βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 16 Ιανουαρίου 2010

Η Ιστορία του μέλλοντός μας

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 16 Ιανουαρίου 2010

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής – πάντειο Πανεπιστήμιο

Το 2009 ήταν για τον κόσμο, την Ευρώπη και την Ελλάδα μια κακή χρονιά. Η βαθιά οικονομική κρίση με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στην κοινωνία και την πολιτική, την κουλτούρα και τον πολιτισμό, καθώς και η παγκόσμια σύγκρουση είτε ως ένοπλη επέμβαση είτε ως τρομοκρατία αποτελούν πλέον σχεδόν καθημερινά φαινόμενα της ανθρώπινης κοινωνίας, εντείνοντας την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα για το μέλλον.
Η Κύπρος μεν βιώνει το δικό της δράμα, όντας όμως πάντα αισιόδοξη, αφού η μακραίωνη ιστορία καλλιέργησε μια θετική στάση καρτερίας και υπομονής των ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα και την ίδια τη ζωή.

Βρισκόμαστε ενώπιον της ανατολής του 2010, όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 2010 και ιδιαίτερα ο Μάρτιος προδιαγράφονται ως εξόχως κρίσιμες περίοδοι, ίσως και αποφασιστικές, για την επίλυση του εδώ και πενήντα και πλέον χρόνια χρονίζοντος εθνικού και διεθνούς προβλήματος της Κύπρου. Κρίνουμε σκόπιμο και απαραίτητο εν όψει προβλεπόμενων εξελίξεων να θέσουμε ορισμένα ερωτήματα, ακόμα δε και προϋποθέσεις, όρους απαραίτητους για να καταστεί η λύση του κυπριακού προβλήματος βιώσιμη και λειτουργική, πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται να διακινδυνεύσουν η Κύπρος, η ηγεσία της αλλά και η Αθήνα μια λύση που δεν παρέχει ασφαλή εχέγγυα βιωσιμότητας και λειτουργικότητας. Τα ερωτήματα που τίθενται κατ’ αρχάς και για τα οποία δεν παίρνουμε απάντηση από τη δημοσιότητα και τη λειτουργία των ΜΜΕ αφορούν τα ακόλουθα:

1) Ποιος είναι ο ρόλος του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στο πολιτικό επίπεδο, δηλαδή στην ικανότητά του να εκπροσωπεί πραγματικά την τουρκοκυπριακή κοινότητα και να αποφασίζει σε κάθε στάδιο της διαπραγμάτευσης ο ίδιος -και η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων- για το μέλλον της κοινότητάς τους και κατ’ επέκταση και για ολόκληρη την Κύπρο; Με το ερώτημα αυτό συνδέεται και ο ρόλος της Τουρκίας, όπου και πρωτοετείς φοιτητές Διεθνών Σχέσεων γνωρίζουν καλώς πως η Τουρκία ελέγχει τον χώρο της κατεχόμενης Κύπρου πολιτικά και γεωστρατηγικά.

Το 2ο ερώτημα αφορά το τι θέλει η Τουρκία στο Κυπριακό πραγματικά και αν διαθέτει την πολιτική βούληση να συμβάλει σε μια βιώσιμη και λειτουργική λύση για την Κύπρο που να μην υπαγορεύεται από τα στρατηγικά συμφέροντα ενός ηγεμονικού ελέγχου της Μεγαλονήσου, πράγμα που θα οδηγήσει ολόκληρη την Κύπρο σε τουρκικό έλεγχο, τον ελληνισμό της Κύπρου σε ομηρία και το κράτος σε διαρκή κρίση διάλυσης από την αφετηρία της κρατικής του υπόστασης.

Το 3ο ερώτημα που τίθεται είναι τι θέλουμε εμείς ως Κύπρος και Ελλάδα σε σχέση με την επίλυση του Κυπριακού και το μέλλον της Κύπρου ως κράτους και ως οντότητας. Θέλουμε μια λύση όποια και να ‘ναι ή θέλουμε μια αληθινά λειτουργική και βιώσιμη επίλυση του εθνικού μας προβλήματος; Θέλουμε μια επιστροφή σε μια παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν ή μια αληθινά δημοκρατική, ευρωπαϊκή λύση που να διασφαλίζει το μέλλον ολόκληρης της Κύπρου;

Αυτά ως ερωτήματα. Τώρα οι προϋποθέσεις:

Υπάρχουν δυο απαραίτητες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να έχει κατά νου σταθερά και σε κάθε στιγμή διαπραγμάτευσης ο Πρόεδρος της Κύπρου.

Η πρώτη προϋπόθεση είναι πως η Κυπριακή Δημοκρατία, ακόμα και με τη σημερινή της κολοβή μορφή ως προς την άσκηση κυριαρχίας σε ολόκληρη την επικράτεια και παρά τα προβλήματα μη εκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων στο θεσμικό της πλαίσιο, είναι ένα καλό και δημοκρατικό κράτος, ένα κράτος που δεν επιτρέπεται να καταργηθεί ούτε να αλλοιωθεί επί τα χείρω ως προς τη λειτουργικότητα και τη δομή του, αλλά να αναβαθμιστεί, να βελτιωθεί και να καλύψει τον τομέα της κυριαρχίας και της εκπροσώπησης της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Η δεύτερη προϋπόθεση παραπέμπει σε βασικές αρχές που πρέπει να τηρηθούν προκειμένου να διατηρήσουμε τη φύση και την ουσία ενός μοντέρνου και σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Η πρώτη είναι η δημοκρατική αρχή και η εφαρμογή της σε διάφορα επίπεδα λειτουργίας του πολιτικού συστήματος για όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής ή θρησκείας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται η κοινωνία των πολιτών και δημιουργούνται οι διαδικασίες ενσωμάτωσης και δημιουργίας του αποκαλούμενου πολιτικού λαού. Η δεύτερη είναι το ομοσπονδιακό πλαίσιο διακυβέρνησης με αναγνώριση της πολιτικής αυτονομίας και αυτοκυβέρνησης για τις δύο εθνότητες, οι οποίες θα είναι σε θέση να διατηρήσουν την πολιτιστική τους φυσιογνωμία, την ιδιοπροσωπία και την πολιτική αυτοπραγμάτωσή τους. Η τρίτη αρχή είναι το κράτος δικαίου, που σημαίνει προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για όλους τους πολίτες και εφαρμογή μιας κεντρικής αρχής του δυτικού πολιτισμού, που λέγεται κατοχύρωση ατομικών ελευθεριών και προστασία τους από την κρατική αυθαιρεσία.

Γνωρίζουμε ότι τα πιο πάνω δεν ανταποκρίνονται στο σημερινό ισοζύγιο ισχύος, που σημαίνει πως η Τουρκία, γεωστρατηγικά και πολιτικά, κατάφερε να ελέγχει τις εξελίξεις στον χώρο, διαθέτουμε όμως τη δύναμη δύο κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη δύναμη της γεωστρατηγικής θέσης της Κύπρου, την οποία χρειάζονται και ευρωπαϊκές χώρες αλλά και ο αγγλοαμερικανικός παράγοντας και όπου η Κυπριακή Δημοκρατία παίζει ρόλο.

Επίσης πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η ελληνική κρίση είναι προσωρινή, η Ελλάδα διαθέτει πάντοτε μια ισχυρή γεωπολιτική βαρύτητα, οφείλουμε να μη βιαζόμαστε, να μη συναινούμε σε όποιες υποδείξεις μάς κάνει στιγμιαία ο διεθνής παράγοντας, αλλά να σχεδιάζουμε την πορεία μας κοιτάζοντας το μέλλον, τη βιωσιμότητα της Κύπρου και τις γενιές που έρχονται, δεδομένου ότι η Ιστορία δεν διδάσκει μόνο για το παρελθόν αλλά καθοδηγεί το μέλλον.

Posted in Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα, Κύπρος | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Παλλαϊκό το αίτημα για καταβολή των γερμανικών επανορθώσεων

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 16 Ιανουαρίου 2010

Φουντώνει το αίτημα για την καταβολή των γερμανικών επανορθώσεων που μας χρωστάνε και ανέρχονται σε 7,1 δισ. δολάρια, αγοραστικής αξίας 1938, και το αναγκαστικό δάνειο 3,5 δισ. δολάρια.

Η απαίτηση να πληρώσει η Γερμανία και στην Ελλάδα, τις καταστροφές που προκάλεσαν και τα ερείπια που άφησαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής όπως έκαναν η Ιταλία και η Βουλγαρία, που κατέβαλαν έστω ένα μέρος των επανορθώσεων που όφειλαν, παίρνει διαστάσεις μετά την κοινή δήλωση 66 αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, ανάμεσα στους οποίους είναι ο Μανώλης Γλέζος, η Βούλα Δαμιανάκου, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Γ. Α. Μαγκάκης, ο Ευάγγελος Μαχαίρας, ο Τάκης Μπενάς, ο Βασίλης Μπακατσέλος, ο Χρήστος Πασαλάρης, ο Απόστολος Σάντας και ο Λευτέρης Μαυροειδής.Κανονικά θα έπρεπε να είχαμε προχωρήσει σε κατασχέσεις, αφού πενήντα χρόνια τώρα δεν έχουν καταβληθεί, όπως κάνει κάθε τράπεζα, κάθε πολίτης, όταν κάποιος δεν του πληρώνει αυτά που χρωστάει.

Κι όχι μόνο δεν καταβάλλει τις πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά από πάνω, τούτες τις μέρες, μας βγάζει και γλώσσα, λέγοντας ότι μας τρέφει… Ότι ο Γερμανός δεν μπορεί να πληρώσει τις σπατάλες που κάνει ο Έλληνας!

Όταν εμείς ενισχύουμε οικονομικά τους Γερμανούς και δίνουμε δουλειά στους γερμανούς εργαζόμενους με την αγορά γερμανικών προϊόντων, αλλά και εξοπλισμών. Ακόμη και τώρα, όπως έγραφε την περασμένη Κυριακή στο «Βήμα» ο Γιώργος Ρωμαίος, μας ζητάει η Γερμανία να βοηθήσουμε για να σωθεί η Γιουροφάιτερ. Να αγοράσουμε μερικά πολεμικά αεροσκάφη. Δηλαδή να… δώσουμε για να τους σώσουμε τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ, που αποτελεί το 3% του ελλείμματος.

Αλλά να ‘ταν μόνο αυτό. Και στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, η γερμανική εταιρεία Thyssen που τα πήρε αντί να φέρει δουλειές και χρήμα, τελικά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Τάσος Τέλογλου στην «Καθημερινή» την προηγούμενη Κυριακή, «το ελληνικό Δημόσιο έχει καταβάλει στη γερμανική πλευρά περισσότερα απ’ ό,τι έλαβε από την άλλη πλευρά»! Νταβατζήδες μας δηλαδή έχουν γίνει οι Γερμανοί. Και έχει το θράσος ο γερμανός υπουργός Οικονομικών να απαιτεί από το ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει 400 εκατ. στον γερμανικό όμιλο, τη στιγμή που δεν έχει «παραλάβει» το παραμικρό από τα τέσσερα υποβρύχια που ανέλαβαν να κατασκευάσουν και τα τρία να εκσυγχρονίσουν! Όταν ήδη έχουμε δώσει 2,7 δισ. ευρώ προκαταβολή ως τώρα! Είναι ευκαιρία η κυβέρνηση να θέσει το θέμα κι αν το Βερολίνο δεν έχει ρευστό, υπάρχει η λύση να αφαιρέσουν το ποσό των επανορθώσεων από τα δάνεια που της χρωστάει σήμερα η Ελλάδα, όπως πολύ εύστοχα πρότειναν οι 66 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης.

Και οι μαρτυρικές πόλεις

Επί τάπητος θέτει το θέμα και το Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών της Ελλάδας «Μαρτυρικά Ολοκαυτώματα», που σε ανακοίνωσή του τονίζει:

«Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται. Επανορθώνονται. Και οι οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα πρέπει να εξοφληθούν στο ακέραιο. Σε κάθε περίπτωση, το δικό μας μήνυμα είναι ένα και αδιαπραγμάτευτο: ο ελληνικός λαός δεν παραγράφει την Ιστορία του».

Ερώτηση στη Βουλή

Την υπόθεση των γερμανικών επανορθώσεων έφερε στη Βουλή ο βουλευτής του ΛΑΟΣ Κυριάκος Βελόπουλος, ο οποίος με ερώτησή του προς την υπουργό Οικονομίας ζητά να μάθει αν θα ζητήσει η χώρα μας αποζημιώσεις από τη Γερμανία για τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και πότε θα γίνει αυτό, αν γίνει.

Εφημερίδα Παρόν

Posted in Ευρώπη, Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 20ΕΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ VI

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 16 Ιανουαρίου 2010

«ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΝΕ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ;»

Tου ΝΕΟΚΛΗ ΣΑΡΡΗ (Εφημ. Παρόν)

ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 33 ΧΡΟΝΙΑ

Τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το ερώτημα που κυριαρχούσε επίμονα στους πολιτικούς (με πρώτο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή) ήταν το «πού το πάνε οι Τούρκοι».
Οι επάλληλες μεταβάσεις μου στην Τουρκία το 1976, το 1977 και το 1980, που γίνονταν με γνώση και κατόπιν συνεννόησης με την ελληνική κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα, είχαν ακριβώς ως σκοπό την εύρεση μιας λογικής και όχι υποθετικής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα. Η κατάσταση στην Άγκυρα το 1976, δηλαδή δύο χρόνια μετά την εισβολή στην Κύπρο, ήταν συγκεχυμένη. Στην κυβέρνηση βρισκόταν ένας συνασπισμός των δεξιών και ακροδεξιών κομμάτων που παρέπαιαν, ενώ καραδοκούσε να καταλάβει την εξουσία ο «πορθητής της Κύπρου» Ετζεβίτ, τρίτος κατά σειρά ηγέτης του ιστορικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, μετά τον Ατατούρκ και τον Ίνονου.

Oι επαφές μου εκτός από τον ίδιο τον Ετζεβίτ και με πρωτοκλασάτα στελέχη του Ρ.Λ.Κ., με τα οποία με συνέδεε στενή φιλία, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν. Αντίθετα με έβαλαν σε βαθιές σκέψεις. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός ήταν ο Τουράν Γκιουνές, που είχε διατελέσει και υπουργός των Εξωτερικών στην κυβέρνηση συνασπισμού που είχε πραγματοποιήσει την εισβολή. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να κάνω μια μικρή αναδρομή προκειμένου να δώσω το στίγμα της φιλικής ατμόσφαιρας στην οποία διεξήχθησαν οι πολύωρες συζητήσεις (κυρίως στο δικηγορικό-πολιτικό του γραφείο, παρόντος και του Ορχάν Μπιργκίτ, υπουργού Τύπου στην κυβέρνηση που ανέφερα).

Το φθινόπωρο του 1970 κατόπιν συστάσεως των υπηρεσιών του υπουργείου των Εξωτερικών είχα συμμετάσχει στην υπό την ηγεσία του Πέτρου Μολυβιάτη ελληνική αντιπροσωπεία στις διαπραγματεύσεις με την τουρκική πλευρά για τη σύνταξη σειράς συμφωνιών προς επαναχάραξη της ελληνοτουρκικής μεθορίου στον Έβρο σύμφωνα προς τις διατάξεις της συνθήκης της Λωζάννης (η κοίτη του ποταμού είχε αλλάξει από το 1926 που είχε γίνει η οριοθέτηση, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την επαναχάραξη). Οι Τούρκοι, σε αντίθεση προς τα διεθνώς κρατούντα, κατά τα οποία οι διεθνείς συνθήκες συντάσσονται σε μια διεθνή γλώσσα και το κάθε συμβαλλόμενο μέρος κυρώνει και δημοσιεύει στην επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το πρωτότυπο κείμενο με τη μετάφρασή του (με αποτέλεσμα αν υπάρξει διαφωνία κατά την εκτέλεση της συμφωνίας ανατρέχουν στο πρωτότυπο), επέβαλαν τη σύνταξη των συμφωνιών στις δύο γλώσσες, τα ελληνικά και τα τουρκικά… Συνόδευσα δε τον Μολυβιάτη με αυτό το καθήκον, του διερμηνέα και μεταφραστή ταυτόχρονα των κειμένων. Για μένα η συμμετοχή σ’ αυτήν την επιτροπή και ιδιαίτερα η μετάβασή μου στην Τουρκία ήταν χρήσιμη. Πρώτον γιατί είχα την ευκαιρία να έχω μια συγκλονιστική συνάντηση με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, του οποίου υπήρξα πολιτικός σύμβουλος. Συγκλονιστική δεδομένου ότι ήταν κλινήρης και πολύ άρρωστος (άλλωστε πέθανε σε λίγους μήνες) και πραγματοποιήθηκε μια Κυριακή πρωί με σχεδόν έρημο το Πατριαρχείο. Τα διαμειφθέντα, που δεν αφορούν άμεσα το θέμα μας, μπορούν να συνοψισθούν σε μία λέξη: η πλήρης απογοήτευση από τη στάση της Τουρκίας (αυτό που αποκαλεί «σταύρωση» ο νυν Πατριάρχης) και των ΗΠΑ, που τον είχαν εγκαταλείψει, αφού βέβαια τον είχαν χρησιμοποιήσει. «Μία μία πέφτουν οι κολώνες, θα πέσει και ο τρούλος», είπε εννοώντας την αριθμητική αποψίλωση του ποιμνίου του. Δεύτερον γιατί σ’ αυτήν την περίφημη επιτροπή συνδέθηκα με τους πλωτάρχες που στελέχωσαν και οργάνωσαν το κίνημα του Ναυτικού (δύο φορές, το 1968 και το 1973) ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Και τρίτον γιατί είχα την ευκαιρία να συναντήσω παλαιούς μου πολιτικούς φίλους και συναγωνιστές από την εποχή των φοιτητικών μου αγώνων στην Τουρκία.

Λήγοντος του 1970 η κατάσταση στην Άγκυρα ήταν φριχτή. Συνεχιζόταν το πραξικόπημα της 12ης Μαρτίου του ίδιου χρόνου, όταν οι δεξιοί αξιωματικοί εντελώς συμπτωματικά πρόλαβαν τους «αριστερούς», επιβάλλοντας ένα παράξενο καθεστώς. Διατήρησαν το Κοινοβούλιο (τότε υπήρχε Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία), αλλά του υπαγόρευσαν «συνταγματικές μεταρρυθμίσεις» που ουσιαστικά έθεταν εκποδών το δημοκρατικό Σύνταγμα του 1961 (για το οποίο είχαμε και είχα κι εγώ αγωνιστεί). Κατά τα άλλα τα στρατοδικεία εργάζονταν νυχθημερόν σκορπίζοντας τον θάνατο με τις αγχόνες που έστηναν κάθε τόσο. Στην τότε «κοινοβουλευτική» κυβέρνηση είχε λάβει μέρος και ο φίλος Ισμαήλ Αράρ, τον οποίο και συνάντησα ως υπουργό Δικαιοσύνης (και με τον οποίο προηγουμένως διατηρούσα και αλληλογραφία δεδομένου ότι ήταν μανιώδης βιβλιόφιλος και φιλίστωρ, αμφότεροι δε ήμασταν μέλη της επιτροπής μελέτης και σύνταξης της ιστορίας του Ρ.Λ.Κ. -δηλαδή της κεμαλικής μεταπολίτευσης και όσων ακολούθησαν- τα δύο άλλα μέλη ήταν ο καθηγητής Ταρίκ Ζαφέρ Τούναγια, στον οποίο ήδη έχω αναφερθεί, και ο Νιχάτ Σαμή Όζερντιμ, τέως διευθυντής της Κεντρικής Βιβλιοθήκης στην Άγκυρα. Αυτά όταν ήμουν 20-21 ετών!).

Ο Ορχάν Μπιρκίτ, που συνάντησα, με παρακάλεσε να μείνω κάποια μέρα μετά τη λήξη των διαπραγματεύσεων και την υπογραφή των συμφωνιών (οι οποίες κυρώθηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων το 1975) προκειμένου να συναντήσω τον Ετζεβίτ και το επιτελείο του, δηλαδή τους στενούς του συνεργάτες. Γευματίσαμε με τους Ετζεβίτ, Μπιργκίτ, Γκιουνές και Νεντίμ Οκτέμ (ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Παιδείας) στο εστιατόριο της Εθνοσυνέλευσης, ενώ αρκετοί βουλευτές φίλοι ή γνώριμοί μου έρχονταν προς το μέρος μας να με χαιρετήσουν. Στους δαιδαλώδεις διαδρόμους συναντήσαμε τον Ίνονου υποβασταζόμενο από τον Σαντή Κοτσάς (αντιπρόεδρο στην τότε κυβέρνηση), απόστρατο στρατιωτικό και σύνδεσμο των πραξικοπηματιών. Χαιρέτησα τον Ίνονου -και υπήρξε η τελευταία φορά που τον έβλεπα- οπότε ο Μποργκίτ μού είπε στο αυτί δείχνοντας τον συνοδό του: «Αυτός είναι ο δικός μας ο Παττακός!».

 

Γευματίζοντας και συζητώντας με τον Ετζεβίτ

Στη συζήτηση που επακολούθησε διαπίστωσα ότι παρά το κυνήγι μαγισσών η κατάσταση τουλάχιστον για το Ρ.Λ.Κ. ήταν καλύτερη απ’ ό,τι ήταν εκείνη που είχα γνωρίσει επί διακυβέρνησης Μεντερές, περίοδο που κάθε πολιτική κίνηση αστυνομοκρατούνταν. Ο Ετζεβίτ έπλεξε το εγκώμιο της Διδώς Σωτηρίου για τα «Ματωμένα Χώματα» (στην τουρκική μετάφραση του έργου έχει γίνει «παράλειψη» κάποιων σελίδων ή περιγραφών!), ενώ οι παριστάμενοι μεταξύ άλλων εξέφρασαν την απορία, γνωρίζοντας την ιδιοσυστασία μου, πώς δεν είχα ακόμη συλληφθεί από τη χούντα. Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται με την παρακάτω διευκρίνισή τους: «Είμαστε έτοιμοι αν σε συλλάμβαναν να ζητήσουμε να σε πάρουμε όπως έκαμε η Γαλλία με τον Θεοδωράκη, η Γερμανία με τον Μαγκάκη και η Αγγλία με τη Λαίδη Φλέμιγκ». Τους κοίταζα με ανοιχτό στόμα ευχαριστώντας τους ευγενικά (μη λέγοντάς τους ότι θα προτιμούσα να μείνω ισόβια μέσα από το να δεχθώ για ευνόητους λόγους την προσφορά τους). Η αναφορά εδώ αυτής της λεπτομέρειας περισσότερο από τη στάση τους έναντι του ατόμου μου ερμηνεύει τη στάση της Τουρκίας έναντι του κόσμου (και κυρίως της Ελλάδας) ως μια μεγάλης δύναμης, στάση η οποία τους έκανε να παρορούν τη δική τους χούντα, κατά πολύ σκληρότερη από τη χούντα των συνταγματαρχών!

Ερώτησα πόθεν προήλθαν οι τροπολογίες στο Σύνταγμα του 1961 και έλαβα την ακόλουθη αποστομωτική απάντηση: «Μας έρχονται πολυγραφημένες από το Επιτελείο και εμείς τις ψηφίζουμε!». Παρατήρησα ότι υπάρχουν εκπληκτικές ομοιότητες μεταξύ των τροπολογιών αυτών και του Συντάγματος του Παπαδόπουλου και συμφωνήσαμε να μου στείλουν τα πρακτικά του Κοινοβουλίου και εγώ το Σύνταγμα της ελληνικής χούντας.

Ύστερα από κάποιους μήνες ο Γκιουνές με τη γυναίκα του ήλθαν στην Αθήνα φιλοξενούμενοι του συμμαθητή του Γκιουνές, που ήταν εμπορικός ακόλουθος στην εδώ πρεσβεία. Μου έφερε τα πρακτικά λέγοντάς μου ότι είχα δίκιο και πως πρότυπο για αμφότερα τα Συντάγματα αλλά και για τον περί Τύπου νόμο ήταν το Σύνταγμα και η νομοθεσία… του Θιέου στο Νότιο Βιετνάμ! Συνεπώς υπήρχε και υπέρτερη συνταγματική αρχή. Επειδή οι ίδιες αντιδημοκρατικές διατάξεις είχαν περιληφθεί στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975, έγραψα τρία άρθρα με το μέχρι τότε ψευδώνυμό μου «Κ. Βοσπορίτης» στην «Αυγή», τα οποία κατά τη συζήτηση έθεσε υπ’ όψιν της εθνικής αντιπροσωπείας ο Ηλίας Ηλιού, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει μεταξύ αυτού και του Κ. Καραμανλή ζωηρός διαξιφισμός για το ποιος κρύβεται πίσω απ’ αυτό το ψευδώνυμο.

Κάναμε συχνή παρέα με το ζεύγος Γκιουνές όσο αυτό παρεπιδημούσε στην Αθήνα. Παρά λίγο μάλιστα να συναντήσουμε τον Γεώργιο Μαύρο όπως του είχα προτείνει. Φαίνεται πως ρώτησε στην πρεσβεία και αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι θα έμπλεκα εγώ με τη χούντα. Μια νύχτα ύστερα από μια εξαίρετη έξοδο (ο Γκιουνές ήταν άνθρωπος της διασκέδασης και του γλεντιού) μαζευτήκαμε στο σπίτι της ποιήτριας Βενετίας Καπετανάκη στη Φιλοθέη, και ενώ οι γυναίκες συζητούσαν αποσυρθήκαμε οι δύο μας και τα βάλαμε κάτω, «πόσους βουλευτές διαθέτουμε», ποιοι είναι «με μας» για την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας κ.λπ., κάνοντας υπολογισμούς με χαρτί και μολύβι. Ο Γκιουνές, αφού είχε τελειώσει η συζήτηση (στην οποία έμαθα ότι δεν θα ψήφιζαν τον Ίνονου όχι μόνο για Πρόεδρο, αλλά αν επέμενε να μη θέλει τον Ετζεβίτ για γενικό γραμματέα του κόμματος και να απειλεί με παραίτηση -όπως έκαμε κατά το παρελθόν σε ανάλογες περιπτώσεις- θα δέχονταν την παραίτησή του και θα εξέλεγαν στη θέση του ως Πρόεδρο τον Ετζεβίτ), φαίνεται πως αναλογίστηκε ότι ήμουν Έλληνας και όλα τα συναφή και είπε το περίφημο «ο Σαρρής είναι τούρκος πολιτικός άνδρας», κάτι που δεν παρέλειπε έκτοτε να επαναλαμβάνει στις συνεντεύξεις που έδινε σε έλληνες δημοσιογράφους.

Οι Έλληνες και τι πρέπει να χωνέψουν

Κάτω από αυτήν την προϊστορία λοιπόν συζητήσαμε εφ’ όλης της ύλης. Πέραν των όσων επίσημα μου δήλωσε σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία», κατ’ ιδίαν μού διευκρίνισε τα ακόλουθα:

Πρώτον: Ναι, το Αιγαίο από την αρχαιότητα είναι ελληνικό ή από πλευράς διεθνούς δικαίου μπορεί να έχει σε κάποια σημεία δίκαιο η Ελλάδα και να μην έχει η Τουρκία. Αυτά είναι λεπτομέρειες που δεν μετράνε. Γιατί η Τουρκία είναι μια τεράστια χώρα και όπως όλα τα κράτη έτσι και οι Μεγάλες Δυνάμεις έχουν ποικίλα συμφέροντα σ’ αυτήν, τα οποία δεν είναι επ’ ουδενί διατεθειμένες να θυσιάσουν χάριν της Ελλάδος.

Το καλύτερο είναι να «τα βρούμε» οι δυο μας, δίχως τη μεσολάβηση τρίτων. Βεβαίως και τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, αλλά δεν θα πρέπει ανάλογη προς την έκταση και τον πληθυσμό της να έχει και η Τουρκία; Η διαφορά άλλωστε δεν είναι νομικής φύσεως (δηλαδή που αφορά το δίκαιο), αλλά πολιτικής (δηλαδή ισχύος και μεγέθους χώρας και πληθυσμού). Σε κάποια χρόνια Ελλάδα και Τουρκία θα είναι μέλη της Ε.Ο.Κ. (μετέπειτα Ε.Ε.), οπότε θα υπάρχει δυνατότητα εγκατάστασης των Τούρκων στα νησιά του Αιγαίου και των Ελλήνων στην Τουρκία (δεδομένης της γήρανσης του πληθυσμού της Ελλάδος και του ακριβώς αντιθέτου της Τουρκίας όπως και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας σε αμφότερες τις χώρες, μπορεί να προδικάσει κανείς προς ποια χώρα θα υπάρξει μεταναστευτικό ρεύμα).

 

Δεύτερον: Στην Κύπρο η λύση έχει ήδη δοθεί. Θα διαβιώνουν οι μεν στον νότο και οι δε στον βορρά. Αυτό θα συνεχιστεί στο διηνεκές. Είναι πολύ δύσκολη αν όχι ανέφικτη η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από τη Μεγαλόνησο. Γι’ αυτό ήταν λάθος από μέρους της ελληνικής πλευράς που στη Γενεύη απέρριψε τις τουρκικές προτάσεις τόσο για διπεριφερειακή, όσο και για πολυπεριφερειακή ομοσπονδία. Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμη η δική μου (κατά τον Γκιουνές και τους υπόλοιπους Τούρκους που ανέφερα) παρουσία εκεί προκειμένου να έπειθα την ελληνική πλευρά για το τελεσίδικο του τουρκικού εγχειρήματος. Έτσι και αλλιώς στο τέλος θα γίνει αποδεκτή η τουρκική λύση, κι αν δεχόταν η ελληνική πλευρά τις τουρκικές προτάσεις θα αποφεύγονταν τόσοι θάνατοι (δηλαδή όσοι δολοφονήθηκαν κατά την επιχείρηση του «Αττίλα» ή τη δεύτερη φάση της εισβολής). Κατά τους Γκιουνές και Μπιργκίτ (αλλά και τον Ετζεβίτ) κατανοούν τη στάση του Καραμανλή, που γνώριζε το μη αναστρέψιμο της κατάστασης, αλλά μόλις είχε αναλάβει τα ηνία της εξουσίας και κινδύνευε να εκτεθεί στα μάτια της ελληνικής κοινής γνώμης. (Δηλαδή κατά την άποψη αυτή οι νεκροί στην Κύπρο είναι τα εξιλαστήρια θύματα της «επανόδου της Δημοκρατίας» στην Ελλάδα, δεδομένου ότι δολοφονήθηκαν όταν ήδη είχε καταρρεύσει η χούντα). Σε ερώτησή μου πώς θα ζουν χωριστά Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι στην περίπτωση που μελλοντικά γίνει και η Κύπρος μέλος της Ε.Ο.Κ., έλαβα την ακόλουθη απάντηση: «Θα υπάρξει μια εξαίρεση για την Κύπρο». Είναι εκπληκτικό αλλά αυτό ελέχθη το 1976 και κοντά τρεις δεκαετίες μετά βεβαιώνεται με το επάρατο Σχέδιο Ανάν ή όποιο άλλο ανάλογο σχέδιο.

Τρίτον: Όπως μου έλεγε και ο παριστάμενος στη συζήτηση Μπιργκίτ «οι δικοί μας (εννοώντας τους ψηφοφόρους του Ρ.Λ.Κ.) μας λένε να κλείσουμε τα ζητήματα με την Ελλάδα στη βάση της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί στην Κύπρο, αλλά και με έναν συμβιβασμό στο Αιγαίο που θα εξασφαλίζει μια συνεργασία ανάμεσα τις δύο χώρες» (δηλαδή συγκυριαρχία και συνδιαχείριση). Το πρόβλημα είναι πώς θα πεισθεί η ελληνική κοινή γνώμη ώστε να μη φέρει εμπόδια στην πολιτική βούληση που θα κινηθεί προς την εκτεθείσα κατεύθυνση. Σε ερώτησή μου αν αυτό σημαίνει να το «χάψει η ελληνική κοινή γνώμη» (yutmak), έλαβα την ακόλουθη απάντηση συνοδευόμενη από γέλιο: «Ε, όχι και έτσι, απλώς να το χωνέψουν» – hazmetmek).

Παρότι δεν έχει άμεση σχέση με το κυρίως θέμα μας, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και μια αιφνίδια εκμυστήρευση του Κιαμράν Ινάν, κουρδικής καταγωγής αλλά φανατικού τούρκου διπλωμάτη καριέρας και στη συνέχεια πολιτικού της Δεξιάς και υπουργού, ο οποίος κάποτε είχε θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία του Κόμματος της Δικαιοσύνης ως αντίπαλος του Ντεμιρέλ, που συνοδευόταν από την ελβετίδα γυναίκα του φέρουσα μαντίλα, την οποία συνέστησε ως «ακραιφνή μουσουλμάνα Τουρκάλα». Το πρόσωπο αυτό μου συνέστησε ο καθηγητής Τούναγια, προκειμένου να πάρω μια ιδέα για τις απόψεις και του άλλου μεγάλου κόμματος που βρισκόταν στην εξουσία. Ο Ινάν μιλούσε ακατάσχετα επί ώρα πολλή. Σε μια στιγμή ξεχάστηκε και μου λέγει «φοβάμαι, Σαρρή, φοβάμαι πολύ». Παραξενεύτηκα. «Τι φοβάστε;». Η απάντηση ήταν άμεση: «Θα μας διαλύσουν»! Όταν στη συνέχεια τον ερώτησα «ποιος θα σας διαλύσει;», πίστευα ότι θα μου απαντούσε «οι σοβιετικοί, οι κομμουνιστές» ή κάτι παρόμοιο. Και μου είπε εκείνο το αμίμητο: «Οι Αμερικανοί!», διευκρινίζοντας ότι «γινόμαστε μεγάλη δύναμη».

Όταν τα έλεγε αυτά ο Ινάν, η Σοβιετική Ένωση ήταν ακμαία και δεν είχε ανατεθεί στην Τουρκία από τις ΗΠΑ ο ρόλος του «μεγάλου αδελφού» για μια περιοχή που εκτείνεται από την Αδριατική ως τη δυτική Κίνα. Τον ενοχλούσε ιδιαίτερα το εμπάργκο που είχαν επιβάλει οι Αμερικανοί στην Τουρκία, το οποίο εκλάμβανε ως προοίμιο μιας ελληνικής επιθετικής πολιτικής κατευθυνόμενης από τις ΗΠΑ.

Ο πολύς Νταβούτογλου, που οραματίζεται μια «στρατηγική σε βάθος» για την Τουρκία, που θα την καταστήσει παγκόσμια υπερδύναμη, τότε ήταν στην τελευταία τάξη του Λυκείου αρρένων της Κωνσταντινούπολης και ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου.

Posted in Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός VΙ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 16 Ιανουαρίου 2010

του καθηγητή Παν. Ηφαιστου

6.  Εθνική ανθρωπολογία και επερχόμενα πολιτικά και διεθνοπολιτικά γεγονότα

 

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που φανέρωσε στους πολλούς το ψεύδος όλων των μοντερνιστικών ιδεολογικών δογμάτων, το αδιέξοδο γίνεται ολοένα και περισσότερο υπαρξιακό για τους πολιτειακούς φορείς των δυτικών κυρίως κρατών. Στον υπόλοιπο κόσμο οι κοινωνίες, μετά το σπάσιμο των αλυσίδων της ιδεολογικής διαμάχης του 20ού αιώνα –προηγήθηκαν πολλοί αιώνες αποικιοκρατίας, ηγεμονισμού, εθνοκαθάρσεων και γενοκτονιών– κινούνται ραγδαία προς τον σωστό πλέον προσανατολισμό, με την έννοια των πολιτικοστοχαστικών στάσεων που είναι συμβατές με την ιστορική οντολογική θεμελίωσή τους και διαμόρφωσή τους. Το στοίχημα για περισσότερα έθνη δεν είναι κάποιο εθνομηδενιστικό στοίχημα αλλά η δύσκολη και δυσχερής κοινωνικοπολιτική τους συγκρότηση με τρόπο συμβατό με την υποκείμενη ανθρωπολογία κάθε ανεξάρτητου έθνους.

Η δημοκρατία, η κοινωνική ελευθερία και η πολιτική ελευθερία πλέον, στο βάθος του επερχόμενου μέλλοντος, μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνο ως η συγκρότηση και η συγκράτηση πολιτειακών δομών συμβατών με μια φυσιολογικά εξελισσόμενη ανθρωπολογία. Με αυτό εννοούμε όσο το δυνατό λιγότερες εξωγενείς επιδράσεις, όσο το δυνατό ανεπηρέαστα από ηγεμονικές επιρροές, όσο το δυνατό λιγότερους ή και καθόλου ανθρωπολογικούς πειραματισμούς και η διαφύλαξη της μη ρατσιστικά νοούμενης ανθρωπολογικής διαμόρφωσης ως κόρη οφθαλμού. Όπως ήδη τονίσαμε, αυτό σημαίνει τόσο αυτοσυγκρότηση και αυτοθέσμιση στην βάση τόσο του πνευματικού όσο και του αισθητού κόσμου κάθε κοινωνικής οντότητας όσο και αποφυγή ανθρωπολογικού βιασμού με την ενθάρρυνση της λαθρομετανάστευσης στην βάση αποδομηστικών ιδεολογικών κριτηρίων και πολιτειακών πειραματισμών (Κύπρος με το σχέδιο Αναν, Βοσνία, Ιράκ) που όλως περιέργως επιχειρούνται εις βάρος βεβαρημένων κρατών αλλά όχι εις βάρος μεγάλων κρατών (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Ισπανία, Ρωσία).

 

Ανεξαρτήτως μεμονωμένων και τοπικού χαρακτήρα συμβάντων, ένας συγκεκριμένος πολιτικός προσανατολισμός αποτελεί, μάλλον, πνευματικό και πολιτικό μονόδρομο: Ανεξαρτήτως τοπικών και περιφερειακών ιδιομορφιών ο εμπλουτισμός της εθνοκρατικής δομής με τον πνευματικό κόσμο των πολιτών ενός ολοένα και πιο δομημένου εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος μπορεί να σημαίνει ολοένα και μεγαλύτερη δημοκρατία και μια ολοένα και πιο βαθιά μη ρατσιστικά-μοντερνιστικά νοούμενη ανθρωπολογία. Δημοκρατία όχι βεβαίως ιδεολογικά και στρεβλά νοούμενη ως έμμεση αντιπροσώπευση ή ως κάποιου είδους θεοκρατική ιεραρχία, αλλά ως εκείνη η κατάσταση η οποία είτε δημιουργεί τις προϋποθέσεις άμεσου ελέγχου των πολιτών-εντολέων επί των εντολοδόχων εξουσιών ή μιας δομής με σαφή και προδιαγεγραμμένη φορά κίνησης προς αυτό τον προσανατολισμό.

Αυτή η επισήμανση, βεβαίως, απαιτεί βάσιμη σχετικοποίηση υπό το πρίσμα των ιστορικοπολιτικών εμπειριών και της διαδρομής των κρατών και του διεθνούς συστήματος. Με όρους μακροιστορικού χρόνου η διαδρομή σήμαινε, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, μια ταραχώδη αλλά ανοδική πορεία από την προπολιτική-βαρβαρική εποχή στην εποχής του πολιτικού πολιτισμού στην κλασική αρχαιότητα, στην συνέχεια στην Αλεξανδρινή περίοδο, την οποία διαδέχθηκε η ελληνιστική εποχή, η Ρωμαϊκή εποχή και στην συνέχεια από την αντιθετική πορεία της θεοκρατούμενης Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της ανθρωποκεντρικά προσανατολισμένης Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Αυτή η δυσχερής, πολυτάραχη και πλήρης προβλημάτων συγκρότηση του πολιτισμού μετά την έξοδο από τη βαρβαρότητα μέχρι και την πτώση της Βυζαντινής Οικουμένης, ήταν εν τούτοις, πολιτικά, πολιτισμικά και πολιτειακά ανοδική. Μετά την επέλαση του υλισμού κατά την διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων αιώνων, ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής, συγκροτήθηκε διαφοροποιημένα: Σε ένα επίπεδο κινούνταν οι υλιστικές αυτοκρατορίες και στο υποκείμενο ανθρωπολογικό επίπεδο τα έθνη κτίζονταν ερήμην και εις πείσμα των ηγεμονικών και ιδεολογικών εποικοδομημάτων.

Ναι μεν για παράδειγμα όπως προείπαμε το διεθνές δίκαιο συγκροτήθηκε με όρους κυριαρχίας και αυτοσυντήρησης αλλά στην συνέχεια τα ανεξάρτητα εθνοκράτη αξίωσαν και αξιώνουν ολοένα και περισσότερο την εκπλήρωση της εθνικής ανεξαρτησίας, έννοια πνευματικά γεμάτη που αποτελεί, όπως υποστήριξα την κοσμοθεωρία των εθνών. Μια δηλαδή πνευματική αντί-ηγεμονική αντίληψη συμβατή με την ανθρωπολογική δομή του κόσμου όπως εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε εθνοκρατοκεντρικά.

Παρά την εξέλιξη του κόσμου και την πορεία του πάνω σε προδιαγεγραμμένες πλέον εθνικές γραμμές, οι μοντερνιστικές ιδεολογίες συμπεριλαμβανομένων και των διάδοχων μεταμοντέρνων, φαίνεται να μην έχουν διδαχθεί το παραμικρό. Έτσι, μιλούν ακόμη, για ρατσισμούς και για ανθρωπολογικές αποδομήσεις, και «οραματίζονται» ουτοπικά κάποιο φανταστικό μετά-εθνικό κόσμο ατομιστών ιδιωτών αγνώστου ανθρωπολογικού περιεχομένου, αγνώστου δικαιοσύνης και ασφαλώς αγνώστου είδους (διανεμητικής) διακυβέρνησης. Πρόκειται για μια αδιέξοδη συζήτηση που όπως προανέφερα οφείλεται σε κεκτημένη μοντερνιστική ταχύτητα.  

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: