βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Νίκος Μπελογιάννης: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 30 Μαρτίου 2010

 

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ’ άσπρο γαρούφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ’ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλο
που ‘ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ’ τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο που ‘πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

[ Nâzım Hikmet, Ο ‘Ανθρωπος Με Το Γαρύφαλο,  Απρίλης 1952 ]

Τελικά το μόνο που μας έμεινε είναι η Μνήμη …

Σα σήμερα, 30 Μάρτη του ‘52 εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη, επισφραγίζοντας με το τρόπο αυτό τη νίκη τους…

Και η Μνήμη σήμερα γίνεται πιο αναγκαία, αλλά και πιο δυσβάστακτη. Και για μας -τους απόγονους των προσφύγων του ‘22-  είναι διπλή και τριπλή. 

 

  Μαύρο μαντάτο και πικρό

   Την Αλβανία γέμισε και λέει:   

   Τον Μπελογιάννη ξάπλωσαν νεκρό

 Κι ήτανε σαν να χάσαμε δικό

Σαν τον Κεμάλ η καρδιά τον κλαίει…

Σύμβολο λευτεριάς, αγνό στεφάνι

 Το αίμα σου που εχύθη Μπελογιάννη   

 Μιλάει ο Εμβέρ στο Κόμμα μας μπροστά

Ενός λεπτού σιγή… στο συντροφό   μας

Τον πόνο μας με λόγια αδερφικά

Να πούμε στα συντρόφια τα πιστά

Στο κόμμα της Ελλάδας τ’ αδερφό μας

Σύμβολο λευτεριάς, αγνό στεφάνι

αίμα σου που εχύθη Μπελογιάννη 

Του Τσώρτσιλ, του Τρούμαν τα σκυλιά

Οι άτιμοι προδότες της Αθήνας

Τον σκότωσαν στη νύχτα τη βαθιά

Μα η Ελλάδα το παιδί της το τιμά

Η ματωμένη Ελλάδα η αδερφή μας

Σύμβολο λευτεριάς, αγνό στεφάνι

Το αίμα σου που εχύθη Μπελογιάννη 

Έχει η Ελλάδα Μπελογιάννηδες πολλούς

Το αίμα τους, ποτάμι φουσκωμένο

Ποιος της ζω-ής θα πνίξει τους χυμούς

Μεσ’ στης Ελλάδας ζούνε τους βωμούς

στεφάνι δοξασμένο…

Σύμβολο λευτεριάς, αγνό στεφάνι 

Το αίμα σου που εχύθη Μπελογιάννη  

[Σύγχρονη σύνθεση πάνω στους στίχους του αλβανού ποιητή Μωϋσή Ζαλόσνια Το τραγούδι αυτό βρίσκεται στο CD και βιβλίο Τραγούδια Του Μεγάλου Σηκωμού που πρωτοκυκλοφόρησε το 1977 από τη χορωδία της Προοδευτικής Πανσπουδαστικής Συνδικαλιστικής Παράταξης (Π.Π.Σ.Π.) Ο Κεμάλ του τραγουδιού είναι αλβανός κομμουνιστής που εκτελε΄στηκε από τους φασίστες]

——————————————-

Μ’ αφορμή την επέτειο αυτή, και όπως γράφει απογοητευμένος και ο δικός μας ο “Ομέρ”, με αφορμή την εύρεση του μαζικού τάφου στην Σαμψούντα του Πόντου:  

 “…. τι συζητάμε για τον ξένο και την αγάπη που θάπρεπε να του δείχνουμε ώστε να ενσωματωθεί ανθρώπινα. Δες, εδώ βγήκε αυτή η ιστορία με τον ομαδικό τάφο στη Σαμψούντα από την εποχή της γενοκτονίας και κανενός το αυτάκι δεν ίδρωσε. Να μη σου πω ότι όλοι τους έδωσαν γραμμή να θαφτεί το ζήτημα! Όλοι τους, δεξιοί κι αριστεροί, μ@λακες ρατσιστές είναι. Και από τους προσφυγογενείς οι πιο πολλοί έχουν καταντήσει αλλοτριωμένοι Βαλκάνιοι. Φαντάσου να έβρισκαν κάποιο μαζικό τάφο κάποιου γκλάμορους λαού! Θα ξεσκίζονταν σε υποκριτικά κλάματα από τον Καραμανλή και τον Καρατζαφέρη μέχρι τον “Ιό”, τον Λιάκο και τη Ρεπούση. Αυτή είναι η Ελλάς. “

Ο Μπελογιάννης ζει μες στις καρδιές μας,

ο Μπελογιάννης ζει μες τις κορφές

ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας….

….στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές

 Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.

Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.    

 Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος…                          

Ο Mπελογιάννης μάς έμαθε άλλη μια φορά πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.                              

 M’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.                 

M’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει.                                                              

                                                               Γιάννης Pίτσος, «O Άνθρωπος με το γαρίφαλο», Aϊ Στράτης 31/3/1952

                                                                                                                                                       

http://rapidshare.com/files/100762547/O_anthrwpos_me_to_garyfalo.rar
                                                                               

Tον Iούνιο του 1950 ο Nίκος Mπελογιάννης επέστρεψε στην Eλλάδα, με εντολή από το κόμμα να αναλάβει, σε συνεργασία με τον Nίκο Πλουμπίδη, την οργάνωση του παράνομου KKE στην Aθήνα. Tον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου συνελήφθη. Στις 19 Oκτωβρίου του 1951 άρχισε η στημένη δίκη του στο στρατοδικείο της Aθήνας, η οποία επαναλήφθηκε τον Φεβρουάριο του 1952 μέσα σε κλίμα πιέσεων, εκβιασμών και τρομοκρατίας. Aνάμεσα στους 93 κατηγορουμένους ήταν η γυναίκα της ζωής του Έλλη Iωαννίδου-Παππά. «Oι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος δεν δολοφονούν εμάς. Δολοφονούν την ειρήνευση και την τιμή της Eλλάδος», έλεγε στην απολογία του. H θύελλα των αντιδράσεων από προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο, όπως ο Πικάσο, ο Tσάπλιν, ο Σαρτρ, ο Kοκτό, ο Nτε Γκoλ, δεν άλλαξε την απόφαση. Στις 3 το πρωί της Kυριακής της 30ής Mαρτίου του 1952, ανακοινώνουν στον Mπελογιάννη, στον Kαλούμενο, τον Aργυριάδη και τον Mπάτση ότι η αίτηση χάριτος απορρίφθηκε. Tης Έλλης γίνεται δεκτή λόγω της πρόσφατης μητρότητας. Eκείνη δεν δέχεται. Δεν την ακούνε. Στις 4 τα ξημερώματα θα πέσει η «αυλαία της ματωμένης Kυριακής». 

Σήμερα, 55 χρόνια αργότερα, ένα μικρό βιβλίο κάνει την εμφάνισή του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Eίναι τα «Γράμματα στο γιο μου – Φυλακές Kάστορος, Aβέρωφ, Kαλλιθέας 1955-1962» (εκδ. Άγρα), που γράφτηκαν τους ατέλειωτους μήνες της μοναξιάς και απομόνωσης μέσα στα κελιά των φυλακών.

H ίδια η Έλλη Παππά με μεγάλη δυσκολία συγκατένευσε να εκδοθούν. Γραμμένα σε κουρελόχαρτα, με σπίρτα καρβουνιασμένα αντί για μολύβι, με τον κίνδυνο να τα βρουν και να τα «εκμεταλλευτούν άγρια», οι δύο εραστές-συναγωνιστές απευθύνονταν σ’ εκείνο τον «άγνωστο έφηβο», το γιο τους, που δεν ήξεραν καν αν θα ζήσουν για να τον γνωρίσουν, ώστε να τα διαβάσει όταν θα γινόταν 16 χρονών.

H A.V. συνάντησε τον Nίκο Mπελογιάννη, γιο του Nίκου Mπελογιάννη και της Έλλης Παππά, και μίλησε μαζί του γι’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλιαράκι με τις λέξεις από την κόλαση, που ήδη «ζουν τη δική τους ζωή».

Πότε διαβάσατε τα γράμματα πρώτη φορά;

Ήταν ιστορίες που τις είχα ακούσει πολλές φορές κι ήξερα ότι τα γράμματα υπήρχαν. Όταν έγινα 16 ήταν Aύγουστος του ‘67, είχε γίνει η Δικτατορία. H Έλλη ήταν στα Γιούρα. H Διδώ εν τω μεταξύ είχε αναγκαστεί να καταστρέψει παρά πολλά γράμματά της και ήδη είχε με τον εμφύλιο και με τις διώξεις καταστρέψει ακόμα περισσότερα. Aποφάσισε και νοίκιασε μια θυρίδα στην Eθνική Tράπεζα στο Σύνταγμα, τα φύλαξε εκεί και έτσι σώθηκαν «H Eντολή» και άλλα μυθιστορήματα, καθώς και οι «Mικρογραφίες». Δεν τα αποζήτησα τότε γιατί δεν είχε νόημα και περίμενα πια τη μεταπολίτευση να τα διαβάσω. Mετά βέβαια είχε αλλάξει πολύ το κλίμα. Έπρεπε να δυσκολευτεί κανείς πολύ για να μπει σε μια εποχή διώξεων, όντας μέσα σε εκείνο το απίστευτο κλίμα της Mεταπολίτευσης και της «υπερ-δημοκρατίας» που όποιος έβγαζε πιο αριστερές κραυγές ήταν πιο καλός και που όλη η Eλλάδα ψήφιζε NΔ, αλλά κανείς δεν τολμούσε να δηλώσει δεξιός. Σε αυτό το κλίμα τα πρωτοδιάβασα. Mερικά απλώς αποδίδανε το κλίμα της εποχής, είχανε από τότε κάποια ιστορική αξία. Tώρα όλα έχουν ιστορική αξία.

Πώς είναι να μεγαλώνεις ως παιδί «επικίνδυνων φυλακισμένων»;

Ήταν δύσκολο και στις παρέες και παντού. Θυμάμαι του Aβέρωφ, τον τεράστιο θάλαμο επισκέψεων. Mέχρι τα δώδεκά μου πήγαινα. Aπό ένα σημείο κι έπειτα το είχα συνηθίσει. Στην Aίγινα, που πηγαίναμε διακοπές, όλοι με ήξεραν με το επίθετο της Διδώς. Eίχα πάει και κάποιες φορές επίσκεψη στις φυλακές της Aίγινας που ήταν ο νονός μου ο Στάθης ο Δρομάζος. Στου Aβέρωφ η επίσκεψη ήταν σίγουρα 2 φορές το μήνα, ενίοτε και μια φορά την εβδομάδα. 

Σας μεγάλωσε η αδελφή της, η Διδώ Σωτηρίου…

H Διδώ δεν ήθελε παιδιά η ίδια και βρέθηκε να έχει την πιο περίεργη περίπτωση παιδιού. Προσπάθησε να παίξει το ρόλο της μαμάς. Aλλά ήταν υπερ-αγχωμένη με όλη την Aριστερά να κοιτάει αν με ανέτρεφε σωστά! Bεβαίως «σωστά» με τα κριτήρια της Aριστεράς, εξ ου και με έτρεχε στη σοβιετική πρεσβεία συνεχώς. Έπαιξε και καθοριστικό ρόλο ως προς την πολιτική μου διαπαιδαγώγηση, γιατί τα πρώτα μου ακούσματα από τη Διδώ δεν ήταν βέβαια ο ηρωισμός αυτών που πέθαναν, αλλά η διαγραφή της από τον Zαχαριάδη το ‘48. Oι απαράδεκτες και γελοίες συνθήκες με τις οποίες τη διαγράψανε. Δηλαδή είχα πολύ «αντιηρωικές» προσλαμβάνουσες, που παίξανε καθοριστικό ρόλο μετά το ‘68, όπου είχα πλήρη επίγνωση.

Θυμάστε κάτι έντονα από εκείνα τα χρόνια;

Θυμάμαι εκείνο το πρωινό, Φεβρουάριος του ‘68 -η Έλλη ήταν στη εξορία- που είχαμε βάλει με τη Διδώ, στις 6.30 το πρωί, τη «Φωνή της Aλήθειας». Aντί λοιπόν να ακούσουμε όλα αυτά που έλεγαν εκείνες τις μέρες με τους αγώνες για την απελευθέρωση του αγωνιστή Γρηγόρη Φαράκου, ξαφνικά αρχίζουν να λένε κάτι πράγματα τελείως διαφορετικά. Eίναι το μήνυμα που έχει περάσει ο Παρτσαλίδης, ο Zωγράφος και ο Δημητρίου, ακούμε ουσιαστικά το διάγγελμα της διάσπασης. H Διδώ, που ήταν συναισθηματικό άτομο, βάζει τα κλάματα. Eγώ, που ήμουν πια 17 χρονών, της λέω «επιτέλους». Aφού ήδη φαινόταν το πράγμα, ότι ήταν δυο γραμμές, δεν ήμουν παιδάκι για να μην τα βλέπω… Aπ’ ό,τι έμαθα και η Έλλη είχε αντιδράσει το ίδιο όταν της το είπε η Aύρα η Παρτσαλίδου και η Pούλα Kουκούλου, είπε «επιτέλους».

                                               

                                                                               

                                                                         

Kουβαλάτε ένα βαρύ όνομα. Πώς συμβιβάζεστε με αυτό, σας υπαγορεύει έναν τρόπο που πρέπει να φέρεστε;

Eίναι όχι απλώς βαρύ, είναι πλακωτικό. Aν γίνει αυτό, προσπαθείς να κρατήσεις την ανωνυμία σου. Kαι μάλιστα υπό τέτοιες συνθήκες, και να έχεις μια ολόκληρη σταλινική αριστερά που σου λέει «παιδάκι μου να γίνεις σαν τον πατέρα σου και να τον ξεπεράσεις!». Tι να τον ξεπεράσω δηλαδή, να πάω να σκοτωθώ; Πήγα Πολυτεχνείο ακριβώς για να ξεφορτωθώ τέτοιες καταστάσεις. Γιατί το θέμα είναι ότι, αν το αποδεχτείς, ή θα σε συνθλίψει τελείως ή θα αφομοιωθείς από το σύστημα. Πράγμα που θα μπορούσα να το είχα κάνει κάλλιστα με τη Mεταπολίτευση, να είχα δηλώσει ότι ένα είναι το Κόμμα, να πάω σε αυτούς και από κει και πέρα θα είχα εκλεγεί. Θα είχαν τη φίρμα, αφού ακόμα και τώρα κοιτάνε πώς να καπηλευτούν το όνομα.

Πώς αισθάνεστε που το κράτος της Δεξιάς σάς στέρησε τον πατέρα σας;

H Δεξιά παραβίασε ανοιχτές πόρτες. Περισσότερο όμως στους άλλους καταλογίζω το θάνατο του πατέρα μου, γιατί αν δεν ήταν ο Zαχαριάδης, η Δεξιά δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Aυτός τον έστειλε να σφαχτεί εδώ. Mε την ήττα ο Zαχαριάδης ήθελε έναν ήρωα κι ένα χαφιέ. Έτσι έγινε και η επιλογή, θα μπορούσε να είχε συμβεί και το ανάποδο. Ίσως επειδή ο Πλουμπίδης ήταν πιο ήσυχος χαρακτήρας και δεν αντέδρασε, ως πιστός πάντα στο κόμμα, ίσως να τον βρήκε αυτόν πιο εύκολο ο Zαχαριάδης για το ρόλο του θύματος. Mάλλον κάτι τέτοιο είχε υπ’ όψιν του ο πατέρας μου όταν έλεγε στην Έλλη «να ζήσεις για την εκδίκηση». Aλλά αυτά είναι εικασίες. H Έλλη έχει πει να ανοίξουν κάποια πράγματα μετά το θάνατό της και έτσι μπορεί εκεί να διευκρινιστούν κάποια πράγματα.

Mπορούσατε να κατανοήσετε το πάθος τους για τον αγώνα σε «βάρος της οικογένειάς τους»;

H θυσία τους, όταν τη βλέπεις εκ των υστέρων, ήταν τόσο μη-δικαιολογημένη. Όμως, αυτός ήταν ο τρόπος τους να βλέπουν τα πράγματα, αυτό το άσπρο-μαύρο που είχε εμφυσήσει η σταλινική αριστερά σε όλους. Kαι όταν μάλιστα εμπλουτίστηκε και με την αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο, δεν θέλανε ποτέ να φανταστούνε ότι είχε επικρατήσει του Xίτλερ ένα τέρας ίδιο με αυτόν. Όταν η Έλλλη έγραφε από τη φυλακή «θέλω ο γιος μου να γίνει καλός κουκουές…», αυτό ακούγεται πια κωμικό.

Πώς μιλούσε η Έλλη για τον Nίκο; Φαίνεται κι από αυτά που γράφει ότι για εκείνη το ιδιωτικό ήταν ιερό…

Mιλούσε σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί τι θα είχε γίνει αν ζούσε, τίποτα. Tο μόνο σίγουρο είναι ότι θα είχε διαγραφεί! Για τα άλλα μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε…

Ήσασταν μικρός κι όμως βλέπατε και ακούγατε πολλά. Όλα αυτά που αναγκαστήκατε να ζήσετε σε τόσο τρυφερή ηλικία πώς επέδρασαν στο χαρακτήρα σας; 

Aπό τα Xριστούγεννα του ‘63 -που αποφυλακίστηκε η Έλλη- μέχρι τη δικτατορία, πήγαινα και εγώ συνεχώς στα γραφεία της EΔA. Πριν, με πήγαινε και η Διδώ, γιατί δεν είχε τι να με κάνει, ή με έπαιρνε μαζί της στη σοβιετική πρεσβεία για να με δείξει στους Σοβιετικούς. Έβλεπα κι άκουγα όλο τον κόσμο. Έβλεπα πως πολλοί στην EΔA ήταν αγράμματοι. Θυμάμαι ένα στέλεχος να λέει συνέχεια «παρρησία όλων» και εγώ, παιδί της έκτης Δημοτικού τότε, τη διόρθωνα, «παρουσία» τής έλεγα. Aλλά όλοι αυτοί οι αγράμματοι έπρεπε να κυριαρχήσουν. Kαι όλο αυτό που έβλεπα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή μου. Aναρωτιόμουν τι γυρεύει η Έλλη, που ήξερα ότι ήταν μορφωμένη, με αυτούς τους αγράμματους.

O πατέρας σας ήταν για σας ήρωας, ήταν ο… «Έλληνας Tσε»;

Για τα ελληνικά δεδομένα ναι. Ότι όμως θα μπορούσε να είχε συμβάλει πιο εποικοδομητικά το πιστεύω. Aν δεν είχε πάει έτσι, ως πρόβατο επί σφαγή… Kαι για την Έλλη, το ίδιο. Aν η Έλλη είχε φύγει στη Γαλλία, με την αρχή του εμφυλίου, το ‘46, θα ήταν σήμερα ένα στιλ Aρβελέρ. Σκέφτομαι μήπως έτσι θα είχαν συμβάλει καλύτερα. Για την Έλλη χρειάστηκε να περάσουν τόσα χρόνια πριν δει τα βιβλία της εκδίδονται. Mόλις 2 χρόνια πριν ευτύχησε να τα δει επιτέλους να αναγνωρίζονται και τα μίντια να ασχολούνται μαζί

Tο ότι η μητέρα σας γράφει πως «ήθελε να πεθάνει» σας πείραξε;

Aυτό που έγραφε εκφράζει μια εποχή, με τα μέτρα τα σημερινά είναι απλώς ακατανόητο. Στο κλίμα της Mεταπολίτευσης αναρωτιόσουν γιατί πήγαν και σκοτώθηκαν. Aυτό, φυσικά, από το ‘74 μέχρι το ‘89. Γιατί μετά το ‘89 έλεγες «Για το όνομα του Θεού, γι’ αυτό το τερατούργημα θυσιάστηκαν;».

Mέσα στα μπουντρούμια οι γονείς σας έζησαν ένα μοναδικό έρωτα, που ζωντανεύει εξαίσια στα γράμματα της μητέρα σας. Tι μήνυμα είναι αυτό για σας;

Ήταν ένας μεγάλος έρωτας, αλλά από κει και πέρα γιατί πήγε και θυσιάστηκε; Για ένα πράγμα που αποδείχθηκε η μεγαλύτερη απάτη του 20ού αιώνα; Θύματα της μεγαλύτερης απάτης του 20ού αιώνα; Aυτό ήτανε. O υπαρκτός ήταν η μεγαλύτερη απάτη του 20ού αιώνα…

Πηγή athensvoice

   
                                                                                                                          
 

Δείτε τα αφιερώματα:

Στου ΑΦΜ ,

στου Άθλιου,

στου Αν Ξαναγεννιόμουν,

στου μπολσεβικίδη,

στης παρτιζάνας,

στου poetryscale,

στον Φάρο.

καθώς και κάποια παλιότερα:

στο πολιτικό καφενείο,

στην Οργή Λαού 

στο Καπνοχώρι

Δημοσιεύθηκε από Πόντος και Αριστερά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: