βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 18 Δεκεμβρίου 2009

τα αεροπλανικά κόλπα του φον τριπλάνου

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Δεκεμβρίου 2009

Εχασε η Ντόρα κι έσκασε μύτη στο Μεϊντάνι ο Επίτιμος. Μελαγχολική πια η Ντόρα (έχει δώσει στο χαμόγελό της άδεια επ’ αόριστον), σαρδόνιος ο αντ’ αυτής πάτερ φαμίλιας. Οταν μάλιστα ομιλεί σε πρώτο πρόσωπο [«στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμα (!!!) που σας έστειλα, σας προειδοποιώ»…] κάτι σαν μπρρρ μπαίνει απ’ την καμινάδα στο σαλονάκι μας… Είναι λοιπόν διαφθορά να δίνει η Ζήμενς μίζες για να παίρνει δουλειές και δεν είναι διαφθορά να πρέπει να αγοράσει (πρώτα) όπλα η Ελλάδα για να πάρει (ύστερα) δάνεια… Και δεν είναι διαφθορά να χρωστάς και τα όπλα και τα δάνεια, όταν ξεζουμίζεις τον λαό σου για να τα πληρώσει (μαζί με τις μίζες που στο μεταξύ εξασφάλισαν οι έμποροι όπλων) προσποριζόμενος ταυτοχρόνως το αναγκαίο διάφορο για τις Τράπεζες, καθώς και τα δέοντα μπόνους (με την προβλεπόμενη σπατάλη) σε όλους τους καρεκλοκένταυρους που εδρεύοντας (κι ενεδρεύοντας) στο κράτος, στις ανεξάρτητες αρχές, στα λόμπυ κι ενίοτε στα σωματεία, επιβλέπουν όλην αυτήν την αλυσίδα των δοσοληψιών -πακέτα, βαλίτσες, τσουκάτοι- μη σπάσει κάνας κρίκος. Κι αν αυτή είναι η αλυσίδα της διαφθοράς (που πρέπει να… αγωνισθεί για να μη χάσει ο Μήτσος) είναι μήπως υψηλή πολιτική (ή πάλι διαφθορά), όταν τα όπλα (και το τι θα γίνει φέρ’ ειπείν στα Ιμια) τα εμπορεύεται αυτοπροσώπως ο Κλίντον ή ο Πούτιν ή ο Σαρκοζί; Παίζουμε με το μισό κουλούρι αύξηση που (δεν) θα πάρει ο εργαζόμενος (στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα) κι όχι με τα εκατομμύρια ευρώ που θα κάψει η κηροζίνη για να αντιμετωπίσουμε τους βαλτούς από απέναντι, υπήκοους κι αυτούς στους δικούς τους φραγκάτους πασάδες και καθώς πρέπει, αιματοβαμμένους αληταράδες…

ΣΤΑΘΗΣ Σ. 17.ΧΙΙ.2009 stathis@enet.gr

Posted in Ευρώπη, Ελληνική Διασπορά, Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Επιτομή της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Δεκεμβρίου 2009

    I. ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

1. Η Ελληνική, γλώσσα ινδοευρωπαϊκή.

Η ελληνική γλώσσα ανήκει, όπως και οι περισσοτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, σε μια μεγάλη οικογένεια γλωσσών, την ινδοευρωπαϊκή. Οι προερχόμενες από τηνινδοευρωπαϊκή γλώσσες που ομιλούνται σήμερα αποτελούν ομάδες, σύμφωνα με τα συγγενικά χαρακτηριστικά τους, όπως είναι οι τευτονικές γλώσσες (γερμανική, αγγλική, ολλανδική) και οι σκανδιναβικές (δανική, σουηδική, νορβηγική και ισλανδική), οι βαλτοσλαβικές (όπως η λιθουανική και η λεττονική), σλαβικές (ρωσικη, πολωνική, τσέχικη, κροάτικη κ.ά.), οι ιταλοκελτικές (λατινική
και οι 2 κλάδοι που προήλθαν απ’ αυτή:οι ρομανικές και οι κελτικές), η ινδοϊρανική (ιρανική, περσική, ινδική -που αρχαία μορφή της είναι η σανσκριτική).

Υπάρχουν ακόμα μεμονωμένες γλώσσες, όπως η ελληνική, η αλβανική και η αρμένικη. Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες που δεν μιλιούνται σήμερα είναι η χεττιτική και η τοχαρική.
Με τη συγκριτική εξέταση των κοινών στοιχείων των ινδοευρωπαϊκων γλωσσών οι γλωσσολογοι μπόρεσαν να αποκτήσουν αρκετά σαφη γνώσση της μορφης της ινδοευρωπαϊ[Bς γλώσσας.

Επειδή όμως απουσιάζουν αρχαιολογικά ή ανθρωπολογικά κριτήρια, δεν γνωριζουμε ούτε από ποιόν ούτε σε ποιό μέρος χρησιμοποιούνταν πριν διασπαρούν οι ινδοευρωπαίοι.

2. Μυκηναϊκη γλώσσα

Η ιστορική περίοδος της ελληνικής γλώσσας, όπως και κάθε γλώσσας, αρχίζει από τότε που εμφανίζονται γραπτά μνημεία. Ως πριν από λίγα χρόνια πιστεύαμε πως τα πιό παλιά κείμενα της ελληνικής γλώσσας ήταν τα ομηρικά έπη, που είχαν πάρει την τελική τους μορφή στον 8ο π.Χ. αιώνα, και η επιγραφή του Διπύλου των Αθηνών της ιδίας εποχής. Ομως το 1952 ο Αγγλος αρχιτέκτονας Βέντρις, με τη συνεργασια του συμπατριώτη του ελληνιστή Τσάντγουικ, κατόρθωσε να διαβάσει ελληνικές επιγραφές πολύ παλαιότερες από τα γνωστά γραπτά μνημεία. Οι επιγραφές αυτές ήταν γραμμένες με αιχμηρό όργανο σε πήλινες πινακίδες, ξεραμένες στον ήλιο. Αυτές βρέθηκαν στην Κνωσό της Κρήτης, στην Πύλο, στις Μυκήνες και χρονολογούνται άλλες γύρα στα 1400 π.Χ. και άλλες γύρω στα 1200 π.Χ. Οι επιγραφές ήταν γραμμένες σε γραφή άγνωστη ως τότε, η οποία ονομάζεται Γραμμική Β’ (για διάκριση από την παλαιότερη Γραμμική Α’, που δεν έχει διαβαστεί ακόμα) και είναι συλλαβική, δηλαδή διαθέτει σημεία για την παράσταση όχι των φθόγγων (όπως συμβαίνει με τη φωνητική γραφή) αλλά των συλλαβών, π.χ. a-ko-so-ne = άξονες, ti-ri-po = τρίπος. Ετσι το γραφικό σύστημα είναι πολύπλοκο, με 88 σημεία, μερικά απο τα οποία δεν έχουν ακόμα αναγνωριστεί, και αποδίδει την ελληνική γλώσσα κατά τρόπο ατελή. Εκτός από τα συλλαβογράμματα η μυκηναϊκή γραφή περιλαμβάνει και 160 περίπου ιδεογράμματα, σύμβολα δηλαδή πυ παριστάνουν αντικείμενα ή έννοιες, τα οποία διευκόλυναν την ανάγνωση της γραφής. Η ανάγνωση της Γραμμικής Β’ δεν εχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική λογοτεχνια, γιατι τα κείμενα των πινακίδων είναι λογαριασμοί και καταστάσεις προσώπων και πραγμάτων. Ομως εχει σημασία για την ιστορία της γλώσσας μας γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως η γλώσσα των πινακίδων είναι ελληνική, που πολλά στοιχεία της τα συναντούμε αργότερα στην ομηρική γλώσσα ή στις ελληνικές διαλέκτους, ιδιαίτερα στην αρκαδοκυπριακή. Αυτό δεν σημαίνει πως η μυκηναϊκή γλώσσα είναι ο άμεσος πρόγονος ορισμένης ελληνικής διαλέκτου. Αν θέλουμε να αναζητήσουμε κάποια στενότερη σχέση, θα λέγαμε πως η γλώσσα των πινακίδων συγγενευει περισσότερο με τη γλώσσα των ομηρικών επών.

    3. Η γλώσσα των ομηρικών επών.

 

Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι φιλόλογοι πίστευαν πως τα ομηρικά έπη γράφτηκαν για πρώτη φορά κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, και ως τότε αποδίδονταν μόνο προφορικά. Ομως νεότερες έρευνες πάνω στην προφορικη και αυτοσχέδια επική ποίηση σε άλλους λαούς και ιδίως το γεγονός ότι υπήρχε από πολύ παλαιότερα ελλληνική γραφή, οδήγησαν στο συμπέρασμα πως τα ομηρικά έπη είχαν καταγραφεί εξαρχής από τον Ομηρο στο δεύτερο μισό του 8ου π.Χ. αιώνα και οι ραψωδοί τα αποστήθιζαν και τα απήγγειλαν. Η γλώσσα των ομηρικών επών δεν συμπίπτει με μια ορισμένη διάλεκτο, αλλά χαρακτηρίζεται απο διαλεκτικη ποικιλία. Παρουσιάζει στοιχεια κυρίως ιωνικά και αιολικά και είναι μια γλώσσα καθαρά λογοτεχνική. Μερικοί γραμματικοί τύποι στα ομηρικά έπη δειχνουν πως η γλώσσα τους έχει αρκετή συγγένεια με αυτή που απεικονίζουν οι πινακίδες της Πύλου, τη μυκηναϊκή, η οποία συγγενεύει με την αρκαδοκυπριακή. Η σχέση της τελευταίας με την αιολική επιβεβαιώνεται από τη μυθολογία για τις σχέσεις των πολιτιστικών κέντρων των Μυκηνών της Πελοποννήσου με τη Θήβα και τον Ορχομενό της Βοιωτίας.

II. ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ. Η ΑΤΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

1. Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι.

Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι διαιρούνται γεωγραφικά σε δυτικές και ανατολικές. Οι δυτικές περιλαμβάνουν τη βορειοδυτική και τη δωρική, ενώ οι ανατολικές την ιωνοαττική, την αιολική και την αρκαδοκυπριακή. Οι αρχαίες διάλεκτοι είχαν αρκετές διαφορές μεταξύ τους στη φωνητική και μορφολογία αλλά όχι τόσο μεγάλες, ώστε να μην καταλάβαιναν τίποτα απ’αυτές εκείνοι που δεν τις μιλούσαν. Μιλιούνταν σε ξεχωριστές περιοχές: η αρκαδοκυπριακή στην Αρκαδια και στην Κύπρο, η ιωνοαττική στην Αττική, Ευβοια και Κυκλάδες, στη μικρασιατικη ακτή και στα παράκτια νησιά αυτής, η αιολική στη Βοιωτία, Θεσσαλία και Λέσβο και η δωρική στο 1/3 της Πελοποννήσου, σε ορισμένα νησιά των Σποράδων, σε όλη σχεδόν την Κρήτη, στη Ροδο και στα Δωδεκάνησα.

2. Λογοτεχνικές Γλώσσες.

Για τη γλώσσα στην οποία γράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Πινδάρου, που αν και κατάγεται απο τη Βοιωτία και έχει μητρική γλώσσα την αιολική διάλεκτο, εντούτοις γράφει στη δωρική τα ποιήματά του. Αυτό συνέβαινε γιατί οι αρχαίοι γράφουν όχι στη γλώσσα του τόπου τους, αλλά στη γλώσσα που καλλιεργήθηκε το είδος με το οποίο ασχολούνται. Είναι σημαντικό όμως για την κατανόηση της έννοιας την λογοτεχνικής γλώσσας το ότι η γλώσσα που γράφει ο Πίνδαρος είναι δωρική μόνο επιφανειακά: έχει ορισμένα συμβατικά στοιχεία της δωρικής, που δίνουν στη γλώσσα ένα εξωτερικό χρώμα για να θυμίζει την ομιλούμενη δωρική, στην πραγματικότητα όμως είναι η γλώσσα της υψηλής ποίησης. Λυρική ποίηση έχει γραφτεί βέβαια και στην αιολική διάλεκτο (κυρίως από τη Σαπφώ και τον Αλκαίο) και στην ιωνική, στην οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα η ελεγεία για την έκφραση ποικίλων προσωπικών συναισθημάτων (από Ιωνες και Αθηναίους κυρίως).

3. Ιωνικός και αττικός λογος.

Ιστοριογραφία

Τα ομηρικά ποιήματα, η πρώτη λογοτεχνική γλώσσα, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 8ου π.Χ. αιώνα και η λυρικη ποίηση ακμάζει στη Λέσβο στο τέλος του 7ου π.Χ. αιώνα. Αρκετά αργότερα, τον 6ο αιώνα π.Χ., παρουσιάζεται ο λογοτεχνικος πεζός λόγος, διηγηματικός και επιστημονικός, δημιούργημα των Ιωνων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι πλούτισαν από το εμπόριο και αισθάνθηκαν περιέργεια για την ιστορία και τη φυσική. Ετσι μπορούμε να πούμε πως οι «Γενεηλογίαι» του Εκαταίου του Μιλησίου θεωρούνται το αρχαιότερο ιστορικό έργο με λογοτεχνικό ύφος. Αλλά και ο ιωνικός πεζός λογος αντιπροσωπεύεται άξια με τις ιστορίες του Ηροδοτου από τη δωρικη Αλικαρνασσό και, κατά δεύτερο λόγο, από τα ιατρικά κείμενα του Ιπποκράτη, που κι αυτος καταγόταν από τη δωρική Κω. Η γλώσσα του Ηροδότου, αντίθετα με τον παραδοσιακό και τεχνητό χαρακτήρα της γλώσσας του έπους, κυλά άμεσα και αποβλέπει στη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια. η φράση στον ηροδοτο έχει απλη δομη και προτιμά την παράταξη. Η υπόταξη περιορίζεται σχεδόν μονάχα στις χρονικές και υποθετικές προτάσεις. Περνώντας απο τον Ηρόδοτο στο Θουκυδίδη, που γράφει στην αττική διάλεκτο, βλέπουμε τον αττικό πεζό λόγο να φτάνει σε ασύγκριτη ακριβολογία και σε τέλεια κυριαρχια στα εκφραστικά μέσα, έτσι που το έργο του να θεωρείται από καθαρά γλωσσική άποψη ως η ανώτερη μορφή του ιστορικού είδους στην Αθήνα.

Φιλοσοφία

Η αττική διάλεκτος υπήρξε η γλώσσα και της φιλοσοφίας στην Αθήνα. Η γλώσσα αυτή έφτασε με τον Πλάτωνα στην ύψιστη ακμή της για να εκφράσει με όλες τις δυνατότητές της την αφηρημένη φιλοσοφική σκέψη με την ακρίβεια που ταιριάζει σε ένα μαθηματικό θεώρημα.

Ρητορεία 

Η αττικη διάλεκτος υπήρξε ακόμα και η γλώσσα της ρητορείας σε όλες τις μορφές της (πανηγυρική, δικανική, πολιτική). Η γλώσσα της ρητορείας με τον Δημοσθένη φτάνει στο σημείο να εκφράσει με πληρότητα την ποικιλία των συναισθημάτων του ρήτορα.

Τραγωδία

 Η γλώσσα αυτη έφτασε με τον Σοφοκλή στην ύψιστη ακμή της για να εκφράζεται στην αττική διάλεκτο όπως μιλιόταν από τους Αθηναίους με ορισμένα χαρακτηριστικά της ιωνικής, π.χ. πράσσω, γλώσσα αντί αττ. πράττω, γλώττα. Γενικά ο τραγικός ποιητής δεν αποφεύγει να χρησιμοποιεί στοιχεία της αρχαίας αττικής ή της ιωνικής, όταν είναι βέβαιος πως θα κατανοηθούν από το κοινό του, και στα χορικά και στα διαλογικά μέρη. Ειδικά για τα χορικά μέρη επιδιώκει να δώσει εντύπωση δωρίζουσας γλώσσας.

4. Επικράτηση και διάδοση της αττικής διαλέκτου Η ανάπτυξη των Αθηνών μετά τους περσικούς πολέμους και η ανάδειξή τους σε πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο με πανελλήνιο κύρος είχαν επίπτωση και στη διάδοση της γλώσσας τους. Η αττική διάλεκτος, καλλιεργημένη από την ιστορία, το θέατρο, τη φιλοσοφία και τη ρητορεία, άρχισε να διαδίδεται σε όλες τις ελληνόφωνες περιοχές, ιδίως από τότε που επιβλήθηκε η αθηναϊκή ηγεμονία σε άλλους Ελληνες. Ενα γεγονός με αποφασιστική σημασία για την επικράτηση και διάδοση της αττικής διαλέκτου υπήρξε η επισημοποίησή της κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα στη Μακεδονία, όπου μιλούσαν μία τοπική διάλεκτο συγγενική με τη δωρική και τη θεσσαλική. Με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου η αττική διάλεκτος διεδόθη σε όλες τις χωρες της αυτοκρατορίας του, τα ελληνιστικά κράτη.

III. Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΗ

1. Εννοια της κοινής.

Με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η αττική διάλεκτος καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος της αυτοκρατορίας του. Η χρησιμοποίησή της όμως από ανθρώπους δεν την είχαν μητρική γλώσσα, ήταν φυσικό να την άλλοιώσει, να της προσδώσει νέα στοιχεία. Η αλλοιωμένη αυτή αττική ονομάστηκε από τους γραμματικούς «κοινή διάλεκτος», δηλαδή κοινόχρηστη ελληνική γλώσσα της εποχής, και εκτείνεται χρονικά στην αλεξανδρινή (323-31 π.Χ) και στην αυτοκρατορική εποχή (31 π.Χ. – 395 μ.Χ.). Η γλώσσα αυτή, αφού παραμέρισε σιγά-σιγά όλες σχεδόν τις αρχαίες διαλέκτους, έγινε το κοινό γλωσσικό όργανο της πεζογραφίας.

2. Χαρακτηριστικά Γνωρίσματα που ξεχωρίζουν την ελληνιστική κοινή από την αττική διάλεκτο: Στη φωνητική Ενα βασικό στοιχείο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ο προσωδιακός της χαρακτήρας, δηλαδή η διάκριση των φωνηέντων σε μακρόχρονα και βραχύχρονα, άρχισε απο το τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα να αλλάζει και στο τέλος της αλεξανδρινής εποχής τα φωνήεντα πήραν τη σημερινή τους προσωδιακή προφορά, δηλαδή έγιναν όλα βραχύχρονα. Αυτό το διαπιστώνουμε από τα λάθη που βρίσκουμε στους παπύρους (π.χ. συγχέουν το ο και το ω) και από τους λεπτομερείς κανόνες των γραμματικών για τη μακρότητα των φωνηέντων. Ολα αυτά δειχνουν πως ο κόσμος δεν ξεχώριζε στον προφορικό του λόγο μακρόχρονα και βραχύχρονα, γι’ αυτό και βρίσκουμε λάθη, όπως «εγό» (εγώ) και εξ’αυτόν (εξ’ αυτών). Από τα ορθογραφικά λάθη στους παπύρους και από τις περιγραφές των γραμματικών παρατηρούμε ότι οι αρχαίες δίφθογγοι (αι, ει, οι κλπ) άρχισαν να γίνονται μονόφθογγοι, δηλαδη να προφέρονται σαν ένας φθόγγος (αι=ε, ει=ι κλπ). Π.χ. βρίσκουμε γραμμένα «θέλι» (θέλει), «ημαίραν» (ημέραν), που αν προφέρονταν ως δίφθογγοι δε θα παρέσυραν σε εσφαλμένη γραφή. Η προφορά των στιγμιαίων μέσων και δασέων συμφώνων αλλάζει. Ετσι τα μέσα σύμφωνα (β,γ,δ -που προφέρονται στα αρχαία σαν τα σημερινά δίψηφα μπ,γκ,ντ-) γίνονται εξακολουθητικά και προφέρονται όπως σήμερα. Το ίδιο συνέβη και με τα δασέα (θ,φ,χ -που στα αρχαια προφέρονταν με δασύτητα σαν τh, πh, κh).

Στη μορφολογία Η αρχαία ελληνική είχε κληρονομήσει από την ινδοευρωπαϊκή και το δυϊκό αριθμό, που χρησιμοποιείτο για δύο πράγματα σε αντίθεση με το ένα (ενικός) ή με τα περισσότερα απο δύο (πληθυντικός). Ο αριθμός αυτός χάνεται ολότελα την εποχή αυτή από τη γλώσσα μας. Γενικά οι ανώμαλοι γραμματικοί τύποι αντικαθίστανται από ομαλότερους. Ετσι π.χ. το «μύς, μυός» γίνεται «ποντικός», το «ούς, ωτός» γίνεται «ωτίον», το «ύδωρ, ύδατος» γίνεται «νηρόν». Επίσης οι επιθετικοί τύποι έγιναν απλούστεροι, οπως «ο ηγιής, τον ηγιή» (αντί «τον ηγιά»), «ταχύς, ταχύτερος» (αντί «θάττων»). Το ίδιο συμβαίνει και σε αρκετά ρήματα, όπως το «δείκνυμι», που γίνεται «δεικνύω» κλπ. Η εξομάλυνση στην κλίση των ονομάτων επεκτείνεται αναλογικά στις περιπτώσεις που κάποια πτώση σχηματιζόταν διαφορετικά. Ετσι έχουμε: «ο ταμίας-του ταμία» (αντί «του ταμίου»), «οι Πέρσες» (αντι «αι Πέρσαι») κ.ο.κ. Οι 3 φωνές των ρημάτων της αρχαίας ελληνικής (ενεργητική, μέση, παθητική) έγιναν δύο, καθώς η μέση εξαφανίζεται. Ο παρακείμενος και ο αόριστος συγχέονται και συγχωνεύονται. Αυτό είναι το πρώτο βήμα για την εξαφάνιση των τύπων του αρχαίου παρακειμένου και τη δημιουργία περιφραστικών τύπων. Η ευκτική έγκλιση (που χρησιμοποιείτο για να εκφράσει ευχή ή δυνατότητα) χάνεται ως ιδιαίτερη γραμματική κατηγορία και ο ενεστώτας της υποτακτικής ταυτίζεται τυπολογικά με αυτόν της οριστικής. Το ιδιο συμβάινει και με τον αόριστο της υποτακτικής που ταυτίζεται με τον μέλλοντα της οριστικής. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η υποτακτική εξαφανίζεται, αφού υπάρχει και σήμερα στη γλώσσα μας. Η δοτική αρχίζει σιγά-σιγά να παραμερίζεται και η εξαφάνιση της από τον προφορικό λόγο ολοκληρώνεται τον 10ο αιώνα μ.Χ. Στη σύνταξη Η υποτακτική σύνδεση των προτάσεων (βασικό γνωρισμα της αρχαίας) αντικαθίσταται σιγά-σιγά με την παρατακτική σύνδεση κυρίων προτάσεων. Ετσι ο κατεξοχήν συμπλεκτικός σύνδεσμος «καί» αποκτά πολλές σημασίες εκτός από τη συμπλεκτική, οπως και στα νέα ελληνικά. π.χ. Ούτω ποίησον καί συμφέρει (και=γιατί), εάν τολμήσωσι καί καταβώσι (και=να) κλπ. Στο λεξιλόγιο Την περίοδο αυτη το λεξιλογιο πλουτίζεται με ποικίλους τρόπους. Ετσι έχουμε παραγωγή νέων λέξεων, όπως «δερμάτινος, πρωινός, καθημερινός» καθώς και άφθονα υποκοριστικά σε -ιον: ξυράφιον, κοράκιον, ρυάκιον κλπ. Αλλες αρχαίες ελληνικές λέξεις αποκτούν, με την εμφάνιση του Χριστιανισμού, στενότερη σημασία:»πίστις, πιστεύω, εκκλησία, άγγελος, διάβολος» κ.ά. Επίσης εισάγονται στην ελληνική ξένες λέξεις, εβραϊκές με την Αγία Γραφή και λατινικές με την ρωμαϊκή διοίκηση: «αμήν, αλληλούια, Μεσσίας, Πάσχα, Σάββατον, Μιχαήλ, Ιωάννης, Μαρία και λεγεών, πραιτώριον, δηνάριον» κλπ Ορισμένες αρχαίες λέξεις αντικαταστάθηκαν για διάφορους λόγους από άλλες, που λέγονται και σήμερα: Κώδικας: η αρχαία λέξη έγινε σκίμπους κράββατος ερυθρός κόκκινος χλωρός πράσινος λευκός άσπρος μέλας μαύρος ύω βρέχω εσθίω τρώγωΤέλος δίνονται νέες σημασίες σε παλιές λέξεις, π.χ. Κώδικας: η αρχαία λέξη που σήμαινε πήρε τη σημασία κηδεία συγγένεια με γάμο κηδεία, πένθος μνημείον ανάμνηση τάφος παιδεύω εκπαιδεύω τιμωρώ οψάριον προσφάγι ψάρι στόμαχος λαιμός, οισοφάγος στομάχι

IV. Η ΔΗΜΩΔΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΓΛΩΣΣΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ – ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΗ

Οι πληροφορίες μας για την ομιλούμενη γλώσσα κατά την πρώτη περίοδο (395-1100) είναι σχεδόν αποκλειστικά από λογοτεχνικά κείμενα. Αυτά τα έγραψαν συγγραφείς, οι οποίοι είτε γιατί δεν μπορούν να γράψουν στην παλιά αττική γλώσσα είτε γιατί θέλουν να τους καταλαβαίνουν και οι «απαίδευτοι», γράφουν σε λαϊκή ή λαϊκότροπη γλώσσα. Τέτοιοι συγγραφεις είναι οι χρονογράφοι Μαλλαλάς, Θεοφάνης κ.ά., οι συγγραφεις βίων των αγίων και άλλων θρησκευτικών κειμένων Ιωάννης μόσχος, Κων/νος ο Πορφυρογέννητος κ.α. Στη δεύτερη περίοδο (1100-1453) οι πληροφορίες που έχουμε είναι άφθονες. Εδώ παρατηρείται μια συστηματοκότερη καλλιέργεια της ζωντανής γλώσσας, που γράφεται με συνέπεια και δίχως προσποίηση, απαλλαγμένη γενικά από την επίδραση της λόγιας γλώσσας, έτσι που να βρίσκουμε σε μερικά κείμενα τη νεοελληνική γλώσσα σχεδόν με τη σημερινή της μορφή (γι’αυτό και είναι εντελώς συμβατικό όριο το έτος 1453).

Οι λόγοι για την εμφάνιση και καλλιέργεια της βυζαντινης κοινής γλώσσας στην περίοδο αυτή συνδέονται με τα ιστορικά γεγονότα της εποχης: ξεπέφτει το κύρος της λόγιας γλώσσας με τον κλονισμό του κρατικού μηχανισμού κατά την άλωση της Πόλης απο τους φράγκους το 1204. Το εκπαιδευτικό σύστημα, που διατηρούσε και διέδιδε τη λόγια γλώσσα, εξαρθρώνεται στους τελευταίους αιώνες. Η κεντρική διακυβέρνηση του κράτους εξαφανίζεται και οι ξένοι συμμετέχουν στην καλλιέργεια της γλώσσας.

Τα κύρια γνωρίσματα της βυζαντινής κοινής γλώσσας

Στη φωνητική: Στα σύμφωνα παρατηρείται απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων, δηλαδή παύουν να προφέρονται και τα δύο, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα. Επίσης διάφορα συμφωνικά συμπλέγματα αφομοιώνονται και απλοποιούνται: Κώδικας: Το αρχαίο γίνεται στα νεοελληνικά πενθερός πεθθερός πεθερός ψεύμα ψέμμα ψέμα νύμφη νύφφη νύφη πράγμα πράμμα πράμα ομφαλός οφφαλός αφαλός Τα άτονα αρκτικά φωνήεντα κλονίζονται και αποβάλλονται, π.χ. ερωτώ-ρωτώ, ολίγος-λίγος, υψηλός-ψηλός, ουδέν-δεν, ωσάν-σαν. Το φαινόμενο αυτο είχε τις ακόλουθες συνέπειες:

1) Τη δημιουργία των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας του γ’ προσώπου «τον, την, το, του» κλπ από τις αντωνυμίες «αυτόν, αυτήν» κλπ.

2) Την αποβολή της άτονης συλλαβικής αύξησης στα ρήματα: φέραμε, δώσαμε (αλλά έφερα, έδωσα)

3) Τη δημιουργία των τύπων «στον, στην» κλπ από τους παλαιούς «εις τον, εις την» κλπ

4) Τη δημιουργία νέων μορίων ξε-, ξανά-, π.χ. ξέκοψα, ξανάστησα κλπ. Στη μορφολογία: Η παλιά δοτική πτώση σβήνει από το 10ο αιώνα, εκτός από στερεότυπες εκφράσεις, π.χ. «δόξα τω Θεώ». Οι νέοι τύποι των αντωνυμιών «εσείς», «εσάς», «σας», «εμείς», «εμάς», «μάς» εμφανίζονται αρκετά νωρίς καθώς και οι τύποι «εμέν», «εσέν», «εμέναν», «εσέναν».

Προς το τέλος της νεοελληνικής περιόδου εμφανίζεται και η νεοελληνική μετοχή -όντα(ς). Στα ρήματα χάνεται η χρονική αύξηση από νωρίς και εμφανίζονται οι περιφραστικοί τύποι για το μέλλοντα, τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο: «θέλω γράψειν», «θέλει ελθείν», που θα δώσουν στα νέα ελληνικά το μέλλοντα: «θα γράψω», «θα έρθει», «είχεν πεθάνειν» απ’οπου θα προέλθει ο νεοελληνικός υπερσυντέλικος, «είχε πεθάνει» και «έχει κατακλιθήν», απ’όπου θα προέλθει και ο νεοελληνικός παρακείμενος «έχει κατακλιθεί». Η προστακτική σχηματίζει το γ’ πρόσωπο όπως και στα νέα ελληνικά, με το «άς»: «άς μ’αποκεφαλίση»

Το αρχαίο ρήμα είχε 4 χρονικά θέματα: του ενεστώτα, παρακειμένου, μέλλοντα και αορίστου. Απο αυτά απομένουν μόνο τα 2, το ενεστωτικό και το αοριστικό, όπως και στα νέα ελληνικά. Πρωτοεμφανίζονται οι τύποι «είμαι», «είσαι» και «ένι» για το γ’ ενικό, (απ’όπου θα προέλθει το νεοελληνικό «είναι»), «ήμουν» για τον παρατατικό. Αρχίζουν να εμφανίζονται καταλήξεις του ρήματος όπως -ίεσαι, -ιεται, (π.χ. αγωνίεσαι, πουλείεται), -ούσα και -άγα στον παρατατικό (π.χ. αγαπούσα και αγάπαγα), -ώνω (π.χ. φορτώνω).

Στη σύνταξη: Η σύνταξη γίνεται πιό παρατακτικη και η γλώσσα πιό αναλυτική, δηλαδή τώρα εκφράζει με περισσότερες λέξεις, αλλά με μεγαλύτερη ίσως ακρίβεια, ό,τι πριν εξέφραζε με ιδιαίτερους γραμματικοσυντακτικούς τύπους.

Επίσης οι προθέσεις περιορίζονται και συντάσσονται κανονικά με αιτιατική. Στο λεξιλόγιο: Εκτός από τις λατινικές λέξεις και καταλήξεις, η δημιουργία νέων λέξεων από την ελληνική με την παραγωγή και τη σύνθεση πλουτίζει λεξιλογικά τη γλώσσα. Ετσι πρωτοεμφανίζεται η κατάληξη των ρηματικών ουσιαστικών -σιμο (βράσιμο, πλύσιμο), η κατάληξη -ιτσα (νυφίτσα, καρφίτσα) κ.α. και διαδίδονται οι ελληνιστικές καταλήξεις -άς (υπναράς, αλευράς) και -ισσα (π.χ. αυτοκρατόρισσα) Νέες σύνθετες λέξεις ενισχύουν την εκφραστική δύναμη της γλώσσας: καλοκαίριον, ανδράδελφος, καλοκτένιστος, ψυχοκρατώ, λογομαχώ κλπ. Τέλος, η κατοχή και διακυβέρνηση ελληνοφώνων περιοχών από δυτικούς και η χρησιμοποίηση της γαλλικής και ιταλικης γλώσσας στη διοίκηση είχαν ως αποτέλεσμα να γίνουν από τις δύο αυτές γλώσσες περιορισμένοι δανεισμοί, με εξαίρεση τη ναυτικη ορολογία όπου επικράτησε η ιταλική γλώσσα. Από τα χρόνια αυτά ως τη νεότερη εποχή η ελληνική γλώσσα άσκησε μεγάλη επίδραση στις γλώσσες λαών με τους οποίους ο ελληνισμός ήρθε σε επαφή.

Κατά τη βυζαντινή εποχή, με τη διάδοση του χριστιανισμού από την ελληνόγλωσση εκκλησία, πέρασαν στις γλώσσες των Αρμενίων, Βουλγάρων, Ρώσων, Σέρβων κ.α. πολλές ελληνικές λέξεις καθώς και γραμματικοί τύποι και εκφράσεις. Στα νεότερα χρόνια η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες (αγγλική, γαλλική κ.α.) ιδίως στον τομέα της ορολογίας.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ

1. Ορισμός

Οι όροι «διάλεκτος» και «ιδίωμα» χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν μια τοπική γλωσσικη μορφή. Συχνά, και πιό πολύ στο παρελθόν, γινόταν διάκριση ανάμεσα στους όρους αυτούς. Σύμφωνα με αυτή, ονόμαζαν διάλεκτο τη γλωσσική μορφή που μιλιέται σε μια περιοχή και διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα, ενώ ιδίωμα ήταν η γλωσσική μορφή ενός τόπου που δεν παραλλάζει πολύ από την κοινή. Σήμερα διάλεκτο ονομάζουν συνήθως ένα ιδίωμα με μεγάλη έκταση, π.χ. ποντική, κυπριακή κ.ά.

2. Χρονολόγηση

 Τα νεοελληνικά ιδιώματα γεννιούνται κατά τη βυζαντινη εποχή, όταν αποσπώνται από το κράτος ελληνόφωνες επαρχίες (Νότιας Ιταλιας, Καππαδοκίας, Κύπρου κλπ). Η απόσπαση αυτή τις οδηγεί σε γλωσσική διαφοροποίηση και σε χωριστή γλωσσική εξέλιξη. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας τα ιδιώματα διαφοροποιούνται ακόμα περισσότερο, από έλλειψη επικοινωνίας και έντονης οικονομικής ζωής, καθώς και εξαιτίας της έλλειψης της παιδείας. Στην αρχή του περασμένου αιώνα τα νεοελληνικά ιδιώματα είχαν πάρει τη σημερινή μορφή τους. Από τότε, με τη διάδοση της νεοελληνικής κοινής, τα ιδιώματα άρχισαν να υποχωρούν και με την ανταλλαξή των πληθυσμών στα 1922 οι λεγόμενες περιφερειακές διάλεκτοι (ποντιακά, θρακικά, καππαδοκικά) συγκεντρώνονται στην ηπειρωτική Ελλάδα και δέχονται κι αυτά την επίδραση της κοινής.

3. Σχέση των νεοελληνικών με τις αρχαίες διαλέκτους

Για πολύ καιρό είχε επικρατήσει η άποψη πως όλες οι αρχαίες διάλεκτοι δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ισοπεδωτική δύναμη της ελληνιστικης κοινής, συγχωνεύτηκαν και έδωσα, με βάση την αττική διάλεκτο, τον κοινό γλωσσικό τύπο που εμφανίζεται πρώτα στην ελληνιστική και ύστερα στη βυζαντινή εποχή. Κατά την άποψη αυτή όλες οι νεοελληνικές διάλεκτοι -εκτός από την τσακωνική, που προέρχεται από την αρχαία λακωνική δωρική- κατάγονται από την ελληνιστική κοινή διαμέσου της βυζαντινής. Ωστοσο η προσεκτικότερη έρευνα των νεοελληνικών διαλέκτων ενισχύει την πεποίθησή μας ότι η ελληνιστική κοινή δεν εξαφάνισε κάθε ίχνος από τις αρχαίες διαλέκτους, αρκετά στοιχεία από τις οποίες κατόρθωσαν να επιβιώσουν στις σημερινές γλωσσικές μορφές, π.χ. το δωρικό «διχάλι» (=εργαλείο με δύο χηλές, δόντια), η ιωνικη προφορά του η σαν ε στην ποντιακή (π.χ. η νύφε, ο κλέφτες)

4. Κατάταξη

 Η μελέτη των νεοελληνικών διαλεκτων δεν έχει ολοκληρωθεί και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει ακόμα οριστική κατάταξή τους. Εχουν επιχειρηθεί βέβαια κατά καιρούς διάφορες ταξινομήσεις, που κατατάσσουν τις διαλέκτους σε ομάδες με βάση είτε ορισμένα κοινά φωνητικά χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η αποβολή ή το κλείσιμο φωνηέντων (κώφωση, π.χ. «μισ’μέρ» =μεσημέρι), είτε άλλα κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η διατηρηση ή αποβολή του τελικού ν (π.χ. παιδίν- παιδί) ή άλλα (π.χ. σε δίνω-σου δίνω) κλπ.

Με βάση τη διατήρηση του τελικού ν οι νεοελληνικές διάλεκτοι μπορούν να καταταχθούν σε δύο κυρίως ομάδες, που χωριζονται αναμεταξύ τους με κάθετη περίπου γραμμή (τον 24ο μεσημβρινό) σε δυτικές, που αποβάλλουν το τελικό ν των ονομάτων (π.χ. παιδί) και σε ανατολικές, που το διατηρούν (παιδίν) ή το προσθέτουν (χώμαν, στόμαν). Ετσι έχουμε:

Δυτική ομάδα- Εδώ ανήκουν τα πελοποννησιακά, τα στερεοελλαδίτικα, τα ηπειρωτικά, τα επτανησιώτικα, τα θεσσαλικά, τα μακεδονικά, τα θρακικά, τα κυκλαδοκρητικά, τα κατωιταλικά κλπ. Η κατωιταλική διάλεκτος μιλιέται στη νότια Καλαβρία και στην περιοχή του Οτράντο της Ιταλίας, και είναι το τελευταίο απομεινάρι της γλώσσας των αρχαίων Ελλήνων αποίκων της Μεγάλης Ελλάδας.

 Ανατολική ομάδα – Εδώ ανήκουν τα δωδεκανησιακά και άλλα (Χίου, Ικαρίας), τα κυπριακά και τα μικρασιατικά, δηλαδή τα καππαδοκικά και τα ποντιακά. Οι δύο τελευταίες διάλεκτοι μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών (το 1922) μιλιούνται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπου έχουν εγκατασταθεί Πόντιοι και Καππαδόκες. Στη Μικρά Ασία η ποντιακη διάλεκτος μιλιόταν σε οκτακόσια περίπου χωριά των νοτίων παραλίων του Εύξεινου Πόντου, ενώ η καππαδοκική μιλιόταν από ελληνόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς σε είκοσι χωριά στην περιοχή της Ναζιανζού.

Τσακωνική Διάλεκτος – Δεν συγγενεύει με τις άλλες νεοελληνικές διαλέκτους. Μιλιέται σε εννέα χωριά της Κυνουρίας της Πελοποννησου ανατολικά από τον Πάρνωνα.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΗ

1. Διαμόρφωση μιας κοινής γλώσσας

 Είπαμε ότι η χαλάρωση των επαφών οδηγεί μια γλώσσα σε διαλεκτική διαφοροποίηση, όπως συνέβη π.χ. με την αρχαία ελληνική. Στην ιστορία των γλωσσών όμως παρουσιάζεται και η αντίθετη τάση: από μια κατάσταση διαλεκτικής διαφοροποίησης διαμορφώνεται και επιβάλλεται, πλάι στις τοπικές γλωσσικές ποικιλίες, μια κοινή γλώσσα. Αυτή βασιζεται συνηθως σε μια γλώσσα που μιλήθηκε η μιλιέται σε ένα μέρος, είναι δηλαδή ένα τοπικό ιδίωμα, όπως π.χ. η αττική διάλεκτος για την ελληνιστική κοινή. Το ιδίωμα τότε αποκτά για διαφόρους λόγους μεγάλο γόητρο και η χρήση του επεκτείνεται και γενικεύεται. Με την εξάπλωση αυτή χάνει την αρχική του καθαρότητα και μπορεί να προσλάβει στοιχεία από άλλα ιδιώματα. Ο ρόλος της λογοτεχνίας στην περίπτωση της κοινής γλώσσας είναι πάντοτε σημαντικός: ή διαμορφώνει το γλωσσικό τύπο της κοινής ή τον επικυρώνει.

2. Η νεοελληνική κοινή

Στα χρόνια της τουρκοκρατιας αρχίζει, αρκετά νωρίς, να διαμορφώνεται μια κοινή νεοελληνική γλώσσα. Από τους πρώτους που προσπαθούν να την περιγράψουν είναι ο Κερκυραίος Νικόλαος Σοφιανός, που στα 1540 περίπου γράφει τη «Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης». Την εποχή αυτή παρουσιάζεται και η πρώτη νεοελληνική λογοτεχνική γραπτή γλώσσα στην Κρήτη σε αξιόλογα λογοτεχνικά έργα (Ερωφίλη, Ερωτόκριτος κ.ά.), αλλά η άνθιση της κρητικής λογοτεχνίας σταματά αποτομα με την τουρκική κατάκτηση της Κρήτης το 1669. Η νεοελληνική κοινή διαμορφώνεται οριστικά τον 20ο αιώνα από τη λογοτεχνία και τη χρήση της γλώσσας στα αστικά κέντρα. Στηρίζεται στο γραμματικό τύπο των πελοποννησιακών ιδιωμάτων, τα οποία στάθηκαν αρκετά συντηρητικά, διατήρησαν δηλαδή στην ακεραιότερη μορφή και τον αρχαίο φωνηεντισμό και τον αρχαίο συμφωνισμό, σε αντίθεση με άλλα νεοελληνικά ιδιώματα, που αλλοίωσαν σοβαρά είτε τα φωνήεντα (βόρεια) είτε τα σύμφωνα (νοτιοανατολικά). Η νεοελληνική κοινή, οπως περιγράφεται στη Γραμματική και το Συνατακτικό, δεν έχει την απόλυτη ομοιογένεια της λαϊκης δημοτικής του Ψυχάρη, ο οποίος προσάρμοσε στη φωνητική και στη μορφολογία της δημοτικής όλους τους λόγιους τύπους, π.χ. περίφτωση, πλεροφορώ, βνωμοσύνη, οι καθηγητάδες κ.ά. Η σημερινή κοινή αποδέχεται τις λόγιες λέξεις με τη φωνητική μορφη που έχουν π.χ. πταίσμα, πραγματεία, ευθύνη, απόφθεγμα. Η μόνη προσαρμογή στις λόγιες λέξεις είναι η μορφολογική, δηλαδή κανονίζεται η κλίση τους σύμφωνα με το νεοελληνικό κλιτικό σύστημα, π.χ. ο αγώνας-του αγώνα, η ημέρα-της ημέρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αποδοχή των λόγιων λέξεων έδωσε στη νεοελληνική κοινή κάποια διμορφία στη φωνητική (π.χ. φτερό αλλά περίπτερο), καθώς και μερικούς διπλούς γραμματικούς τύπους (π.χ. κάθετοι και κάθετες). Οι διπλοτυπίες οφείλονται κάποτε και σε διαλεκτική ποικιλία (π.χ. αγαπούσα – αγάπαγα, έχομε-έχουμε, αγαπούσαν-αγαπούσανε, ακούν-ακούνε).

V. Η ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ

1. Αττικισμός

Προς το τέλος του 1ου αιωνα μ.Χ. εμφανίζονται μερικοι συγγραφείς, γραμματικοί και ρητοροδιδάσκαλοι, που δε γράφουν την ελληνιστική κοινή, τη γλώσσα της εποχής τους, αλλά τη γλώσσα των αττικών συγγραφεων της κλασικης εποχής. Στην ενέργειά τους αυτή παρακινούνται από την πίστη τους στην ανυπέρβλητη ανωτερότητα της αττικής διαλέκτου και από την αντίληψη ότι η γλώσσα της εποχής τους, κοινή και σχεδόν παγκόσμια, είναι προϊόν άγνοιας και ξεπεσμού, και γι’αυτό δεν πρέπει γράφεται. Το κίνημα αυτό ονομάστηκε αττικισμός, και οι συγγραφείς που έχουν ως ιδανικό πρότυπο τους την αττική διάλεκτο αττικιστές. ο πολύς λαός φυσικά δεν παρακολούθησε τα διδάγματα των αττικιστών και εξακολουθούσε να μιλάει και να γράφει τη γλώσσα της εποχής του. Οι περισσότεροι όμως συγγραφείς στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες αττικίζουν, μιμούνται δηλαδή συνειδητά το γραμματικό τύπο και τη συντακτική δομη της αττικης διαλέκτου, με αποτέλεσμα να επικρατεί ο αττικισμός στο γραπτό λογο. Λέξεις και καταλήξεις απαρχαιωμένες ανασύρονται από το παρελθόν και προβάλλονται ως δείγματα πολιτισμένης γλώσσας. Ετσι ως κριτήριο ορθής χρήσης θεωρείται το αν μια λέξη ή ένας τύπος βρίσκεται στα κείμενα των αττικών συγγραφέων του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., και οχι το αν χρησιμοποιείται στη γλώσσα της εποχής. Τα συγγράμματα αυτά είναι πολυ ενδιαφέροντα για μας σήμερα, όχι μόνο γιατί παρατηρούμε ότι οι συγγραφείς αυτοί δεν πετυχαίνουν πάντα να γράφουν σωστά την αττική διάλεκτο και συχνά χρησιμοποιούν τύπους που δεν υπήρξαν ποτέ σ’αυτήν, αλλά και γιατί μας δίνουν άφθονες πληροφορίες για την ελληνιστική κοινή, την ομιλούμενη γλώσσα της εποχής. Αυτό συμβαίνει όταν καταδικάζουν κάποια λέξη και συμβουλεύουν τους σύγχρονούς τους να μη χρησιμοποιούν αυτήν αλλά την αντίστοιχη αττική.

2. Βυζαντινή γραπτή γλώσσα

Οταν ο χριστιανισμός προσείλκυσε τις λαϊκές τάξεις και άρχισε να κατακτά τους μορφωμένους ελληνοφώνους, εγκατέλειψε τη λαϊκή γλώσσα τηε εποχής και χρησιμοποίησε αρχαιζουσα φιλολογικη γλώσσα. Αυτο έκαναν οι πατέρες της εκκλησίας, και μάλιστα οι μεγάλοι, όπως οι τρείς Ιεράρχες. Η αττικίζουσα γλώσσα των τελευταίων υπήρξε για χίλια χρόνια το πρότυπο όλης σχεδόν της επόμενης γραμματείας.

Η διγλωσσία που εγκαινιάζεται με τον αττικισμό θα συνεχιστεί σε όλη τη βυζαντινή περίοδο όπου η γραπτή γλώσσα, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, είναι αττικίζουσα όσο επιτρέπει η γλωσσική κατάρτιση του κάθε συγγραφέα.

3. Η καθαρεύουσα

α. Ιστορική ερμηνεία

Η καθαρεύουσα είναι η γλώσσα που πρωτοεμφανίζεται στα χρόνια της τουρκοκρατίας σαν συμβιβαστική μορφη ανάμεσα στο βυζαντινό αρχαϊσμό και στην ομιλούμενη γλώσσα. Ετσι η γλώσσα αυτή νεωτερίζει στη σύνταξη, αρχαϊζει όμως στη φωνητική, στη μορφολογία και στο λεξιλόγιο. Λίγες δεκαετίες πριν την επανάσταση του 1821, η σημασια της γραπτής γλώσσας γίνεται μεγάλη και οι πνευματικοί οδηγοι του έθνους μας αναζητούν μια γλώσσα κατάλληλη να υπηρετήσει το έθνος στην έξοδό του από το πνευματικό σκοτάδι. Μολονότι όμως υπήρξαν και συγγραφείς που χρησιμοποίησαν αρκετά απλή γλώσσα (με κάποιους ιδιωματισμους και αρχαϊσμούς), γενικά επικράτησαν οι αρχαϊστές κι έτσι εμποδισαν το έθνος να εκφραστει με τη γλώσσα του και να εγκαινιάσει μια νέα περίοδο πολιτισμού. Οι αρχαϊστές ξεκινουν απο την αντίληψη ότι η ομιλουμενη γλωσσα της εποχής τους είναι χυδαία και βάρβαρη, ιδιωματική και γραμματικά ανομοιογενής, δηλαδή γλώσσα που δεν είναι σε θέση να εκφράσει την τέχνη και την επιστήμη. Και ότι το ελληνικό έθνος με τις διάφορες ιστορικές περιπέτειές του ξέπεσε από το αρχαίο μεγαλείο και έχασε τη γλωσσα του απο αμάθεια. Για να αναγεννηθεί λοιπόν ο αμόρφωτος λαός και να αποκτήσει ξανά την προγονική δόξα και τον αρχαίο πολιτισμό και για να δημιουργήσει λογοτεχνία ισάξια με την παλιά, πρέπει να μάθει να μιλάει την αρχαία ελληνική γλώσσα. Αυτό το σκοπό τον επιδιώκει το ελεύθερο κράτος με ολόκληρο τον οργανισμό του: διοίκηση και δικαιοσύνη, εκκλησία και στρατός, τύπος και εκπαιδευση, όλα βοηθούν στην καλλιέργεια και διάδοση της νέας γραπτής γλώσσας.

β. Μορφή

Ετσι η καθαρεύουσα παρουσιάζεται να απομακρύνεται σε διαφορετικό βαθμό από την ομιλούμενη γλώσσα. Αλλοτε πλησιάζει πιό κοντά στην αρχαία ελληνική, και τότε ονομάζεται αρχαϊζουσα ή άκρατος ή αυστηρή καθαρεύουσα, και άλλοτε χρησιμοποιεί και στοιχεία της ομιλούμενης γλώσσας, και τότε ονομάζεται απλοποιημένη ή απλή καθαρεύουσα.

γ. Χαρακτηριστικά

Είναι δύσκολο να οριστούν τα χαρακτηριστικά της καθαρεύουσας, γιατί υπήρξε γλώσσα γραπτή, όχι ομιλουμένη, δηλαδή δεν χρησιμοποιήθηκε σε λόγο φυσικό και αβίαστο. Από τους διάφορους συγγραφεις χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα σε μεγάλη ποικιλία. γενικά μπορεί κανείς να συμπεράνει πως το ιδανικό της τείνει προς την αρχαία ελληνική. Ετσι εισάγονται από τα αρχαία ελληνικά, ή πλάθονται κατά τα αρχαία πρότυπα, λέξεις για να αντικαταστήσουν πολύ κοινές ξένες λέξεις, όπως «πίλος» για το ιταλικό καπέλο, «έωλος» για το τούρκικο «μπαγιάτικος», «περιθωράκιον» για το τούρκικο «γιλέκο», αλλά και κοινότατες ελληνικές, όπως «άρτος» αντί «ψωμί» και «οφθαλμός» αντί «μάτι». Οφείλουμε πάντως να παραδεχτούμε πως η προσπάθεια για τον εξελληνισμό του λεξιλογίου πέτυχε σε μεγάλο βαθμό κι έτσι αρκετές ξένες λέξεις αντικαταστάθηκαν από έλληνικές. Ετσι π.χ. Κώδικας: Η λογια λέξη αντικατέστησε την ξένη λέξη προέλευσης εφημερίδα γαζέτα ιταλικής φαρμακοποιός σπετσέρης >> συνταγή ρετσέτα >> αγορά μεϊντάνι τουρκικής παλαιστής πεχλιβάνης >> υπουργός μινίστρος λατινικής κ.ά.Δεν συνέβη όμως το ίδιο με την προσπάθεια εξαρχαϊσμού της φωνητικής και της μορφολογίας, όπου δεν μπόρεσαν να επικρατήσουν μορφές όπως «χανδάκι», «νύκτα», «κανδήλι», «περιέμενον», «θα υπάγωμεν» κλπ. δ. Αξιολόγηση Αξιολογώντας την προσφορά της καθαρεύουσας μπορούμε να θεωρήσουμε ως θετικό στοιχείο το μερικό εξελληνισμό του λεξιλογίου, ιδίως απο τουρκικές λέξεις που κληροδότησε στη γλώσσα μας η τουρκοκρατία, και το γεγονός ότι χρημιποιήθηκε ως γλωσσικό όργανο από το ναοσύστατο ελληνικό κράτος, όταν η δημοτική βρέθηκε ακαλλιέργητη. Από την άλλη μεριά όμως η καθαρεύουσα, με τη διαφορά που είχε σε όλες τις μορφές της από την ομιλουμένη γλώσσα, υπήρξε η αιτία της ελληνικής διγλωσσίας, που ήταν τεχνητή. Γιατί ρυθμίστηκε τεχνητά η νέα γραπτή γλώσσα μας σύμφωνα με τους κανόνες της αρχαίας γραμματικής και ανεξάρτητα με την ομιλούμενη γλώσσα. Ετσι ο ελληνικός λαός υποχρεωνόταν ως πριν λίγα χρόνια να έχει ως επίσημη γλώσσα του, γλώσσα της εκπαίδευσης, της επιστήμης, της διοίκησης, της νομοθεσίας κλπ μια γλώσσα (ή μια μορφή γλώσσας) διαφορετική από τη δική του, μια γλώσσα με γραμματικό και συντακτικό σύστημα διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιούσε καθημερινά. Η γλωσσική αυτή κατάσταση, που παρόμοιά της δεν υπάρχει σήμερα σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα, είχε δυσμενείς επιδράσεις στην εκπαίδευση και τη γενικότερη μόρφωση του Νεοέλληνα, ο οποίος δεν αποκτούσε τελικά γλωσσική κατάρτιση.

VI. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Είδαμε πως με την εμφάνιση του αττικισμού κατά τη ρωμαϊκή εποχή αρχίζει για τη γλώσσα μας η διγλωσσία, η οποία συνεχίζεται στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η καθαρεύουσα πρωτοεμφανιζεται εκείνη την εποχή, άλλοτε κατοχυρωμένη συνταγματικά και άλλοτε όχι, και κυριαρχει στο γραπτό λόγο γιά 2 περίπου αιώνες. Η καθαρεύουσα ξεκινάει βέβαια από το ρομαντικό ιδανικό της αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αυτό θα επιτυγχάνονταν με τη σχολική διδασκαλία που θα μπορούσε να δώσει ζωή σε μια γλώσσα με ασήμαντες, όπως πίστευαν, διαφορές από τη νέα ελληνική. Ετσι δημιουργείται η αντίθεση ανάμεσα στους δημοτικιστές, όπως ο Κωνσταντάς, ο ψαλλίδας κ.ά., και στους αρχαϊστές, όπως ο Ευγ. Βούλγαρης, ο Νεοφ. Δούκας κ.ά. Ανάμεσα στις δύο αυτές διαμμετρικά αντίθετες θέσεις στάθηκε ο Αδ. Κοραής, που διακήρυξε ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλλει στο λαό γλώσσα άλλη από τη δική του και υποστήριξε συμβιβαστικά ότι βάση του γραπτού μας λόγου πρέπει να είναι η ομιλούμενη γλώσσα, αφού την «καλλωπίσουμε» πρώτα. Ετσι η γλωσσική κατάσταση παρουσιάζεται με το κήρυγμα του Κοραή ως εξής: Κώδικας: Η λαϊκή λέξη γίνεται στους αρχαϊστές ενώ στον Κοραή ψάρι ιχθύς οψάριον λάδι έλαιον ελάδιον σαπούνι σάπων σαπώνιον γουρούνι χοίρος γουρούνιον νοικοκύρης οικοδεσπότης οικοκύριος μεσημέρι μεσημβρία μεσημέριον βγήκαν εξέβησαν εκβήκαν μπορείς δύνασαι εμπορείς γλιστρά ολισθαίνει εκλιστράΑν και όλοι σχεδόν οι παραπάνω τύποι που προτείνει ο Κοραης είναι ανύπαρκτοι στη δημοτική γλώσσα, και το γλωσσικό του κήρυγμα αποτελούσε κι αυτό ένα μετριασμένο καθαρισμό, εντούτοις η «κοραϊκή αίρεσις» πολεμήθηκε και από τις δύο πλευρές, τις οποίες προσπαθούσε να συμβιβάσει. Μετά τον Κοραή, σχεδόν ολόκληρος ο 19ος αιώνας κυριαρχείται εντονότερα από την καθαρεύουσα, η οποία μάλιστα εξαρχαϊζεται ακόμα περισσότερο. Το 1888 όμως εμφανίζεται το γλωσσικό κήρυγμα του Γιάννη Ψυχάρη με το ιστορικής σημασίας έργο του «Το Ταξίδι μου». Ο Ψυχάρης ξεκινάει από την αρχή ότι η γλώσσα είναι υποθεση όλων και όχι μόνο των γραμματισμένων. Σκοπος του γλωσσικου του προγράμματος είναι «να προκόψει, να μεγαλώσει το έθνος». Γι’αυτό πρέπει να καθιερωθεί η δημοτική ως γραπτή γλώσσα του έθνους και να γραφεί με απόλυτη γραμματική ομοιομορφία. Για να πλουτιστεί το λεξιλόγιο της δημοτικής, θα δανειστεί λέξεις και απο την αρχαία και από την καθαρεύουσα, αλλά όλες θα προσαρμοστούν, και στη φωνητική μορφή και στην κλίση τους, στη γραμματική της δημοτικής. Ετσι ο Ψυχάρης έγραψε «πλεροφορώ, βνωμοσύνη, αφιθέατρο, συγραφιάδες, ακροατάδες, ύποφτος, διέυτυση, μικροσκόπι, βιβλιοπουλείο, νεκροθαφείο, τω γραμμάτωνε και των τεχνώνε» κλπ. Το γλωσσικό κήρυγμα του Ψυχάρη αποτελεί ορόσημο για την πορεία του γλωσσικού μας ζητήματος, γιατί από τότε γίνεται συνείδηση πως μόνο με τη νεοελληνική γλώσσα είναι δυνατή η δημιουργία ενός νεοελληνικού πολιτισμού. Η λογοτεχνία γράφεται αποκλειστικά στη δημοτικη γλώσσα και αρχίζουν οι πρώτες κινήσεις για την εισαγωγή της στην εκπαιδευση και στους άλλους τομείς της ζωής μας. Ομως το γλωσσικό κήρυγμα του Ψυχάρη, καθως ζητουσε απόλυτη συμμόρφωση των λόγιων λέξεων στη φωνητικη και στο τυπικό της δημοτικής, δημιουργησε αρκετές επιφυλάξεις και αντιρρήσεις. Αυτές οδήγησαν, στις αρχές του αιώνα μας, σε ένα λιγότερο ομοιόμορφο σύστημα δημοτικής, η οποία διατηρεί τη γραμματική ενότητα και ομοιογένειά της όσο είναι δυνατό: αναγνώρισε τη λογια επίδραση στη φωνιτική και δέχτηκε μερικους λόγιους γραμματικούς τύπους. Στην περιγραφή και διάδοση αυτής της δημοτικης, που χρησιμοποιούμε σήμερα όλοι, η συμβολή του γλωσσολόγου Μανώλη Τριανταφυλλίδη υπήρξε τεράστια. Ο Τριανταφυλλίδης είναι εκείνος που μετά τον Ψυχάρη πρωτοστάτησε στο κίνημα του δημοτικισμού. Κατάρτισε ένα σχολικό γλωσσικό πρόγραμμα και παρακολούθησε από κοντά την εφαρμογή του στο δημοτικό σχολείο, όπου μπήκε η δημοτική ως γλώσσα των αναγνωστικών και ως όργανο διδασκαλίας για πρώτη φορά το 1917. Περιέγραψε τη νεοελληνική κοινή στη «Νεοελληνική Γραμματική (της δημοτικής)», που εκδόθηκε από το κράτος το 1941. Στην περιγραφή εκείνη, όπως είναι γνωστό, στηρίζεται η «Νεοελληνική Γραμματική» που χρησμιποιούμε σήμερα, με τις αναγκαίες προσαρμογές που επέβαλε η ως τώρα γλωσσική εξέλιξη.

VIII. Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΩΣ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΑΣ

α) Κοινά στοιχεία ανάμεσα στα αρχαία και στα νέα ελληνικά Εξετάζοντας γενικά την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως τις ημέρες μας διαπιστώνουμε πως στάθηκε συντηρητική στις αλλαγές της (αντίθετα με τις τευτονικές και ρομανικές γλώσσες όπου οι αλλαγές υπήρξαν βαθιές). Διατηρεί στη σημερινή της μορφή πάρα πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικης, ακόμα και της πανάχαιης ινδοευρωπαϊκης, απαράλλαχτα ή όμοια με τα αρχαια, και στη φωνητική ορφή (λιγότερα) και στην κλίση και στο λεξιλόγιο. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι η νέα ελληνική δε διαφέρει από την αρχαία στη δημιουργία νέου τυπικού όσο και στην απλοποίηση του τυπικού της αρχαίας. Η απλοποίηση αυτή συντελείται, όπως είδαμε, στα χρόνια της ελληνιστικής κοινής, ενώ από τότε ως σήμερα οι αλλαγές αυτές υπηρξαν ελάχιστες.

Ειδικότερα: – Η προφορά και η φωνητική μορφή των λέξεων από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες μένουν περίπου οι ίδιες, π.χ. αρχ. «λόγος», νεοελλ. «λογος», αρχ. «ημέρα», νέοελλ. «ημέρα». – Οι περισσότεροι γραμματικοί τύποι της αρχαίας διατηρούνται περίπου οι ίδοι σήμερα. Π.χ. «ο ουρανός, του ουρανού, τον ουρανό(ν), ουρανέ», «τρέχετε – έτρεχα»(στην ελληνιστική κοινή), «εγώ», «(ε)σύ», «(ε)μείς», «που», «άλλοτε», «πέρυσι», «δύο», «εννέα» κλπ. –

Στην παραγωγη και στη σύνθεση εξακολουθούν να σχηματίζονται λέξεις με τα ίδια στοιχεία όπως και στα αρχαία ελληνικά (π.χ. γράφω-γραφή-γραφέας-γραφείο- γράμμα-γραμματική-γραμματέας-γραμμάτιο-αγράμματος-κολλυβογράμματα κλπ) ή αναπτύχθηκαν νέες δυνατότητες (π.χ. ξενοδουλεύω) –

Παρατηρούμε επίσης σήμερα να λειτουργούν στη γλώσσα μας νόμοι πανάρχαιοι, όπως εκείνος που όριζε τη μετακίνηση του τόνου στη σύνθεση όσο το δυνατόν ψηλότερα από τη λήγουσα, έστω κι αν τα μακρόχρονα φωνήεντα εξισώθηκαν με τα βραχύχρονα στην προφορά. (π.χ. «κακόμοιρος», αλλά «κακομοίρης») Στο λεξιλόγιο, όπου γενικά παρατηρούνται πολλές και μεγάλες αλλαγές, η νέα ελληνική διατήρησε μεγάλο μέρος της παλιάς κληρονομιάς, και μπορούμε να σχηματίζουμε πάρα πολλές φράσεις με λέξεις αποκλειστικά αρχαίες, π.χ. «καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται», «ο πατέρας έγραψε χτες στην αδερφή του ένα θλιβερό γράμμα» κλπ – Στη σύνταξη είναι χαρακτηριστικη -αν και υπερβολική- η παρατήρηση ότι είναι τόσες οι ομοιότητες της νεοελληνικης με την αρχαία ώστε «άν άπαξ γνωσθή καλώς η σύνταξις τής νέας γλώσσης, είναι πλέον γνωστή κατά τό μέγιστον αυτής μέρος καί η σύνταξις τής αρχαίας» (Αχ. Τζάρτζανος).

β. Βασικές διαφορές της νέας από την αρχαία ελληνική

Ομως η νεοελληνικη γλώσα, φυσική και αναγκαία εξέλιξη της αρχαίας, μιλημένη αδιάκοπα για χιλιάδες χρόνια, παρουσιάζει και ποικίλες αλλαγές από την αρχαία γλώσσα. Μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες:

Στη φωνητική: – η απλοποίηση των συμφωνικών συμπλεγμάτων π.χ. «σπλάγχνα»(αρχ), «σπλάχνα» (νεοελλ). – η αποβολή σε πολλές διαλέκτους και στην κοινή του τελικού ν: «ξύλο», «έχομε», «το μαθητή» κλπ. – η εμφάνιση των νεοτέρων φθόγγων αντί των αρχαίων που εξαφανίστηκαν: «κελαηδώ, κορόιδο»

 Στη μορφολογία:- Παρατηρείται η τάση να διατηρείται το ίδιο φωνήεν σε όλους τους τύπους μιας κλιτής λέξης π.χ. «ο νοικοκύρΗς, του νοικοκύρΗ, οι νοικοκύρΗδες». Και στα ρήματα εμφανιζεται η τάση να μένει αμετάβλητο το σώμα της λέξης. – Στα ουσιαστικά παρατηρείται η τάση να τονίζονται όλες οι πτώσεις όπου τονίζεται η ονομαστική ενικού (π.χ. ο ανήφορος-του ανήφορου), ενώ στα επίθετα η τάση αυτη έχει επικρατησει καθολικά. Επίσης βασική θέση παίρνει η αιτιατική και αυτή ρυθμίζει πιά και την ονομαστική, π.χ. τον αγώνα-ο αγώνας, ενώ στα ρήματα από τα δύο ενεργητικά θέματα που απέμειναν βασικη θέση παίρνει το αοριστικό θέμα, που τροποποιεί και επηρρεάζει και το ενεστωτικό, π.χ. κατάλαβ-α, καταλαβαίνω (αρχ. καταλαμβάνω) κ.ά.

IX. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΣΗΜΕΡΑ

Ο Γεώργιος Χατζιδάκης, ένας από τους πρώτους γλωσσολόγους μας που μελέτησε επιστημονικά τη νεοελληνική κοινη και τα περιφρονημένα ως τότε ιδιώματά της, έγραψε, προς το τέλος του περασμένου αιώνα, ότι το γλωσσικό μας ζήτημα δεν είναι μονάχα γλωσσικό αλλά και κοινωνικό και ιστορικό. Οτι αυτό είναι ορθό είμαστε σε θέση να το εκτιμήσουμε τώρα που μελετησαμε την ιστορία της γλώσσας μας. Γιατι είδαμε τις ρίζες της νεοελληνικης διγλωσσιας να απλώνονται ως την εποχη του αττικισμού τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ο οποίος περνωντας με τη μορφή της λόγιας γραπτής γλώσσας από το Βυζάντιο φτάνει ίσαμε τα νεώτερα χρόνια με τη μορφή της καθαρεύουσας. Η γλώσσα αυτή φιλοδόξησε να αναστήσει την αρχαία ελληνική και να την αναβιωσει στα χείλη των Νεοελλήνων. Ομως η φιλοδοξια αυτή, παρ’ όλη την επίμονη και συστηματική γλωσσική διδασκαλια στο ελληνικό σχολείο και την επίσημη χρησιμοποίηση της καθαρευουσας από την εποχή που συστάθηκε το νεοελληνικό κράτος, δεν μπόρεσε ούτε την αρχαία ελληνική να αναβιώσει ούτε να κάνει την καθαρεύουσα γλώσσα ομιλούμενη. Τις βαριές κοινωνικές συνέπειες του αρχαϊσμού τις επεσήμανε ήδη ο Γεώργιος Χατζιδάκης. Προσπαθώντας με κάθε τρόπο, είπε, να κάνουμε ευγενέστερη τη γραπτή γλώσσα μς, αφήνουμε τον ελληνικο λαό στην αμάθεια. Αυτό το καταλαβαίνουμε καλύτερα, αν θυμηθούμε ότι η βασικη λειτουργία της επικοινωνίας δεν είναι δυνατό να συντελεστεί με ένα γλωσσικό όργανο που ο Νεοέλληνας αγνοεί ή μισοκαταλαβαίνει είτε ως ομιλητής είτε ως ακροατής. Γιατί η καθαρεύουσα, με την τεχνητή μορφολογία και σύνταξη, πνίγει τη λογοτεχνική συγκίνηση και την πνευματικη δημιουργία και περιορίζει την επίδρασή τους στο ευρύτερο κοινό, εμποδίζει την εκλαϊκευση της επιστήμης και τη διάδοση του θρησκευτικού κηρύγματος, δυσκολεύει κάθε κρατική λειτουργία, εκπαίδευση, διοίκηση, στρατό. Αλλά και γενικότερα, όπως επεσήμανε και ο Μ. Τριαφυλλίδης, η καθαρεύουσα «καλλιεργώντας τη ρητορεία και την κενολογια σε βάρος της ουσίας, απομακρύνει από την πραγματικότητα, δυσκολεύει την ακριβολογημένη σκέψη, κρίση και έκφραση και με τη γλωσσική ασάφεια και ανειλικρίνεια και με τον ψυχικο διχασμο που απλώνει σε ολόκληρο το έθνος υποθάλπει τη νεοελληνικη αοριστια, το απελπιστικό «περίπου», και επιδρά επιζήμια και στους χαρακτήρες». Η γλωσσικη διδασκαλία στα νεότερα χρόνια πέρασε απο διάφορες φάσεις, όταν άλλοτε επιβάλλονταν στο σχολείο η καθαρευουσα και άλλοτε επικρατούσε η δημοτική. Αξιoσημείωτη υπήρξε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964, όταν η δημοτική καθιερώνεται ως γλώσσα του δημοτικου σχολειου, ενω στο γυμνάσιο διδασκόταν και η γραμματικη και το συντακτικό της καθαρεύουσας. Η μεταρρύθμιση εκείνη άνοιξε το δρόμο για την οριστική λύση του γλωσσικού μας ζητήματος. Ο τερματισμός της τεχνητής διγλωσσίας με την καθιέρωση από το κράτος της δημοτικής ως αποκλειστικής γλώσσας, πρώτα (το 1976) στην εκπαίδευση και έπειτα (το 1977) στη διοίκηση, έδωσε ανώτερη ποιότητα στη ζωή μας και συνέβαλε στη γενικότερη πολιτιστικη μας ανάπτυξη. Αυτο το είχε παρατηρήσει επιγραμματικά το 1976 ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, όταν έλαβε την ιστορική απόφαση για την καθιερωση της δημοτικης: «Η λύση του γλωσσικού θα διευκολύνει την αρτιότερη μόρφωση την ελληνοπαίδων και θα ανεβάσει το επιπεδο της πνευματικής μας ζωής». Με την καθιέρωση της δημοτικής το έθνος αποκτά ενιαία γραπτή γλώσσα που θεμελιώνεται πάνω στην προφορικη. Η ενέργεια αυτή συμβολίζει την απόφαση του νέου ελληνισμού να διεκδικήσει τη θέση του μέσα στο σύγχρονο κόσμο βασισμένος στις εθνικές του δυνάμεις, αφομοιώνοντας από το ιστορικό παρελθόν όλα τα ωφέλιμα για την προκοπη του στοιχεια. Η γλώσσα μας, καλλιεργημένη σε εθνικό επίπεδο, θα μας ενώσει όλους πνευματικά και κοινωνικά και θα γίνει το όργανο για να εκφραστει ο νεοελληνικος πολιτισμός και η νεοελληνική ιδιοφυία μας.

(Από το βιβλίο του Δημ. Τομπαϊδη «Επιτομή της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, Εκδοσης ΟΕΔΒ, 1984, Αθήνα.)

Posted in Γλώσσα & Πολιτισμός | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: