βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 5 Ιανουαρίου 2010

Αναφορές στη κρίση των Ιμίων από τουρκικά δημοσιεύματα

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 5 Ιανουαρίου 2010

Αρκετές τουρκικές εφημερίδες φιλοξένησαν περιέργως χθες δημοσιεύματα για τη κρίση των Ιμίων, κατά την οποία σκοτώθηκαν τρεις Έλληνες αξιωματικοί (Αντιπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, Αντιπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και Σημαιοφόρος Έκτορας Γιαλοψός) από την πτώση του ελικοπτέρου ΑΒ-212 του Πολεμικού Ναυτικού.

Τα τουρκικά δημοσιεύματα αναφέρουν ακόμη ότι «δημιουργήθηκε ένταση όταν πριν από δύο μήνες, κάποιος ύψωσε μέσω του Google Earth την ελληνική σημαία στις βραχονησίδες».

Για τη κρίση των Ιμίων, ο Σάββας Καλεντερίδης γράφει σχετικά στο βιβλίο του «Παράδοση Οτζαλάν – Η ώρα της αλήθειας»:

«Απ’ ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω, όταν άρχισε να ανεβαίνει η ένταση στα Ίμια, οι Τούρκοι στρατηγοί είχαν συσκεφθεί στο τουρκικό επιτελείο και είχαν προβεί στην εκτίμηση ότι υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο, οι ίδιοι ήσαν εντελώς ανέτοιμοι να χειριστούν στρατιωτικά μια κρίση και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να διεξάγουν έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Θα ήταν ολοκληρωτική καταστροφή γι’ αυτούς. Από την άλλη πλευρά, αν ήθελαν να θέσουν θέμα αμφισβητούμενων νησιών, είχαν μια σειρά από άλλα νησιά να το κάνουν. Τα Ίμια ήσαν τα πλέον ακατάλληλα, αφού η Τουρκία τα είχε παραχωρήσει με συμφωνία στην Ιταλία και αυτή με τη σειρά της, τα παραχώρησε πάλι με συμφωνία στην Ελλάδα. Αυτός είναι και ο λόγος που λίγες μέρες μετά ο Τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Ισμαήλ Χακκί Καράνταϊ, αναφερόμενος στην κρίση των Ιμίων, δήλωνε: «Ήταν ένα στρατηγικό λάθος». Ο Σημίτης, πρωθυπουργός δύο ημερών, χωρίς ψήφο εμπιστοσύνης, δεν κατάφερε να χειριστεί αποτελεσματικά την κρίση και στην ουσία κρεμόταν από τις διαθέσεις των Αμερικανών. Από τη μια μεριά η Τουρκία, η οποία παρόλο που ήταν σε μειονεκτική θέση από πλευράς συσχετισμού δυνάμεων στην περιοχή, έθετε προκλητικά τελεσίγραφα προς την Ελλάδα με την απειλή βίας, και από την άλλη ένας άπειρος πρωθυπουργός, που δεν είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Ας δούμε όμως την κατάσταση. Στα Ίμια ήμασταν σαφώς σε πλεονεκτική θέση, αφού, αφ’ ενός μεν είχαμε με το μέρος μας το διεθνές δίκαιο και αφ’ ετέρου ο συσχετισμός των ναυτικών δυνάμεων που είχαν καταπλεύσει στην περιοχή ήταν υπέρ ημών. Στην περιοχή, αλλά και σε ολόκληρο το Αιγαίο ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε. Στον Έβρο ήμασταν απολύτως ασφαλείς και σε σαφώς πλεονεκτική θέση, αφού γνωρίζαμε ότι οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να κινήσουν ούτε ένα άρμα, λόγω των παρατεταμένων βροχοπτώσεων, που είχαν καταστήσει όλα τα δρομολόγια των αρμάτων αδιάβατα. Την ίδια στιγμή όλες οι μονάδες του ελληνικού Δ΄ Σώματος Στρατού είχαν κινητοποιηθεί άμεσα και βρίσκονταν έγκαιρα στις θέσεις που προβλέπουν τα σχέδια, σε ποσοστό 100%.Σε επίπεδο προετοιμασίας και κινητοποίησης κρατικών μηχανισμών, ήμασταν μερικές μέρες μπροστά από τους Τούρκους, λόγω της διακλαδικής άσκησης «Αλέξανδρος – 99″, που ήταν σε εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά, τα δύο από τα τέσσερα αρματαγωγά των Τούρκων ήσαν εκτός ενεργείας για διάφορους λόγους, άρα οι Τούρκοι δε μπορούσαν να πραγματοποιήσουν αμφίβια επιχείρηση μεγάλης κλίμακας. Δεν μπορούσαν να κάνουν πόλεμο δηλαδή. Και ενώ η Ελλάδα είχε το πλεονέκτημα σε επίπεδο στρατιωτικής δύναμης, δεχόταν από την Τουρκία προκλητικά τελεσίγραφα με την απειλή χρήσης βίας. Και αντί να διαπραγματευτεί πολιτικά την υπεροχή που είχε σε στρατιωτικό επίπεδο, τελικά, υποχώρησε. Τι να πεις! Κανείς δε θέλει πόλεμο, αλλά και κανείς δεν μπορεί να ακυρώνει την υπόσταση και τις βασικές αρχές λειτουργίας ενός κράτους. Και όταν ένα άλλο κράτος προσπαθεί να σου αποσπάσει πολιτικά οφέλη με απειλή χρήσης βίας, δεν υποχωρείς άτακτα, τη στιγμή μάλιστα που έχεις και το πλεονέκτημα στον τομέα αυτό. Ανεξάρτητα με το ποιος και γιατί προκάλεσε την κρίση, τα Ίμια ήταν μια ευκαιρία να πάρουν οι Τούρκοι ένα ιστορικό μάθημα και να συμμορφωθούν με αυτά που επιβάλλει η διεθνής νομιμότητα και ο πολιτισμένος κόσμος. Και δεν υπονοώ φυσικά τον πόλεμο, αλλά τη σωστή διαχείριση της κρίσης, που θα ξεγύμνωνε τις αδυναμίες της Άγκυρας, που ήταν πολλές. Όλα αυτά όμως δεν μπορούσε να τα δει και να τα αξιολογήσει η νεοσύστατη κυβέρνηση και ο άπειρος, χωρίς ψήφο εμπιστοσύνης, πρωθυπουργός. Δεν μπόρεσε να δει την Ελλάδα και την ιστορία της και εξέλαβε τα γεγονότα ως μια συνωμοσία εναντίον του. Είδε το δένδρο και δεν είδε το δάσος.»

Posted in Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Όψεις εθνοαποδόμησης

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 5 Ιανουαρίου 2010

Συγγραφέας, Γιάννης Ταχόπουλος

Απόσπασμα

48. Μα­κε­δο­νι­κό.

 Aνα­φο­ρι­κά, πά­λι, πρός τίς ἀ­γρι­ό­τη­τες κα­τά τόν Μα­κε­δο­νι­κό Ἀ­γώ­να, οἱ «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» τίς πα­ρου­σιά­ζουν λί­γο πο­λύ ὡς σφα­γή ντό­πι­ων[1] Μα­κε­δό­νων δι­α­δο­χι­κά ἀ­πό Βούλ­γα­ρους καί Ἕλ­λη­νες ἀν­τάρ­τες. Καί στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζουν οἱ «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» τά αἴ­τια γιά τήν ἔ­ναρ­ξη τοῦ Μα­κε­δο­νι­κοῦ Ἀ­γώ­να, ἐ­νῶ πά­λι θε­ω­ροῦν τούς ἀν­τί­πα­λους ἰ­σά­ξιους σέ ἀ­γρι­ό­τη­τα. Ἡ ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πώς ἑλ­λη­νι­κά ἀν­τάρ­τι­κα σώ­μα­τα στάλ­θη­καν στή Μα­κε­δο­νί­α ἀ­φό­του εἶ­χαν κα­τέλ­θει ἀ­πό τή Βουλ­γα­ρί­α βουλ­γα­ρι­κά ἀν­τάρ­τι­κα σώ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α προ­σπα­θοῦ­σαν νά ἐ­πι­βά­λουν διά τῆς βί­ας τήν προ­σχώ­ρη­ση τῶν κα­τοί­κων στή Βουλ­γα­ρι­κή Ἐκ­κλη­σί­α.

Γιά τούς «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» φυ­σι­κά δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α ποι­ός ξε­κί­νη­σε, ποι­ός ἦ­ταν ὁ ἀ­μυ­νό­με­νος καί ποι­ός ὁ ἐ­πι­τι­θέ­με­νος[2]. Ση­μα­σί­α ἔ­χει μό­νο νά κα­τα­φέ­ρουν νά πα­ρου­σια­στοῦν ὡς ἰ­σό­πο­σα καί ἴ­σης ποι­ό­τη­τας τά ἐγ­κλή­μα­τα τῶν δύ­ο πλευ­ρῶν καί μά­λι­στα μέ τέ­τοι­ον τρό­πο, ὥ­στε νά φαί­νε­ται πώς οἱ ντό­πιοι κά­τοι­κοι ἦ­ταν μέ­λη τῆς μα­κε­δο­νι­κῆς ἐ­θνό­τη­τας. Πράγ­μα­τι, ὅ­ταν λ.χ. ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τούς «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» ὅ­τι ὁ μα­κε­δο­νο­μά­χος Κα­πε­τάν Κώτ­τας εἶ­πε: «Ἡ­μεῖς οἱ Μα­κε­δό­νες διά ν’ ἀ­πο­κτή­σω­μεν ἐ­λευ­θε­ρί­αν ἔ­χο­μεν δύ­ο δρό­μους ν’ ἀ­κο­λου­θή­σω­μεν. Ὁ ἕ­νας πη­γαί­νει εἰς τήν Βουλ­γα­ρί­αν, ὁ ἄλ­λος πη­γαί­νει εἰς τήν Ἑλ­λά­δα», ἐ­νῶ ἔ­χει πεῖ: «Ἡ­μεῖς οἱ Μα­κε­δό­νες, διά ν’ ἀ­πο­κτή­σω­μεν ἐ­λευ­θε­ρί­αν, ἔ­χο­μεν δύ­ο δρό­μους ν’ ἀ­κο­λου­θή­σω­μεν. Ἐ­κλέ­ξα­τε σεῖς ποι­όν θέ­λε­τε. Ὁ ἕ­νας πη­γαί­νει εἰς τήν Βουλ­γα­ρί­αν. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος πού βα­στᾶ τριά­ντα ἡ­μέ­ρας καί εἶ­ναι γε­μά­τος ἀγ­κά­θια, πού θά μᾶς γδά­ρουν ὥς πού νά φθά­σω­μεν ἐ­κεῖ. Ὁ ἄλ­λος πη­γαί­νει εἰς τήν Ἑλ­λά­δα εἰς τρεῖς ἡ­μέ­ρας καί εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ος καί κα­θα­ρός»[3], τέ­τοι­ου εἴ­δους ὑ­πο­στή­ρι­ξη στόν ἐ­θνι­κι­σμό τῆς ἄλ­λης πλευ­ρᾶς μό­νο ἀν­τι­ε­θνι­κι­σμό δέν δεί­χνει.

Ὁ Ἰ­ός (23-10-2005) δέν πα­ρα­θέ­τει ὅ­λα τά λε­γό­με­να τοῦ Κώτ­τα. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ρη­το­ρι­κά μό­νο ἔ­θε­τε τό ζή­τη­μα τῆς ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν Μα­κε­δό­νων. Ὅ­λες, ἄλ­λω­στε, οἱ ἀ­να­φο­ρές Ἑλ­λή­νων (κρά­τους καί πα­τρι­ω­τῶν) κα­τά τόν 19ο αἰ. καί στίς ἀρ­χές τοῦ 20οῦ σέ «Μα­κε­δό­νες», οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐ­νί­ο­τε πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐκ μέ­ρους τῶν «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στῶν» ὡς ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι οἱ το­τι­νοί Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­δέ­χον­ταν τήν ὕ­παρ­ξη μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους, γί­νον­ται κα­τα­νο­η­τές ὡς ἑ­ξῆς: οἱ Ἕλ­λη­νες προ­σπα­θών­τας νά ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­σουν τήν βουλ­γα­ρι­κή ἐ­πιρ­ρο­ή ἐ­πί τῶν σλα­βό­φω­νων χω­ρι­κῶν τῆς Μα­κε­δο­νί­ας, ἔ­λε­γαν στούς τε­λευ­ταί­ους ἤ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν ὅ­τι οἱ τε­λευ­ταῖ­οι εἶ­ναι Μα­κε­δό­νες, δη­λα­δή ἀ­πό­γο­νοι τῶν Ἀρ­χαί­ων Μα­κε­δό­νων, δη­λα­δή σέ τε­λι­κή ἀ­νά­λυ­ση Ἕλ­λη­νες καί ὄ­χι Βούλ­γα­ροι. Συ­νε­πῶς ὁ προσ­δι­ο­ρι­σμός «Μα­κε­δό­νες» ἐκ μέ­ρους τῶν το­τι­νῶν Ἑλ­λή­νων, κρά­τους καί πα­τρι­ω­τῶν, δέ ση­μαί­νει μιά πα­λαι­ό­τα­τη πα­ρα­δο­χή ἐκ μέ­ρους τῆς Ἑλ­λά­δας γιά ὕ­παρ­ξη μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους, ἀλ­λά ἕ­ναν ἑ­λιγ­μό τῶν Ἑλ­λή­νων πα­τρι­ω­τῶν τοῦ 19ου καί ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ., ὥ­στε νά πά­ρουν μέ τό μέ­ρος ἐ­κεί­νους τούς σλα­βό­φω­νους κα­τοί­κους τῆς Μα­κε­δο­νί­ας πού ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ον­ταν με­τα­ξύ βουλ­γα­ρι­σμοῦ καί ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Ἀ­κό­μη καί τό Macedonian Slavs δέν συ­νε­πά­γε­ται μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος, ἀλ­λά «σλα­βο­μα­κε­δο­νι­κό», ἐ­κτός κι ἄν εἶ­χε γε­ω­γρα­φι­κή ση­μα­σί­α καί ἦ­ταν προ­σπά­θεια τή­ρη­σης οὐ­δε­τε­ρό­τη­τας ὡς πρός τίς βουλ­γα­ρι­κές καί σερ­βι­κές ἀν­τι­λή­ψεις: οἱ σλα­βό­φω­νοι[4] κά­τοι­κοι τῆς Μα­κε­δο­νί­ας, δί­χως ἐ­θνι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό. Τό δι­α­σκε­δα­στι­κό εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Ἰ­ός ἔ­χει πα­ρα­θέ­σει ἀ­πό­ψεις Ἑλ­λή­νων τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ. οἱ ὁ­ποῖ­οι μι­λᾶ­νε γιά «Μα­κε­δό­νες» ὡς δι­α­φο­ρε­τι­κή τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς ἐ­θνό­τη­τα γιά νά πεί­σει μέ βά­ση τήν γνω­στή ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κή με­θο­δο­λο­γί­α του: «ἀ­φοῦ πα­λιά τό ἀ­πο­δε­χό­μα­σταν κι ἐ­μεῖς, τώ­ρα ἔ­χου­με ἄ­δι­κο ἀρ­νού­με­νοί το»· καί εἶ­ναι δι­α­σκε­δα­στι­κό, για­τί καί οἱ «πα­τέ­ρες» τοῦ «Μα­κε­δο­νι­σμοῦ» κά­νουν ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο μέ τόν Ἰ­ό, βά­ζουν τούς Ἕλ­λη­νες ὡς κρι­τές τῆς ὕ­παρ­ξης ἄλ­λων ἐ­θνῶν, προ­κει­μέ­νου ὅ­μως νά ἀ­πο­δεί­ξουν τό ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­το ἀ­πό αὐ­τά πού ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὁ Ἰ­ός, να πεί­σουν δη­λα­δή γιά τήν βουλ­γα­ρι­κό­τη­τα τῶν Σλά­βων τῆς Μα­κε­δο­νί­ας.

Ὁ Μι­σίρ­κωφ στά 1924 σέ ἄρ­θρο του (ἐφ. “Mir”, Σό­φια, 30-4-1924) γρά­φει: «Αν τό ζή­τη­μα τῆς φυ­λε­τι­κῆς ὁ­μοι­ό­τη­τας καί δι­α­φο­ρᾶς με­τα­ξύ Βουλ­γά­ρων καί Μα­κε­δό­νων ἐ­πι­λύ­ε­ται βά­σει τῆς ἐ­θνι­κῆς ὀ­νο­μα­σί­ας, γλώσ­σας καί ἱ­στο­ρί­ας, δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι πρέ­πει νά τό ἐ­πι­λύ­σου­με ὅ­πως κά­ποι­ος Ἕλ­λη­νας ἱ­ε­ρέ­ας στά 1804· συγ­γρα­φέ­ας ἑ­νός τε­τρά­γλωσ­σου λε­ξι­κοῦ, Ἑλ­λη­νι­κοῦ, Βουλ­γα­ρι­κοῦ, Ρου­μα­νι­κοῦ καί Ἀλ­βα­νι­κοῦ, καί ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ροῦ­σε ὡς βουλ­γα­ρι­κή τήν δυ­τι­κή μα­κε­δο­νι­κή δι­ά­λε­κτο. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν στήν Μα­κε­δο­νί­α καί τή Βουλ­γα­ρί­α δέν ἀ­να­φε­ρό­ταν ἡ Βουλ­γα­ρι­κή Ἐ­ξαρ­χί­α, οἱ Ἕλ­λη­νες, προ­φα­νῶς κα­λά ἐ­νη­με­ρω­μέ­νοι γιά τίς ἐ­θνό­τη­τες τῶν Βαλ­κα­νί­ων, δέν κά­νουν καμ­μί­α δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σέ Βούλ­γα­ρο, σέ Μα­κε­δό­να καί σέ Μα­κε­δό­να Σλά­βο. Ἐ­μεῖς, οἱ Μα­κε­δό­νες, δέν γί­νε­ται, καί δέν ἔ­χου­με κα­νέ­να λό­γο νά ἀ­γνο­ή­σου­με αὐ­τό καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α δε­δο­μέ­να, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἑ­κα­τον­τά­δες. Δέν μπο­ροῦ­με νά τά ἀ­γνο­ή­σου­με, για­τί ἄν τά ἀ­γνο­ού­σα­με θά δι­α­στρε­βλώ­να­με τήν ἱ­στο­ρί­α μας, θά κρύ­βα­με τήν ἀ­λή­θεια καί θά αὐ­τε­ξα­πα­τώ­μα­σταν». Αὐ­τά ὅ­λα, βέ­βαι­α, εἶ­ναι ψι­λά γράμ­μα­τα γιά τούς «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές». Ὅ­πως τό ὅ­τι ὁ Μι­σίρ­κωφ στό ἄρ­θρο «Ἡ ἐ­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα τῶν Μα­κε­δό­νων» (11-5-1924) γρά­φει τά ἑ­ξῆς δι­α­φω­τι­στι­κά: «Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τό ἄν αὐ­το­α­πο­κα­λού­μα­στε Βούλ­γα­ροι ἤ Μα­κε­δό­νες, πάν­το­τε θά νοι­ώ­θου­με ὡς μιά ἐ­θνό­τη­τα μέ βουλ­γα­ρι­κή ἐ­θνι­κή συ­νεί­δη­ση».

 Ὁ Ἰ­ός ἀ­να­φέ­ρε­ται[5] ἐ­πι­πλέ­ον στήν ἐ­θνο­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση κά­ποι­ων με­τα­να­στῶν ὡς Μα­κε­δό­νων κα­τά τήν εἴ­σο­δό τους στό νη­σί Ἔ­λις στίς ΗΠΑ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ. ὡς ἀ­πό­δει­ξη γιά τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους πού τό­σο ἀρ­νοῦν­ται οἱ Ἕλ­λη­νες. ἴ­σως ὅ­μως θά ἔ­πρε­πε νά μπεῖ στόν κό­πο καί νά ψά­ξει γιά ποι­ό λό­γο ἀ­πό τούς προ­ερ­χό­με­νους ἀ­πό τήν πό­λη τῶν Σκο­πί­ων με­τα­νά­στες δή­λω­ναν τό 51% Βούλ­γα­ροι καί μό­λις τό 10% Μα­κε­δό­νες. Ὁ Ἰ­ός (ὅ.π., «μύ­θος 1ος») γρά­φει: «Κα­τά τήν εἴ­σο­δό τους στίς ΗΠΑ, τήν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ 20οῦ αἰ., πολ­λοί σλα­βό­φω­νοι με­τα­νά­στες ἀ­παν­τοῦν στό ἐ­ρώ­τη­μα ποι­ά εἶ­ναι ἡ “φυ­λή” ἤ ὁ “λα­ός” τους μέ τή λέ­ξη “Μα­κε­δό­νας”. Οἱ σχε­τι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις εἶ­ναι ἠ­λε­κτρο­νι­κά προ­σπε­λά­σι­μες, στήν πρω­τό­τυ­πη μορ­φή τους, στήν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ Ἐ­λις Ἀ­ϊ­λαντ», ἀλ­λά δέν ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι στήν σε­λί­δα τοῦ νη­σιοῦ Ἔ­λις (http://www.ellisislandrecords.org/search/search_new.asp) με­τα­ξύ τῶν κα­τά Ἰ­ό «φυ­λῶν» ἤ «λα­ῶν» (ὀρ­θό­τε­ρα ethnicities = ἐ­θνό­τη­τες) τῶν νε­ο­ει­σερ­χό­με­νων με­τα­να­στῶν ἀ­να­φέ­ρον­ται καί τά Ἀ­φρι­κα­νός, Ἀ­φρι­κα­νός (μαῦ­ρος), Ἀλ­σα­τός, Ἀ­σιά­της, Βαυα­ρός, Βεσ­σα­ρα­βός, Μαῦ­ρος (Black), Καυ­κά­σιος, Κύ­πριος, Γι­βραλ­τά­ριος, Βο­ρει­ο­α­με­ρι­κά­νος, Ζω­ρο­α­στρι­στής, Λευ­κός, Πρῶσ­σος κ.ἄ. Ἦ­ταν τό­τε οἱ «Κύ­πριοι» ἔ­θνος;

Τό Macedonian δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ­πωσ­δή­πο­τε σέ μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος, ὅ­πως ὁ Ἰ­ός θέ­λει νά συμ­πε­ρά­νει. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει μά­λι­στα τήν ἴ­δια θέ­ση: «ὅ­πως μπο­ρεῖ νά δι­α­πι­στώ­σει ἐ­πι­σκε­πτό­με­νος τήν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ μου­σεί­ου τοῦ Ἔ­λις Ἄι­λαντ καί “ξε­φυλ­λί­ζον­τας” τίς σχε­τι­κές κα­τα­στά­σεις τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας με­τα­νά­στευ­σης (www.-ellisisland.org). Μέ­σα στίς πρῶ­τες 100 ἡ­μέ­ρες τοῦ 1904, π.χ., 323 νε­ο­α­φι­χθέν­τες με­τα­νά­στες στό ἐ­ρώ­τη­μα “φυ­λή ἤ λα­ός” ἀ­πάν­τη­σαν “Μα­κε­δό­νας”» (ὅ.π., 4-12-2005). Τά ἀν­τί­στοι­χα ι­σχύ­ουν γιά τόν Μι­σίρ­κωφ (ὅ.π., 23-10-2005, «μύ­θος 1ος»: «Ἡ πρώ­τη πα­νη­γυ­ρι­κή δι­α­τύ­πω­ση τῆς συγ­κρό­τη­σης ἑ­νός σύγ­χρο­νου, σλα­βι­κοῦ “μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους” γί­νε­ται τό 1903 ἀ­πό τόν (γεν­νη­μέ­νο στήν Πέλ­λα τῶν Γι­αν­νι­τσῶν) Κάρ­στε Μι­σίρ­κωφ», γιά τόν ὁ­ποῖ­ον δέν ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι στά 1907 (ἄρ­θρο, στό περ. B’lgarska zbirka, «Ση­μει­ώ­σεις στήν νο­τι­οσ­λα­βι­κή φι­λο­λο­γί­α καί ἱ­στο­ρί­α») ἀ­να­θε­ώ­ρη­σε τίς ἀ­πό­ψεις πού ἐ­ξέ­φρα­σε στίς Μα­κε­δο­νι­κές ὑ­πο­θέ­σεις («σέ αὐ­τές ἔ­σφα­λα ὡς πο­λι­τι­κός πού αὐ­το­σχε­διά­ζει..τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα σέ αὐ­τές ἦ­ταν πρό­χει­ρα», ἔ­γρα­ψε τό­τε). Ἄλ­λω­στε, στίς Μα­κε­δο­νι­κές Ὑ­πο­θέ­σεις δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος ὡς ὑ­παρ­κτό (οἱ πα­τέ­ρες μας, γρά­φει κά­που, μό­νο Βούλ­γα­ροι ἤ­ξε­ραν ὅ­τι εἶ­ναι) ἀλ­λά ὡς πο­λι­τι­κή δυ­να­τό­τη­τα καί δέ­ον. Ὁ Μι­σίρ­κωφ σέ ἐ­πι­στο­λή του (Ὀ­δησ­σός, 6-8-1908) γρά­φει «Ἡ ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ Ἴ­λιν­τεν στά 1903 εἶ­χε μιά ἔκ­δη­λη ἐ­πί­δρα­ση πά­νω μου καί μέ ὁ­δή­γη­σε νά κά­νω κά­ποι­α λά­θη». Στά 1914, ὄν­τας στήν Ρωσ­σί­α, σέ γράμ­μα πρός τόν Ρῶσ­σο Ὑπ.Ἐξ. αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ὡς «Μα­κε­δό­νας Βούλ­γα­ρος», κά­νει λό­γο γιά «τόν ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα βουλ­γα­ρι­κό πλη­θυ­σμό τῆς Μα­κε­δο­νί­ας»· σέ ἄλ­λο του γράμ­μα, στά 1914, γρά­φει «Μα­κε­δό­νες ση­μαί­νει μό­νο Μα­κε­δό­νες Βούλ­γα­ροι». Στό προ­σω­πι­κό ἡ­με­ρο­λό­γιό του (γραμ­μέ­νο κα­τά τό 1913) δή­λω­νε Βούλ­γα­ρος, καί στό ἄρ­θρο του «Ἡ ἐ­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα τῶν Μα­κε­δό­νων» (ἐφ. «20 Ἰ­ού­λη», Σό­φια, 11-5-1924) ἔ­γρα­φε «..Ἀλ­λά τώ­ρα οἱ οἰ­μω­γές ἀ­πό τούς Μα­κε­δό­νες μπο­ροῦν ν’ ἀ­κου­στοῦν: “εἴ­μα­στε Βούλ­γα­ροι, εἴ­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο Βούλ­γα­ροι ἀ­πό τούς ἴ­διους τούς Βουλ­γά­ρους”».

Κα­τά τόν Ἰ­ό[6] ὁ Μι­σίρ­κωφ «θά κα­τα­λή­ξει με­τά τήν κα­τα­στο­λή τῆς ἐ­ξέ­γερ­σης τοῦ Ἴ­λιν­τεν στήν προ­πα­γάν­δι­ση τῆς σλα­βο­μα­κε­δο­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς ἰ­δι­α­τε­ρό­τη­τας». Ἀ­κρι­βῶς τό ἀν­τί­θε­το ἔ­κα­νε ὁ τε­λευ­ταῖ­ος: σέ ἄρ­θρο του (ἐφ. Mir, Σό­φια, 30-4-1924) ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει γιά μιά ἀ­κό­μη φο­ρά τήν ταύ­τι­ση «Μα­κε­δό­νων» μέ τό βουλ­γα­ρι­κό ἔ­θνος. Τέ­λος, στά δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­θρα πού ἔ­γρα­ψε πρίν τό θά­να­τό του ἐ­πί­σης θε­ω­ρεῖ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι εἶ­ναι Βούλ­γα­ρος: «Ἐ­μεῖς οἱ Βούλ­γα­ροι..» («Σχο­λεῖ­ο καί σο­σι­α­λι­σμός», ἐφ. Mir, 26-5-1925)· «..γιά τή Μα­κε­δο­νί­α καί τίς ἄλ­λες σκλα­βω­μέ­νες βουλ­γα­ρι­κές πε­ρι­ο­χές» («Ἐκ­κλη­σί­α καί σχο­λεῖ­ο», Mir, 13-8-1925). Ἡ ἐ­πι­μο­νή μας μέ τόν Μι­σίρ­κωφ οὔ­τε τυ­χαί­α εἶ­ναι οὔ­τε ὀ­φεί­λε­ται βα­σι­κά στό ὅ­τι ὁ Ἰ­ός ἔ­κα­νε λό­γο γι’ αὐ­τόν. Ἄς φαν­τα­στοῦ­με νά ὁ­μο­λο­γοῦ­σε ὁ «πα­τέ­ρας» τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους, ὁ Κο­ρα­ής, στά ἔρ­γα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τάς του καί ὥς τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, ὅ­τι δέν εἶ­ναι Ἕλ­λη­νας, ὅ­τι λά­θε­ψε κι ὅ­τι «δη­μι­ούρ­γη­σε θό­ρυ­βο» πε­ρί Γραι­κῶν γιά πο­λι­τι­κούς μό­νο λό­γους. Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό ἔ­κα­νε ὁ Μι­σίρ­κωφ, ὁ «πα­τέ­ρας τοῦ Μα­κε­δο­νι­σμοῦ» μέ τό «μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος». Τό προ­βλη­μα­τι­κό σέ ὅ­λα αὐ­τά ἔγ­κει­ται στό ὅ­τι ὁ Ἰ­ός ἀ­νέ­φε­ρε τά πε­ρί Μι­σίρ­κωφ στά 2005 καί 2004, ἐ­νῶ οἱ ἀ­πο­κα­λύ­ψεις γιά τήν βουλ­γα­ρι­κή συ­νεί­δη­σή του εἶ­χαν ἤ­δη γί­νει στά 2003 (27-29/11), σέ συ­νέ­δριο γιά τό ἔρ­γο τοῦ Μι­σίρ­κωφ, στά Σκό­πια. «Σέ ἐ­πι­στο­λή του μέ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 1 Μα­ΐ­ου 1899 πρός τόν φί­λο του Κό­λιο Μα­λε­σέβ­σκι (Nikola Maleshevski), ὁ Γκό­τσε Ντέλ­τσε­φ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε ὅ­τι πο­τέ δέν ἔ­πα­ψε νά αἰ­σθά­νε­ται Βούλ­γα­ρος»[7].

Ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη ἑ­νός σέ ἐ­θνι­κή σύγ­χυ­ση λο­γί­ου στά 1903 γιά μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος συ­νε­πά­γε­ται τήν ὕ­παρ­ξή του, ἐ­νῶ οἱ δε­κά­δες δι­α­κη­ρύ­ξεις λο­γί­ων κα­τά τόν Με­σαί­ω­να γιά ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος δέν συ­νε­πά­γον­ται τήν ὕ­παρ­ξή του. «Τά ἔ­θνη εἶ­ναι κα­τα­σκευ­ές», αὐ­τό ὅ­μως δέν ἐμ­πο­δί­ζει τόν Ἰ­ό βα­σι­ζό­με­νο στά δι­φο­ρού­με­να ἀρ­χεῖ­α τῶν ΗΠΑ νά τε­κμη­ρι­ώ­νει τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους. Καί τί νά πεῖ κα­νείς γιά τήν ἀ­πό­δει­ξη ἀ­πό τόν Ἰ­ό τῆς ὕ­παρ­ξης ἐ­θνι­κά Μα­κε­δό­νων ἡ ὁ­ποί­α βα­σί­ζε­ται σέ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα; Τό ὅ­τι ὁ­ρι­σμέ­νοι μπο­ρεῖ νά ἐ­πη­ρε­ά­στη­καν ἀ­πό τόν «σο­σι­α­λι­στι­κό» δι­ε­θνι­στι­κό μα­κε­δο­νι­σμό τοῦ Ἴ­λιν­τεν δέν συ­νε­πά­γε­ται ὅ­τι δή­λω­ναν ἐ­θνι­κά Μα­κε­δό­νες. Οἱ το­τι­νές δι­α­κη­ρύ­ξεις γιά ὕ­παρ­ξη «Μα­κε­δό­νων» καί ἀ­ναι­ρέ­σεις τῶν πα­ρα­πά­νω δι­α­κη­ρύ­ξε­ων γιά ἐ­θνι­κά Μα­κε­δό­νες δεί­χνουν ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ μέ τά το­τι­νά δε­δο­μέ­να νά τε­κμη­ρι­ω­θεῖ ἡ ὕ­παρ­ξη μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους στίς ἀρ­χές τοῦ 20οῦ αἰ.

Ὁ Ἰ­ός προ­σπερ­νᾶ[8] τό «ὄν­τως λε­πτό καί δι­φο­ρού­με­νο ζή­τη­μα τοῦ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ τῶν Σλα­βο­μα­κε­δό­νων» (τό πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι ὅ­τι τούς βα­πτί­ζει Σλα­βο­μα­κε­δό­νες μή ἀ­πο­δε­χό­με­νος τόν αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμό τους ὡς Μα­κε­δό­νων, τόν ὁ­ποῖ­ο κα­τά τά ἄλ­λα δέ­χε­ται ὡς πραγ­μα­τι­κό ἤ­δη ἀ­πό τίς ἀρ­χές τοῦ 20οῦ αἰ.), δι­ό­τι τό γρα­φεῖ­ο με­τα­νά­στευ­σης τῶν ΗΠΑ ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή ὅ­ρι­ζε «Macedonian: see Bulgarian» καί ὁ ἀ­με­ρι­κα­νός ἐ­θνο­λό­γος P. Roberts στό βι­βλί­ο του Immigrant races in North America (1910) κά­νει λό­γο γιά Macedonians ἤ Macedonian Slavs, ἀλ­λά τούς θε­ω­ρεῖ Bulgarians – γι’ αὐ­τό ὁ Ἰ­ός ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση στά 1920 ἀ­πό τίς ΗΠΑ τῆς γλώσ­σας ὡς Macedonian (ὅ.π., 4-12-2005), ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ἐμ­μέ­σως πλήν σα­φῶς τήν ἀ­βά­σι­μη θέ­ση ὅ­τι ἡ γλώσ­σα αὐ­τή συ­νε­πά­γε­ται αὐ­το­μά­τως καί ὕ­παρ­ξη μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους (ὅ­πως Κυ­πρια­κό ἔ­θνος, Βλα­χι­κό ἔ­θνος κ.λπ.). Ὁ Ἰ­ός θε­ω­ρεῖ ὅ­τι οἱ ἑλ­λη­νι­κές, σερ­βι­κές, βουλ­γα­ρι­κές στα­τι­στι­κές εἶ­ναι (ὅ.π., 4-12-2005) «προ­πα­γαν­δι­στι­κές» (ἡ προ­πα­γάν­δα τῶν στα­τι­στι­κῶν αὐ­τῶν δέν ἔγ­κει­ται στήν τρι­ε­θνῆ συν­δυ­α­σμέ­νη –τί συ­νω­μο­σι­ο­λο­γι­κό, πιά– ἀ­πό­κρυ­ψη ὕ­παρ­ξης τοῦ μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους, ἀλ­λά στούς ἀ­ριθ­μούς πού κά­θε μιά δί­νει γιά τό κά­θε ἔ­θνος). Πέ­ρα, ὅ­μως, ἀ­πό τήν «προ­πα­γάν­δα» τῶν Σέρ­βων, Ἑλ­λή­νων καί Βουλ­γά­ρων, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐκ­παί­δευ­σης στήν Μα­κε­δο­νί­α πρίν τό 1912 δεί­χνει –ἀ­φοῦ τά ἔ­θνη ἀ­να­δύ­ον­ται μέ τήν ἐμ­φά­νι­ση τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας καί τῆς ἐκ­παί­δευ­σης, δηλ. κα­τά τήν Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, σύμ­φω­να μέ ἐ­θνο­α­πο­δο­μι­στι­κή ὀ­πτι­κή– ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος. Δέν πα­ρου­σι­ά­στη­καν τό­τε κά­ποι­οι οἱ ὁ­ποῖ­οι ἤ­θε­λαν νά εἶ­ναι μό­νο «Μα­κε­δό­νες» καί οἱ ὁ­ποῖ­οι ἵ­δρυ­σαν «μα­κε­δο­νι­κά» σχο­λεῖ­α ἤ ἀ­παί­τη­σαν νά ἱ­δρυ­θοῦν τέ­τοι­α, ὅ­πως λ.χ. οἱ Ἕλ­λη­νες στήν Τουρ­κο­κρα­τί­α.

Γρά­φον­τας (ὅ.π., 4-12-2005) «Οἱ ἐ­πί­ση­μες ὀ­θω­μα­νι­κές ἀ­πο­γρα­φές, πά­λι, κα­τέ­γρα­φαν ὄ­χι “ἔ­θνη” ἀλ­λά “μι­λέ­τια” -ἐ­πί­ση­μα ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νες δη­λα­δή θρη­σκευ­τι­κές κοι­νό­τη­τες, βά­σει τῶν ὁ­ποί­ων ὀρ­γα­νω­νό­ταν ἡ ὑ­πα­γω­γή τῶν κα­τοί­κων τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας στήν κρα­τι­κή ἐ­ξου­σί­α. Βουλ­γα­ρι­κό μι­λέ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε πρίν ἀ­πό τό 1870, οὔ­τε σερ­βι­κό πρίν ἀ­πό τό 1903. “Μα­κε­δο­νι­κό” μι­λέ­τι οὐ­δέ­πο­τε ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ἀ­πό τήν Ὑ­ψη­λή Πύ­λη καί, κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση, οὐ­δέ­πο­τε κα­τα­γρά­φη­κε» δέν ἀ­να­φέ­ρει τό προ­φα­νές: ὅ­τι οἱ Ὀ­σμα­νοί, ἔ­χον­τας μό­νο συμ­φέ­ρον ἄν αὔ­ξαι­ναν τόν ἀ­ριθ­μό τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν μι­λέτ κα­τά ἕ­να (τό μα­κε­δο­νι­κό) καί ἄν ἐ­πέ­τει­ναν τή δι­αί­ρε­ση με­τα­ξύ τῶν χρι­στια­νῶν ὑ­πη­κό­ων τους, δέν ἄ­κου­σαν τίς ἀ­πε­γνω­σμέ­νες κραυ­γές τῶν κα­τά τόν Ἰ­ό ὑ­παρ­κτῶν ἐ­θνι­κά Μα­κε­δό­νων (πού ἤ­θε­λαν νά εἶ­ναι «Μα­κεν­τόν ὀρ­τον­τόξ») καί, ἔ­τσι, δέν ἐ­δέ­η­σαν νά φτιά­ξουν ἀ­κό­μη ἕ­να μι­λέτ, για­τί ἁ­πλῶς δέν ὑ­πῆρ­χαν «Μα­κε­δό­νες». Τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ἀ­νά­λο­γου ἐ­πι­πέ­δου ἐκ μέ­ρους τοῦ Ἰ­οῦ συ­νε­χί­ζον­ται, ὅ­ταν ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται πά­νω-κά­τω ὅ­τι ἀ­φοῦ οἱ το­τι­νοί ἕλ­λη­νες πα­τρι­ῶ­τες/ἐ­πί­ση­μη Ἑλ­λά­δα κα­λοῦ­σαν Μα­κε­δό­νες τούς σλα­βό­φω­νους τῆς Μα­κε­δο­νί­ας, δέν ὑ­φί­στα­ται πρό­βλη­μα ἄν σή­με­ρα οἱ σλα­βό­φω­νοι τῆς ΠΓΔΜ δη­λώ­νουν (μή Ἕλ­λη­νες) Μα­κε­δό­νες, ὡ­σάν αὐ­τά τά δύ­ο («ἡ κα­τα­γω­γή ἀ­πό τούς Ἀρ­χαί­ους Μα­κε­δό­νες συ­νε­πά­γε­ται ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα» τῶν Ἑλ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ. καί «ἡ κα­τα­γω­γή ἀ­πό τούς Ἀρ­χαί­ους Μα­κε­δό­νες δέν συ­νε­πά­γε­ται ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα» τῆς ΠΓΔΜ) νά συ­νε­πά­γον­ταν, ὡς θέ­σεις, τό ἴ­διο πράγ­μα, καί σάν νά ἦ­ταν ἱ­στο­ρι­κῶς ἐ­ξί­σου ὀρ­θά.

Γρά­φει ὁ Ἰ­ός (ὅ.π., 23-10-2005, «μύ­θος 5ος»): «Πα­ρά τήν ὀ­φθαλ­μο­φα­νῆ αὐ­θαι­ρε­σί­α του, τό ὅ­λο “γε­νε­α­λο­γι­κό” σχῆ­μα ἔ­χει συ­νε­πῶς τή δι­κή του προ­ϊ­στο­ρί­α. Στό κά­τω κά­τω, τί φταῖ­νε αὐ­τοί [σήμ.: οἱ «Σλα­βο­μα­κε­δό­νες»] ἄν πῆ­ραν τοῖς με­τρη­τοῖς ὅ­σα τούς κα­νο­ναρ­χοῦ­σαν οἱ “δι­κοί μας” φω­στῆ­ρες;». Ὅ­μως, μέ τό «τοῖς με­τρη­τοῖς» τρο­πο­ποι­εῖ οὐ­σι­ω­δῶς τή θέ­ση τῶν ἑλ­λή­νων πα­τρι­ω­τῶν/ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους τοῦ 19ου –ἀρ­χῶν 20οῦ αἰ., ἀ­φοῦ ὑ­πο­στη­ρί­ζει (μέ τό «τοῖς με­τρη­τοῖς») ὅ­τι οἱ πα­ρα­πά­νω ἔ­λε­γαν στούς σλα­βό­φω­νους τῆς Μα­κε­δο­νί­ας πώς οἱ δεύ­τε­ροι «κα­τά­γον­ται ἀ­πό τούς Ἀρ­χαί­ους Μα­κε­δό­νες ἀλ­λά/καί γι’ αὐ­τό δέν εἶ­ναι Ἕλ­λη­νες». Τήν ἴ­δια εὐ­φυ­ῆ με­θο­δο­λο­γί­α πα­ρά­καμ­ψης τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ/πο­λι­τι­κοῦ προ­βλή­μα­τος μέ τήν ἀ­γνό­η­σή του ὡς ἑ­ξῆς: «ἀ­φοῦ πα­λι­ό­τε­ρα οἱ Ἕλ­λη­νες ὑ­πο­στή­ρι­ζαν τήν χ ἄ­πο­ψη, τώ­ρα δέν ἔ­χει νό­η­μα ἡ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιά τήν χ θέ­ση τῆς ΠΓΔΜ» ἀ­κο­λου­θεῖ καί γιά τήν πα­ρου­σί­α­ση ἐκ μέ­ρους τῆς ΠΓΔΜ τῶν βουλ­γά­ρων με­σαι­ω­νι­κῶν ἡ­γε­μό­νων ὡς ἐ­θνι­κά Μα­κε­δό­νων (ὅ.π., 4-12-2005). Πάν­τως, ἀ­φοῦ θε­ω­ρεῖ ὡς «ὀ­φθαλ­μο­φα­νῆ αὐ­θαι­ρε­σί­α» τό σχῆ­μα «ἀ­πό­γο­νοι Ἀρ­χαι­ο­μα­κε­δό­νων, ἄ­ρα μή Ἕλ­λη­νες», δηλ. δέ­χε­ται ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι Μα­κε­δό­νες ἦ­ταν Ἕλ­λη­νες, θά ἔ­πρε­πε κι αὐ­τός νά ζη­τή­σει τήν ἀ­πό­συρ­σή του ἀ­πό τήν ἐ­θνο­κρα­τι­κή ἰ­δε­ο­λο­γί­α τῆς ΠΓΔΜ. Στή βά­ση τοῦ ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Μα­κε­δό­νες=Ἕλ­λη­νες τούς σλα­βό­φω­νους τῆς Μα­κε­δο­νί­ας δέν θε­ω­ρεῖ ἐ­παρ­κῶς προ­βλη­μα­τι­κή τήν κα­πη­λεί­α ἀ­πό Βουλ­γά­ρους καί Βουλ­γα­ρο­μα­κε­δό­νες τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ. τοῦ Μ. Ἀ­λέ­ξαν­δρου, πα­ρά τή θε­ω­ρεῖ ὡς ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ἀ­πό τό­τε πί­στευ­αν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ­νοι πώς ἦ­ταν ἐ­θνι­κά Μα­κε­δό­νες. Ὡ­στό­σο, τό μό­νο πού ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται εἶ­ναι ἡ πα­ρα­χά­ρα­ξη τῆς ἱ­στο­ρί­ας καί ὄ­χι ὅ­τι οἱ τοῦ ΒΜΡΟ, αὐ­το­νο­μι­στές καί μή, εἶ­χαν δί­και­ο, ἐ­κτός πιά κι ἄν ὁ Ἰ­ός θε­ω­ρεῖ ἀ­πό βι­ο­λο­γι­κή-φυ­λε­τι­κή σκο­πιά τό ζή­τη­μα, ὁ­πό­τε πρέ­πει κα­θέ­νας νά πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι καί οἱ τῆς ΠΓΔΜ εἶ­ναι ἐν μέ­ρει φυ­λε­τι­κά ἀ­πό­γο­νοι καί τῶν Ἀρ­χαι­ο­μα­κε­δό­νων (καί τῶν Ἰλ­λύ­ρι­ων καί τῶν Δαρ­δα­νῶν κ.ο.κ.). Ἀ­πο­μέ­νει, βέ­βαι­α, τό ἐ­ρώ­τη­μα ἄν, τε­λι­κά, γιά τόν Ἰ­ό, Σλα­βο­μα­κε­δό­νας καί Μα­κε­δό­νας εἶ­ναι τό ἴ­διο, ὅ­πό­τε ἀ­πο­δέ­χε­ται τή θε­ω­ρί­α ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι –Ἕλ­λη­νες– Μα­κε­δό­νες ἀ­να­μί­χτη­καν μέ τούς Σλά­βους καί δη­μι­ούρ­γη­σαν τό μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος καί οἱ δεύ­τε­ροι δέν ἐ­ξελ­λη­νί­στη­καν μέ αὐ­τήν τήν ἀ­νά­μι­ξη ἀλ­λά ἀ­ποσ­λα­βί­στη­καν (βλ. δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῶν «Μα­κε­δό­νων» ὅ­ταν τούς ἀ­πο­κα­λοῦν Σλά­βους). Τό­τε, ὅ­μως, ἐ­πα­νερ­χό­μα­στε στήν πα­ρα­τή­ρη­ση γιά τήν ταυ­τό­τη­τα τῶν ἀ­πό­ψε­ων με­τα­ξύ ἀ­κρο­δε­ξι­ῶν καί «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στῶν» ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στό ἐ­θνι­κό φαι­νό­με­νο.

——————————————————————————–

[1] Ἡ ἐ­πί­μο­νη χρή­ση τοῦ ὅ­ρου ντό­πιοι γιά νά ὑ­πο­δη­λω­θοῦν μό­νο οἱ σλα­βό­φω­νοι Μα­κε­δό­νες πού δέν ἔ­χουν ἑλ­λη­νι­κή συ­νεί­δη­ση, ἀλ­λά ὄ­χι οἱ ἑλ­λη­νι­κῆς συ­νεί­δη­σης σλα­βό­φω­νοι Μα­κε­δό­νες οὔ­τε οἱ Βλά­χοι ἤ οἱ ἑλ­λη­νό­φω­νοι ἑλ­λη­νι­κῆς συ­νεί­δη­σης Μα­κε­δό­νες, δεί­χνει ὅ­τι τά πε­ρί κα­πη­λεί­ας τῆς ἱ­στο­ρί­ας καί τοῦ ὀ­νό­μα­τος Μα­κε­δο­νί­α δέν ἔ­χουν μό­νον «φι­λο­λο­γι­κό» χα­ρα­κτή­ρα. Δέν ἰ­σχύ­ει, λοι­πόν, τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Ἰ­οῦ (ἐφ. Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, 23-10-2005, «Οἱ δέ­κα μύ­θοι τοῦ “Σκο­πια­νοῦ”», «μύ­θος 4ος») πε­ρί Δαρ­δα­νῶν: «Ἀ­κό­μη κι ἄν ἡ ΠΓΔΜ με­το­νο­μα­ζό­ταν “Δαρ­δα­νί­α”, αὐ­τό δέν θά ἐ­ξα­φά­νι­ζε τίς ἀ­να­φο­ρές τῶν ἐ­κεῖ ἐ­θνι­κι­στῶν σέ “ἀ­λύ­τρω­τους Δαρ­δα­νούς” τῆς Β. Ἑλ­λά­δας. Στή δέ χώ­ρα μας, θά γι­νό­μα­σταν ἁ­πλῶς μάρ­τυ­ρες τῆς με­τάλ­λα­ξης τῶν “σλα­βό­φω­νων Ἑλ­λή­νων” σέ “δαρ­δα­νό­φω­νους”». Ὁ ἀ­λυ­τρω­τι­σμός ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­α­τεί­νε­ται (καί βα­σί­ζε­ται στό) ὅ­τι οἱ μή «ἐ­θνι­κά Μα­κε­δό­νες» γη­γε­νεῖς Μα­κε­δό­νες (δηλ. μή «ντό­πιοι» γη­γε­νεῖς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας) εἶ­ναι ἔ­ποι­κοι ἤ ἐ­πή­λυ­δες (ἕ­να εἶ­δος ἄ­τυ­που ἑλ­λη­νι­κοῦ στρα­τοῦ κα­το­χῆς) εἶ­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­λυ­τρω­τι­κός/ἐ­πι­θε­τι­κός ἀ­πό ὅ,τι ὁ «ἁ­πλός» ἀ­λυ­τρω­τι­σμός πού βα­σί­ζε­ται στήν ὕ­παρ­ξη ἀλ­λο­γε­νοῦς μει­ο­νό­τη­τας σέ ἐ­δά­φη γει­το­νι­κοῦ κρά­τους. Οἱ ἀ­λυ­τρω­τι­κές δι­εκ­δι­κή­σεις βα­σι­σμέ­νες στά ἱ­στο­ρι­κά δί­και­α μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξουν μα­ζί μέ ἐ­κεῖ­νες πού βα­σί­ζον­ται σέ πλη­θυ­σμια­κά με­γέ­θη ἤ ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό αὐ­τές, ὡ­στό­σο πάν­το­τε φάν­τα­ζαν καί ἦ­ταν πο­λύ πιό ἰ­σχυ­ρές ἀ­πό τίς δεύ­τε­ρες (π.χ. ὁ ἑλ­λη­νι­κός ἀ­λυ­τρω­τι­σμός γιά τήν Μ. Ἀ­σί­α). Θά ἦ­ταν ἄλ­λο πράγ­μα, π.χ. ἄν ὑ­πῆρ­χε μιά ἑλ­λη­νι­κή μει­ο­νό­τη­τα στήν Οὐγ­γα­ρί­α καί ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­παι­τοῦ­σε τμῆ­μα τῆς Οὐγ­γα­ρί­ας καί ἄλ­λο ἄν ὑ­πῆρ­χε μιά ἑλ­λη­νι­κή μει­ο­νό­τη­τα καί ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­παι­τοῦ­σε τήν Οὐγ­γα­ρί­α ἤ τμῆ­μα της μέ τήν αἰ­τι­ο­λο­γί­α ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες καί ἐ­κεῖ εἶ­ναι οἱ «πραγ­μα­τι­κοί γη­γε­νεῖς». Ἡ ἀ­πα­ξί­ω­ση τῆς δι­α­μά­χης γιά ἕ­να ὄ­νο­μα δέν τε­κμη­ρι­ώ­νε­ται πο­λι­τι­κά· γι’ αὐ­τό ἡ ὀ­νο­μα­σί­α «δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νι­κῆς Αὐ­στρί­ας» δέν ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτή με­τά τόν Α΄ Π.Π. Μπο­ρεῖ ἡ ἀ­πει­λή ἀ­πό τήν ΠΓΔΜ νά εἶ­ναι πρα­κτι­κά μι­κρή, ὡ­στό­σο κα­νείς δέν ἔ­χει τό δι­καί­ω­μα νά ἀ­πει­λεῖ ἤ νά ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι θά μπο­ροῦ­σε νά ἀ­πει­λή­σει, ἄν τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α.

[2] Οὐ­δε­τε­ρό­τη­τα ἔ­ναν­τι τῆς βί­ας. Αὐ­τό, σω­στό ἤ λά­θος, δέν τη­ρεῖ­ται ἀ­πό τούς ἴ­διους σέ ὅ­λα τά ζη­τή­μα­τα.

[3] Ἐπιστ. Παύλου Μελᾶ στίς 16-3-1904.

[4] Δέν εἶναι σπάνιο φαινόμενο ἀρκετοί σημερινοί «ἀντιεθνικιστές» μαζί μέ «Μακεδονιστές» νά κάνουν λόγο γιά 10% μόνο τοῦ τοτινοῦ μακεδονικοῦ πληθυσμοῦ ὡς Ἕλληνες ταυτίζοντας, ἐν ἔτει 2009, ἀφελῶς ἤ κουτοπόνηρα τή γλώσσα μέ τό ἔθνος. Οἱ «μακεδονιστές» θεωροῦν τούς Γραικομάνους «προδότες τοῦ μακεδονικοῦ ἔθνους» τήν ἴδια στιγμή κατά τήν ὁποία οἱ Βούλγαροι θεωροῦν προδότες τοῦ βουλγαρικοῦ ἔθνους τούς «μακεδονιστές».

[5] ἐφ. Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, 23-10-2005.

[6] «Ὁ Μα­κε­δο­νι­κός Ἀ­γώ­νας με­τά τά συλ­λα­λη­τή­ρια», ἐφ. Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, 5-11-2004.

 [7] Δημ. Εὐ­αγ­γε­λί­δης, «Μιά ἐ­θνο­γλωσ­σο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση», περ. Ἄρ­δην τχ. 73.

[8] ἐφ. Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, 4-12-2005. Σελ. 201-210

Posted in Βιβλία Νέες Κυκλοφορίες, Ελλάδα, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 20ΕΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ V

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 5 Ιανουαρίου 2010

ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΘΗΚΕ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ;

του Νεοκλή Σαρρή (εφημ. Παρόν)

Αναμφίβολα το 1974 το πραξικόπημα των παραφρόνων στην Κύπρο οδήγησε Ελλάδα και Τουρκία σε εμπόλεμη κατάσταση. Κατά τη λογική της δυτικής συμμαχίας στην οποία ανήκαν αμφότερες οι χώρες δεν νοείται μια μεταξύ των μελών πολεμική αναμέτρηση ή θεωρείται ως μη γενομένη. Αν παρά ταύτα εκδηλωθεί αυτή θα πρέπει να είναι σύντομη, διαφορετικά θα απαιτήσει επέμβαση της ίδιας της συμμαχίας. (Γι’ αυτό και οι δικαιούμενοι συντάξεως συγγενείς των ελλήνων στρατιωτικών που έπεσαν στην Κύπρο το 1974 συνταξιοδοτούνται ωσάν οι δικοί τους άνθρωποι να έχουν πέσει στον πόλεμο της Κορέας ή στο αλβανικό μέτωπο!) Το πρόβλημα λοιπόν το θερμό εκείνο καλοκαίρι ήταν πώς τα γεγονότα δεν θα εξελίσσονταν προς μια ελληνοτουρκική στρατιωτική αναμέτρηση. Τα διαδοθέντα τότε ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ήταν εντελώς διαλυμένες και η εσπευσμένη επιστράτευση σκέτη αποτυχία ελέγχεται από πλευράς αξιοπιστίας. Άλλωστε και στην Κύπρο η όποια αντίσταση έγινε κυρίως από την πρωτοβουλία και φιλοπατρία των αξιωματικών (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Δ. Αλευρομάγειρο, ο ηρωισμός του οποίου έσωσε τη Λευκωσία) ή το αντίστροφο: με εντολή του ΑΓΕΝ ανεκλήθησαν τα γερμανικής προέλευσης υποβρύχια από την περιοχή της Κερύνειας, τα οποία ήταν σε θέση να επιφέρουν θανάσιμο πλήγμα στις εκεί συγκεντρωμένες αποβατικές τουρκικές δυνάμεις. Κάτι που αποτελεί και τον πυρήνα του ενταφιασθέντος «φακέλου της Κύπρου». Γιατί λέγεται μετ’ επιτάσεως και δεν έχει διαψευσθεί πως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στη συγκέντρωση των πολιτικών υπό τον Γκιζίκη (όταν δεν είχε τεθεί θέμα επιστροφής του Κ. Καραμανλή, αλλά συγκρότησης εκ των ενόντων μιας πολιτικής κυβέρνησης) εξέταζε το ενδεχόμενο στρατιωτικής αναμέτρησης στη Θράκη ή στο Αιγαίο. Δεν επάγεται δηλαδή ότι η ελληνική απάντηση στην τουρκική προσβολή θα γινόταν σώνει και καλά στην Κύπρο. Ενδεχόμενο που είχε καταταράξει την Άγκυρα. Το 1976, με πρωτοβουλία που προήλθε από την πλευρά του ΚΚΕεσ, αποφασίσθηκε η αποστολή μου στην Άγκυρα για βολιδοσκόπηση της πολιτικής ηγεσίας. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας είχα πολύ συχνές φιλικές συναναστροφές με τον εξέχοντα δημοσιογράφο και διευθυντή της «Αυγής» Θανάση Τσουπαρόπουλο και μεταξύ άλλων συζητούσαμε τα θέματα της Τουρκίας. Με πρότασή του και προς τον Λεωνίδα Κύρκο μου προτάθηκε να μεταβώ στην Άγκυρα. Τελικά υπήρξε μια ευρύτερη πολιτική συναίνεση, γιατί υιοθέτησε την πρόταση ο τότε πρόεδρος της ΕΔΗΚ Γεώργιος Μαύρος, που ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε συνεργασία με τον υπουργό των Εξωτερικών που ήταν ο Δ. Μπίτσιος. Και αυτό γιατί συμπτωματικά δεν είχα μπορέσει να συμμετάσχω στις διασκέψεις της Γενεύης ακριβώς μετά τη μεταπολίτευση. Επειδή είχα φιλική σχέση με τους τότε κρατούντες στην Άγκυρα, δηλαδή τον πρωθυπουργό, τον υπουργό των Εξωτερικών κ.ά. και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας είχα συναντήσεις μαζί τους, πίστευα (πολύ αφελώς) ότι θα ήταν δυνατόν με δική μου μεσολάβηση να είχε αποτραπεί η δεύτερη (και οδυνηρότερη) φάση του «Αττίλα». Η αλήθεια πάντως είναι ότι και από την τουρκική πλευρά, όπως μου είπαν, με αναζητούσαν για τυχόν μεσολάβησή μου. Όπως να έχει το πράγμα, τα σχέδια που είχε υποβάλει η τουρκική πλευρά στη δεύτερη φάση της διάσκεψης της Γενεύης ήταν πολύ πιο ανώδυνα από τα σχέδια Ανάν (και, επιπλέον, τυχόν αποδοχή τους θα είχε αποτρέψει φόνους χιλιάδων Ελληνοκυπρίων από τους εγκάθετους του «Αττίλα»). Πριν αναχωρήσω, οι αείμνηστοι Ελένη Βλάχου και Γεώργιος Δρόσος, όταν με κατατόπιζαν για την κατάσταση που επικρατούσε μεταξύ των δύο χωρών, μου ανέφεραν ότι ο Καραμανλής είχε ζητήσει από τον στρατηγό Καραγιάννη να κάνει ένα σχέδιο ένοπλης αντίστασης κατά των εισβολέων και πως αυτός είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τελικά θα επικρατούσαν οι Τούρκοι και υπήρχε μια πιθανότητα για μια βάση αντίστασης στην ορεινή περιοχή Τρώοδος. Οπότε και ο Καραμανλής παραιτήθηκε από την προσπάθεια, όπως άλλωστε λέγεται και από την ιδέα που είχε να είναι ο ίδιος επικεφαλής δυνάμεως που θα μετέβαινε διά θαλάσσης στην Κύπρο. Η εναλλακτική λύση και γιατί δεν προτιμήθηκε Η αδυναμία ένοπλης αντίστασης στην Τουρκία όμως δεν ήταν το μόνο ζητούμενο, γιατί υπήρχε πασιφανής εναλλακτική λύση. Θα μπορούσε δηλαδή η Ελλάδα να διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με την Τουρκία ή να κηρύξει τη χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση με αυτήν, αναθέτοντας την εκπροσώπηση των συμφερόντων της από μια άλλη χώρα, αρνούμενη να έλθει σε επαφή με την Άγκυρα αν δεν απέσυρε τα στρατεύματά της από την Κύπρο ή έστω αν δεν δεχόταν να αντικατασταθούν από μια ισχυρή ειρηνευτική δύναμη. Άλλωστε την ίδια εποχή η Ελλάδα τελούσε σε εμπόλεμη κατάσταση με… την Αλβανία! Αντί τούτου, ο Κ. Καραμανλής έκαμε κάποιες θετικές και αρνητικές κινήσεις. Αρνητική αναμφίβολα ήταν η απομάκρυνση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (κατ’ απομίμηση παρόμοιας χειρονομίας του στρατηγού Ντε Γκολ, τον οποίο ως γνωστόν θαύμαζε). Την επομένη ακριβώς ο Ετζεβίτ δήλωνε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να καλύψει το αμυντικό κενό της συμμαχίας που προκαλούσε η αποχώρηση της Ελλάδας. Έτσι η χώρα εισήλθε σε μια περιπέτεια δεδομένου ότι η επάνοδός της συναρτούνταν από την έγκριση της Τουρκίας, με τις γνωστές συνέπειες. Ίσως περισσότερο αποτελεσματική θα ήταν μια δήλωση έξωσης ή/και εθνικοποίησης των αμερικανικών βάσεων που την εποχή εκείνη ήταν ζωτικής σημασίας για την υπερατλαντική συμμαχία.

Αναμφίβολα θετική υπήρξε η πρωτοβουλία για άμεση ένταξη της χώρας στους κόλπους της τότε ΕΟΚ (ΕΕ). Αλλά και εδώ υπερεκτιμήθηκε η δυνατότητα που είχαν οι Βρυξέλλες στην αντιμετώπιση ή εξουδετέρωση της τουρκικής απειλής. Αυτό φαίνεται από το ακόλουθο γεγονός: Το 1975, ανεξάρτητα από την ελληνική κυβέρνηση -η οποία καν δεν είχε ερωτηθεί- μια ομάδα από νέα την ηλικία, δραστήρια και άκρως καλλιεργημένα άτομα από τον Ελληνισμό της Αμερικής που κινούνταν με άνεση στα πολιτικά παρασκήνια της Ουάσινγκτον είχαν τη μεγαλοφυή έμπνευση να ερωτήσουν τηλεφωνικά τον Ευγένιο Ρωσσίδη, μεγαλοδικηγόρο και πολύ σημαντικό στέλεχος της ελληνοαμερικανικής κοινότητας στη Νέα Υόρκη ο οποίος μόλις είχε παραιτηθεί από υφυπουργός Εμπορίου, εάν υπήρχαν δεσμεύσεις στη στρατιωτική βοήθεια την οποία λάμβανε η Τουρκία από τις ΗΠΑ. Πίστευαν δε ότι ο πολυάσχολος Ρωσσίδης θα αργούσε κάποιες εβδομάδες να απαντήσει. Έτσι εξεπλάγησαν όταν σε λίγη ώρα τους αναζήτησε αναφέροντάς τους τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Τουρκίας που την απέτρεπαν να χρησιμοποιήσει τα όπλα που λάμβανε σε εκτός της χώρας πολεμικές επιχειρήσεις δίχως άδεια της συμμαχίας. Έτσι ξεκίνησε μια προσπάθεια επιβολής εμπάργκο όπλων στην Τουρκία από το Κογκρέσο. Η ανταπόκριση των αμερικανών κοινοβουλευτικών δεν είχε μόνο «φιλελληνικά» κίνητρα, αλλά ήταν μέρος του ανταγωνισμού εξουσίας με τον Πρόεδρο. Όπως και να έχει το πράγμα, η επιβολή του εμπάργκο είχε ολέθρια αποτελέσματα για την Τουρκία. Κυριολεκτικά δεν μπορούσε να πετάξει όχι πολεμικό αεροσκάφος πάνω από το Αιγαίο (λόγω ελλείψεως ανταλλακτικών) αλλά ούτε κουνούπι. Θυμάμαι, όταν ήμουν στην Άγκυρα το 1976, ο Κιαμουράν Ινάν, πρόεδρος της επί των Εξωτερικών επιτροπής της τουρκικής Γερουσίας και από τα βασικά στελέχη της συντηρητικής παράταξης, κατά τη συνάντησή μας αναφερόταν στο εμπάργκο και στον Ρωσσίδη με έντονα στοιχεία νευρικής κρίσης!

Αντί, λοιπόν, να επωφεληθεί η ελληνική πλευρά και να ασκήσει πιέσεις στην τουρκική, το εγχείρημα προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της ελληνικής πρεσβείας, με το δικαιολογητικό ότι δυσχέρανε τις σχέσεις της με κυβερνητικούς παράγοντες, ώστε το 1976 με έγγραφό του ο έλληνας πρεσβευτής Μενέλαος Αλεξανδράκης ουσιαστικά τάχθηκε αντίθετος στο μέτρο. Στην ενέργειά του αυτή υπήρχε και ο φόβος της Αθήνας μήπως το Πεντάγωνο οργισθεί και βάλει τους Άγγλους να φέρουν προσκόμματα στην ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Γιατί ο Καραμανλής πίστευε ότι τυχόν είσοδος της χώρας στην Κοινότητα θα έλυε σε μέγιστο βαθμό τις ελληνοτουρκικές διαφορές, κάτι βέβαια που δεν συνέβη. Έτσι φτάσαμε στις μέρες μας η Ελλάδα να είναι ο διαπρύσιος κήρυκας της «ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας» και της πλήρους ένταξής της εκτός μέτρου και κατά αυτόχρημα κωμικό τρόπο.

Όχι μόνο η Ελλάδα δεν διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις της με την Τουρκία, αλλά εγκαινίασε και επαφές υψηλού επιπέδου όπως για παράδειγμα τον Μάρτιο του 1976, όταν ο Καραμανλής συναντήθηκε με τον Ετζεβίτ στο Μοντρέ και οι σχετικές επαφές κατέληξαν αργότερα στη συμφωνία της Βέρνης με τις οποίες ουσιαστικά η Ελλάδα στερείται του δικαιώματός της να διεξάγει έρευνες στο Αιγαίο πέραν των 6 μιλίων. Το ίδιο όμως που επισημαίνεται σχετικά με τον Κ. Καραμανλή, πέρα από φραστικά σχήματα, παρατηρείται και στον Ανδρέα Παπανδρέου.

Τέλος Οκτωβρίου 1983 από αξιόπιστη πηγή είχα την πληροφορία ότι ο Ραούφ Ντενκτάς θα ανακήρυσσε στα κατεχόμενα την «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου». Ενημέρωσα αμέσως τον Γιάννη Ζίγδη, ο οποίος με τη σειρά του επικοινώνησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος το διέψευσε προσθέτοντας ότι «όποιος σου το είπε Γιάννη είναι… προβοκάτορας». Δεν πέρασαν μερικές μέρες και στις 15 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε η ανακήρυξη. Είναι προφανές ότι ο Ανδρέας ήταν έγκαιρα πληροφορημένος, αλλά σκόπιμα έκαμε τον ανήξερο. Αυτό φάνηκε από το ότι τους επόμενους μήνες, όταν ήλθε στην Αθήνα ο Χριστόδουλος Βενιαμίν και ζήτησε να συναντηθούμε. Με πληροφόρησε λοιπόν ότι η είδηση ήταν γνωστή στην Κύπρο, η δε ανακήρυξη του «ψευδοκράτους» είχε αναβληθεί για κάποιες μέρες δεδομένου ότι εκκρεμούσε ένα νομοσχέδιο στο αμερικανικό Κογκρέσο για οικονομική και άλλη βοήθεια προς την Τουρκία και οι Τούρκοι περίμεναν την ψήφισή του.

Θυμόμαστε ότι ο Παπανδρέου είχε αντιδράσει άμεσα, δηλώνοντας ότι η Ελλάδα θα διέκοπτε τις διπλωματικές της σχέσεις με όποια χώρα θα αναγνώριζε το «ψευδοκράτος». Τότε το Μπαγκλαντές είχε προς στιγμήν ανακοινώσει την αναγνώρισή του, την οποία ανακάλεσε μόλις η Ελλάδα του είχε επισείσει τη σχετική. Και όμως η ίδια η Ελλάδα δεν διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Τουρκία, η οποία εκτός του ότι ήταν η μόνη χώρα που είχε αναγνωρίσει το «κράτος» αυτό, ήταν και δημιουργός του. Αντί αυτού, τον Ιανουάριο του 1988 ο Ανδρέας Παπανδρέου συναντά τον Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός (και στις Βρυξέλλες). Κατά τη συνάντηση συμφωνήθηκε η προώθηση της συνεργασίας των δύο χωρών σε οικονομικά και πολιτιστικά θέματα. Παράλληλα αποφασίστηκε να καταγραφούν από επιτροπή εργασίας τα προβλήματα που θα αποτελέσουν αντικείμενο του ελληνοτουρκικού διαλόγου, αλλά και η έλευση του Οζάλ στην Αθήνα που πραγματοποιείται τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου και ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών και κλυδωνισμούς στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ.

Tα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή στην Κύπρο υπήρξε παρεμφερής συνάντηση του Μακαρίου με τον Ντενκτάς (Φεβρουάριος 1977 στη Βιέννη υπό την εποπτεία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ) και του Κληρίδη με τον Ντενκτάς (Μάιος 1979). Μολονότι, όπως λέγεται, ο Μακάριος είχε μετανοήσει πριν από τον θάνατό του για τα συμφωνηθέντα, μια μικρή σύγκριση αυτών με τα διαλαμβανόμενα στο Σχέδιο Ανάν και κυρίως στα όσα φαίνεται να έχουν συμφωνηθεί μεταξύ Χριστόφια – Ταλάτ στις μέρες μας (κατόπιν των 42 γύρων διαχρονικών διαπραγματεύσεων!) αφήνει μια διαφορά μεταξύ μέρας και νύχτας (όπως πάλι η απόσταση που χωρίζει τα συμφωνηθέντα το 1977 με τις τουρκικές προτάσεις που υπεβλήθησαν το 1974 στη Γενεύη και απορρίφθηκαν από την ελληνική πλευρά είναι και πάλι όση μεταξύ μέρας και νύχτας). Φτάσαμε στο σημείο να καταπατάται από ελληνικής πλευράς σειρά αποφάσεων του ΟΗΕ, μεταξύ αυτών και το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας που καταδικάζει την ανακήρυξη του «ψευδοκράτους», καλεί όλα τα κράτη μέλη του Οργανισμού να μην αναγνωρίσουν το «ψευδοκράτος» και επαναβεβαιώνει ότι νόμιμος εκπρόσωπος όλου του κυπριακού λαού είναι η κυπριακή κυβέρνηση.

Όταν με την πρόσφατα γενόμενη αποδεκτή διαδικασία οι συζητήσεις του λοιπού θα γίνονται εναλλάξ στο σπίτι του Ταλάτ στην Κερύνεια και στο σπίτι του Χριστόφια στο Κελλάκι είναι φανερό ότι έχει ήδη συντελεστεί από την ελληνική πλευρά η αναγνώριση του «ψευδοκράτους», εξ ου και ο ανεκδιήγητος πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αναστασιάδης προσφωνεί τον Ταλάτ, γνωστό ενεργούμενο του «Αττίλα»… «εξοχώτατο»!

Προκειμένου όμως να γίνει κατανοητό πώς και γιατί διανύσαμε αυτήν την απόσταση, θα χρειαστεί να αναφερθώ στις συζητήσεις που είχα στην Άγκυρα με την τουρκική πολιτική ηγεσία το 1976 και 1977. Επιπλέον έτσι θα νοηματοδοτηθούν και οι μεθοδεύσεις αμφισβήτησης της εθνικής μας ταυτότητας.

* Ο Νεοκλής Σαρρής είναι ομότιμος
καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
και πρόεδρος της ΕΔΗΚ.

Posted in Ελλάδα, Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα, Ιστορία, Κύπρος | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: