βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 28 Δεκεμβρίου 2009

Ελληνική και δυτική Οικουμένη

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 28 Δεκεμβρίου 2009

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

     Η Ορθοδοξία είναι η ελληνική Οικουμένη, όπως το Ισλάμ είναι η αραβική Οικουμένη και η σημερινή Δύση δεν είναι παρά η αγγλοσαξωνική Οικουμένη. Κάθε οικουμενικός πολιτισμός έχει τους εθνικούς φορείς του, όπως έχει και τη δική του περί έθνους αντίληψη. Στην πάλη των εθνών συχνά αντιπαρατίθενται διαφορετικές εκδοχές οικουμενικότητας, πράγμα που αδυνατούν να το αντιληφθούν όσοι διαχωρίζουν μηχανιστικά το «εθνικό» από το «οικουμενικό» και τα αντιπαραθέτουν. Ακόμα και ο ρατσισμός δεν στερείται «οικουμενισμού». Ας θυμηθούμε τον χιτλερικό ρατσισμό, που μέσω της «Νέας Τάξης» του, στόχευε σε μια οικουμενική χιλιετία διαφορετικού τύπου.

     Η Ορθοδοξία θεωρούμενη ιστορικά (όχι θεολογικά) είναι η οικουμενική ολοκλήρωση του ελληνισμού, η αναγωγή του δικών του κριτηρίων και αξιών σε πρότυπο καθολικό, διεθνικό.

     Η καθολικότητα των προτύπων δημιουργεί οικουμενικότητα και παρέχει στους εθνικούς φορείς τους δυνατότητες ηγεμονίας. Στην ελληνική περίπτωση η ηγεμονία δεν είναι πολιτική και οικονομική, ενός έθνους πάνω σε άλλα έθνη. Είναι ηγεμονία κυρίως πνευματική. Δεν έχει εξουσιαστικό περιεχόμενο. Και ανατρέπεται όταν χάνει τον πνευματικό της χαρακτήρα. Αδιάψευστη ανά τους αιώνες μαρτυρία είναι ο θρύλος του Μεγαλέξανδρου στην Ανατολή και των Βυζαντινών Ελλήνων στον σλαβικό κόσμο.

     Φυσικά το αληθινά καθολικό είναι διαχρονικό και υπόκειται στη διάκριση ιδανικού-πραγματικού. Τίθεται επομένως το ερώτημα: Είναι «αληθινή» η καθολικότητα των ελληνικών προτύπων; Ή όφειλαν την οικουμενική ακτινοβολία τους σε συγκυριακούς-ιστορικούς παράγοντες; Πάντως η καθολικότητα των ελληνικών προτύπων αμφισβητήθηκε με επιτυχία από τον Μωάμεθ και τον Καρλομάγνο και τελικά ανετράπη. Η ανάδυση της ισλαμικής οικουμενικότητας στην Ανατολή και της φραγκικής στη Δύση περιθωριοποίησαν την ελληνική. Η αμφισβήτηση αυτή θίγει μόνο την ιστορική πραγματοποίηση των ελληνικών προτύπων ή αφορά και το βιοθεωρητικό τους δυναμικό;

     Αντίστοιχα ερωτήματα προκύπτουν για τον δυτικό (σήμερα αγγλοσαξωνικό) τύπο οικουμενικότητας. Το «χάσμα» Βορρά-Νότου, η κοινωνία των «δύο τρίτων», το ασυμβίβαστο μεταξύ του κυρίαρχου συστήματος αξιών-αναγκών, αφ’ ενός, και της επιβίωσης της ζωής στον πλανήτη, αφ’ ετέρου, συνειδητοποιούνται ευρύτατα και πλήττουν στον πυρήνα του τον δυτικό πολιτισμό . Ουσιαστικά έχουμε μπει σε γενικότερη πολιτισμική καμπή: Η ανθρωπότητα θα αναζητήσει μια νέα καθολικότητα, μια νέα οικουμενικότητα, ή θα δεχθεί ότι δεν υπάρχει μία μόνο μορφή Οικουμένης και θα συμβιβαστεί με τον πολιτιστικό πλουραλισμό;

     Για τους δυτικιστές και πλείστους των αντιδυτικιστών «ελληνιζόντων», ελληνικά πρότυπα που δεν έγιναν δεκτά από το Βυζάντιο βρήκαν τη θέση τους στη Δύση. Δεν είναι σαφές τι ακριβώς εννοούν, πέρα από την άρνηση του κριτικού πνεύματος, με την οποία συνήθως ταυτίζουν την Ορθοδοξία, πέρα δηλαδή από μια έμφαση στην ελευθεριότητα του ατομικού λόγου. Αποδεικνύεται όμως εύκολα ότι η δυτική «ελληνικότητα» είναι εν πολλοίς παρανόηση και παραχάραξη, δεδομένου ότι η ταύτιση κοινωνείν-αληθεύειν αποτελεί την κεντρική και συγχρόνως την ηγετική παράδοση στον αρχαίο ελληνισμό. Τα στοιχεία που η Δύση εμφανίζει ως «ελληνικά» ανήκαν μάλλον σε περιφερειακές παραδόσεις του αρχαίου ελληνισμού και καθώς αποσπάστηκαν από το πλαίσιο τους δεν είναι δυνατόν να είχαν πράγματι το νόημα που τους αποδίδεται.

     Η έκλειψη των ελληνικών «αξιών» συμπίπτει με την άνοδο των δυτικών προτύπων -προτύπων με αδοκίμαστες προοπτικές παγκοσμιότητας. Αυτές οι προοπτικές αποδείχνονται σήμερα ανυπόστατες και η ακτινοβολία τους άρχισε ήδη να εξαντλείται. Η «έκλειψη» λοιπόν παρέρχεται και οι κυριαρχούμενες παραδόσεις συνέρχονται σαν από βαριά υπνωτική επήρεια. Ήδη η «περιφερειακή» διανόηση «αφυπνίζεται» σε παγκόσμια κλίμακα. Η δική μας τολμά για πρώτη φορά να υποστηρίξει ότι ο ελληνισμός δεν ταυτίζεται με τη δυτική του παραχάραξη. Η θεολογική «άνοιξη» της δεκαετίας του ’60 ανάγεται σ’ αυτό το ευρύτερο πλαίσιο. Είναι τυχαίο ότι αντίστοιχες «αναγεννητικές τάσεις» εμφανίζονται σε όλες τις μεγάλες θρησκείες τη δεκαετία του ’60 και έπειτα (ακόμα και στον μαρξισμό!);

     Σε μια τέτοια βάση ανακύπτει και το ερώτημα: Τι περιμένουμε από την «αυθεντική» Ορθοδοξία; Ζητούμε τη μετάβαση ξανά σε έναν μετα-ορθολογικό πολιτισμό, βασισμένο στην επανανακάλυψη του Προσώπου, στην αποκάλυψη του Τριαδικού; Αν το πέρασμα από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο αντιπροσωπεύει τη στροφή από τον Κόσμο στο Πρόσωπο, μήπως κάτι ανάλογο είναι και σήμερα, στις νέες ιστορικές συνθήκες, το κυοφορούμενο και εναγωνίως ζητούμενο;

     Αν προσδοκούμε την «αναβίωση» της ελληνικής οικουμενικότητας πρέπει να λάβουμε υπόψη την ιστορική διαφοροποίηση του εθνικού φορέα της. Φορέας της Ορθοδοξίας στο κατώφλι του 21ου αιώνα δεν είμαστε μόνο εμείς αλλά και οι Σέρβοι, οι Ρουμάνοι, οι Ρώσοι, οι ορθόδοξοι λαοί γενικά. Οι «αναδελφισμοί» είναι ανυπόστατα[18] ιδεολογήματα. Η αλλοτρίωση της ελληνικής Οικουμένης αντανακλά τη μείζονα καθίζηση (τον αλλοτριωτικό εκδυτικισμό) όλων των ορθοδόξων εθνών.

     Ανυπόστατοι είναι και οι ενδεχόμενοι μεσσιανικοί ελληνοκεντρισμοί, πριν απ’ όλα για πληθυσμιακούς λόγους. Είμαστε σήμερα δεκαπέντε περίπου εκατομμύρια οι Έλληνες και λιγοστεύουμε αδυσώπητα. Η «μαγιά» έχει χαλάσει. Η «υπογεννητικότητα» είναι διαπιστωμένη. Όταν όμως φτιάχναμε την ελληνική Οικουμένη το ποσοστό μας επί του συνολικού πληθυσμού της Γης ήταν 5% -όσο περίπου είναι σήμερα το ποσοστό των ΗΠΑ, της ΕΟΚ και της τέως κραταιάς Ρωσίας[19]. Αν λοιπόν μιλάμε για τον ρόλο της «ελληνικής Οικουμένης» στον «γενναίο καινούργιο κόσμο» μας, πρέπει να τοποθετούμαστε στον ορίζοντα των ορθοδόξων εθνών. Μόνο σ’ αυτό τον ευρύτερο ορίζοντα υπάρχει και η πιθανότητα να αποφύγουμε τον τελικό στραγγαλισμό. Η επιβίωση, ιδιαίτερα των μικρών εθνών, θεμελιώνεται μόνο σε εκείνα τα στοιχεία του εθνικού πολιτισμού που έχουν οικουμενική διάσταση[20].

 


[18] Ο χαρακτηρισμός του «ανάδελφου» αποδίδεται κυρίως στους Έλληνες και τους Εβραίους. Για μεν τους Εβραίους που είναι ένας λαός κλειστός τούτο ίσως να φαίνεται εύλογο. Το να χαρακτηρίζεις όμως έτσι τον πιο ανοιχτό στις αλληλεπιδράσεις λαό, όπως εμείς, μου φαίνεται τελείως εξωφρενικό. Αν ουσία του έθνους είναι πολιτισμική, η συγγένεια με άλλα έθνη προκύπτει στο μέτρο που υφίσταται κοινότητα παραδόσεων. Δεδομένου ότι όλοι δηλώνουν ότι πήραν από μας τα «φώτα του πολιτισμού» (κι εμείς καμαρώνουμε) και ότι για μια τεράστια ιστορική περίοδο χιλίων ετών θεωρούσαμε αδελφά έθνη τους άλλους λαούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας, πώς νομιμοποιούμαστε να αυτοχαρακτηριζόμαστε ανάδελφοι; Εκτός και αν συγχέουμε την εχθρότητα με την έλλειψη συγγένειας. Αν εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες αισθανόμαστε ανάδελφοι ας αναζητήσουμε καλύτερα τις αιτίες στο χαμηλό πολιτιστικό μας επίπεδο και όχι σε κάποιο αναλλοίωτο εθνικό γονίδιο.

[19] Όσο για την αρχαία Ελλάδα, είχε 1 εκατομμύριο πληθυσμό το 1000 π.Χ. στο σύνολο των 10 εκατομμυρίων της Ευρώπης και 3 εκατομμύρια το 450 π.Χ., όταν ολόκληρος ο πλανήτης δεν ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια και η Ευρώπη τα 20. Και όλα αυτά παρά τη μετανάστευση 500 χιλιάδων ατόμων. Οι ελληνικοί πληθυσμοί, μαζί με τις αποικίες και την ελληνική Μικρά Ασία, ξεπερνούσαν τα 5 εκατομμύρια, το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή σαν ποσοστό η αρχαία Ελλάδα είχε τα μεγέθη των ΗΠΑ και της σημερινής ΕΣΣΔ! Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε ευκολότερα το «ελληνικό θαύμα».
(Με άλλα λόγια θα έπρεπε οι Έλληνες να φτάνουν σήμερα τα 200 εκατομμύρια! Τι απέγιναν; Την απάντηση την έχει δώσει ο Μακρυγιάννης. Ένα από τα «θεριά» που τους έφαγαν είναι οι Τούρκοι, που όταν ήρθαν στη Μικρασία δεν αριθμούσαν ούτε 5 χιλιάδες. Αυτό αποτελεί και ένα ακόμη επιχείρημα που ανατρέπει τη λογική του αναδελφισμού «από τα μέσα». Δεν είμαστε ανάδελφοι γιατί φυλετικά είμαστε συγγενείς, πριν απ’ όλα, με τους μικρασιατικούς λαούς, που δηλώνουν σήμερα Τούρκοι. Αν ο ορισμός του έθνους είναι φυλετικός (καταγωγή) τότε οι «Τούρκοι» είναι τόσο «Έλληνες» όσο και εμείς.)

[20] Και όχι, όπως τραγικά νομίζουμε, στην εθνική αποκλειστικότητα, την ιδιορρυθμία και τη φολκλορική «αξιοποίησή» τους. Βλ. και 4ο κεφ. 1ου μέρους του παρόντος.

 

Απ’ το βιβλίο: Θεόδωρος Ζιάκας, Έθνος και παράδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις
Το κείμενο παρατίθεται χωρίς παραπομπές.

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Το πολυτονικό ζήτημα σήμερα και νέες τεχνολογίες

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 28 Δεκεμβρίου 2009

 Συνέντευξη τοῦ Γιάννη Χαραλάμπους στὸ περιοδικὸ ΒΗΜΑMen (25/12/2008)

Μπορεῖτε νὰ μᾶς πεῖτε δύο λόγια γιὰ τὸν ἑαυτό σας. Μὲ τί ἀκριβῶς ἀσχολεῖσθε; πῶς βρεθήκατε στὴ Γαλλία;

Ἀπόφοιτος τοῦ Λεοντείου Λυκείου Πατησίων, ἔφυγα τὸ 1979 στὴν Γαλλία γιὰ σπουδὲς καὶ ἔκτοτε ζῶ ἐκεῖ. Ἀπὸ τὸ 2001 διδάσκω Πληροφορικὴ στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Τηλεπικοινωνιῶν τῆς Βρετάνης (Télécom Bretagne), στὴν πόλη τῆς Βρέστης. Τὸ ἕτερον ἥμισύ μου εἶναι ἐπίσης Ἑλληνίδα καὶ ἔχουμε δύο ὑπέροχες κοροῦλες, 5 καὶ 11 χρονῶν.

Ποιά εἶναι ἡ σχέση σας μὲ τὴ τυπογραφία;

Τὰ τελευταῖα 20 χρόνια ἀσχολοῦμαι ἑρευνητικὰ μὲ τὴν ψηφιακὴ τυπογραφία καὶ τὸ ἠλεκτρονικὸ ἔγγραφο. Εἰδικότερα ἔχω ἐργασθεῖ ἐκτεταμένα πάνω στὴν διαφύλαξη τῆς τυπογραφικῆς παράδοσης διὰ μέσου τῶν νέων τεχνολογιῶν καὶ πάνω στὴν διεθνοποίηση τοῦ ἠλεκτρονικοῦ κειμένου.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι, μέσῳ τοῦ βιβλίου καὶ τοῦ Διαδικτύου, ὁ γραπτὸς λόγος παίζει ὁλοένα καὶ σημαντικότερο ρόλο στὴν ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία. Ἀντλώντας ἀπὸ τὸ μεσαιωνικὸ χειρόγραφο οἱ τυπογράφοι τῶν τελευταίων πέντε αἰώνων ἀνέπτυξαν ἕνα σύνολο ὁπτικῶν μεθόδων (τὴν «τυπογραφικὴ παράδοση») ποὺ ἀποσκοποῦν στὸν ἐμπλουτισμὸ τοῦ μηνύματος ποὺ μεταφέρει τὸ ἔντυπο κείμενο. Τὶς τελευταῖες δεκαετίες ὅμως ἡ τυπογραφικὴ παράδοση κινδυνεύει ἀπὸ τὶς διαδοχικὲς ἀλλαγὲς τεχνολογίας ποὺ ὑπέστη τὸ γραπτὸ ἔγγραφο. Πάρτε ὡς ἁπλὸ παράδειγμα τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν μονοτυπία στὴν φωτοσύνθεση, καὶ ἔπειτα στὸν Η/Υ: καθεμία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀλλαγὲς ἐπέφερε καὶ μία ποιοτικὴ πτώση τοῦ ἐγγράφου.

Τί σᾶς ὁδήγησε στὴ τυπογραφία; Ποιά ἦταν ἡ πρόκληση;

Ἡ πρόκληση ἦταν νὰ περάσει ἡ «ψυχὴ» τοῦ βιβλίου στὸν Η/Υ. Νὰ καταλάβω δηλαδὴ ποιές ἦταν οἱ μέθοδοι τῶν παραδοσιακῶν τυπογράφων καὶ νὰ τὶς ἐφαρμόσω σὲ πληροφοριακὰ συστήματα, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ μικροσκοπικὸ ἐπίπεδο (οἱ παραμικρὲς λεπτομέρειες στὴν χάραξη τῶν τυπογραφικῶν στοιχείων) καὶ καταλήγοντας στὸ μακροσκοπικὸ (λέξεις, παράγραφοι, σελίδες, τὸ βιβλίο, ἡ ψηφιακὴ βιβλιοθήκη). Τὸ ἔργο αὐτὸ ξεκίνησε ὁ μεγάλος πληροφορικὸς καὶ ἐκλεκτὸς φίλος Donald E. Knuth στὸ Stanford. Ὁ Knuth ὅμως περιορίσθηκε στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο. Ἐγὼ προσπάθησα νὰ τὸ συνεχίσω γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες γραφὲς τοῦ κόσμου. Ταυτόχρονα ἐξελίχθηκαν καὶ οἱ τεχνολογίες τοῦ Διαδικτύου, καὶ ἀνοίχθηκαν νέοι ὁρίζοντες στὸ ἡλεκτρονικὸ κείμενο.

Τὸ 1994 ἱδρύσαμε μὲ τὴν σύζυγό μου ἕνα ἐργαστήρι ἠλεκτρονικῆς στοιχειοθεσίας καὶ σελιδοποίησης (τὸ Atelier Fluxus Virus). Στὸν ἑλληνικὸ χῶρο γνωρίσαμε ἄτομα ποὺ εἶχαν τὴν ἴδια δίψα γιὰ τὴν διατήρηση τῆς παραδοσιακῆς τυπογραφίας (ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι τὰ βιβλία τῶν Ἑλλήνων «μαστόρων τῆς μονοτυπίας» ἦταν ἔργα τέχνης ποὺ κέρδισαν πάμπολλα βραβεῖα σὲ διεθνεῖς ἐκθέσεις). Ὁραματιστὲς καὶ πρωτοπόροι ἐκδότες ὅπως ἡ Τζούλια Τσιακίρη καὶ ὁ Σταῦρος Πετσόπουλος μᾶς ἀνέθεσαν τὴν στοιχειοθεσία βιβλίων μὲ τὴν νέα μέθοδο ποὺ ἀναπτύξαμε: τὴν «ψηφιακὴ μονοτυπία», ποὺ ἀποσκοπεῖ νὰ παράγει ἀποτέλεσμα πανομοιότυπο μὲ αὐτὸ τῆς παραδοσιακῆς μονοτυπίας. Μέχρι σήμερα στοιχειοθετοῦμε ὅλα τὰ βιβλία τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου Τὸ Ροδακιὸ καὶ συνεισφέρουμε ἔτσι, ἐξ ἀποστάσεως, στὴν τυπογραφικὴ πορεία τῆς χώρας μας.

Γιὰ ποιό λόγο ἐπιμένετε στὴ χρήση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος;

Γιατὶ πιστεύω ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα μεταφέρουν πληροφορία ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Τὸ μονοτονικὸ ἐπιβλήθηκε τὸ 1982 γιὰ λόγους ψηφοθηρικοὺς (τὸ ΠΑΣΟΚ δὲν εἶχε πλέον ἄλλη μεταρρύθμιση νὰ κάνει στὸν τομέα τῆς γλώσσας, ἀφότου ἡ ΝΔ εἶχε ἤδη θεσπίσει τὸ 1976 τὴν δημοτικὴ ὡς ἐπίσημη γλώσσα τοῦ κράτους) καὶ κερδοσκοπικούς (τὸ λόμπυ τοῦ ἡμερήσιου τύπου ἔκανε σημαντικὲς οἰκονομίες στὴν στοιχειοθεσία τῶν κειμένων).

Γιὰ ποιό λόγο πιστεύετε ὅτι τὸ πολυτονικὸ σύστημα δὲν εἶναι ξεπερασμένο ἢ ἄχρηστο;

Τὸ μονοτονικὸ στηρίζεται στὴν (ἐσφαλμένη) ἄποψη ὅτι πρέπει σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες (γαλλική, γερμανική, βιετναμεζική, κ.λπ.) τὰ διακριτικὰ σημεῖα νὰ λειτουργοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, δηλαδὴ ὁ ρόλος τους νὰ εἶναι καθαρὰ φωνητικός. Ἡ δική μας γλώσσα ὅμως λειτουργεῖ διαφορετικά. Στὴν ἑλληνικὴ τὰ μὲν πνεύματα μεταφέρουν πληροφορία ἐτυμολογικῆς φύσεως (ὁ «ἐπίτιμος» παίρνει ψιλὴ γιατὶ τὸ ἔψιλον ἀνήκει στὴν πρόθεση «ἐπὶ» ἐνῷ ὁ «ἑπόμενος» παίρνει δασεία γιατὶ προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ἕπομαι»), οἱ δὲ τόνοι μεταφέρουν πληροφορία μορφολογική (ἡ λέξη «τὰ ὡραῖα» παίρνει περισπωμένη ἑνῷ «ἡ ὡραία» παίρνει ὀξεία). Μπορεῖ λοιπὸν τὰ σημάδια αὐτὰ νὰ μὴν ἀλλάζουν τὴν προφορά, ἀλλὰ λειτουργοῦν μὲ ἄλλον τρόπο καὶ ἡ πληροφορία αὐτὴ ποὺ μεταφέρουν μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη.

Τὸ πολυτονικὸ ὄχι μόνο δὲν εἶναι ξεπερασμένο ἀλλὰ ὁ ρόλος του εἶναι ὅλο καὶ πιὸ σημαντικός. Ἀπὸ τότε ποὺ τὸ Διαδίκτυο ἐξαφάνισε τὰ γεωγραφικὰ σύνορα τῆς πληροφορίας, ἡ ταυτότητα τοῦ ἀτόμου δένεται ὅλο καὶ πιὸ ἔντονα μὲ τὴν γλώσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ. Στὸ Διαδίκτυο «εἴμαστε αὐτὸ ποὺ γράφουμε». Ἡ γλώσσα ὅμως ποὺ γράφουμε σήμερα εἶναι φτωχὴ γιατὶ εἶναι ξεκομμένη ἀπὸ τὴν ἱστορία της. Τὰ τελευταῖα τριάντα χρόνια, μὲ τὸ πρόσχημα τοῦ ἐκμοντερνισμοῦ, οἱ ὑπερβολὲς τοῦ φανατικοῦ δημοτικισμοῦ καὶ τὸ μονοτονικὸ ἔπληξαν τὴν ἱστορικὴ ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Εἶναι σὰν νὰ ὑπάρχουν σήμερα δύο γλωσσικὲς μορφές: ἡ ἀρχαία (μὲ τόνους καὶ πνεύματα, ποὺ ἀπωθοῦν τὸν νέο ἀναγνώστη) καὶ ἡ νέα (συμβολογραφικὰ πιὸ πτωχὴ καὶ ἄρα πιὸ «προσιτή»). Βιώνουμε λοιπὸν τὸ παράδοξο νὰ θέλουμε οἱ νέοι νὰ κληρονομήσουν τὸν ἐθνικὸ πολιτιστικό μας πλοῦτο καὶ ταυτόχρονα νὰ τοὺς φράζουμε τὸν δρόμο κρύβοντάς τους τὴν ἱστορικὴ ἑνότητα τῆς γλώσσας μας.

Ποιές εἶναι οἱ ἀρετὲς τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος;

Οἱ ἀρετὲς τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος εἶναι οἱ ἀρετὲς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἀφοῦ εἶναι (ἐπὶ σχεδὸν δύο χιλιετηρίδες) ἀναπόσπαστο στοιχεῖο της. Οἱ περισσότερες λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦμε στὴν καθημερινή μας ζωὴ ὑπῆρχαν κιόλας τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου. Φυσικὰ ἐξελίχθηκαν μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, τόσο νοηματικὰ ὅσο καὶ μορφολογικά, καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ διαχρονική τους ἐξέλιξη εἶναι μέρος τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ταυτότητάς μας. Οἱ ἀρχαῖοι πρόφεραν διαφορετικὰ τὰ δασυνόμενα καὶ μὴ φωνήεντα, τὰ ὀξύτονα καὶ τὰ περισπώμενα, ὅπως ἄλλωστε πρόφεραν καὶ διαφορετικὰ τὸ ὄμικρον καὶ τὸ ὠμέγα, ἢ τὸ ἰῶτα, τὸ ἦτα καὶ τὸ ὕψιλον. Ὁ προφορικὸς λόγος ἐκείνης τῆς ἐποχῆς σεβόταν αὐτὲς τὶς διαφορές. Σιγὰ-σιγὰ ἄλλαξε ἡ προφορὰ τῆς γλώσσας ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη διαφοροποίησης τῶν γραμμάτων παρέμεινε, καὶ γι᾿ αὐτὸ καὶ παρέμειναν καὶ τὰ σύμβολα αὐτὰ στὸν γραπτὸ λόγο ἐπὶ τόσους αἰῶνες. Σήμερα συνεχίζουμε νὰ γράφουμε τὴν «πείρα» μὲ ἔψιλον-ἰῶτα καὶ τὸ «πῆρα» μὲ ἦτα, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἡ προφορά τους εἶναι ἡ ἴδια· ὁ ἴδιος ἀκριβῶς μηχανισμὸς ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα.

Θεωρεῖτε ὄτι εἶναι ἐφικτὴ ἡ ἐπιστροφὴ στὸ πολυτονικό; Τί θὰ ἀποκομίσει ὁ σημερινὸς ἀναγνώστης ἀπὸ τὴν (ἐπαν)εισαγωγή του στὸ πολυτονικό;

Τὸ πολυτονικὸ θὰ ἐπανέλθει τὴν μέρα ποὺ ὁ Ἕλληνας θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι οἱ τόνοι εἶναι ἕνα κομμάτι τῆς πολιτιστικῆς του κληρονομιᾶς ποὺ τοῦ ἐκλάπη ἀπὸ ἐπιπόλαιους πολιτικοὺς ὑποβοηθούμενους ἀπὸ ἀσυνείδητους γλωσσολόγους. Ὅταν θὰ καταλάβει ὅτι, πέρα ἀπὸ ἰδεολογίες καὶ θρησκεῖες, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἀδιάκοπα ὁδεύει πρὸς τὴν μαζικὴ διεθνοποίηση, ἡ γλώσσα εἶναι τὸ μικρὸ ἰδιωτικό του περιβόλι, ἡ καλλιέργεια τοῦ ὁποίου θὰ τοῦ χαρίσει τὴν πολυπόθητη ἰσορροπία καὶ αὐτογνωσία. Ὅλο καὶ πιὸ πολὺ προσέχουμε τί τρῶμε, τί φορᾶμε, ποῦ κατοικοῦμε, τί καταναλώνουμε… θὰ ἔρθει ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐξετάσουμε καὶ τὸ πῶς μιλᾶμε, ποιές εἶναι οἱ λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦμε, καὶ ποιό εἶναι τὸ βάρος τους. Ὅταν ξαναβρεῖ ὁ Ἕλληνας αὐτὴ τὴν εὐαισθησία στὸ γλωσσικὸ ἐργαλεῖο, τότε μὲ πᾶσα φυσικότητα θὰ ἀποχωρισθεῖ τὸ μονοτονικὸ ὡς ἀποτυχημένη ἀπόπειρα ἀλλοτρίωσής του. Ὁ ἀείμνηστος Τσάτσος ἔγραφε ὅτι τὸ «μονοτονικὸ ἔκανε τὴν γλώσσα μας ἀπὸ στερεομετρία, ἐπιπεδομετρία», εὔχομαι κάποια μέρα ὁ Ἕλληνας νὰ θελήσει νὰ ξαναβρεῖ αὐτὴ τὴν χαμένη διάσταση.

Στὸν ἱστοχῶρο τῆς Κίνησης Πολιτῶν γιὰ τὴν Ἐπαναφορὰ τοῦ Πολυτονικοῦ http://www.polytoniko.gr ἔχουμε ἀναρτήσει μαρτυρίες ἐπωνύμων καὶ ἀνωνύμων, πληθώρα ἱστορικῶν ντοκουμέντων καὶ κειμένων (ἀπὸ τὴν «Δίκη τῶν Τόνων» μέχρι σήμερα), καὶ ἄλλο ὑλικὸ ποὺ θὰ βοηθήσει ὅποιον θέλει νὰ ἐνημερωθεῖ πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα.

Χρησιμοποιεῖτε τὸ πολυτονικὸ στὴν καθημερινή σας ζωή; (email, κ.λπ.)

Προσωπικὰ δὲν χρησιμοποιῶ ποτὲ καὶ πουθενὰ τὸ μονοτονικό. Βλέπω ὅτι ἀναφέρετε στὴν ἑρώτησή σας τὸ email· θὰ ὑπονοεῖτε ἀσφαλῶς ὅτι ὑπάρχουν τεχνικὲς δυσκολίες. Σᾶς ἀπαντῶ λοιπὸν ὅτι σήμερα πλέον ὅλα τὰ (σύγχρονα) λειτουργικὰ συστήματα (Windows, MacOS X, Linux) ὑποστηρίζουν πλήρως τὸ πολυτονικό, χάρη στὴν χρήση τῆς κωδικοσελίδας Unicode. Δυστυχῶς πολλοὶ συμπολίτες μας δὲν χρησιμοποιοῦν τόνους καὶ πνεύματα ἔχοντας τὴν ἐσφαλμένη ἀντίληψη ὅτι ὁ Η/Υ τους δὲν τὰ ὑποστηρίζει. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι. Στὸν ἱστοχῶρο τῆς Κίνησης ὑπάρχουν ὁδηγίες καὶ ἐργαλεῖα ὥστε νὰ μπορέσει νὰ γράψει κανεὶς γρήγορα καὶ ἄνετα πολυτονικὰ ἑλληνικὰ σὲ ὁποιαδήποτε ἐφαρμογή. Λείπουν βέβαια ἀκόμα κάποια ἐργαλεῖα (ὀρθογραφικὸς διορθωτής, συλλαβιστής, κ.λπ.) τὰ ὁποῖα ὅμως ἔχουμε σκοπὸ νὰ ἀναπτύξουμε μόλις οἱ συγκυρίες μᾶς τὸ ἐπιτρέψουν. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ ἀναπτυχθεῖ, καὶ μάλιστα σὲ κοινόχρηστη βάση, ὅλη ἡ ἀπαραίτητη λογισμιακὴ ὑποδομὴ ὥστε νὰ μὴν χρειασθεῖ νὰ θυσιάσει κανεὶς τὶς ἀνέσεις ποὺ τοῦ προσφέρουν οἱ διάφορες ἐφαρμογές.

Εἶναι ἐπίκαιρη ἡ χρήση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία; Εἰδικὰ ὅταν οἱ νεότεροι δὲν γνωρίζουν τοὺς κανόνες του;

Τὰ τελευταῖα χρόνια ὅλο καὶ περισσότερα βιβλία ἐκδίδονται πολυτονικά, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι οἱ ἐκδότες καταλαβαίνουν καὶ ἀναζητοῦν τὸν πρόσθετο πλοῦτο ποὺ προσδίδει ἡ «ἱστορικὴ ὀρθογραφία» στὸ κείμενο. Καὶ ἐπίσης ἐπειδὴ οἱ τεχνικὲς δυσκολίες ἔχουν πλέον ἐξαλειφθεῖ. Τὸ πολυτονικὸ δίνει στοὺς λογότεχνες, θεωρητικοὺς ἐπιστήμονες καὶ γενικὰ στοὺς σκεπτόμενους ἀνθρώπους τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφρασθοῦν μὲ ὅλο τὸ βάρος τῆς γλώσσας τους.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερο σκέλος τῆς ἑρώτησής σας, οἱ κανόνες τοῦ τονισμοῦ εἶναι εὔκολοι. Ἂν δὲν μὲ πιστεύετε, σᾶς προσκαλῶ νὰ τοὺς μάθετε στὸν ἱστοχῶρο μας, μέσα ἀπὸ «δέκα ἁπλᾶ μαθήματα ἄνευ διδασκάλου». Καὶ ἄν ἔχετε διδαχθεῖ τὴν ἀρχαία σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς σας, τότε τοὺς γνωρίζετε ἤδη.

Μιλώντας γιὰ κανόνες, ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ πολλοὶ συμπολίτες μας ἀποδέχθηκαν τὸ μονοτονικὸ ἦταν ἡ κάποια ἀνασφάλεια ποὺ ἔνοιωθαν μπροστὰ στὴν ἐπιλογὴ τοῦ σωστοῦ πνεύματος ἢ τόνου γιὰ κάθε λέξη, ἢ ἔστω γιὰ κάποιες δύσκολες περιπτώσεις. Ὁ ἐγωισμός μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι μπορεῖ ἐνίοτε νὰ κάνουμε λάθη, ὅτι μπορεῖ νὰ εἴμαστε ἀτελεῖς καθότι ἡ γνώση τῆς γλώσσας μας εἶναι ἀτελής. Κι ὅμως αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ θὰ προσφέραμε πιὸ πολλὰ στὸν ἑαυτό μας, στοὺς γύρω μας καὶ στὰ παιδιά μας ἄν, ἀντὶ νὰ ἀκρωτηριάζουμε δειλὰ και ὕπουλα τὴν γλώσσα, τὴν ἀποδεχόμασταν μὲ ὅλο τὸν πλοῦτο της, καὶ μὲ ὅλα τὰ λάθη ποὺ ἀσφαλῶς θὰ κάνουμε. Γιατὶ τὰ ὀρθογραφικὰ λάθη διορθώνονται. Κάθε λάθος ποὺ διορθώνουμε μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὴν γλώσσα μας, κάθε λάθος ποὺ ἀγνοοῦμε (εἴτε μὲ τὸ τέχνασμα τοῦ μονοτονικοῦ, εἴτε ἀπὸ κοινὸ ὠχαδερφισμό), μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν γλώσσα καὶ ἀπὸ τὴν ταυτότητά μας.

Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ μοῦ δώσατε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφρασθῶ μέσῳ τῶν σελίδων τοῦ περιοδικοῦ σας.

Posted in Γλώσσα & Πολιτισμός, Ελληνική Διασπορά | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: