βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 13 Δεκεμβρίου 2009

Η Θράκη, μια άλλη Κύπρος;

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

Για τις επιδιώξεις της τουρκίας στην ελληνική Θράκη επισυνάπτω κατωτέρω δύο κείμενα του Πρέσβη επί τιμή Θέμου Στοφορόπυλου. Ευριπίδης Μπίλλης Τ. Επίκουρος Καθηγητής ΕΜΠ

 Θέμος Χ. Στοφορόπουλος Το θέμα μου είναι: <<Η Θράκη, μία άλλη Κύπρος;>>.

Θα προσπαθήσω, δηλαδή, να απαντήσω στο ερώτημα, αν η Θράκη κινδυνεύει να ακολουθήσει την Κύπρο στον τραγικό κατήφορο της. Και, αν αυτό συμβαίνει, τι οφείλει να πράξει ο Ελληνισμός, για να αντιστρέψει μια τέτοια καθοδική πορεία.

ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ Ποιός ήταν – και είναι – ο σταθερός στρατηγικός στόχος της ΄Αγκυρας καθ’ όσον αφορά στην Κύπρο; Προφανώς, να αποκτήσει -και σταδιακά να μεγιστοποιήσει – ουσιαστικό έλεγχο επί ολόκληρης της Μεγαλονήσου, περιλαμβανόμενης, ει δυνατόν, της τελικής, ολικής της προσάρτησης στην Τουρκία. Πώς προώθησε η ΄Αγκυρα αυτόν τον στρατηγικό στόχο της: χρησιμοποιώντας συστηματικά τα εξής τακτικά μέσα.

Πρώτο, επιτυγχάνοντας την αναγνώριση ως τουρκικής μιας μειονότητας τουρκόφωνης (ή, μάλλον, δίγλωσσης, σε μεγάλο βαθμό), μιας μειονότητας μουσουλμανικής (με έντονα, όμως, κρυπτοχριστιανικά στοιχεία), μιας μειονότητας ελληνικής, κατά μέγα μέρος, καταγωγής.

Δεύτερο, καταφέρνοντας (η Τουρκία) να θέσει υπό τον έλεγχο της τη μειονότητα αυτή και να αναγνωρισθεί ως <<προστάτιδα>> της.

 Τρίτο, κατορθώνοντας να «αναβαθμίσεί τεχνητά τη μειονότητα αυτή σε <<κοινότητα>>, και από <<κοινότητα>> σε <<μία από τις δύο κοινότητες>> της Κύπρου, και ζητώντας μετά να αναγνωρισθεί ως <<χωριστός λαός>> και <<χωριστό έθνος>>.

 Τέταρτο, συγκεντρώνοντας, επίσης τεχνητά, τη μειονότητα σε ορισμένες εδαφικές περιοχές πριν από το 1974 και σε μία εδαφική περιοχή μετά.

 Πέμπτο, εξασφαλίζοντας ισχυρούς συμμάχους, τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, των οποίων τα συμφέροντα εξυπηρετούνται από την προώθηση του τουρκικού στρατηγικού στόχου.

Έκτο, διατηρώντας ισχυρές ένοπλες δυνάμεις (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν χρονικές περίοδοι, κατά τις οποίες η Ελλάδα είχε υπεροπλία και έπρεπε να την αξιοποιήσει).

Έβδομο, επωφελούμενη από τις αποτυχίες και τα λάθη μας. Όπως από την παράλειψή μας να προστατεύσουμε τους Τουρκοκύπριους, ώστε η ‘Αγκυρα, το Λονδίνο και η Ουάσιγκτον να μη τους εκμεταλλευθούν, να μη τους καταστήσουν αιχμή της λόγχης των ιμπεριαλιστικών τους σχεδίων. Επωφελήθηκε η Τουρκία και από την αποτυχία μας να πείσουμε και να προσεταιρισθούμε τους καλής πίστης Τουρκοκύπριους και να συνεργασθούμε μαζί του εναντίον εκείνων, που μόνο το καλό τους δεν ήθελαν. Αλλά και από την ανικανότητα μας να ασκήσουμε την απαιτούμενη – πράγματι δυσχερέστατη – αυτοσυγκράτηση και να μη πέσουμε στην παγίδα των αντίπαλων μας, οι οποίοι επεδίωξαν και κατάφεραν να προκαλέσουν ακόμη και ωμότητες των Ελλήνων εναντίον Τουρκοκυπρίων. Η λανθασμένη τακτική, που ακολουθήσαμε έναντι των Τουρκοκυπρίων, συνδέεται με τη γενικότερη ανικανότητα μας να αντιληφθούμε εγκαίρως τις επιδιώξεις της ΄Αγκυρας και των δυνάμεων που συμμαχούν μαζί της. Ανικανότητα που μας οδήγησε και στην πλάνη, ότι <<μπορούμε να τα βρούμε με τους Τούρκους>>. Μια ηθελημένη, βέβαια, μια εκούσια πλάνη εκείνων που ήξεραν την αλήθεια, αλλά που συνειδητά υποχώρησαν στις από κοινού πιέσεις Τούρκων, ΄Αγγλων και Αμερικανών ή έκαναν ότι πίστεψαν τις υποσχέσεις τους. Σε αυτή την πλάνη (η την δήθεν πλάνη) οφείλονται οι συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου καθώς και οι <<διακοινοτικές συνομιλίες>> μετά την εισβολή του 1974, με την κατοχή και την προσφυγιά – και, αργότερα, τον μαζικό εποικισμό – να συνεχίζονται. Είχε προηγηθεί η προδοσία του Ιουλίου 1974, από εκείνους που ίσως πίστεψαν (λέω <<ίσως>>, διότι η Δίκη της Κύπρου ματαιώθηκε για ανεξήγητους <<λόγους ύψιστης εθνικής σκοπιμότητας>>) από εκείνους, λοιπόν, που ίσως πίστεψαν, βλακωδώς, ότι <<δίνοντας>> (σαν να ήταν χωράφι του πατέρα τους) την μικρότερη περιοχή που κατέλαβε ο <<Αττίλας Ένα>>, θα ένωναν την υπόλοιπη Κύπρο με την Ελλάδα. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν η ανικανότητα μας να αποκτήσουμε πραγματικούς σύμμαχους (και η ψευδαίσθησή μας – πάλι ακούσια ή εκούσια – ότι οι τυπικοί μας <<σύμμαχοι>> είναι πραγματικοί) καθώς και η ολέθρια παράλειψη μας (ιδίως σε ορισμένες περιόδους ελπίζω η σημερινή περίοδος να μη εiναι μία από αυτές) να διατηρούμε και να βελτιώνουμε το συσχετισμό των στρατιωτικών δυνάμεων Ελληνισμού – Τουρκίας στην Κύπρο και σε σχέση με αυτή, αλλά και στα άλλα τμήματα του ελληνοτουρκικού μετώπου.

Εκμεταλλευόμενη ελληνικές προδοτικές ενέργειες, ελληνικές αδυναμίες και ελληνικά λάθη και χρησιμοποιώντας τα μέσα που αναφέραμε, η Τουρκία προώθησε τον στρατηγικό της στόχο στην Κύπρο τόσο, ώστε να έχει δημιουργήσει σήμερα δύο προοπτικές απόλυτα αρνητικές για τον Ελληνισμό: α) H εμπέδωση και νομιμοποίηση της διχοτόμησης, με το <<ελεύθερο>> τμήμα, καθόλου στην πραγματικότητα ελεύθερο, αφού ζει στη σκιά του Αττίλα. β) Η τουρκοκρατούμενη ομοσπονδία, σύμφωνα με την <<Δέσμη Ιδεών>> του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και σύμφωνα με τα λεγόμενα <<Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης>>.

Κατ’ ανάγκην τουρκοκρατούμενη, αφού: (α) το βόρειο ομόσπονδο κρατίδιο θα είναι τουρκικό, με πλειοψηφία πληθυσμού μόνιμα και θεσμοθετημένα τουρκική (τουρκική και όχι τουρκοκυπριακή: σύντομα οι συνεχώς αυξανόμενοι έποικοι θα αποτελούν την πλειονότητα των διαμενόντων στα κατεχόμενα) και με ομόσπονδα όργανα πάντοτε τουρκικά, (β) στα κεντρικά, ομοσπονδιακά, όργανα οι Τούρκοι θα έχουν βέτο σε όλα τα θέματα και τα αντίστοιχα ελληνικά βέτο θα υποχωρήσουν προ των τουρκικών, διότι (γ) ο συσχετισμός των στρατιωτικών δυνάμεων ως προς την Κύπρο θα είναι συντριπτικά υπέρ της Τουρκίας, όπως προβλέπουν οι <<ιδέες>> του ΟΗΕ, ιδέες τούρκικης, αμερικανικής και βρετανικής προέλευσης. Έχει καταφέρει δε η Τουρκία, με τη βοήθεια των Αμερικανών, να αποδυναμώσει την εφαρμογή, στην περίπτωση της Κύπρου, θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, που κανονικά θα έπρεπε να μας ευνοούν.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ Μετά τη συνοπτική αυτή σκιαγράφηση των επιδιώξεων και των επιτευγμάτων της ΄Αγκυρας ως προς την Κύπρο, θα αναφερθώ τώρα στην τουρκική πολιτική έναντι της Θράκης και έναντι του Ελληνισμού της Τουρκίας. Πρέπει αμέσως να θυμίσω, ότι ποτέ η Τουρκία (ενδόμυχα, αλλά υπάρχουν και οι σχετικές δημόσιες δηλώσεις) δεν δέχθηκε ως οριστικό το σύνορο του Έβρου και ότι, εν σχέσει με τις εκατέρωθεν μειονότητες (την ελληνική στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο και τις μουσουλμανικές στην ελλαδική Θράκη) ακολούθησε – και ακολουθεί – πολιτική, που αποβλέπει στους εξής δύο συναφείς στρατηγικούς στόχους.

Πρώτον, στην εκδίωξη του μέγιστου μέρους της ελληνικής μειονότητας. Του μέγιστου μέρους, ώστε οι κατηγορίες πως η ΄Αγκυρα δεν εφαρμόζει για τους Έλληνες της Τουρκίας όσα απαιτεί για τους μουσουλμάνους της Θράκης να αφορούν μια ολιγάριθμη ελληνική μειονότητα, την παρουσία εξάλλου της οποίας, όπως και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχει ανάγκη η Τουρκία για να μη γίνει ακόμη εμφανέστερη η αντιμειονοτική της πολιτική και για να επικαλείται τις διατάξεις της Λωζάνης, που στηρίζονται στην αμοιβαιότητα. Ο άλλος στρατηγικός στόχος της ΄Αγκυρας είναι. όπως και στην περίπτωση της Κύπρου, επεκτατικός και συνίσταται στην απόκτηση και σταδιακή μεγιστοποίηση ουσιαστικού έλέγχου στην ελλαδική Θράκη, αλλά και σε συνορεύοντα τμήματα της Βουλγαρίας, με απώτερο σκοπό την προσάρτηση ολόκληρης αυτής της περιοχής στην Τουρκία. Πώς προωθεί η Τουρκία αυτούς τους στρατηγικούς της στόχους; Στη Βουλγαρία (κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου και με τις ευλογίες των Αμερικανών) δημιουργώντας κινήσεις υπονομευτικές της εθνικής ασφαλείας της γείτονος χώρας, που ανάγκασαν τη Σόφια να αντιδράσει λαμβάνοντας μέτρα, τα οποία η προπαγάνδα της Τουρκίας και των υποστηρικτών της παρουσίασε ως προκληθέντα από τον <<εθνικισμό>> του τότε καθεστώτος. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος η Τουρκία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι νέες βουλγαρικές αρχές (όταν βρέθηκαν, κατόπιν και δικών μας ενεργειών, υπό αμερικανική επιρροή) συνέχισαν την προσπάθειά τους, συνδυάζοντας την, πλέον με την γενικότερη προσπάθεια μετατροπής της Βουλγαρίας σε δορυφόρο της Τουρκίας και της Αμερικής.

Στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο, η ΄Αγκυρα χρησιμοποίησε, από το 1923 μέχρι σήμερα, ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία, ποικιλία μεθόδων καταπίεσης. Από την προσπάθεια περιορισμού των μη ανταλλάξιμων Ελλήνων, τις οικονομικές διακρίσεις και την πολιτιστική γενοκτονία μέχρι φόνους, όπως εκείνοι των ομογενών κατά τις εξορίες διαρκούντος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κατά τα Σεπτεμβριανά ή κατά τον διωγμό στην Ίμβρο. Εδώ στη Θράκη, η ΄Αγκυρα χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί τα εξής τακτικά μέσα:

Πρώτον, τη συνένωση και τον εκτουρκισμό των μουσουλμανικών μειονοτήτων, περιλαμβανομένων των Πομάκων και των Αθιγγάνων, έτσι ώστε να αποκτήσουν τουρκική εθνική συνείδηση και να θεωρήσουν την Τουρκία <<μητέραπατρίδα>> τους.

 Δεύτερον, την αναγνώριση, της μιας αυτής μειονότητας ως <<τουρκικής>>. Τρίτον, την <<αναβάθμιση>> της μειονότητας σε <<κοινότητα>> (ήδη η ΄Αγκυρα και οι εδώ πράκτορες της μιλούν για <<τουρκική κοινότητα>>), και χωρίς αμφιβολία, την περαιτέρω τεχνητή προαγωγή, της. Τέταρτη επιδίωξη του τουρκικού κράτους είναι η διατήρηση και ενίσχυση της νομιμοποίησης του να ενδιαφέρεται για τη μειονότητα, παρά τις γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ποντίων και των άλλων Ελλήνων της Μικρός Ασίας, παρά τα συνεχιζόμενα εγκλήματα εναντίον των Κυπρίων και των Κούρδων και παρά την ωμή παραβίαση της Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής πληθυσμών και της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης, που στηρίζονται στην αμοιβαιότητα. Η Αγκυρα προσπαθεί, επίσης, να δημιουργήσει την εντύπωση, πως οι Μουσουλμάνοι έχουν κάποιου είδους εθνικά δικαιώματα επί τμημάτων της ελληνικής επικράτειας. Στην προσπάθεια αυτή εντάσσεται και η θέση της Τουρκίας, ότι μόνον προς την κατεύθυνση μεγαλύτερου εξισλαμισμού πρέπει να μεταβληθεί η πληθυσμιακή σύνθεση των περιοχών της ελληνικής Θράκης, όπου σήμερα διαμένουν Μουσουλμάνοι. Η Τουρκία επιδιώκει, συγχρόνως, να πυκνώσει και να ενισχύσει την παρουσία των Μουσουλμάνων στις περιοχές όπου ήδη ευρίσκονται, αλλά και να επεκτείνει την παρουσία αυτή, ιδίως εδώ στο νομό Έβρου, ώστε να δημιουργηθεί <<συνέχεια>> με την τούρκικη επικράτεια. Φαίνεται ότι, για να επιτύχει αυτά η Τουρκία δαπανά μεγάλα ποσά μέσω του Γενικού Προξενείου Κομοτηνής. Η τουρκική πολιτική αποβλέπει στη δημιουργία δεσμών πολιτικών (δηλαδή αλυτρωτικών), οικονομικών (υπό την κηδεμονία της ΄Αγκυρας), και <<πολιτιστικών>> (συνισταμένων στην από κοινού πρόσληψη της κρατικής τούρκικης προπαγάνδας) μεταξύ δυτικής και ανατολικής Θράκης αλλά και μεταξύ δυτικής Θράκης και νοτίων βουλγαρικών επαρχιών και στην <<λειτουργική>>, de facto ενοποίηση όλων αυτών των περιοχών με πολιτικό κέντρο αναφοράς την ΄Αγκυρα και με τοπικό κέντρο αναφοράς (οικονομικό, μορφωτικό, συγκοινωνιακό κ.λ.π.) την Αδριανούπολη. Οι επαφές των γνωστών πρακτόρων της Τουρκίας με ομολόγους τους στην Βουλγαρία είναι ενδεικτικές της τακτικής αυτής. Κεντρικό στοιχείο της οποίας είναι και ο έλεγχος επί των Μουσουλμάνων – στην Ελλάδα, αλλά και στη Βουλγαρία – που θέλει η ΄Αγκυρα να αποκτήσει. Συμπληρωματικά των ανωτέρω – και αναγκαία – συστατικά της τούρκικης τακτικής αποτελούν η απόκτηση σύμμαχων και η εκμετάλλευση του διεθνούς δικαίου. Υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργούνται δεσμοί – θα πρόκειται, στην πραγματικότητα, για σχέση υποτέλειας – μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας. Δεν μου είναι γνωστό τι υπόσχονται οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι στους Βουλγάρους, σε σχέση με την ελληνική Θράκη. Είναι, όμως, αξιοπρόσεκτο ότι βουλγαρικοί σωβινιστικοί κύκλοι (τις απόψεις των οποίων διοχετεύουν και βουλγαρικά μέσα δημοσιότητας) ισχυρίζονται ότι ζει, στην Ελλάδα, μεγάλος αριθμός Βουλγάρων. (Αν εννοούν τους Πομάκους, διαφωνούν με την τουρκική προπαγάνδα, που θέλει να είναι Τούρκοι οι Πομάκοι, αυτοί οι απόγονοι των αρχαίων Θρακών). Οι ίδιοι βουλγαρικοί κύκλοι επαναλαμβάνουν την εξωφρενική πρόβλεψη, ότι η Ελλάδα θα επιτεθεί κατά της Βουλγαρίας. Tι σημαίνουν αυτά; Το γεγονός, πάντως ότι η Τουρκία εξακολουθεί να έχει την υποστήριξη των Αμερικανών ενισχύει τις ελπίδες της, ότι θα μπορέσει να μεταχειρισθεί, για τους επεκτατικούς της σκοπούς, το δίκαιο των μειονοτήτων, όπως αυτό εξελίσσεται, ειδικότερα την προϊούσα ενδυνάμωση της αρχής του αυτοπροσδιορισμού, τις νύξεις της ΔΑΣΕ ότι οι χώρες μέλη της μπορούν, αν θέλουν, να αναγνωρίσουν στα μέλη μειονοτήτων, δικαιώματα εν σχέσει με τις περιοχές στις οποίες διαμένουν, και τις προτροπές να διευκολύνεται η επαφή μελών μειονοτήτων με τη χώρα, με την οποία θεωρούν ότι έχουν δεσμούς. Και, βέβαια, η Τουρκία εκμεταλλεύεται τα λάθη μας: Την αποτυχία μας, μέχρι τώρα, να προστατεύσουμε τους ισλαμικού θρησκεύματος Έλληνες πολίτες, ωστε να μη γίνουν οργανα -και, τελικά, θύματα – του τουρκικού ιμπεριαλισμού. Την αποτυχία μας να πλησιάσουμε πραγματικά την καλόπιστη μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμάνων και να τους βοηθήσουμε να ενσωματωθούν στην κοινωνία, διατηρώντας και καλλιεργώντας, όσο θέλουν, το μειονοτικά τους χαρακτηριστικά. Τον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο ενίοτε αντιδράσαμε στον προβοκατόρικο χαρακτήρα του τουρκικού επεκτατισμού, λαμβάνοντας, στο παρελθόν, ορισμένα περιοριστικά μέτρα ως προς τους Μουσουλμάνους, μέτρα ελάσσονα είναι αλήθεια, αλλά που κατέστησαν μερικούς από αυτούς ευάλωτους στην προπαγάνδα της ΄Αγκυρας και, συγχρόνως, της έδωσαν επιχειρήματα. Η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε και εκμεταλλεύεται, επίσης, την μοιραία πολιτική μας, που συνίσταται στη νομιμοποίησή της ως προς τους ελληνικής ιθαγένειας Μουσουλμάνους και στη (γνήσια ή προσποιητή) εντύπωση της πολιτικής μας ηγεσίας, ότι μπορεί να έλθει μαζί της σε συμφωνία για ζητήματα που τους αφορούν. Στην πολιτική μας αυτή οφείλονται και οι ειδικές ελληνοτουρκικές συμφωνίες (όπως το εκπαιδευτικό πρωτόκολλο του 1978), που συνέβαλαν στον εκτουρκισμό των Μουσουλμάνων και δημιούργησαν διαύλους επιρροής της Τουρκίας. Η ανεπαρκής μέριμνα για την γενικότερη εθνική μας ισχύ (διπλωματική, οικονομική και, ιδίως, στρατιωτική) απετέλεσε καίριο λάθος, που οι αντίπαλοί μας επίσης εκμεταλλεύθηκαν.

ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ

Τι έχει πετύχει η Τουρκία μέχρι σήμερα σε αυτά τα μειονοτικά θέματα: Στην Ίμβρο και την Τένεδο – στρατηγικής σημασίας νησιά – ο Ελληνισμός έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Οι ελάχιστοι ομογενείς που παραμένουν στην Πόλη, χωρίς να συνιστούν ουσιαστική ελληνική παρουσία, είναι, για την ΄Αγκυρα, πολύτιμο πολιτικό αντίβαρο (επειδή, βέβαια, εμείς το επιτρέπουμε να το χρησιμοποιούν σαν τέτοιο). Την εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνουν οι προσπάθειες της Τουρκικής Πρεσβείας στην Αθήνα, να πείσει ομογενείς να επιστρέψουν στην Πόλη. Η ΄Αγκυρα ανησυχεί ότι θα μείνει χωρίς αντίβαρο και χωρίς ομήρους. Εδώ στη Θράκη, η Τουρκία έχει επιτύχει ανησυχητικά μεγάλο βαθμό ενοποίησης και Τουρκοποίησης των μειονοτήτων. Έχουν διαμορφωθεί πραγματικοί δεσμοί (οικονομικοί, εκπαιδευτικοί και άλλοι) μεταξύ σημαντικού αριθμού Μουσουλμάνων και της Τουρκίας, πράκτορες της οποίας εμφανίζονται ως εκπρόσωποι τους, στο ελληνικό κοινοβούλιο κατά το παρελθόν, αλλά και διεθνώς, προσπαθώντας να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι Μουσουλμάνοι καταπιέζονται στην Ελλάδα. Συντονίζονται δε και με την ηγεσία των Μουσουλμάνων στην Βουλγαρία. Η Αγκυρα οργανώνει τους Μουσουλμάνους στη χώρα μας, ώστε να τους ποδηγετεί, και έχει αποκτήσει μέσα πίεσης εδώ, μέσα στην Ελλάδα. Δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί πως έχει φθάσει να ασκεί de facto συγκυριαρχία, μέσω του Γενικού Προξενείου της στην Κομοτηνή, μέσω των πρακτόρων της, μέσω των Μουσουλμάνων που εκβιάζει, αλλά, πιθανότατα, και μέσω αυτών που εξαγοράζει. Αναφέρομαι στις επίμονες φήμες περί μυστικών κονδυλίων που μοιράζει το Γενικό Προξενείο σε Μουσουλμάνους, για σκοπούς όπως οι αγορές επιλεγμένων ακινήτων και οι μυστικές επιχορηγήσεις μουσουλμανικών καταστημάτων. Τα μέσα παρέμβασης συμπληρώνονται από τους δασκάλους (κάποτε και από τους θρησκευτικούς λειτουργούς), από τα σχολικά βιβλία που η ΄Αγκυρα θέλει να στέλνει εδώ, από την προπαγάνδα των τουρκικών μέσων δημοσιότητας. Η Αγκυρα έχει επιτύχει, επίσης, να προσδώσει στην Αδριανούπολη τις προοπτικές κέντρου της ευρύτερης περιοχής. Σαφής είναι, εξάλλου η εντύπωση πως η Τουρκία έχει εξασφαλίσει την ανοχή, αν όχι και υποστήριξη, των Ηνωμένων Πολιτειών, για την επεκτατική της τακτική.

 ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

Πόσο, λοιπόν, κινδυνεύει να καταστεί η Θράκη <<μια άλλη Κύπρος>>; Η απάντηση είναι ότι αυτό έχει ήδη συμβεί αρκετά, αφού εφαρμόζονται ορισμένα από τα τακτικά σχέδια της Τουρκίας, όπως είναι η υπαγωγή των Μουσουλμάνων στον έλεγχό της και η χρησιμοποίησή τους για σκοπούς αντίθετους με τα πραγματικά τους συμφέροντα. Όπως είναι, επίσης, η αυτοπροβολή της Τουρκίας ως <<προστάτιδος>> των Μουσουλμάνων στην Ελλάδα (αλλά και στην Βουλγαρία) και η αξιοποίηση των δικών μας λαθών, τα οποία αναφέραμε. Με τέτοια μέσα, στα οποία συγκαταλέγονται η εξασφάλιση ισχυρών συμμάχων και η συνεχής αναβάθμιση των τούρκικων ενόπλων δυνάμεων, η Toυρκία ήδη – επαναλαμβάνω – ασκεί στην πράξη, συγκυριαρχία στην ελλαδική Θράκη. Η Αγκυρα συνεχίζει, συγχρόνως, τις προσπάθειες εφαρμογής των υπολοίπων σχεδίων της: Για την αναγνώριση των Μουσουλμάνων ως μιας, ενιαίας, <<τουρκικής κοινότητας>>. Για την κατασκευή μιας ενιαίας <<εδαφικής βάσης>> της μειονότητας αυτής, για την, κατά το δυνατόν, επέκταση της βάσης αυτής μέχρι τα σύνορα, ώστε να δημιουργηθεί εδαφική συνέχεια με την Τουρκία και για την επικράτηση του ισχυρισμού, ότι οι Μουσουλμάνοι έχουν οιονεί εθνικά δικαιώματα επί των εδαφών όπου σήμερα διαμένουν. Για την αναγνώριση ενιαίας ηγεσίας των Μουσουλμάνων, η οποία να ελέγχεται από την ΄Αγκυρα και να αναγνωρίζεται διεθνώς. Η Τουρκία ελπίζει ότι, με τα μέσα αυτά και με την συμπαράσταση των ισχυρών της συμμάχων, που θα την βοηθήσουν να εκμεταλλευθεί ορισμένες τάσεις του δικαίου των μειονοτήτων, θα καταφέρει, τελικά, να ενσωματώσει τα ελληνικότατα αυτά εδάφη.

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ

Τί μπορούμε να κάνουμε για να μη συμβεί αυτό; Νομίζω πως η πολιτική, την οποία οφείλουμε να ακολουθήσουμε, είναι απαραίτητο να συνδυάζει δύο στοιχεία: Αφ’ ενός την εξασφάλιση της άσκησης όλων των δικαιωμάτων των Μουσουλμάνων συμπατριωτών μας. Και αφ ετέρου την προστασία μας από τον ιμπεριαλισμό της ΄Αγκυρας, αλλά και την προστασία των Μουσουλμάνων συμπατριωτών μας, ώστε να μη καταστούν θύματα του ιμπεριαλισμού αυτού, όπως η Τουρκοκύπριοι, που αναγκάζονται να εγκαταλείπουν την Κύπρο, υπό την πίεση των εποίκων και των στρατευμάτων κατοχής. Η πολιτική αυτή – η μόνη ορθή – συνεπάγεται, φυσικά, την επίσημη αναγγελία, ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει, πλέον, πως η Τουρκία έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να αναμειγνύεται σε θέματα ελληνικής ιθαγένειας Μουσουλμάνων ή να παριστάνει ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. Η κατάργηση του τουρκικού Γενικού Προξενείου στην Κομοτηνή, ο τερματισμός εφαρμογής των ελληνοτουρκικών εκπαιδευτικών συμφωνιών και πρωτοκόλλων και, βεβαίως, η αυστηρή πάταξη κάθε πράξης υπονομευτικής της ελληνικής κυριαρχίας -χωρίς, το ξανάλεω – να θίγονται τα δικαιώματα των Μουσουλμάνων – αποτελούν, επίσης, αναγκαίες και επείγουσες ενέργειες. Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι. Διότι η ΄Αγκυρα χρησιμοποιεί τα μειονοτικά δικαιώματα για να προωθεί τους σκοπούς της. Μια τακτική που θα συνίστατο στην παρεμπόδιση άσκησης των δικαιωμάτων αυτών, έκτος του ότι θα ήταν απαράδεκτη καθ’ εαυτή, μόνο τον τουρκικό επεκτατισμό θα εξυπηρετούσε. Τα μειονοτικά, όμως δικαιώματα έχουν όρια, τα οποία πρέπει να καθορίζει το υπέρτερο καθήκον προστασίας των μειονοτήτων, αλλά και της πλειονότητας, από έξωθεν κινδύνους. Η πολιτική αυτή – η μόνη ορθή – προϋποθέτει μία γενικότερη αλλαγή της στάσης του Ελληνισμού απέναντι στην Τουρκία. Διότι πως θα εξηγήσουμε τα αμυντικά μέτρα που θα λάβουμε εδώ, όταν συνεχίζονται οι διακοινοτικές συνομιλίες στην Κύπρο, όταν πραγματοποιούνται συναντήσεις τύπου Νταβός, όταν δεν καταγγέλουμε διεθνώς την ολοκληρωτική και γενοκτόνο ΄Αγκυρα; Απαραίτητο, τέλος, στοιχείο της νέας πολιτικής είναι η αύξηση της εθνικής μας ισχύος, στρατιωτικής, διπλωματικής και οικονομικής. Και η ακτινοβολία ελληνικού πολιτισμού, από εδώ προς ολόκληρη την περιοχή. Ελληνοτουρκικά. Να διαφυλάξουμε τα δικαιώματά μας

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_19/02/2006_174448 Tου Θεμου X. Στοφοροπουλου* Hμερομηνία δημοσίευσης: 19-02-06

Ο καθηγητής κ. Kουλουμπής έχει δίκιο όταν υπογραμμίζει σε άρθρο του στην «K» της 8ης Iανουαρίου πόσο ορθή είναι η συμβουλή του πρέσβη κ. Θεοδωρόπουλου, να διεξαχθεί επιτέλους στη χώρα μας μια σοβαρή δημόσια συζήτηση για τα τεχνικά θέματα του Aιγαίου. Σωστά, επίσης, ο κ. Kουλουμπής δεν πιστεύει πως η επιθυμία των Tούρκων να ενταχθούν στην Eυρωπαϊκή Eνωση θα συντελούσε στο να μην ενεργοποιήσουν το casus belli αν επεκτείναμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ν.μ. Aυτό όμως το γράφει ο κ. καθηγητής για να μας πείσει «να κλείσουμε με την Tουρκία» μέσα στο 2006. Διερωτάται δε «μήπως θα μπορούσαμε να φθάσουμε στο ποθητό modus vivendi υιοθετώντας έξι μίλια στο Aιγαίο (χωρικά ύδατα και εναέριο χώρο)». Aν προχωρήσουμε σε τέτοια «λύση», θα υπάρξουν κατά τον κ. Kουλουμπή, «ευεργετικές επιπτώσεις στο κλίμα των σχέσεων των δύο κοινοτήτων» στην Kύπρο και θα σταματήσουν οι τουρκικές παραβιάσεις και παραβάσεις στο Aιγαίο, οι οποίες, εξηγεί ο αρθρογράφος, απειλούν «τη σχέση ύφεσης και συνεργασίας» ανάμεσα στην Eλλάδα και στην Tουρκία. Kαι η μεν παράνομη συμπεριφορά στο Aιγαίο ίσως ανασταλεί για ένα διάστημα, αν, όπως προτείνει ο κ. Kουλουμπής, δώσουμε στους Tούρκους όσα ζητούν. H πείρα, όμως, διδάσκει ότι, αργά ή γρήγορα και μάλλον γρήγορα παρά αργά, η Aγκυρα θα χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο όσα έλαβε. Για να επιδιώξει με νέες αδικοπραγίες περαιτέρω κέρδη εις βάρος μας. Oσο για την Kύπρο, ο πυρήνας του «προβλήματός» της δεν είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των Kυπρίων, αλλά η πολιτική των ηγεσιών Λονδίνου και Aγκυρας, οι οποίες με την υποστήριξη των HΠA κακουργούν επιδιώκοντας τη μόνιμη διαίρεση και διατήρηση υπό τον έλεγχό τους του κυπριακού λαού και του εδάφους της μεγαλονήσου. Kαταβολή λύτρων στους κουρσάρους του Aιγαίου δεν θα μεταβάλει αυτόν τον βασικό παράγοντα. Tο αντίθετο θα συμβεί: κάθε υποχώρησή μας στα διμερή ελληνοτουρκικά θέματα θα κάνει την Aγκυρα και τους συμμάχους της ακόμα πιο αδίστακτους στην Kύπρο (και αντιστρόφως). Πώς, εξάλλου, μπορεί να γίνεται λόγος για υπαρκτή «σχέση ύφεσης» μεταξύ Eλλάδας και Tουρκίας, τη στιγμή που το γκανγκστερικό casus belli και η αρπακτική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών» δεν έχουν αποσυρθεί; Eνώ οι βόρειες επαρχίες της Kύπρου παραμένουν υπό κατοχή και εντείνεται ο εποικισμός τους; Eνώ στην ελληνική Θράκη το γενικό προξενείο Kομοτηνής και τα άλλα όργανα του τουρκικού επεκτατισμού εξακολουθούν να δημιουργούν συστηματικά τις βάσεις υπονόμευσης της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας, προωθώντας τον καθολικό εκτουρκισμό και τον έλεγχο από την Aγκυρα του μουσουλμανικού πληθυσμού; Eνώ το τουρκικό καθεστώς αφού έδιωξε τον Eλληνισμό από την Πόλη, την Iμβρο και την Tένεδο, επιμένει να μην αναγνωρίζει την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου και να μην επιτρέπει τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Xάλκης; Oι απόψεις του κ. Kουλουμπή θυμίζουν τους πολιτικούς αναμορφωτές του Kαβάφη, για τους οποίους ο ποιητής λέει: «Kαι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία, / κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, / απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία, / να δούμε τι απομένει πια, μετά / τόση δεινότητα χειρουργική. / Iσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός. / Nα μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.» (Eν Mεγάλη Eλληνική Aποικία, 200 π.X.) Aντί να προτείνουμε διάφορες παραλλαγές πλάτους των ζωνών ελληνικής κυριαρχίας στο Aιγαίο, μικρότερες εκείνου που δικαιούμαστε, παίζοντας έτσι μια «κολοκυθιά» που μας αποδυναμώνει, ας θέσουμε τέρμα με ευθανασία στις επικίνδυνες ελληνοτουρκικές «διερευνητικές συνομιλίες», αλλά και ας παύσουμε να ονειρευόμαστε ανταρκτικά παγώματα «εκατέρωθεν διεκδικήσεων». Eχουμε χρέος έναντι των παιδιών μας να διαφυλάξουμε το μονομερές, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δικαίωμα των δώδεκα ναυτικών μιλίων, αιγιαλίτιδας ζώνης και εναέριου χώρου, από ευθείες γραμμές βάσης, όλων των ελληνικών νήσων και βραχονησίδων. Δικαίωμα, που αποτελεί μίνιμουμ νομική ανταπόκριση στην ύπαρξη και μορφή του ελληνικού αρχιπελάγους. Oφείλουμε, συνεπώς, να προετοιμαζόμαστε, με διπλωματική προβολή της νομιμότητας και ενίσχυση της στρατιωτικής αποτροπής, για να είμαστε σε θέση να ασκήσουμε πλήρως αυτό το ελάχιστο δικαίωμά μας, όταν η εσωτερική κατάσταση στην πατρίδα μας, η θέση της στο παγκόσμιο σύστημα και η διεθνής συγκυρία πράγματι το επιτρέψουν.

* O κ. Θέμος X. Στοφορόπουλος είναι συνταξιούχος πρεσβευτής.

Posted in Ελλάδα, Τουρκία | Με ετικέτα: , | 1 Comment »

Η Ρωσία επιδιώκει τον σεβασμό των εταίρων της

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

Η ομιλία του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, κατά την επίσημη έναρξη των εκδηλώσεων του Ελληνορωσικού Συνδέσμου την προπερασμένη εβδομάδα, ήταν εξαιρετικά σημαντική. Και τούτο γιατί έδινε με σαφήνεια το νέο στίγμα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, με τη δημιουργία μιας νέας, ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής, που θα περιλαμβάνει ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο την “υπέρβαση” της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, όπου η Μόσχα θα μπορεί να διαπραγματεύεται επί ίσοις όροις με Ευρωπαίους και Αμερικανούς. Και τούτο στο πλαίσιο “αποϊδεολογικοποιημένων σχέσεων”. Πρόκειται για την προσέγγιση – μπούσουλα στις διεθνείς σχέσεις που πρόκειται να ακολουθήσει η Μόσχα στις αρχές του 21ου αιώνα – ήδη ο πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεβ έχει αποστείλει στους ομολόγους του, των μεγάλων χωρών, επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας αποτυπώνεται, περίπου, στην ομιλία Λαβρόφ.

«Η επιδίωξη να διαμορφωθεί στον Ευρω – Ατλαντικό χώρο ένα σύστημα αδιαίρετης ασφάλειας ευρίσκεται στη βάση της αναληφθείσας από τον πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεφ πρωτοβουλίας για τη σύναψη ενός νομικώς δεσμευτικού Συμφώνου για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η ουσία της συνίσταται στη μετατροπή σε δεσμευτικό δίκαιο της ενωρίτερα επιτευχθείσας πολιτικής συνεννόησης στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και το Συμβούλιο Ρωσίας – ΝΑΤΟ σχετικά με τη μη επέκταση της ασφάλειας μίας χώρας σε βάρος άλλων. Εάν το είχαμε κάνει αυτό ενωρίτερα, είναι πιθανόν να μην είχαν λάβει χώρα ούτε η κρίση στον Καύκασο το προηγούμενο έτος, ούτε η υποστήριξη της μονομερούς αναγνώρισης της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου» τόνισε χαρακτηριστικά ο Ρώσος ΥΠΕΞ στην ομιλία του. Η «Κ.Α.» ζήτησε από τον καθηγητή Κ. Φίλη να «αποκρυπτογραφήσει» αυτή τη ρωσική προσέγγιση εξωτερικής πολιτικής. *

 Ο «ενιαίος πόλος ασφάλειας του ευρωατλαντικού χώρου», το «σύμφωνο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια», «η ανασυγκρότηση της ευρωατλαντικής πολιτικής στη βάση συλλογικών αρχών δικαίου», που θα περιλαμβάνει ΝΑΤΟ, ΟΑΣΕ και Ε.Ε. και ΗΠΑ, αλλά και η αναφορά στην ανάπτυξη από τη Μόσχα μια «πραγματιστικής, αποϊδεολογικοποιημένης εξωτερικής πολιτικής», κατά πόσο αποτελούν τον πυρήνα μιας νέας κατεύθυνσης της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής; Πρόκειται για συνέχεια υπάρχουσας πολιτικής ή νέα τροχιά με δοκιμασμένα υλικά;

Η περίοδος του «Ψυχρού Πολέμου» -πέραν της ψυχρής ατμόσφαιρας- έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τότε είχαμε μία καθολική και εφʼ όλης της ύλης ιδεολογικής και συστημική αντιπαράθεση σε παγκόσμιο επίπεδο. Τώρα έχουμε μία Ρωσία που δεν έχει αναθεωρητικές τάσεις και πολύ περισσότερο εναλλακτική ιδεολογία. Μία Ρωσία που σε σημαντικό βαθμό σέβεται τους διεθνείς κανόνες, παρότι σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιεί δικούς της. Μία Ρωσία που δεν επιδιώκει, προφανώς γιατί η ηγεσία της αναγνωρίζει το αδύνατο του εγχειρήματος, την παγκόσμια ηγεμονία αλλά τον σεβασμό των εταίρων της μετά από μία μακρά περίοδο εθνικών ταπεινώσεων και τη σταδιακή δημιουργία ενός πολυπολικού κόσμου. Συνεπώς, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η Μόσχα διακρίνεται από μία πραγματιστική θεώρηση, χωρίς, ωστόσο, να απουσιάζει το ιδεολογικό περίβλημα. Ο κίνδυνος είναι πως αυτό εμπλουτίζεται με την ιδέα του εθνικισμού που φαίνεται, μάλιστα, να προωθείται από μέρος της πολιτικής ελίτ. Ο κύριος δε στόχος στην πρόταση Μεντβέντεφ για μία νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας είναι η δημιουργία ενός υπέρτερου του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., οργάνου στο οποίο η Μόσχα θα διαβουλεύεται και διαπραγματεύεται με τους δυτικούς της εταίρους επί ίσοις όροις. Με άλλα λόγια, επιχειρείται η αποσύνδεση του ΝΑΤΟ με την επίλυση πολιτικών ζητημάτων και η επαναφορά του ως ένας φορέας «αμυντικής» υποστήριξης. Αυτός ακριβώς ο στόχος του εγχειρήματος είναι που τι καθιστά και αμφίβολο.

 Πόσο συμβαδίζει αυτή η προσέγγιση της Μόσχας με το νέο πρόσωπο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, όπως το εκφράζει ο πρόεδρος Ομπάμα με την προτεραιότητα στη μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων, κ.ο.κ.;

Η κατάσταση των σχέσεων των δύο χωρών μοιάζει προς το παρόν με έναν αγώνα μαραθωνίου στον οποίο οι δύο διαγωνιζόμενοι, Ουάσιγκτον και Μόσχα, βρίσκονται ακόμα στην αφετηρία και ξεκινούν με αμοιβαία χαμόγελα αλλά και πρώιμους διαγκωνισμούς. Είναι προφανές πως δεν έχουν κατασταλάξει ακόμα ως προς τη μεθοδολογία και τα εργαλεία διαμόρφωσης της πολιτικής που ταιριάζει στις διμερείς τους σχέσεις, και έτσι εκπέμπουν αμφίσημα μηνύματα. Η πρόθεσή τους να συμβιβαστούν είναι έκδηλη, ωστόσο το ίδιο έκδηλη είναι και η αγωνία τους να μην φανεί πως η εξέλιξη αυτή γίνεται υπό πίεση. Τόσο η Ουάσινγκτον, όσο και η Μόσχα επιθυμούν να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους στην προσέγγιση αυτή. Είναι εμφανές πως οι κινήσεις των δυο πλευρών εντάσσονται στη λογική μιας σκληρής διαπραγμάτευσης, για την επιτυχή έκβαση της οποίας είναι απολύτως απαραίτητη τόσο η συστηματική προετοιμασία, όσο και ο κατάλληλος συγχρονισμός. Ως εκ τούτου, αναμένουμε στο επόμενο διάστημα τη συνέχιση των ασαφών διακηρύξεων περί συνεργασίας, αλλά και της επίπονης αναζήτησης (αρχικά σε επίπεδο κατώτερων αξιωματούχων) μιας φόρμουλας ουσιαστικής συμπόρευσης, η οποία θα πρέπει να είναι και αρκετά λειτουργική, ώστε εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δυο πλευρών, αλλά και αρκετά έντιμη και διακριτική, ώστε προσφέρει κάλυψη έναντι ενδεχόμενων κατηγοριών για «υπερβολική» σύμπλευση από διάφορους κύκλους στο εσωτερικό ή εταίρους στο εξωτερικό. 

 Ποιος ο ρόλος της ενεργειακής πτυχής στη νέα εξωτερική πολιτική της Μόσχας;

 Η Ρωσία αξιοποιώντας τον έλεγχο στο δίκτυο αγωγών εντός του μετασοβιετικού χώρου και προσφέροντας καλύτερους οικονομικούς όρους και κυρίως την προοπτική άμεσης υλοποίησης στις πλουτοπαραγωγικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες εξασφαλίζει καλύτερη πρόσβαση και κυρίως μεγαλύτερες ποσότητες που η ίδια θα μπορεί να διαχειριστεί κατά το δοκούν. Αυτό συνεπάγεται ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τη δημιουργία νέων δρόμων που θα εξασφαλίζουν αποτελεσματικότερα τα οικονομικά και πολιτικά της συμφέροντα, γεγονός που δυσχεραίνει τις προσπάθειες διαφοροποίησης προμηθευτών. Εντός αυτού του πλαισίου προωθεί τους Nord Stream (απευθείας υποθαλάσσια σύνδεση με Γερμανία) και South Stream -με ελληνική συμμετοχή- προκειμένου να περιορίσει την εξάρτηση της από την «απείθαρχη» Ουκρανία και να ενισχύσει το μερίδιο της στην ενεργειακή πίτα της Ευρώπης. Παράλληλα, η αποθεματοποίηση μέρους των χρημάτων που προέρχονταν από τις πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου τα προηγούμενα χρόνια αφενός υποβοήθησε στην ενίσχυση των επιθετικών εξαγορών στο εξωτερικό αλλά συνάμα έδωσε την ευκαιρία στη Μόσχα να διαθέσει σημαντικό κομμάτι αυτών προκειμένου να αμβλύνει τις συνέπειες της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Δεν θα πρέπει, επίσης, να διαλανθάνει την προσοχή μας πως η Μόσχα επιδεικνύει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε καταστάσεις που μπορεί να της ανοίξουν παράθυρο ευκαιρίας προκειμένου η ενεργειακή της ισχύς να εξελιχθεί σε όπλο πολιτικής επιρροής.

* Ο Κ. Φίλης είναι συντονιστής Κέντρου Ρωσίας και Ευρασίας στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)

ΑΥΓΗ 13/12/09

Posted in Γεωπολιτική -Γεωοικονομία, Ευρώπη, Ελλάδα | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Παιδική Χριστουγενιάτικη Εκδήλωση «Η φάτνη της καρδιάς μας»

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

Το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου στις 12:oo το μεσημέρι παρουσιάζουμε το βιβλίο «Η φάτνη της καρδιάς μας» της Φωτεινής Τσομάκου. Τα παιδιά θα ζωγραφίσουν και θα γνωρίσουν τα πρόσωπα της Άγιας Νύχτας: Με αυτοκόλλητα, δραστηριότητες και κατασκευές.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο πολιτιστικό κέντρο του Ι.Ν. Φανερωμένης Χολαργού.

Posted in Εκδηλώσεις | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η ευκαιρία του χρέους

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

 

Του ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Τα δανεικά στην Ελλάδα δεν επενδύθηκαν για να διορθωθούν οι δομικές αδυναμίες της οικονομίας, αλλά για να χρηματοδοτηθεί η συγκάλυψη και διαιώνισή τους.

Όχι, η Ελλάδα δεν είναι Ιρλανδία. Ούτε Ντουμπάι. Είχε δίκιο ο Γ. Παπανδρέου όταν εξηγούσε προχθές στους Ευρωπαίους συναδέλφους του ότι η δική μας περίπτωση είναι διαφορετική.

Έχουμε, βέβαια, μαζί τους κάτι κοινό: υποκύψαμε, όπως κι εκείνοι, στην κουλτούρα του υπερδανεισμού και του υπερχρέους. Υποκύψαμε σ΄ αυτήν την παντοδύναμη νέα θρησκεία που επέβαλαν στον κόσμο, σταυροφόροι με ορμή νεοφώτιστων, οι τραπεζίτες και οι ντίλερς, δημιουργώντας παντού πελώριες φούσκες, οι οποίες από το καλοκαίρι του 2008 άρχισαν να σκάνε με πάταγο- και που πιθανότατα θα συνεχίσουν να μας ξαφνιάζουν κάθε φορά που θα σκάνε.

Αλλά οι ομοιότητες σταματούν εδώ.

Δεν είμαστε Ιρλανδία. Η Ιρλανδία εσωτερίκευσε πλήρως και πρόθυμα το μάντρα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και μετέτρεψε τον εαυτό της σε έναν μικρό παράδεισο υπερελεύθερης αγοράς, με το ελάχιστο των φορολογικών υποχρεώσεων και το ελαχιστότατο των ρυθμίσεων, ώστε να προσελκύσει σαν μαγνήτης επιχειρήσεις που μετέφεραν εκεί μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους και τροφοδότησαν έτσι εκρηκτικούς ρυθμούς ανάπτυξης κι ένα οικοδομικό μπουμ. Δεν είμαστε, πολύ περισσότερο, Ντουμπάι. Το γκλάμορους εμιράτο προσέφερε επιπλέον μηδενική φορολογική επιβάρυνση, μηδενική ρυθμιστική παρέμβαση επί της επιχειρηματικής δραστηριότητας (ούτε καν λογιστικά βιβλία δεν ήταν υποχρεωμένες να τηρούν οι φιλοξενούμενες επιχειρήσεις) και μηδενική εργατική νομοθεσία, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός του να διπλασιαστεί μέσα σε μια δεκαετία, ο πλούτος να ρέει στους δρόμους, όλο το μαύρο χρήμα του πλανήτη να βρει, στο πλευρό της νόμιμης επιχειρηματικότητας, φιλόξενο καταφύγιο και πλυντήριο και να στηθεί (με δανεικά) το μεγαλύτερο οικοδομικό πρότζεκτ του κόσμου, με τεχνητά νησιά στη θάλασσα και τους υψηλότερους ουρανοξύστες του κόσμου πάνω στην άμμο της ερήμου. Κι έπειτα ήρθε η κρίση. Οι επενδυτές τα μάζεψαν από τις κελτικές και τις αραβικές ακτές, τα μεγάλα πρότζεκτ έμειναν ημιτελή, οι τιμές των ακινήτων και των άλλων αξιών κατέρρευσαν, τα δανεικά εξαντλήθηκαν και το χρέος έγινε θηλιά θανάσιμη.

Η ελληνική περίπτωση είναι πράγματι διαφορετική: εμείς απλώς, όταν η χώρα μπήκε στο κλαμπ του ευρώ και απέκτησε ξαφνικά πρόσβαση σε άφθονο και φθηνό δανεισμό, μεθύσαμε στα δάνεια. Το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος πήρε την ανηφόρα από το 2001 και έφθασε σε αληθινή έκρηξη κατά τα δύο τελευταία χρόνια της καραμανλικής (εγκληματικής) διαχείρισης. Μόνο που τα δανεικά δεν επενδύθηκαν για να διορθωθούν οι δομικές αδυναμίες της οικονομίας, αλλά για να χρηματοδοτηθεί η συγκάλυψη και διαιώνισή τους.

Η υπερδανειζόμενη Ελλάδα συνέχισε να φορτώνει τις επιχειρήσεις της με ένα εξουθενωτικό γραφειοκρατικό κόστος (ίσως το μεγαλύτερο στον κόσμο), κάτω από το οποίο συνέχισαν να κρύβονται σχέσεις πολιτικής πατρωνίας και διαφθοράς. Συνέχισε να πλέει στο πέλαγος μιας μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας που επιβίωνε εισφοροδιαφεύγοντας και φοροδιαφεύγοντας, παράγοντας προϊόντα και υπηρεσίες χαμηλής ή ανύπαρκτης ανταγωνιστικότητας. Και το Δημόσιο συνέχισε να είναι ο προνομιακός δημιουργός νέων θέσεων (κακοπληρωμένης και χαμηλής παραγωγικότητας) εργασίας, ικανοποιώντας με στρεβλό τρόπο τόσο την κοινωνική ζήτηση για απασχόληση όσο και την πολιτική ζήτηση για αναπαραγωγή πελατειακών σχέσεων και κομματικών ζωνών επιρροής.

Κι έπειτα, όταν ήρθε η κρίση, η κυβέρνηση Καραμανλή με τη συνενοχή Μπαρόζο επιτάχυνε τον δανεισμό χωρίς να τολμήσει καμιά μεταρρυθμιστική παρέμβαση, με αποτέλεσμα τα σκουπίδια να ξεχειλίσουν κάτω από το χαλί όπου τα έκρυβε, να φθάσουμε σε πλήρες αδιέξοδο και το καράβι να βρεθεί στα βράχια.

Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Και η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουμε να αντιμετωπίσουμε δεν είναι να εξασφαλίσουμε την επώδυνη ελεημοσύνη των πιστωτών μας για να αποφύγουμε την ταπείνωση του χρεοστασίου. Η αληθινή πρόκληση (και ευκαιρία) είναι να καταστρωθεί επιτέλους ένα συνεκτικό σχέδιο και να υπάρξει συστράτευση δημιουργικών δυνάμεων, ώστε να αλλάξουν οι βαθύτατα άρρωστες δομές, να πραγματοποιηθεί η αναγκαία αλλαγή οικονομικού παραδείγματος. Και να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό με τρόπο που δεν θα συνιστά ακόμη έναν κύκλο αρνητικής αναδιανομής εις βάρος των συνηθισμένων θυμάτων κάθε «κύκλου λιτότητας» των νεώτερων χρόνων.

Η αληθινή πρόκληση είναι να καταστρωθεί επιτέλους ένα συνεκτικό σχέδιο και να υπάρξει συστράτευση δημιουργικών δυνάμεων, ώστε να αλλάξουν οι βαθύτατα άρρωστες δομές, να πραγματοποιηθεί η αναγκαία αλλαγή οικονομικού παραδείγματος

Αναδημοσίευση από enet.gr

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το σκάνδαλο του μονοτονικού

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

του Σαράντου Καργάκου

1 Το μονοτονικό επιβλήθηκε στον ελληνικό Λαό από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ -Υπουργός Παιδείας κ. Ελευθ. Βερυβάκης– με τροπολογία που αιφνίδια προτάθηκε, κοντά στα μεσάνυχτα, όταν η Βουλή των Ελλήνων (συνεδρίαση της 11.1.1982) είχε περατώσει τη συζήτηση και είχε ψηφίσει το ένα και μόνο άρθρο του Νόμου 1228, που αποτελούσε «Κύρωση της από 11.11.1981 πράξης του Προέδρου της Δημοκρατίας περί εγγραφής μαθητών στα Λύκεια της Γενικής και Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως» και με αυτόν ακριβώς τον τίτλο δημοσιεύθηκε στο Α’ Τεύχος του φύλλου 15/11.2.82 της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
Ένα κεφαλαιώδες, λοιπόν, εθνικό θέμα, το θέμα του τρόπου γραφής των λέξεων μιας πανάρχαιας γλώσσας -τρόπου καθιερωμένου με εφαρμογή πολλών αιώνων- αντιμετωπίστηκε με ασύγνωστη, ανατριχιαστική επιπολαιότητα. Διότι: α) εισάγεται προς συζήτηση με άρθρο «της προσκολλήσεως» σε θέμα νόμου άσχετο, β) εισάγεται μεσάνυχτα, όταν η πλειονότητα των βουλευτών απουσιάζει, γ) εισάγεται αιφνίδια (κι αυτό, θα ιδούμε γιατί), δ) εισάγεται αντισυνταγματικά (προσκολλημένο σε νόμο άσχετο) και ε) εισάγεται χωρίς να ερωτηθεί ούτε ο Λαός -ενώ τότε ακριβώς υποστηριζόταν πως για δύο στρατιωτικές βάσεις έπρεπε να γίνει…. δημοψήφισμα- ούτε η Ακαδημία Αθηνών, ούτε τα Πανεπιστήμια της χώρας και ιδίως οι Φιλοσο­φικές τους Σχολές, ούτε οι Εταιρίες των Συγγραφέων-Λογοτεχνών -παρά την βαρυσήμαντη απόφανση του σοφού καθηγητή και τότε Γεν. Γραμματέα της Ακαδημίας Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου πως «Την γλώσσα την αναπτύσσουν μόνον εκείνοι οι οποίοι έχουν να ειπούν κάτι, δηλαδή οι πνευματικοί άνθρω­ποι, και όχι οι απνευμάτιστοι γλωσσοπλάστες και νομοθέτες… Οι γλωσσι­κοί νομοθέτες δεν έχουν καμιά αρμοδιότητα και ανακόπτουν απλώς την εξέ­λιξη του γλωσσικού μας πολιτισμού».

2

Υπήρξε, βέβαια, πολύ πριν από την ημερομηνία αυτή, εξαγγελία κύκλων του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο για την επιβολή του μονοτονικού αλλά για έσχατη απλοποίηση της γλώσσας μας (ωσάν να είμαστε οι άξεστοι Τούρκοι του Κε­μάλ Ατατούρκ και όχι οι φορείς της αρχαιότερης ζωντανής γλώσσας του κό­σμου…)· Στο «Δελτίο Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων» (Οκτώβριος 1979) προαναγγέλεται πως «το μονοτονικό είναι ένα βήμα» προς την ταύτιση της γραπτής με την προφορική λαλιά (δεν μας μιμήθηκαν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι…), δηλαδή: την κατάργηση των διφθόγγων, των πολλών ι, των δύο ε και ο, -και «σ’ αυτή την επίμονη», λέει το κείμενο, «διεργασία πρωτοστατούν οι δημοσιογράφοι, οι προκηρυξιογράφοι-τοιχοκολλητές, οι μπροσουροποιοί, μανιφεστογράφοι… που θα λυτρώσουν τη γλώσσα μας από την σκουριά αιώνων». Μόνο αυτοί είναι αρμόδιοι…

3

Καμιά προγενέστερη ευρεία, ανοιχτή και ελεύθερη συζήτηση δεν σημειώ­θηκε στην χώρα για το μέγα αυτό θέμα μετά από εκείνη την παλιά, αλήστου μνήμης «Δίκη των τόνων», που απόμεινε χωρίς συνέχεια και σποραδικές εδώ κι εκεί απόψεις. Η μόνη που φαίνεται ρωτήθηκε -γιατί ούτε τα Κόμματα ενη­μερώθηκαν, όπως αμέσως θα φανεί- ήταν μια Επιτροπή που συγκρότησε όπως ήθελε ο τότε Υπουργός Παιδείας καθώς και το περιλάλητο ΚΕΜΕ του ίδιου Υπουργείου. Τι ακριβώς αποφάνθηκε η Επιτροπή και τι είπε το ΚΕΜΕ σαφώς, δεν γνωρίζουμε, ούτε αν υπήρξε και τι ακριβώς υποστήριξε η μειοψη­φία. Αλλά ούτε και η Εθνική Αντιπροσωπεία το εγνώριζε, όταν τα μεσάνυχτα της 11.2.1982 εισήχθη εντελώς αιφνίδια το άρθρο της προσκολλήσεως σε αλλότριο νόμο, η παρονυχίδα στο νόμο περί εγγραφής μα­θητών στα Λύκεια κ.λπ. Πάντως, ανακοινώνουμε τα ονόματα των μελών της με βαρύτατες εθνικές ευθύνες Επιτροπής εκείνης, για να αναλάβει καθένα την προσωπική του ευθύνη και να μη τους λησμονήσει ο ελληνικός Λαός, που τον έσωσαν, φαίνεται, από την αγραμματοσύνη και την διασπάθιση χρόνου και χρήματος…: Καθηγ. Εμμ. Κριαράς πρόεδρος, Φάνης Κακριδής καθηγ. Παν/μίου, Χρίστος Τσολάκης φιλόλογος, Βασ. Φόρης φιλόλογος, Δημ. Τομπαϊδης σύμβουλος ΚΕΜΕ, Χρ. Μιχαλές Πρόεδρος της ΟΛΜΕ, Απόστ. Κοτλίττας διδάσκαλος, Αλόη Σιδέρη φιλόλογος της ΟΙΕΛΕ.
Όλα αυτά σημαίνουν, κατά την γνώμη μας, ότι ο αρμόδιος Υπουργός χειρίστηκε το κολοσσιαίο θέμα αλλαγής της γραφής της γλώσσας μας μετά τόσους αιώνες αδιάλειπτης πρακτικής αντιλαϊκά, ως ένα θεματάκι που με μια Επιτροπούλα και με μιά-δυό συνεδριάσεις του ΚΕΜΕ τακτοποι­είται….

4 Τα πρακτικά της συνεδρίασης εκείνης της Βουλής των Ελλήνων, της αιφνίδια κρισιμότατης, παρέχουν συγκλονιστικές πληροφορίες και στοιχειοθετούν τον χαρακτηρισμό της πράξης ως σκανδάλου. Λοιπόν:

α) Προς τα μεσάνυχτα της 11.1.1982 είχε περατωθεί η συζήτηση για την εγγραφή μαθητών των Λυκείων, οπότε τελείως αιφνίδια εισάγεται, της προσκολλήσεως καθώς είπαμε, ως άρθρο 2, ένα εντελώς άσχετο -και εθνικώς μέγα- θέμα: η επιβολή του μονοτονικού (γιατί άλλο πράγμα είναι η αναγνώριση μιας πραγματικότητας που υπάρχει και λειτουργεί, όπως έγινε με την δημοτική γλώσσα, και άλλο η αυταρχική επιβολή μιας ανύπαρκτης πραγματικότητας).

β) Μετά από μιαν άτυχη παρέμβαση του Ευάγγελου Αβέρωφ, που ερώτη­σε ποιο είδος μονοτονικού σκέφτεται να εφαρμόσει η Κυβέρνηση και που η αδεξιότητα του αρμόδιου Υπουργού φανέρωσε πως το θέμα δεν τον είχε κα­θόλου απασχολήσει…- και μετά από την ακατάσχετη, ανοημάτιστη φλυαρία κάποιων βουλευτών, παρεμβαίνει ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (σελ. 456 των Πρακτικών της Βουλής) και επισημαίνει διαμαρτυρόμενος τα ακόλουθα:

1. Το άρθρο αυτό περί μονοτονικού «προστίθεται σήμερα, την τελευταία ώρα… αιφνιδιαστικώς. Αναφέρεται σε ένα μέγα θέμα…».

2. Ζητεί να μετατεθεί στην επόμενη συνεδρίαση της Βουλής η συζήτηση του άρθρου περί μονοτονικού. «Δεν είναι δυνατόν να έχει η Κυβέρνηση την απαίτηση να μας φέρνει το θέμα αυτό το μέγα, αιφνιδιαστικά, και να απαιτεί να το ψηφίσουμε και μετά την 12ην (νυκτερινή)». «Η τροπολογία» (Θεέ και Κύριε, με… τροπολογία μεσονύκτια αλλάζει αιφνί­δια η γραφή των λέξεων που είχε επί αιώνες τηρηθεί!) «αναφέρεται σ’ ένα πολύ σοβαρό θέμα».

3. Ανακοινώνει ότι αν η Κυβέρνηση επιμείνει, η Αξιωματική Αντιπολίτευση είναι υποχρεωμένη να αποχωρήσει από την Αίθουσα (σελ. 456, β’ στήλη).

4. Δευτερολογεί ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κι επισημαίνει και πάλι (σελ. 457): α) τη σοβαρότητα του θέματος, β) ότι κακώς αυτό προτείνε­ται με τροπολογία, γ) ότι κακώς καλείται η Βουλή να το συζητήσει μετά το μεσονύκτιο, δ) ότι έτσι καθώς έρχεται «ένα τέτοιο θέμα», αιφνίδια, η Αντιπολίτευση δεν έχει προλάβει να προετοιμαστεί, να το διαβάσει, να ενημερωθεί. «Δεν έχουμε κανένα φάκελλο… καμία προετοιμασία. Δεν έχει καμία σχέση με το συζητούμενο νομοσχέδιο. Είναι σαφές ότι είναι αντισυνταγματική η τροπολογία… Δώστε μας το χρόνο να προετοιμαστούμε…».

γ) Από μέρους του ΚΚΕ η κ. Μαρία Δαμανάκη παρεμβαίνει δύο φορές (σελ. 457, β’ στήλη) και ζητεί και εκείνη αναβολή, γιατί «το Σώμα έχει κουραστεί» -ίσως δεν θέλει να πει ότι δεν υπάρχει πια απαρτία. Άλλα ο προεδρεύ­ων κ. Μιχ. Στεφανίδης αποκρίνεται σε όλα αυτά με τα εξής αμίμητα (σελ. 457, β’ στήλη): «Είναι απαράδεκτο και αδιανόητο για τον Ελληνικό Λαό, ο οποίος όταν πληροφορηθεί τη συζήτηση αυτή που γίνεται εδώ, θα αισθανθεί απογοήτευση» (μόνο γι’ αυτό…).

δ) Ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επανέρχεται (σελ. 458, α’ στήλη) για να επισημάνει πως «η Κυβέρνηση και το Προεδρείο επιμένουν εις αυτόν τον αντιδημοκρατικόν και αντικοινοβουλευτικόν τρόπον της συζη­τήσεως αυτής της τροπολογίας. Εφ’ όσον η Κυβέρνηση και το Προεδρείο επιμένουν… υπό τάς συνθήκας αυτάς λυπούμεθα ειλικρινώς, αλλά δεν δυ­νάμεθα να παρακολουθήσουμε την συζήτηση και είμεθα υποχρεωμένοι να αποχωρήσουμε (και οι βουλευτές της «Νέας Δημοκρατίας» ΑΠΟΧΩΡΟΥΝ από την αίθουσα)».

5 Έτσι, το έγκλημα κατά της γλώσσας μας πραγματοποιήθηκε: με τρόπο σκανδαλώδη, αιφνίδιο, απροετοίμαστο και αντισυνταγματικό, και αν κρί­νουμε από την φλυαρία που επακολούθησε, την επιπόλαιη και αξιοδάκρυτη, η άσχετη αυτή, βαρυσήμαντη τροπολογία περί επιβολής του μονοτονικού στον ελληνικό Λαό ψηφίστηκε γύρω στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, για να επαληθευθεί ακόμη μια φορά το λεγόμενο από τον λαό μας: της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά…
Από πόσους ψηφίστηκε η τροπολογία αυτή; Κατά δήλωση του αείμνηστου Παναγ. Κανελλόπουλου -δεν ήταν παρών στην συνεδρίαση, αφού ουδείς εγνώριζε πως η Κυβέρνηση αιφνίδια θα εισήγαγε προσκολλημένο σε άσχετο, επουσιώδη νόμο, τέτοιο μέγιστο εθνικό θέμα για συζήτηση- ψηφίστηκε από όχι περισσότερους από 30 (τριάντα) βουλευτές! Την πληροφορία επαναλαμβάνει ο ποιητής-ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος («Έθνος» της 8.5.1990). Ό, τι λοιπόν έπλασαν αιώνες, στις 2 μετά τα μεσά­νυχτα το εγκρέμισαν 30 περίπου βουλευτές… Σκανδαλώδης, επιπόλαιη πρά­ξη αντεθνικής βαρύτητας.

6 Ο νόμος, έτσι που χαλκεύτηκε, δημοσιεύτηκε, καθώς μνημονεύσαμε πριν, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με άλλο τίτλο και χρειάζεται υπερβολική φαντασία για να τον ανακαλύψει κανείς.
Και όμως, ουδείς είχε τότε, ούτε τώρα, ζητήσει από την Πολιτεία την επιβολή του μονοτονικού. Το αίτημα του αιώνα μας για τη γλώσσα μας υπήρξε σταθερά ένα και μόνο: η αναγνώριση της δημοτικής, της γλώσ­σας του Εθνικού μας Ύμνου, ως της μοναδικής σήμερα γλώσσας του ελλη­νικού Λαού. Και την αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας -όχι την αιφνίδια επιβολή μιας νέας εντελώς πραγματικότητας-πραγματοποίησε η μεταδικτατορική Κυβέρνηση του κ. Κωνσταντίνου Καραμανλή με Υπουργό Παιδείας τον κ. Γεώργιο Ράλλη, προσφέροντας στους μαθητές και στο Λαό μια απλοποιημένη και αρκετά συγχρονισμένη Νεοελληνική Γραμματική, που αντιμετωπίζει όλες σχεδόν τις εμπλοκές τονισμού των λέ­ξεων που βασάνιζαν τις παλιότερες γενιές, και κάνει εύκολο, εναρμονισμέ­νο το έργο του τονισμού -υπογραμμίζοντας συγχρόνως πως το μέγα χρέος, για δεκαετίες ίσως, όλων μας, είναι να μάθουμε να γράφουμε και να χρησι­μοποιούμε σωστά, όμορφα τη δημοτική.

7 Τότε βέβαια, αμέσως μετά την δικτατορία (με προδρόμους, πριν από την δικτατορία, δυο εφημερίδες της Θεσσαλονίκης που, ωστόσο, διατηρούσαν ένα σημάδι στη θέση των πνευμάτων και τόνιζαν όλες τις λέξεις), είχαν αρχί­σει κάποιες εφημερίδες της Αθήνας να εφαρμόζουν το μονοτονικό -για λό­γους οικονομικούς, όπως δήλωναν, για να κερδίσουν χρόνο στη στοιχειοθέ­τηση και στις διορθώσεις. Αλλά ποιος σοβαρός άνθρωπος θα διανοούνταν να υποστηρίξει ποτέ ότι εκδότες, φωτοσυνθέτες και διορθωτές θα καθορί­ζουν πώς θα γράφεται η γλώσσα; Η γλώσσα μας αποτελεί πνευματικό και ιστορικό γεγονός κρυσταλλωμένο μέσα στους αιώνες και δεν μπορεί να υπο­κύπτει σε πενιχρά χρησιμοθηρικά κριτήρια, όταν άλλες, νεότερες γλώσσες δεν τα δέχονται. Ούτε είναι λογικό -για να μην ειπούμε πως είναι καταγέλαστο- ανάλογα με τη στάθμη γλωσσικής μόρφωσης της πλειοψηφίας, ίσως, του λαού σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο, η υπεύθυνη Πολιτεία να αυξάνει ή να περιορίζει τις αξιώσεις στη γλώσσα, ώστε η γλώσσα κάθε φορά -άθυρμα πλέον- να προσαρμόζεται στην οκνηρία των πολλών και όχι οι πολλοί στην αρετή της γλωσσικής παιδείας.

8 Μετά τη δημοσίευση του νόμου, άρχισε να εφαρμόζεται ένα εκτεταμένο σχέδιο φανατικής γλωσσικής και υλικής καταστροφής:

α) τρομοκρατήθηκαν από την Εξουσία όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των Δημοσίων Οργανισμών (ξεχωριστά οι εκπαιδευτικοί, βέβαια), μη τυχόν και αντιδράσουν, και δεν εφαρμόσουν το μονοτονικό.

β) Καταστράφηκαν χιλιάδες χιλιάδων βιβλία εκπαιδευτικά, αξίας πολλών εκατομμυρίων, επειδή η γλώσσα τους ήταν δημοτική πολυτονική, και ξαναστοιχειοθετήθηκαν μονοτονικά -ωσάν τα πνεύματα και οι τόνοι να εμπόδιζαν την ανάγνωσή τους από τους μονοτονιστές, ενώ το αντίθετο λογι­κά συμβαίνει: όταν για κάποιον αναγνώστη λείπουν κάποια σημεία γνωρι­μίας και τονισμού των λέξεων, αυτός δυσκολεύεται να διαβάσει ένα κείμενο και χάνει χρόνο.

γ) Ναυάγησε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής -της κληρονομιάς μας- στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και στις Φιλοσοφικές Σχολές.

δ) Άρχισε η βιαστική, ασθματική και άκριτη «μετάφραση» των Βασικών Νόμων του Κράτους, πριν προλάβει να δουλευτεί με την κρατική πρακτική η δημοτική γλώσσα, αλλά για να περάσει, μαζί με τη δημοτική, και το μονοτονικό -με προφανή βιασμό του ρυθμού εξέλιξης και κάθαρσης της γλώσσας μας, αλλά και της νόμιμης αναχώνευσης και μίξης των στοιχείων της.

9 Αμέσως μετά από αυτή την αιφνίδια, βίαιη αλλαγή, αρκετοί μορφωμένοι Έλληνες -κάποιοι από αυτούς με το αγιάτρευτο «σύνδρομο του προοδευτισμού»…- εκοιμήθηκαν, καθώς θα έλεγε ο Λαός μας, πολυτονιστές και την επόμενη κιόλας ημέρα, χωρίς να αναρωτηθούν ή να ρωτήσουν τί και πώς, εξύπνησαν μονοτονιστές. Αιφνίδια, τα χαράματα της 11ης προς την 12η Ιανουαρίου 1982, μετά από μια ολόκληρη ζωή, κατάλαβαν τί δεν ήταν γράφοντας επί τόσες πριν δεκαετίες. Κι από τότε, υποστηριχτές των 30 βουλευτών που νυσταγμένοι εψήφισαν το μονοτονικό, δεν έπαψαν να το εφαρμόζουν και να το κηρύττουν, τονίζοντας τα οικονομικά, χρονικά και μορφωτικά του οφέλη.
Ρωτούμε: Ποια αρχαία γλώσσα, φυσιολογικά και αβίαστα εξελισσόμενη μέσα στους αιώνες, εφάρμοσε εκπτώσεις στις αξιώσεις ιστορικής μνήμης και ακρίβειας, υποκύπτοντας σε μη γλωσσικά, δηλαδή δικά της, αυτόνομα και όχι εμπορευματολογικά κριτήρια; Τότε, αν τέτοια κριτήρια ισχύσουν, η γλώσσα μας, χαροποιώντας τους οκνηρούς, ημιμαθείς, καθώς και τις πολυε­θνικές των ηλεκτρονικών υπολογιστών, έπρεπε να εφαρμόσει το λατινικό αλφάβητο -οπότε πολλά τα οικονομικά και άλλα υλικά οφέλη… Και όμως, όλες οι γλώσσες με μακρό παρελθόν -και όχι τόσο μακρό όσο η ελληνική- είναι δύσκολες, απαιτητικές, πυκνές σε μνήμη σημειολογική, και αρνούνται να υποταγούν σε κριτήρια χρησιμοθηρικά. Μετά από συζητήσεις 100 και πλέον ετών, η γαλλική γλώσσα πέρυσι δέχτηκε κάποιες δειλές αλλαγές -στην πραγματικότητα: εναρμονίσεις- μετά από μηνών δημόσιες συζητήσεις, αλλά κι αυτές τις πενιχρές, δικαιολογημένες λογικά αλλαγές, τελικά τις απέκρου­σε η Γαλλική Ακαδημία -νόμιμος φρουρός της γλώσσας του Λαού.
Και εκείνοι δεν έχουν το βαρύ, ιερό χρέος να προασπίσουν, καθώς εμείς, που είμαστε και οι μόνοι, τα αρχαία μας Κείμενα, που χωρίς τόνους και πνεύματα δεν νοούνται. Και είναι γνωστή η νικηφόρα αντίσταση των Ισπανών στην ιταμή αξίωση των πολυεθνικών εταιριών για να καταργήσουν το ψηφίο η~.

10 Με τον αιφνίδιο, αντισυνταγματικό τρόπο που επιβλήθηκε μεταμεσονύχτια το μονοτονικό, κανείς δεν θέλησε να συνειδητοποιήσει, ούτε ο απληρο­φόρητος Υπουργός τότε Παιδείας, πώς δημιουργήθηκε με τη συνεργεία 30 βουλευτών, της πενιχρότερης που γίνεται μειοψηφίας της Βουλής των Ελλήνων, ένας νέος γλωσσικός διχασμός του Λαού μας.
Τότε δημοσιεύτηκε και η ακόλουθη Διακήρυξη Ελλήνων Συγγραφέων:
«Πιστεύαμε πως η πράξη της Πολιτείας με την οποία, πριν λίγα χρόνια, αναγνώρισε την δημοτική ως την μοναδι­κή γλώσσα του Έθνους μας σήμερα, θα λύτρωνε τον λαό μας από την μάστιγα ενός, πολιτικοποιημένου μάλιστα γλωσσικού ζητήματος και θα ήταν η απαρχή μιας βαθύτερης μελέτης και γνώσης της γλώσσας, μιας συνειδητότερης χρήσης και γραφής των λέξεών της.
Αντί γι’ αυτό, με λύπη μας είδαμε να δημιουργείται τε­χνητά, αμέσως, ένα νεόμορφο γλωσσικό πρόβλημα, το πρό­βλημα του τονισμού των λέξεων στον γραπτό λόγο και, μαζί μ’ αυτό, να συζητείται κιόλας το θέμα της γραφής των λέξε­ων από μερικούς, δηλαδή η πλήρης εξάρθρωση της ελλη­νικής γλώσσας. Κι εκείνοι που δημιούργησαν το πρόβλημα αυτό, φρόντισαν να το πολιτικοποιήσουν, χωρίς ν’ αντιλαμ­βάνονται ότι, αναθέτοντας στην Πολιτεία πάλι την λύση του, ανελάμβαναν απέναντι στο Έθνος βαρύτατη ευθύνη. Κι έτσι έχουμε νέα γλωσσική εμπλοκή στην Ελλάδα.

Επειδή όμως:

1. Οι λέξεις, όπως μας τις παρέδωσαν οι πατέρες του Δημοτικισμού, γράφονται έτσι επί 2000 τώρα χρόνια, έχο­ντας κρυσταλλώσει παράδοση αξιοσέβαστη, ακόμη κι από τους ξένους·

2. το πώς θα γράφονται οι λέξεις είναι πάντοτε αρμοδιό­τητα αποκλειστική των συγγραφέων ενός τόπου και ποτέ άλλων παραγόντων της ζωής·

3. το κύριο χρέος μας σήμερα είναι να μάθουν να μιλούν και να γράφουν οι Έλληνες σωστά την παραδομένη δημοτι­κή·

4. οι απλοποιήσεις της γλώσσας μας τα τελευταία χρόνια περιόρισαν στο ελάχιστο τις δυσκολίες τονισμού των λέξε­ών της,

διακηρύσσουμε ότι:

δεν δεχόμαστε οποιαδήποτε αλλαγή στην γραφή των λέ­ξεων της γλώσσας μας και θα συνεχίσουμε να γράφουμε και να τυπώνουμε τα βιβλία μας με σέβας προς την ζωντα­νή γλωσσική παράδοση και την πλήρη μορφή των λέξεων, όπως μας δίδαξαν οι πατέρες του Δημοτικισμού και οι με­γάλοι Νεοέλληνες συγγραφείς.

Οι συγγραφείς:
Νίκος Αθανασιάδης, Τάσος Αθανασιάδης, Έφη Αιλια­νού, Ορέστης Αλεξάκης, Κώστας Ασημακόπουλος. Τάκης Βαρβιτσιώτης, Όλγα Βότση, Νικηφόρος Βρεττάκος, Πέ­τρος Γλέζος, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου, Λιλή Ζωγράφου, Νανά Ησαΐα, Ιουλία Ιατρίδη, Πάνος Καραβιάς, Αντρέας Καραντώνης, Ζωή Καρέλλη, Γρηγ. Κασιμάτης, Τάσος Κορφής, Γιωργής Κότσιρας, Β. Κωνσταντίνος, Χριστόφορος Λιοντάκης, Ν.Κ. Λούρος, Χρήστος Μαλεβίτσης, Γ. Μανουσάκης, Μελισσάνθη, Ε.Ν. Μόσχος, Δημήτρης Μυράτ, Έλλη Νεζερίτη, Θεόδ. Ξύδης, Θ. Παπαθανασόπουλος, Δημ. Παπακωνσταντίνου, Λένα Παππά, Π. Β. Πάσχος. Γ. Πατριαρχέας, Ν. Γ. Πεντζίκης, Ε.Ν. Πλάτης, Αλέξης Σολομός, Τατιάνα Σταύρου, Γεωρ­γία Ταρσούλη, Φώφη Τρέζου, Ιωάννου Τσάτσου, Κώ­στας Ε. Τσιρόπουλος, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Νίκος Φωκάς, Παναγιώτης Φωτέας, Ερρίκος Χατζηανέστης, Ντίνος Χριστιανόπουλος».

Το Μανιφέστο αυτό, που προκάλεσε οργή, ύβρεις και συκοφαντήσεις-λιβελλογραφήματα των οψίμων μονοτονιστών, ακολούθησαν πλήθος γνώμες εξεχόντων ανθρώπων του πνευματικού μας πολιτισμού -και μόνο αυτά θα αναχαίτιζαν μιαν ευαίσθητη, με εθνική συνείδηση Κυβέρνηση και θα την έφερναν σε αυτο-επίγνωση, ώστε τουλάχιστο να θέσει σε ευρύτατη, λαϊκή συζήτηση το θέμα και να μην επιμείνει στην αυταρχική επιβολή του μονοτονικού.

Ο Οδυσσέας Ελύτης εδήλωσε:
«Εγώ είμαι υπέρ του παλαιού συστήματος, εναντίον του μονοτονικού και υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι η βάση για να ξέ­ρεις την ετυμολογία των λέξεων. Η σημερινή κακοποίηση της γλώσσας με ενοχλεί και αισθητικά. Θέλω να δω γραμμένο «καφενείον» κι ας μην το προ­φέρουμε το «ν». Τώρα, όλες οι λέξεις έχουν μια τρύπα».

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος υπογράμμισε:
«Υπερτιμήθηκε η άποψη ότι διευκολύνει τους μαθητές, κάτι που, ίσως, είναι αντιπαιδαγωγικό. Υπάρχει, άλλωστε και μια παράδοση που εκφράζει την άποψη μεγάλων παιδαγωγών, οι οποίοι επιμένουν ότι το παιδί πρέπει να κοπιάζει για να γίνει άνθρωπος ικανός, ώστε στη ζωή του ν’ αντιμετωπίσει όλες τις αντιξοότητες. Υποστηρίχτηκε, επίσης, υπέρ του μονοτονικού και η άποψη ότι διευκολύνονται οι τυπογράφοι και οι στοιχειοθέτες, γενικά, και ότι οι εκδόσεις, πάλι γενικά, γίνονται οικονομικότερες.
Παραγνωρίστηκαν, όμως, οι λόγοι που επέβαλαν στους «Αλεξανδρινούς χρόνους την καθιέρωση των τόνων, οι οποίοι ισχύουν και σήμερα. Πολλές φορές, τα γραπτά μου δεν διαβάζονται σωστά όταν τυπώνονται στο μονοτονικό. Ας ελπίσουμε ότι θα επανεξεταστεί μελλοντικά το θέμα κι ότι θα επι­κρατήσουν σωφρονέστερες απόψεις».

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης ετόνισε:
«Τώρα για το μονοτονικό. Αν δεν θέλετε κύριοι του Υπουργείου να κάνετε φωνητική ορθογραφία, τότε πρέπει ν’ αφήσετε τους τόνους και τα πνεύματα, γιατί αυτοί που τους βάλανε, ξέρανε τι κάνανε. Δεν υπήρχαν στα αρχαία ελληνικά, γιατί απλούστατα υπήρχαν μέσα στις ίδιες τις λέξεις. Αυτοί, οι Κριαράς και οι άλλοι (…) που έκαναν αυτές τις μεταρρυθμίσεις -αυτό παρακαλώ να γραφτεί στις εφημερίδες- δεν ξέρουν τι είναι γλώσσα. Δεν ξέρουν αυτό που γνώριζε η κόρη μου στα τρία της χρόνια. Μάθαινε μία λέξη και μετά έψαχνε για τις συγγενείς της. Αυτό είναι μια γλώσσα. Ένα μάγμα, ένα πλέγμα, όπου οι λέξεις παράγονται οι μεν από τις δε, όπου οι σημασίες γλιστράνε από τη μια στην άλλη, είναι μια οργανική ενότητα από την οποία δεν μπορείς να βγάλεις και να κολλήσεις πράγματα, δυνάμει μιας ψευτοκυβέρνησης, καθισμένος σ’ ένα γραφείο στο υπουργείο Παιδείας. Η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων είναι η κατάργηση της ορθογραφίας, που είναι τελικά η καταστροφή της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή πάμε να καταστρέψουμε ό,τι κτίσαμε πριν λίγα χρόνια; Αυτή είναι η δραματική μοίρα του σύγχρο­νου ελληνισμού».
Ακολούθησαν διαμαρτυρίες, δημόσιες συζητήσεις, προσφυγές. Η Κυβέρνηση έμεινε ασυγκίνητη, πιστεύοντας πως από χρόνο σε χρόνο θα κέρδι­ζε με καταναγκασμό, τρομοκράτηση, διαδόσεις πως δεν υπάρχουν πια γρα­φομηχανές πολυτονικές, ούτε τυπογράφοι πολυτονιστές, πως το Κράτος δεν αγοράζει τάχα βιβλία πολυτονικά, πως θα επιβαλλόταν τελικά το μονοτονικό. Ερωτούμε όμως: μπορεί μια εξαναγκαστική πρακτι­κή 8 χρόνων να ανατρέψει παράδοση πρακτικής πολλών αιώνων; Ας μας απαντήσουν οι υπεύθυνοι.
Πάντως, και τα παιδιά μας, στα δίσεχτα αυτά χρόνια, δεν έμαθαν καλύτε­ρα τη γλώσσα μας, επειδή καταργήθηκαν τόνοι και πνεύματα, και τα γραπτά τους, κατά γενική ομολογία, κάθε χρόνο είναι και πιο αξιοθρήνητα, πειστή­ρια γλωσσικής διάλυσης. Η πλειονότητα των συνειδητών συγγραφέων μας εξακολουθεί να γράφει πολυτονικά -και των νέων συγγραφέων μας επίσης, όχι μόνο των παλιότερων,- σπουδαία περιοδικά και διαπρεπείς εκδοτικοί Οίκοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το πολυτονικό και ο Λαός επιμένει. Ιερή εθνική επιμονή, αξιοθαύμαστη αντίσταση στην καταστροφή.
11

Συμπεραίνουμε:

1. Η επιβολή του μονοτονικού υπήρξε α) άκαιρη, β) αυθαίρετη, γ) αυταρ­χική, δ) αιφνίδια, ε) αντισυνταγματική, στ) δεν έγινε από τον Λαό μας, και κυρίως από τους ειδικά ενδιαφερομένους, αποδεκτή. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αληθινό Σκάνδαλο πανεθνικής σημασίας.

2. Η «Νέα Δημοκρατία» ΔΕΝ ΔΕΣΜΕΥΤΗΚΕ να εφαρμόσει το μονοτονικό. Ο σημερινός Πρωθυπουργός κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αντιστά­θηκε προσωπικά στην εσπευσμένη, καταστροφική εκείνη πράξη και διέταξε την αποχώρηση όλων των βουλευτών της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευ­σης από την μεταμεσονύχτια συνεδρίαση της Βουλής. Επομένως, ούτε το Κόμμα, ούτε ο Πρωθυπουργός, ούτε οι Υπουργοί του, ούτε οι βουλευτές του έχουν ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΔΕΣΜΕΥΣΗ και υποχρέωση να εφαρμόσουν και να επιμείνουν στο μονοτονικό. Δεν συνέπραξαν, ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΑΝ στην χάλκευση του Σκανδάλου αυτού.

12 Ζητούμε:

1. Να διατάξει η Κυβέρνηση και να αρχίσει ο αξιότιμος κ. Υπουργός Παιδείας, σε συνεργασία με την κ. Υπουρ­γό Πολιτισμού, την επανασυζήτηση περί μονοτονικού. Την ανοιχτή, δημοκρατική και άφοβη συζήτηση και να κληθούν σ’ αυτό τον αντιαυταρχικό διάλογο όλοι οι αρμόδιοι: η Ακαδημία Αθηνών, τα Πανεπιστή­μια, τα Σωματεία Λογοτεχνών.

2. Να επιτρέψει αμέσως η Κυβέρνηση ώστε όλοι οι κρατικοί λειτουργοί και των τριών Εξουσιών της Δημοκρατίας να μπορούν, αν κριθούν, ελεύθε­ρα να γράφουν πολυτονικά, χωρίς φόβο και οποιαδήποτε πίεση.

3. Να τεθούν τα συμπεράσματα των συζητήσεων αυτών, αν όχι στην άμε­ση κρίση, όπως θα άρμοζε, των Ελλήνων με σαφές δημοψήφισμα, στην Εθνική Αντιπροσωπεία και σε ειδική συνεδρίαση έγκαιρα και πλήρως προετοιμασμένη, ώστε εκείνη να αποφασίσει ελεύθερα, υπεύθυνα, ελλη­νικά.

Αθήνα, Σεπτέμβριος 1991

Σημείωση (Πηγή: Ένθετο περιοδικού ‘ΤΟΛΜΗ’ Δεκ 2005)

Posted in Γλώσσα & Πολιτισμός | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ, του Ηλία Πετρόπουλου

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

(“Η μοναδική εθνική ομάδα που αντιστέκεται ακόμη στην αθηναϊκή τυποποίηση-αποβλάκωση, είναι οι πόντιοι. Γράφω αυτό το άρθρο για να τιμήσω αυτήν την αντίσταση…”)   

Οι πόντιοι άρχισαν να καταφθάνουν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και, κυρίως, μετά την λεγόμενη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι τελευταίοι μας ήρθανε από την Σοβιετική Ένωση το 1940, σαν ένα πεσκέσι του Στάλιν. Δηλαδή, οι πόντιοι είναι επήλυδες, είναι ξενόφερτοι, είναι πρόσφυγες. Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες. Και ακριβώς: τα αντιποντιακά ανέκδοτα που σήμερα κυκλοφορούν, εκφράζουν (σε τελικήν ανάλυση) την αντιπάθεια των γηγενών κατά της πολυπληθέστερης προσφυγικής ομάδας που εγκαταστάθηκε στη χώρα μας…

Τα τελευταία χρόνια άκουσα πολλά αντιποντιακά καλαμπούρια. Οι σύγχρονοι έλληνες (με την κοντή μνήμη, που τόσο τους χαρακτηρίζει) φαντάζονται ότι τα αντιποντιακά ανέκδοτα είναι ένα καινούργιο φρούτο και,  επιπλέον,  κρυφοκαμαρώνουν για την εξυπνάδα τους. Θα ήθελα να διαβεβαιώσω τον αναγνώστη πως, αφ’ ενός, τα αντιποντιακά ανέκδοτα πρωτοφάνηκαν πριν αρκετές δεκαετίες και,  αφ’ετέρου, σχεδόν όλα αυτά τα πρόσφατα καλαμπούρια είναι ξένης προέλευσης – τα λένε οι “γνήσιοι” αμερικάνοι κατά των πολωνών, οι γάλλοι κατά των βέλγων κ.ο.κ. Πρoσέτι, οι νεοέλληνες ποτέ δεν θέλησαν να μάθουν το τι σκέφτονται οι άλλοι λαοί γι’ αυτoύς. ( … ) Τα αντιποντιακά ανέκδοτα αποτελούν ένα τυπικό δείγμα προφορικού ενδορατσισμού. Οι πόντιοι κατέληξαν να είναι ο ύστατος στόχος των ελλαδικών ρωμιών. Πριν τους πόντιους είχαμε, για να γελάμε, τους κερκυραίους, τους καλαματιανούς, τους κρητικούς, τους ηπειρώτες, τους χιώτες, τους μυτιληνιούς, τους σαλονικιούς. Δεν καταγράφω εδώ, σαν στόχους, τους εβραίους, τους βλάχους, τους γύφτους, τους αρναούτηδες, τους πομάκους και τους αρμένηδες, γιατί θα έβγαινα έξω από τα όρια του άρθρου. Άλλωστε, όλοι μας ξέρουμε τον «έρωτα» που θρέφουμε για τους γύφτους,  καθώς ξέρουμε και τον εβραίο του καραγκιόζη μας ή τον Αγκόπ και τον μενιδιάτη που παρουσίαζαν κάποτε τα θέατρά μας.

Τα ενδορατσιστικά ανέκδοτα θέτουν τρία βασικά ερωτήματα: ποιος επιτίθεται, ποιο είναι το θύμα,  πού οφείλεται η επίθεση; Στην περίπτωση των καλαματιανών (“καλαματιανός σωματέμπορας” κτλ.) και των μανιατών (“ο μανιάτης ή νταβατζης ή μπασκίνας”) και, γενικότερα, των πελοποννησίων (“μοραΐτης σαπιοκοιλιά”),  είναι σύσσωμος ο λοιπός ελληνικός λαός που επιτίθεται. Και η κρυφή αιτία αυτών των εθνοφαυλισμών είναι η καταπίεση του λαού μας εκ μέρους των μανιατών (εν γένει, μοραϊτών) που ελυμαίνονταν, μονοπωλιακά, την κρατική μηχανή.

Με τους αρβανίτες το πρόβλημα περιπλέκεται. Ο Βυζάντιος τους θεωρεί «έλληνες». Όμως, οι αρβανίτες (και, φυσικά, οι σουλιώτες!) δεν ήσανε έλληνες. Σήμερα, οι τέως αρβανίτες έχουν ελληνοποιηθεί τόσο πολύ, ώστε να ντρέπονται να ομoλoγήσoυν την καταγωγή τους. Οι αρβανίτες (καθώς οι βλάχοι),  έζησαν επί αιώνες μαζί με τους ρωμιούς,  στον ίδιο χώρο. Οι νεοέλληνες τους έτρεμαν. Οι νεοέλληνες έπαιρναν την εκδίκησή τους όπως μπορούσαν: εσάρκαζαν την αρβανίτικη προφορά, έβαζαν τον μπάρμπα¬Γιώργο να δέρνει τον Βεληγκέκα και, αμολάγανε δηλητηριώδεις φήμες για την πασίγνωστη πατριαρχική αιμομειξία των αρβανιτάδων και την ακόμη γνωστότερη στρατιωτική παιδεραστία τους. 

Με την οριστική νίκη των νεοελλήνων στα πλαίσια του νέου κράτους (που έφερε τον πομπώδη τίτλο “Ελλάς”) οι αρβανίτες άλλαξαν χαβά γιατί κατάλαβαν πως θα έχουν την τύχη των φαναριωτών. ‘Ομως, η ευγνωμονούσα Ελλάς, οφείλοντας την σύστασή της σχεδόν αποκλειστικά στους αρβανίτες, τους εχάρισε αρκετά προνόμια. Το κυριότερο απ’ αυτά τα προνόμια υπήρξε (και παραμένει) το δικαίωμα των αρβανιτάδων να μπαίνουν στο στρατό και στην αστυνομία. Οι αρβανίτες ξεπλήρωσαν τα προνόμιά τους διαπράττοντας έναν εθνικό αυτοευνουχισμό. Συμπαθώ την λεβεντιά και την μπέσα των αρβανιτάδων. Ωστόσο, πολύ φοβάμαι ότι τώρα πια, οι αρβανίτες μας δεν έχουν να επιδείξουν πολλές περγαμηνές. Οι σημερινοί αρβανίτες (που ξεχάσανε και τη γλώσσα τους) διολισθαίνουν, ελισσόμενοι μεταξύ των άλλων ρωμιών(…).

    Εδώ και λίγα χρόνια αναπαράγονται και αναμεταδίδονται χιλιάδες αντιποντιακά ανέκδοτα. Είναι σαν να βαράνε απαξάπαντες οι ελλαδικοί την πιο δυνατή και την πιο άξια μειονότητα της χώρας μας. Όταν λέω “απαξάπαντες οι ελλαδικοί” είναι σαν να λέω “όλοι οι αθηναίοι”, γιατί, έτσι που καταντήσαμε, η ταυτότητα “Αθήνα=Ελλάς”,  προτείνεται σαν μια αληθινότατη αλήθεια.  Σήμερα πια, δεν είναι μόνον η Ελλάς που συγκεντρώθηκε στο αττικό λεκανοπέδιο, αλλά είναι η Αθήνα που επιβάλλει την μονότονη γλωσσοπολιτιστική της δικτατορία στην λοιπή Ελλάδα. Οι αθηναίοι του 1821 (δηλαδή, οι γκάγκαροι) ήσανε μια χούφτα θρασιμιών, που μιλάγανε μια φωνητικώς απαίσια διάλεκτο και,  που έκαναν το παν κατά των κλεφτών της Ρούμελης. Όσο και να προσπάθησε ο Καμπούρογλου, με την “Ιστορία των Αθηναίων” του,  οι γκάγκαροι παρέμειναν σαν ένα παράδειγμα προς αποφυγήν,  εσαεί (…). 

Καθώς συμβαίνει στις άλλες χώρες, έτσι θα συμβεί και στην Ελλάδα: η πρωτεύουσα θα επιβάλλει, τελικά, το μοντέλο της. Ο αθηναϊκός οδοστρωτήρας ισοπέδωσε ήδη τους αρβανίτες και τους κρητικούς, που δεν αντιδρούν παρά με γλοιώδη τρόπο (ρουσφέτια, κουμπαριλίκια, συμπατριωτιλίκι και τα τοιαύτα). Η χοάνη της Αθήνας έχει καταπιεί τη διάλεκτο των ποντίων της πρωτεύουσας. Οι σποραδικές ομάδες τους (π.χ. της Λακωνίας) οδηγήθηκαν σε αποδιοργάνωση. Όμως, οι πόντιοι της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής υπαίθρου πάντα αμύνονται. Ωστόσο, θα υποκύψουν κάποτε …

Είχα μείνει με την εντύπωση ότι η ποντιακή διάλεκτος θα επιζούσε σαν αργκό. Πρόκειται για μια λανθασμένη ιδέα. Στον ορίζοντα διαφαίνεται ο θάνατος της ποντιακής διαλέκτου. Στην Ελλάδα διαθέτουμε την κουτσαβάκικη αργκό, που βασίζεται στην αναπλιώτικη ντοπιολαλιά,  ένα ιδίωμα που καλλιεργήθηκε επιμελώς από τους αρβανιτόμαγκες. Η αργκό μας είναι τα φωνητικώς ωραιότερα ελληνικά. Και οι αρβανίτες μάγκες είχαν (και έχουν) την ομορφότερη προφορά της αργκό. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Σε κάθε χώρα κατίσχυσε μια διάλεκτος, συνήθως η διάλεκτος της πρωτεύουσας. Μα, αυτό δεν είναι απόλυτο. Τα ευφωνικότερα γερμανικά τα μιλάνε στο Ανόβερο, ενώ τα βερολινέζικα θεωρoύvται κάπως βαριά. Όλοι οι ιταλοί είναι σύμφωνοι πως οι φλορεντινοί χρησιμοποιούν την πιο στρωτή διάλεκτο και, επίσης, ότι τα ιταλικά της Ρώμης είναι απαίσια. Ωστόσο (αυτοί που ξέρουν, λένε πως) τα ωραιότερα ιταλικά τα μιλάνε οι σαρδήνιοι (οσάκις δεν κρύβονται πίσω από την ακαταλαβίστικη vτoπιoλαλιά τους).

Η Ελλάδα δεν υιοθέτησε την διάλεκτο των γκάγκαρων. Και, κατά ευτυχή σύμπτωση, τα σημερινά αθηναίικα είναι, ακουστικώς, μια πεντακάθαρη διάλεκτος. Μπρος στην αθηναϊκή διάλεκτο τα ποντιακά φαντάζουν σαν μια γελοία και ακατανόητη γλώσσα. Τα ποντιακά είναι μια διάλεκτος μελλοθάνατη. Τα ποντιακά θα σβήσουν, όπως έσβησαν τα τσακώνικα…

                                                 Παρίσι 31-7-1987

                                    Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σχολιαστής”

-Για τον Ηλία Πετροπουλο δείτε το αφιέρωμά μας πατώντας ΕΔΩ

Posted in Ελλάδα, Ελληνική Διασπορά, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ TO ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ…

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

Δεν πρόλαβε να τελειώσει το ευρωπαϊκό Συμβούλιο «Αξιολόγησης» (κατ’ άλλους μη αξιολόγησης) της τουρκικής (μη) συμμόρφωσης στις ανειλημμένες υποχρεώσεις και ο Πρόεδρος Χριστόφιας εξήγγειλε «εκστρατεία διαφώτισης» της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης για να καταλάβει τι είναι η «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία» και πως θα εφαρμοστεί στην Κύπρο αυτό το «μοντέλο λύσης». Για την ιστορία, το «μοντέλο», που δεν έχει γίνει ακόμα «κατανοητό», χρονολογείται από 32 ετών…

Προτού όμως εκδοθούν και κυκλοφορήσουν τα «φυλλάδια» που υποσχέθηκε ο Κύπριος Πρόεδρος και αναληφθούν οι άλλες δράσεις, «στοχευμένες» σε κρίσιμες για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης ομάδες, η … τουρκική αεροπορία και το πολεμικό ναυτικό ανέλαβαν δική τους «εκστρατεία διαπαιδαγώγησης», παρενοχλώντας μεταξύ άλλων την πτήση του ‘Ελληνα Υπουργού ‘Αμυνας στην Κύπρο. Μπορεί η Τουρκία να έχει αρχίσει και συνεχίζει (έστω και μετ’ εμποδίων) τις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις με την υποστήριξη Λευκωσίας και Αθήνας, αλλά τις αγαπημένες της συνήθειες δεν τις εγκαταλείπει. Δεν απέφυγε έτσι προ ημερών να κάνει μερικούς «εικονικούς βομβαρδισμούς» του Αγαθονησίου και να παρενοχλήσει ελληνογαλλική άσκηση στην ίδια περιοχή, ενώ το ναυτικό της επανέλαβε τον «πόλεμο της τσιπούρας» με τους ‘Ελληνες ψαράδες…Για να μην ξεχνιόμαστε δηλαδή και για να περνάνε τα «σωστά μηνύματα», όπως παρατήρησε σαρκαστικά ο κυπριακός τύπος.

Ο Κύπριος Πρόεδρος επέκρινε επίσης τα ΜΜΕ της χώρας του, γιατί αναφέρονται περισσότερο στα αρνητικά της όποιας λύσης, αντί να προβάλλουν τα θετικά και να καλλιεργούν μια «κουλτούρα λύσης». Απομένει να δούμε τα νέα έντυπα και ιδίως με ποιόν ακριβώς τρόπο θα εξηγήσουν στους Ελληνοκυπρίους ότι οι δικές τους ψήφοι θα «μετράνε» πέντε φορές λιγότερο από τις τουρκοκυπριακές. Ομολογουμένως δεν είναι η ευκολότερη δουλειά στον κόσμο, ακόμη και για τους έμπειρους και σκληραγωγημένους «αγκιτάτορες» του ΑΚΕΛ, που ορκίζονται στον «μαρξισμό-λενινισμό». Ακόμη κι αν έχουν την υπομονή να διαβάσουν τους 56 τόμους των απάντων του Λένιν π.χ., δύσκολα θα εντοπίσουν κάτι που να μοιάζει με συνηγορία στη «σταθμισμένη ψήφο», την «εκ περιτροπής προεδρία» ή τις καλές προθέσεις της Μεγάλης Βρετανίας!

Ειρήσθω εν παρόδω, οι περί σταθμισμένης ψήφου προτάσεις του Δημήτρη Χριστόφια έχουν προκαλέσει και ελαφρά απελπισία στους εν Αθήναις συντρόφους του, Αλέκα Παπαρρήγα και Αλέξη Τσίπρα, που προσεύχονται κατ’ ιδίαν να μη βρεθούν αύριο στο δίλημμα είτε να αποδοκιμάσουν ένα σχέδιο που θα φέρει το ΑΚΕΛ, ή να εξηγούν και στα δικά τους μέλη και οπαδούς γιατί η ψήφος έχει διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με την … εθνικότητα αυτού που τη ρίχνει. Ενδεικτική της αμηχανίας (αλλά και των διαφορετικών απόψεων) που προκαλεί το κυπριακό τόσο στον Περισσό, όσο και στην Κουμουνδούρου, είναι το γεγονός ότι ούτε το ΚΚΕ, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ή ο ΣΥΝ σχολίασαν τα αποτελέσματα των Βρυξελλών. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Λαφαζάνης ζήτησε αυτή την εβδομάδα το πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας. Να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα των Βρυξελλών απέφυγε να σχολιάσει, είτε θετικά, είτε αρνητικά, και ο κ. Σαμαράς.

Ο εκνευρισμός του κ. Χριστόφια οφείλεται στο ότι η «γραμμή» δεν περνάει εύκολα, όπως δείχνουν τα γκάλοπ. Μια απόλυτη πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων κρίνει αρνητικά τους χειρισμούς του Προέδρου στο κυπριακό στις διαδοχικές δημοσκοπήσεις και δεν συμφωνεί με κεντρικές διαπραγματευτικές θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς (με τις οποίες άλλωστε δεν συμφωνούν ούτε και τα … «συγκυβερνώντα» κόμματα, ολοκληρώνοντας μια επικίνδυνα τραγελαφική κατάσταση). Οι προπαγανδιστικές προσπάθειες του κομματικού μηχανισμού οδηγούν, είναι αλήθεια, σε αύξηση της συμφωνίας μεταξύ των ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ, ταυτόχρονα όμως αυξάνεται το ποσοστό των ψηφοφόρων άλλων κομμάτων που αντιτίθενται στο διαφαινόμενο σχέδιο λύσης. ‘Όπως φάνηκε και το 2004 και το 2008, οι Κύπριοι ψηφοφόροι έχουν κάπως αυτονομήσει τις πολιτικές προτιμήσεις τους και το τι θέλουν στο εθνικό θέμα. Γεγονός που δεν επιτρέπει την αυτόματη μετάφραση πολιτικής επιρροής ενός κόμματος σε συμφωνία με τις θέσεις του για τον τρόπο λύσης του κυπριακού.

Το πρόβλημα το αντελήφθη πλέον και ο απεσταλμένος του ΟΗΕ Αλεξάντρ Ντάουνερ που, στη Νέα Υόρκη αυτή την εβδομάδα, εξήγησε στους αδημονούντες αγγλοαμερικανούς διπλωμάτες ότι, για να λυθεί το κυπριακό, δεν φτάνει να συμφωνήσουν Χριστόφιας και Ταλάτ, πρέπει να συμφωνήσουν και οι Κύπριοι πολίτες, δεδομένης της πρόβλεψης για δημοψήφισμα. Και φυσικά, ο Κύπριος Πρόεδρος δεν επιθυμεί να κατεβάσει μια λύση σε δημοψήφισμα, αν δεν είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα…Από την άλλη βέβαια ο κ. Χριστόφιας δεν δείχνει να διαθέτει πολιτική και διπλωματική εναλλακτική στην περίπτωση που οι συνομιλίες αποτύχουν να παράγουν ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα – ο ίδιος άλλωστε έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι έχει μόνο σχέδιο Α, αντιμετωπίζει δηλαδή μόνο το ενδεχόμενο επιτυχίας των συνομιλιών.

Η κυπριακή κυβέρνηση αναμένεται πάντως, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές στη Λευκωσία, να δώσει στις 21.12 την έγκρισή της για το άνοιγμα του κεφαλαίου «περιβάλλον» των ευρωτουρκικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων, σε μια εισέτι προσπάθεια να «εξευμενίσει» Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Παρόλες όμως τις προσπάθειες «εξευμενισμού», δημοσιεύματα του κυπριακού τύπου κάνουν λόγο για νέες ισχυρές πιέσεις ΗΠΑ και Βρετανίας κατά της Κύπρου και για επιτάχυνση της λύσης του κυπριακού εντός του πρώτου εξαμήνου του 2010. Τη σχετική συνδρομή του κ. Ομπάμα ζήτησε στην Ουάσιγκτον και ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν.

Ενδεικτικός άλλωστε της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο είναι και ο απολύτως αντιφατικός τρόπος με τον οποίο υπεδέχθησαν οι πολιτικές δυνάμεις του νησιού, περιλαμβανομένων και των δυνάμεων που συμμετέχουν στην κυβέρνηση (!), τα αποτελέσματα των Βρυξελλών. Οι εκτιμήσεις τους κυμαίνονται από ικανοποίηση για «επίτευξη των επιδιώξεων» (κυβερνητικός εκπρόσωπος και ΑΚΕΛ) έως χρεωκοπία και ναυάγιο, ακόμη και κατηγορίες για «συνενοχή» στο αποτέλεσμα (Οικολόγοι και Ευρωπαϊκό Κόμμα). Το (συγκυβερνών) «Δημοκρατικό Κόμμα» που φάνηκε προς στιγμήν, μετά τις απειλές Κάρογιαν για διαγραφή των διαφωνούντων, να ξαναβρίσκει μια επίφαση ενότητας μεταξύ των αντιμαχομένων τάσεών του, εμφανίστηκε ξανά με … τρία πρόσωπα! Τον ικανοποιημένο από το αποτέλεσμα Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού, τον «ουδέτερο» εκπρόσωπο κ. Φωτίου («το αποτέλεσμα δεν δικαιολογεί ούτε θριαμβολογίες, ούτε μηδενισμό») και τον αντιπρόεδρο κ. Παπαδόπουλο, που κατήγγειλε ότι η Λευκωσία ουσιαστικά απεδέχθη την κατάργηση του “οδικού χάρτη” για τις τουρκικές υποχρεώσεις του 2006.

«Κόσμος του Επενδυτή», 12.12.2009

Posted in Κύπρος | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Πήγε να δει τους…βασανισμένους Τούρκους

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

Αυτός ο μπαγάσας ο Ερντογάν,πρέπει να είναι πολύ πειστικός. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του για τους «130.000 μουσουλμάνους της Θράκης που υποφέρουν» και ο Ομπάμα με το ένα χέρι του έδινε μαντίλι να σκουπίσει τα δάκρυά του και με το άλλο έπαιρνε τηλέφωνο κι έδινε εντολή να …πεταχτεί κάποιος να δει αυτούς τους έρμους που υποφέρουν!

Ένα 24ωρο μετά από τη συνάντηση Ομπάμα-Ερντογάν,έσκασε μύτη πρωί-πρωί  στη Ξάνθη,ο πρόξενος της Υπερδύναμης,Ρόμπερτ Κίνγκ! Δεν πήγε σε κανένα γραφείο,νομάρχη,δημάρχου, κάποιου δημόσιου παράγοντα βρε αδελφέ,να πιει ένα καφεδάκι. «Καρφωτός» στο ψευδομουφτή και σε δυο «σκληρά καρύδια» της αυταποκαλούμενης τουρκικής μειονότητας,πήγε. Μετά από τις συναντήσεις που είχε ,πήρε τη φωτογραφική του μηχανή και πήγε να τραβήξει φωτογραφίες ένα τζαμί ,το οποίο πριν από περίπου τρεις μήνες,είχε καεί! Πολλές οι συμπτώσεις ε;

Εφημ. Ποντίκι

Posted in Ελλάδα, Τουρκία | Με ετικέτα: , | 2 Σχόλια »

Ανέφικτη στην Ελλάδα η δημοκρατία

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Δεκεμβρίου 2009

Tου Χρήστου Γιανναρά
Aν, νηφάλια και απροκατάληπτα, βάλουμε στην άκρη τις ρητορικές «ομολογίες πίστεως» στη δημοκρατία όλων των πολιτικών μας κομμάτων, με ποια κριτήρια θα ξεχωρίζαμε ποια εμπράκτως πιστεύουν στη δημοκρατία και ποια όχι;

Η εξαγγελία και μόνο μιας τέτοιας διαστολής προκαλεί την οργισμένη αντίδραση των κομματανθρώπων: «Ποιος αυτόκλητος κήνσορας έχει το θράσος να κρίνει τη δημοκρατική μας συνέπεια και ευαισθησία;». Δεν διανοούνται ότι αυτό ακριβώς είναι το «κράτος» του «δήμου», ο ρόλος και το χρέος των πολιτών: να κρίνουν την πιστότητα των θεσμών της δημοκρατίας στις αρχές και στους στόχους της δημοκρατίας.

Σήμερα τα κόμματα έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, όχι ο «δήμος». Τα κόμματα θεσμοποιούν έμπρακτα το πολίτευμα, μπορούν να ονομάζουν «δημοκρατία» την κατάφωρη άρνηση της δημοκρατίας, να φιμώνουν ή να αγνοούν προκλητικά τους πολίτες που απαιτούν συνέπεια στις αρχές της δημοκρατίας.

Τουλάχιστον να διασώσουμε τα κριτήρια. Η ελληνική πρώτη στοχοθεσία και διαχρονική παράδοση της δημοκρατίας είναι μια υπόθεση χαμένη και στην πράξη και στην παιδεία μας. Η αναφορά στον αρχαίο «δήμο» στρεβλωμένο ιδεολόγημα και η αυτοδιαχειριζόμενη «κοινότητα», στην ελληνορωμαϊκή και οθωμανική αυτοκρατορία (με τις συνελεύσεις των πολιτών και τον μεταφυσικό άξονα κοινωνικής συνοχής) αντικείμενο σκόπιμης χλεύης. Να διασώσουμε τουλάχιστον τα κριτήρια έστω της μεταπρατικής μας επιλογής: του νεωτερικού υποκατάστατου της δημοκρατίας, του «αντιπροσωπευτικού» ή «κοινοβουλευτικού» πολιτεύματος.

Ακόμη και το δάνειο υποκατάστατο το έχουμε αλλοτριώσει εξωφρενικά: Τιτλοφορούμε «κοινοβουλευτική δημοκρατία» την Απόλυτη Πρωθυπουργική Μοναρχία, που είναι, εν πολλοίς και Κληρονομική Ηγεμονία. Δηλαδή όχι πολίτευμα, αλλά καθεστώς φεουδαλικής απολυταρχίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορισμένος από τον πρωθυπουργό ή προϊόν των πρωθυπουργικών συναλλαγών, οι υπουργοί αυθαίρετα ευνοημένοι πρωθυπουργικοί κομπάρσοι, οι βουλευτές άβουλα πιόνια στη σκακιέρα του πρωθυπουργού που μόνο εκτάκτως, σπανιότατα και με ειδική άδεια, ψηφίζουν «κατά συνείδησιν».

«Νέα Δημοκρατία» και «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα» είναι κόμματα αρχηγικά, απολυταρχικά, δίχως την παραμικρή σχέση με δημοκρατικό ήθος, δημοκρατικές διαδικασίες. Η τυπική μορφολογία της οργάνωσης και λειτουργίας τους είναι προσχηματικά δημοκρατική –τα κομματικά όργανα (συνέδριο, κεντρική επιτροπή, πολιτικό γραφείο κ.τ.ό) έχουν δημοκρατικές προδιαγραφές– αλλά τα πάντα ελέγχονται απολύτως από την εσωκομματική φατρία την εκάστοτε επιδεξιότερη στην υφαρπαγή της εξουσίας. Λείπουν εκείνες οι θεσμικές πρόνοιες που θα απέκλειαν τη χειραγώγηση των κομματικών οργάνων από φατρίες ή «οικογένειες», την αλλοτρίωση της δημοκρατίας σε αντιμαχία ομαδοποιημένων συμφερόντων.

Ο κομματικός αρχηγός είναι απόλυτος μονάρχης, αλλά μοναρχεί ελέω φατρίας (όπως συνέβαινε πολύ συχνά και στη βασιλική μοναρχία). Εξαρτάται από την πυγμή και το σθένος του πόσο υποταγμένος είναι στη φατρία που τον ανέδειξε. Οφείλει παραχωρήσεις, μεράδια εξουσίας και στις υπόλοιπες εσωκομματικές φατρίες για εξισορρόπηση φιλοδοξιών και διεκδικήσεων. Τελικά, η φαινόμενη στο κράτος και στα κόμματα Απόλυτη Μοναρχία είναι σιωπηρά συνομολογημένη Ολιγαρχία απεριόριστης αυθαιρεσίας. Η Ελλάδα σήμερα δεν κυβερνάται από αυτούς που φαίνονται ότι την κυβερνούν. Τουλάχιστον τη στελέχωση του κράτους, τους διαχειριστές του κοινωνικού πλούτου και της αξιοπρέπειας των Ελλήνων στον διεθνή στίβο τους καθορίζουν εσωκομματική μάγειροι και εξισορροπιστές συμφερόντων, με εξουσίες ανεξέλεγκτες.

Στις ανεξέλεγκτες από τον «δήμο» εξουσίες πρέπει να προστεθούν και οι ιδιώτες που χρηματοδοτούν τα «κόμματα εξουσίας», φυσικά για να υπαγορεύσουν τα θελήματά τους και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Είναι το διαβόητο φαινόμενο της «διαπλοκής», που ακυρώνει, χωρίς να καταργεί, θεσμικά τις δημοκρατικές λειτουργίες ελέγχου της εξουσίας.

Αν αυτά είναι τα γράδα δημοκρατικότητας των δύο μεγάλων κομμάτων, τι γίνεται με τα λεγόμενα κόμματα μειοψηφίας;

Εδώ τα δεδομένα είναι πιο γυμνά και τετραχηλισμένα, όμως όχι περισσότερο ειλικρινή. Αν οι στοιχειώδεις αρχές και προϋποθέσεις λειτουργίας της δημοκρατίας είναι ο πολυκομματισμός, ο σεβασμός της πλειοψηφίας, η συμμόρφωση με τους νόμους, η ελευθερία φρονημάτων και έκφρασης, ο σεβασμός του φυσικού δικαστή και της έννομης τάξης, αποδέχονται τα κόμματα μειοψηφίας του ελληνικού κοινοβουλίου αυτές τις αρχές;

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας σαφέστατα όχι. Το πολίτευμα στο οποίο πιστεύει και για το οποίο εργάζεται είναι (διακηρυγμένα) η δικτατορία του προλεταριάτου. Χρησιμοποιούν τις δημοκρατικές ελευθερίες του κοινοβουλευτισμού για να προετοιμάζουν τον δικό τους στόχο. Χρηματοδοτούνται ως κόμμα και μισθοδοτούνται οι βουλευτές τους από το πολιτικό σύστημα που θέλουν να καταλύσουν. Εχουν όλες τις προνομίες που παρέχει η δημοκρατία (μερίδιο προβολής των ιδεών τους από την τηλεόραση, αξιοποίηση της κομματικής περιουσίας τους με τους όρους της ελεύθερης αγοράς), αλλά δηλώνουν απερίφραστα ότι τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή τους ακυρώνουν οι οπαδοί τους εκβιαστικά στους δρόμους. Στην προσχηματική δημοκρατία της αλογίας και των αντιφάσεων που συντηρούν τα «κόμματα εξουσίας», το ΚΚΕ λογαριάζεται ακίνδυνο: μια γραφικότητα στενοκέφαλου παλαιοημερολογιτισμού, χρήσιμη σαν επίφαση «πλουραλισμού». Θα έπαυαν να το ανέχονται, αν ήταν κόμμα αριστερό, στρατευμένο σε ζωτικές κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες.

Σέβεται ο «Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς» και υπερασπίζει τους όρους της δημοκρατίας; Και βέβαια όχι, αφού δεν είναι παρά μια «λάιτ» εκδοχή των κουκουεδικών κουτοπόνηρων αντιφάσεων: Δεν παραιτούνται από τις αρχές του Μαρξισμού – Λενινισμού, αλλά τις μεταφράζουν σε απαιτήσεις χλιδάτης καταναλωτικής ευχέρειας – είναι κομμουνιστές με όρους ελεύθερης αγοράς και Πνύκα τους το Κολωνάκι. Φυσικά και ασκούν «δημοκρατικότατη» ιδεολογική τρομοκρατία και απροσχημάτιστο καριερισμό στα πανεπιστήμια, στα μέσα δημοσιότητας, στους χώρους της εκπαίδευσης και της Τέχνης.

Ο «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός» σμικρογραφία τυπικά αρχηγικού κόμματος. Τόσο προσωποπαγούς, που δεν επιτρέπει να υποθέσουμε πολλήν εσωκομματική δημοκρατία. Εχει βέβαια τη «δημοκρατική» παρρησία να δηλώνει στον τίτλο του την καπηλεία που επιχειρεί: Ιδιοποιείται τη μεταφυσική παράδοση του λαού σαν ιδεολογικό πρόσημο, προκειμένου να προσεταιριστεί ψηφοθηρικά τη θρησκοληψία. Αλλά δεν είναι σεβασμός της δημοκρατίας η συναισθηματική εξαπάτηση των αφελών.

Δεδομένα απελπιστικής κοινωνικής παρακμής, εδραιωμένης ανικανότητας να λειτουργήσει δημοκρατία. Με ορθολογικά κριτήρια, οι προοπτικές είναι άκρως οδυνηρές. Με ανορθόλογη ελπίδα, μένει πάντοτε ενδεχόμενη η κοινωνική αφύπνιση.

Copyright: Χρήστος Γιανναράς & εφημ. «Η Καθημερινή»

Posted in Δημοκρατία, Ελλάδα | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: