έως την μεταπολίτευση και όχι μόνο. Η έγκαιρη λύση του γλωσσικού ζητήματος με την καθιέρωση της δημοτικής, θα είχε ανοίξει νέους δρόμους στην εκπαίδευση, στην πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική ζωή του έθνους. Η άκριτη προσέγγιση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και η παθολογική προγονοπληξία, ήταν ανασταλτικός παράγοντας για την εξέλιξη του ζητήματος. Το γλωσσικό ζήτημα, έγινε μέσο ιδεολογικής, πολιτικής εκμετάλλευσης και προσωπικών επιδιώξεων, σε όλη την διάρκεια του ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Οι φαναριώτες, οι μεγαλοϊδεάτες, τυχοδιώκτες τύπου Κωλέττη, οι αγράμματοι δικτατορίσκοι κάθε εποχής, όλοι πάντα στο όνομα του έθνους κρατούσαν τον λαό στην αμάθεια.  Στέρησαν από το έθνος το δικαίωμα της πραγματικής εκπαίδευσης, την γνώση της γλώσσας του και της καταγωγής του, την πολιτιστική του ανάπτυξη, τον τρόπο έκφρασης της διάνοιας του, με οδυνηρές συνέπειες σε όλη την διάρκεια του ελεύθερου βίου του. Το ζήτημα της γλώσσας απασχόλησε στην ουσία του (μέσο διάδοσης των γραμμάτων και εκπαίδευσης του έθνους) μόνο λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως τον Κοραή ή τον Ψυχάρη, που δήλωνε από τα 1888 «Πρέπει μάλιστα να σπουδάσουμε  καλήτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να μελετήσουμε την δημοτική με σέβας και να διούμε πώς μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε.» (7)

Με λίγες λέξεις ο Ψυχάρης, μας έδωσε το στίγμα για την τόσο επιθυμητή, αλλά και τόσο μακρινή, ριζοσπαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που χρειάζεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η κατανόηση του παρόντος, έρχεται με την γνώση του παρελθόντος.  Είναι αλήθεια επίσης ότι οι στιγμές ήρεμου πολιτικού και εθνικού βίου της Ελλάδας, ήταν πολύ λίγες, ώστε να έχει την δυνατότητα ανασυγκρότησης και αναδιοργάνωσης της, για να είχε κερδίσει το χαμένο χρόνο σε σχέση ακόμη και με το γλωσσικό ζήτημα.  Ολοι οι μεγάλοι δάσκαλοι του γένους πίστευαν πως η εκπαίδευση και μάλιστα στην γλώσσα του λαού, θα τον απελευθέρωνε από δεσμά του, είτε πραγματικά, είτε νοητά. Αν αιτήματα όπως η κοινωνική πρόοδος, ελευθερία, πολιτική ανεξαρτησία και η ισότητα παραμένουν επίκαιρα, ένα μόνο καταδεικνύουν: την αποτυχία του εκπαιδευτικού μας συστήματος, το οποίο γαντζωμένο ακόμη και σήμερα σε αρτηριοσκληρωτικές επιλογές, δείχνει πόσο έχει κοστίσει η καθυστέρηση στην λύση του γλωσσικού ζητήματος στην Ελλάδα.

 Η πορεία στο χρόνο του γλωσσικού ζητήματος, είναι παράλληλη με εκατοντάδες άλλα ζητήματα που ταλανίζουν τον εθνικό μας βίο. Το προσφυγικό,  η ανεργία, οι κομματικές έριδες, τα κατάλοιπα του εμφυλίου, είναι καταστάσεις, που της έθρεψε το σύστημα, όχι γιατί δεν ήταν δυνατόν να δώσει λύσεις, αλλά γιατί εξυπηρετούσε κάθε φορά τα πολιτικά συμφέροντα κάποιων πολιτικάντηδων. Η πολιτική ανωριμότητα και η επαγγελματική ενασχόληση με τα κοινά επέτρεπε την ύπαρξη τέτοιων καταστάσεων.  Η αδιαφορία για την εθνική γλωσσική μας κληρονομιά, είναι ενδεικτική όταν Αγγλοι, Γερμανοί, Ρώσοι, Ουκρανοί, ή Γεωργιανοί ελληνιστές θεωρούνται και είναι περισσότερο καταρτισμένοι στα θέματα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και καμία φορά και της νεοελληνικής.  Αλλά όπως αναφέρεται στο ελληνικό Σύνταγμα  ότι η τήρηση του αφήνεται στον πατριωτισμό των ελλήνων, πιστεύω ότι και οι αλλαγές που ήρθαν και θα έρθουν, στην γλώσσα μας και την εκπαίδευση, οφείλονται στην συνεχή προσπάθεια και τον πατριωτισμό των ελλήνων.  Γιατί τα έθνη που δεν γνωρίζουν την γλώσσα τους, τις ρίζες τους, την ιστορία τους, είναι έθνη χωρίς μνήμη, καταδικασμένα στον αφανισμό .

  Παραπομπές βιβλιογραφίας

 (1)                 Τομπαϊδης Δ., Επιτομή της Ιστορίας της Ελλην.Γλώσσας, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1982, σελ.62 

(2)                 Thomson G., Διαλέξεις, «Η ελληνική γλώσσα Αρχαία και Νέα», Εκδοτικόν Ινστιτούτον Αθηνών, Αθήνα 1961, σελ.51

 (3)                 Ιώσηπος Μοισιόδακας (1730-1800) δάσκαλος, υποστηρικτής της προφορικής γλώσσας για παιδευτικούς λόγους. (βλ. Μάριο Βίττι, Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1978, σελ.131)

 (4)                 Δημήτριος Καταρτζής ή Φωτιάδης (1730-1807), φαναριώτης, πολιτικός αξιωματούχος και Περδικάρης Μ.(1766-1828), ποιητής, (στο ίδιο, σελ.138)

(5)                 Δημαράς Κ., Φροντίσματα, Αθήνα 1962, σελ. 84-88

(6)                 Νίκος Καζαντζάκης, Γλωσικό Ζήτημα, Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 1914, τόμος 4ος, άρθρο 67 από 104.

 (7)         Γιάννης Ψυχάρης, Το ταξίδι μου, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1988, σελ.9

 

Δημοσιεύθηκε στο Γλώσσα & Πολιτισμός, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »