βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄: ένας αμφιλεγόμενος ήρωας

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 11 Απριλίου 2010

Τα αποσπάσματα  που ακολουθούν προέρχονται από το βιβλίο του συνεργάτη και  καλού φίλου των «Ενθεμάτων» Γιάννη Παπαθεοδώρου Ρομαντικά Πεπρωμένα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως «εθνικός ποιητής» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα. Από τα αποσπάσματα ο αναγνώστης μπορεί να πάρει, πιστεύουμε, μια ικανή πρόγευση και να αντιληφθεί το εύρος και την αξία της μελέτης η οποία παρακολουθεί την πορεία του Βαλαωρίτη από τη συγκρότηση ενός «εθνικού μαρτυρολογίου» μέχρι την αναγόρευσή του ως «εθνικού ποιητή» με τη δημόσια απαγγελία του «Ανδριάντα του Αοιδίμου Γρηγορίου Ε΄» στις 25 Μαρτίου 1872, αλλά και την αμφισβήτηση ή και την αξίωση υπέρβασης της «εθνικής ποίησης» που ενσάρκωσε ο Βαλαωρίτης, ήδη από τους συγχρόνους του και πρωτίστως από τον Ροΐδη.

«Ε»

 

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως «εθνικός ποιητής»

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄: ένας αμφιλεγόμενος ήρωας

 

του Γιαννη Παπαθεοδωρου

 

«Το Πανεπιστήμιον με προσεκάλεσεν επισήμως», γράφει ο Βαλαωρίτης σε επιστολή του (10 Φεβρ.1872) προς τον Κεφαλλονίτη φίλο του Ανδρέα Λασκαράτο, «να προσαγορεύσω διʼ ενός διθυράμβου κατά την 25η Μαρτίου τον Ανδριάντα του Πατριάρχου Γρηγορίου. Εδέχθην την πρόσκλησιν και ελπίζω εις τον Θεόν να μην εντροπιάσω ούτε την μνήμην του μεγάλου της νεωτέρας Ελλάδος αθλητού, ούτε τους φίλους μου». Η απάντηση (15/27 Φεβρ. 1972) του «αφορεσμένου» Λασκαράτου θα είναι άμεση και καυστική: «Σε συγχαίρω διά την Πανεπιστημονική πρόσκληση που έλαβες να προσαγορέψεις τον ανδριάντα του Γληγοράκη. — Δώσʼ του κι από μέρους μου τα γκαρδιακά χαιρετίσματά μου και πες του πως του εύχομαι να ʼξακολουθάη να φανατίζει τους όχλους, όσο ναν τους αποχτηνώση εξ ολοκλήρου, και ναν τους κάμη ακόμη περισσότερο απʼ ό,τι είναι δίποδους γαϊδάρους». Ο επιστολικός αυτός διάλογος μας δείχνει, νομίζω, με τον πιο παραστατικό τρόπο, ότι το πεδίο του εθνοσυμβολισμού αποτελείται συχνά από επίδικα πολιτισμικά αντικείμενα. Η συναίνεση γύρω από τα σύμβολα δεν είναι πάντα δεδομένη, ιδίως, μάλιστα, όταν τα σύμβολα αυτά είναι «προσημειωμένα», κατά τη διαδικασία της «πολιτισμικής σημείωσης του ιστορικού παρελθόντος».1 Αν, δηλαδή, για τους περισσότερους ήρωες του Εικοσιένα, η μεταγενέστερη ένταξή τους στο εθνικό πάνθεον ήταν μια μάλλον ομαλή διαδικασία, για τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄, η διαδικασία αυτή ήταν λίγο πιο σύνθετη, αντιφατική και περίπλοκη. Κι αυτό συνέβαινε, επειδή στο δικό του «προσημειωμένο» σύμβολο διασταυρώνονταν ιστορικά γεγονότα, θεσμικοί ρόλοι, ιδεολογίες και νοοτροπίες που διαπερνούσαν με ένταση ολόκληρη τη νεοελληνική κοινωνία, στα ρομαντικά χρόνια.

 

Δύο διαμετρικά αντίθετες αφηγήσεις για τον Πατριάρχη

 

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του ελεύθερου έθνους-κράτους (αλλά και έως σήμερα)2 βλέπουμε να συνυπάρχουν στη δημόσια ιστορική κουλτούρα δύο διαμετρικά αντίθετες αφηγήσεις για το πρόσωπο και τα έργα του Πατριάρχη. Από τη μια μεριά, τονίζεται ο αμφιλεγόμενος ρόλος του ως εκπροσώπου του Γένους στην Οθωμανική διοίκηση, οι αντι-διαφωτιστικές του τάσεις, το γνωστό κείμενο του αφορισμού του Υψηλάντη, και η σχεδόν «προληπτική» θανάτωσή του από την Πύλη∙ από την άλλη μεριά, δίνεται έμφαση στη συνετή του διοίκηση, στη συμβολή του στην εκπαιδευτική αναμόρφωση του Ελληνισμού, στη συνωμοτική του δράση υπέρ των επαναστατών, στο μαρτυρικό του θάνατο «υπέρ πίστεως και πατρίδος». Για να μείνουμε, πάντως, στη στιγμή που ανταλλάσσονται αυτές οι επιστολές, πρέπει να έχουμε στο νου μας τις συνολικότερες ιδεολογικές μετατοπίσεις, που λαμβάνουν χώρα. Πίσω, δηλαδή, από τις απαξιωτικές διατυπώσεις του Λασκαράτου, μπορούμε να συλλάβουμε μια ευρύτερη δέσμη διανοητικών συμπεριφορών, που στο πρόσωπο του Γρηγόριου και με αφορμή τη δημόσια αποκατάσταση της εικόνας του, έβλεπαν, στην κρίσιμη δεκαετία του 1870, άλλο ένα επεισόδιο της πορείας προς την «ανάσχεση του Διαφωτισμού».3 Αν αντιστρέψουμε, ωστόσο, τον δείκτη αυτών των «αντιστάσεων» που προέρχονται κυρίως από το χώρο της αντικληρικαλιστικής και αθεϊστικής διανόησης, μπορούμε να βρεθούμε ξανά στους «μέσους όρους», που καθόρισαν τις κοινωνικές και ιστορικές πραγματικότητες.

Ανεξάρτητα, δηλαδή, από τη διαμάχη, την ποιότητα της επιχειρηματολογίας και τις ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας γύρω από το πρόσωπο του Γρηγορίου, θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε πως, εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι κεντρικές ροπές στο επίπεδο της λόγιας αλλά και της λαϊκής κουλτούρας τείνουν προς την αποκατάσταση του Γρηγορίου, με βάση τη διπλή ιδιότητα του «εθνομάρτυρα» και του «ιερομάρτυρα». Η ανάγκη ενός τέτοιου συμβόλου έμοιαζε απαραίτητη, ιδιαίτερη στη νέα φάση που έμπαινε η Μεγάλη Ιδέα. Στα κρίσιμα αυτά χρόνια, ο Γρηγόριος Ε΄ ήταν ο ελλείπων κρίκος στη διαμόρφωση του «εθνικού μαρτυρολογίου»∙ κι αυτό, γιατί το σύμβολό του λειτουργούσε ως «γέφυρα» ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος, ανάμεσα στο Εικοσιένα και τη Μεγάλη Ιδέα, ανάμεσα στην ταπεινή Αθήνα και στην ποθητή Κωνσταντινούπολη. Οι ελάχιστες αντιδράσεις ή διαφωνίες δεν στάθηκαν ικανές να ανακόψουν την πορεία προς τη θεσμική κατοχύρωση και την εθνοσυμβολική σημασία της εικόνας του. Το ποίημα του Βαλαωρίτη προς τον ανδριάντα του Γρηγορίου του Ε΄, στην επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1872 αποτελεί αναμφισβήτητα σταθμό μέσα σε αυτή τη διαδικασία, όχι μόνο γιατί σφράγισε, με τον πιο εμβληματικό τρόπο, την αποκατάσταση της μορφής του αλλά και γιατί παραμένει ως τις μέρες μας η πιο γνωστή λογοτεχνική αναφορά στον Πατριάρχη.

 

Οι «τύχες» του Γρηγορίου Ε΄ στα ρομαντικά χρόνια

 

Ένα ενδεικτικό διάγραμμα αυτής της πορείας προς την αποκατάσταση θα μας έδειχνε πως υπάρχουν μερικές χρονολογίες-κλειδιά, που φωτίζουν χαρακτηριστικά τα «κατά Γρηγόριον Ε΄»∙ τις «τύχες» του, δηλαδή, μέσα στα ρομαντικά χρόνια. Τις θυμίζω συνοπτικά.4 Το 1821 και το 1822, αντίστοιχα, εκφωνείται ο «επιτάφιος λόγος» και τελείται το πρώτο μνημόσυνο στην Οδησσό από τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Το 1823, μια πρώιμη απόπειρα αγιοποίησης του Πατριάρχη πέφτει στο κενό.5 Το 1844, προτείνεται από στην Ελληνική Βουλή η ίδρυση μνημείου, χωρίς, ωστόσο, η Κυβέρνηση να λάβει συγκεκριμένα μέτρα. Το 1848, με πρόταση του Μητροπολίτη Χερσώνος Ινοκεντίου, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσίας θεσπίζει την ετήσια τέλεση μνημοσύνου προς τιμή του Πατριάρχη. Το 1859, ο εφημέριος της Αγίας Τριάδος Γρηγόριος μαζί με τον Νικόλαο Βερναρδάκη μαζεύουν χρήματα για την ανέγερση πολυτελούς μαυσωλείου. Το 1865 και το 1866, αντίστοιχα, κυκλοφορεί από τους Γ. Γ. Παππαδόπουλο και Γ. Π. Αγγελόπουλο, η δίτομη συγκεντρωτική έκδοση βιβλιογραφικών τεκμηρίων (πηγές, κείμενα, κρίσεις, λογοτεχνικές αναφορές και εικαστικές αναπαραστάσεις) γύρω από τη ζωή, το έργο του αλλά και τις «τύχες» του Γρηγορίου του Ε΄ μέσα στο νεοελληνικό πολιτισμικό βίο. Η έκδοση θα συμβάλει σημαντικά στην αποκατάσταση του Γρηγορίου και θα προωθήσει το αίτημα της ανέγερσης μνημείου.

Το 1871, ο Γ. Αβέρωφ αποφασίζει να αναλάβει τη δαπάνη για τον ανδριάντα του Γρηγορίου έξω από το Πανεπιστήμιο και κάνει την παραγγελία του γλυπτού στο εργαστήριο Φυτάλη. Την ίδια χρονιά (1871), ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόφιλος και ο Γ. Π. Αγγελόπουλος απευθύνουν αναφορά και επίσημο αίτημα στη Βουλή των Ελλήνων για να ζητηθεί «αρμοδίως παρά του Τσάρου το λείψανον του Γρηγορίου, όπως ταφή εν Δημητσάνι». Η πενταμελής επιτροπή που καταρτίστηκε επιβιβάστηκε στο πλοίο «Βυζάντιο» και απέπλευσε τη Μεγάλη Παρασκευή (26 Μαρτίου) από τον Πειραιά «ίνα κομίση το λείψανον εγκαίρως», αφού είχε ήδη κανονιστεί να εορταστεί η πεντηκονταετηρίδα της ελληνικής επανάστασης στις 10 Απριλίου∙ στην επέτειο, δηλαδή, του απαγχονισμού του Πατριάρχη. Αντί για την καθιερωμένη 25η Μαρτίου, επελέγη αρχικά ως ημερομηνία εορτασμού της επετείου η 10η Απριλίου (ημερομηνία απαγχονισμού του Πατριάρχη), και τελικά, η τελετή διεξήχθη την 25η Απριλίου, για να τονιστεί η άμεση σχέση με την προσωπική εορτή του βασιλιά Γεωργίου. Στις 29 Απριλίου, και μετά από καθολικό προσκύνημα πέντε ημερών στη Μητρόπολη, ανοίγεται η λάρνακα. Το γεγονός της μετακομιδής των λειψάνων εορτάζεται σε όλη την Ελλάδα, και σε μια εκ νέου απόπειρα αγιοποίησης του Γρηγορίου εκδίδεται στην Πάτρα ειδική ακολουθία με τροπάρια. Κάπως έτσι φτάσαμε στη συγκυρία του 1871, στον εορτασμό της πεντηκονταετηρίδος του Εικοσιένα, με τον απόηχο των Λαυρεωτικών, της σφαγής στο Δήλεσι, και την αποτυχημένη κρητική εξέγερση να δημιουργούν την αίσθηση μιας πολιτικής κρίσης.

 

Από τον συνταγματικό φιλελευθερισμό στη Μεγάλη Ιδέα

 

Είναι προφανές πως μέσα σε αυτά τα τριάντα χρόνια κάτι έχει αλλάξει: από τον «πρωτομάρτυρα» Ρήγα ως τον «εθνομάρτυρα» Γρηγόριο τον Ε΄, και από το συνταγματικό φιλελευθερισμό μέχρι τη Μεγάλη Ιδέα, υπάρχουν σημαντικές ιδεολογικές μετατοπίσεις και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις. Θα μπορούσε, ωστόσο, κανείς να υποστηρίξει πως ειδικά ο εορτασμός του 1871 κατέχει μια παραδειγματική λειτουργία μέσα στη σημειολογία των επετείων του Εικοσιένα. Η μετακομιδή των οστών του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, από την Οδησσό στην Αθήνα, είχε προσδώσει μια νέα διάσταση στην επέτειο. Οι μικρές ενοχλητικές λεπτομέρειες για τις χρονικές ταυτίσεις διευθετήθηκαν εύκολα. Το λείψανο του Πατριάρχη, η λιτανεία στους δρόμους, οι επίσημοι λόγοι, και βέβαια, η πλούσια συμμετοχή του λαού στις εκδηλώσεις προσδιόρισαν έντονα το νέο «εθνικό νόημα» της γιορτής. Δεν επρόκειτο απλώς για μια σαφή δήλωση της ενιαίας κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας αλλά, επιπλέον, για τον εμπλουτισμό του «εθνικού πανθέου» με την εμφάνιση του νέου «πρωτομάρτυρα» της επανάστασης. Ο Γρηγόριος ο Ε΄, με τη διπλή καταγραφή του στο εθνικό και θρησκευτικό μαρτυρολόγιο, εγκαινίαζε μια νέα δέσμη πολιτισμικών νοημάτων για τον επετειακό εορτασμό του Εικοσιένα: στο πρόσωπο του Ιεράρχη, η εθνική ενότητα και συνέχεια, η θρησκευτική πίστη, η ανάμνηση της παλιγγενεσίας αλλά και οι αλυτρωτικοί πόθοι απέκτησαν ένα συναινετικό σύμβολο με ευρεία λαϊκή αποδοχή.

Το 1872, κατά την επέτειο της 25ης Μαρτίου, το Πανεπιστήμιο αναθέτει στον Βαλαωρίτη να αναλάβει «την εξύμνησιν της ημέρας, καθʼ ην θέλει αποκαλυφθή ο ανδριάς του αοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου». Η συγκεκριμένη επέτειος στάθηκε καθοριστική, τόσο για τη δημόσια εικόνα του Πατριάρχη όσο και για τη δημόσια εικόνα του ποιητή. «Το ποίημα τούτο», σημειώνει, στα 1909, ο Τάκης Κανδηλώρος, «επαγίωσε την φήμην του Βαλαωρίτου παρά τω λαώ. Ήτο δε εύλογος η εντύπωσις καθʼ όσον η ποίησις ελάχιστα είχεν ασχοληθή έως τότε περί το δράμα του Πατριάρχου και ο κόσμος εδίψα στίχους διά να εκφράση τον θαυμασμόν του προς την μεγάλην του Γρηγορίου εθνικήν φυσιογνωμίαν».6 Φαίνεται, πάντως, πως η «δίψα για στίχους» –και, μάλιστα, για στίχους που να ανταποκρίνονται στις δεκτικότητες ενός εθνικού ακροατηρίου– ήταν ένα πραγματικό αίτημα μέσα στη συγκυρία της πεντηκονταετίας. Ο Βαλαωρίτης έμοιαζε, λοιπόν, να γεμίζει ένα κενό. Στην πραγματικότητα, η επέτειος του 1872 ερχόταν να συμπληρώσει την επέτειο του 1871. Ωστόσο, αν την πρώτη φορά (1871), ήταν η μετακομιδή των οστών του Πατριάρχη που προκάλεσε την πάνδημη συμμετοχή του λαού, τώρα (1872), ήταν ο ανδριάντας του και η «πλήρης φαντασίας και λαμπρών εικόνων ποίησις του Βαλαωρίτου» που θα ανασύσταινε το παρελθόν ως πεπρωμένο.

 

Η επέτειος της 25ης Μαρτίου 1872

 

Ο ποιητής έχει απόλυτη συναίσθηση της δυσκολίας αλλά και της ευρύτητας του θέματος, καθώς η φαντασία του όφειλε «να εναγκαλισθή μυρία αντικείμενα, συνεχόμενα μεν διʼ ενός και του αυτού μυστηριώδους δεσμού, αλλά φύσει αυθύπαρκτα και αυτοτελή». «Όλα λοιπόν πρέπει να τα θίξω», γράφει ο Βαλαωρίτης (18 Δεκ. 1871) στη «Λίζα του»: «και το μαρτύριον του Πατριάρχου, και τα κυριώτερα άθλα της Επαναστάσεως, και την εθνικήν εξέγερσιν, και την πανήγυριν της ημέρας, και την φιλοξενίαν της Ρωσίας και… και… και δεν ηξεύρω πόσα και πόσα, τα οποία ως σμήνος μελισσών βομβούν εν τη φαντασία μου». Λίγο αργότερα, στον φίλο του Ιωάννη Βελούδο, έφορο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία, που σπεύδει να του βρει υλικό για τον Πατριαρχικό θρόνο και να του δώσει ιδέες για τη σύνθεση του ποιήματος, ο ποιητής δηλώνει πως έχει αποφασίσει με ποιο τρόπο θα χειριστεί τα εκκλησιαστικά ζητήματα και τη θρησκευτική αίγλη του συμβόλου : «Εν τω διθυράμβω μου δεν έχει θέσιν η εκκλησία. Μόνος παρίσταται ο Πατριάρχης και η ατομικότης του, ήτις συνδυαζομένη μετά του ιερού χαρακτήρος ον έφερεν αρκεί προς ικανοποίησιν της ορθοδοξίας. Ηναγκάσθην να αναφέρω τα σημαντικότερα άθλα του Αγώνος και να παραστήσω αυτά ως ακτίνας απορρεούσας εκ της αγχόνης του Γρηγορίου, επομένως απέδωκα εις τον μαρτυρικόν του θάνατον όλην την λάμψιν του ιερού αγώνος». Η επέτειος του 1872 έμοιαζε να είναι μια υπενθύμιση για το «ατελείωτον έργον των πατέρων μας», έτσι όπως το περιγράφει ο Βαλαωρίτης στην τελευταία παράγραφο του λόγου που συνοδεύει το ποίημα: «Την υψηλήν ταύτην εντολήν έχει και σήμερον η ελληνική ποίησις, θέλει δε εκπληρώσει αυτήν μένουσα πιστώς προσκεκολλημένη εις τας αρχαίας εθνικάς παραδόσεις, και μετά θρησκευτικής αφοσιώσεως αναμιμνήσκουσα πάντοτε εις όσους θέλουσι να την ακούσωσιν, ότι αφέθη ατελείωτον το έργον των πατέρων μας και ότι πρέπει να συμπληρωθή». Το «συμπλήρωμα» αυτό, ωστόσο, ήταν επιτακτικό αλλά ήταν ταυτόχρονα και αβέβαιο, μέσα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Το «κρητικό ζήτημα» είχε παγώσει, οι διπλωματικές πιέσεις για νέες προσαρτήσεις εδαφών είχαν εξασθενίσει, και ο οποιοσδήποτε σχεδιασμός μια συνολικής πολεμικής επιχείρησης φαινόταν, για την ώρα, αν όχι απίθανος, πάντως μακρινός. Για άλλη μια φορά, η απόσταση που χώριζε την πραγματικότητα από την επιθυμία, ήταν πολύ μεγάλη, και η κοινωνία δεν φαινόταν πρόθυμη να τη γεφυρώσει. Σε τούτο το αμφίσημο στοίχημα, η ποιητική επινόηση της σιωπής του ανδριάντα («το μάρμαρο μένει βουβό») έμοιαζε, επομένως, να είναι για την περίσταση, «μια κάποια λύσις»:

 

Τι θέλεις, Γέροντʼ, από μας;… Δε νιώθεις μια ματιά σου

πόσες θα εφλόγιζε καρδιές, κι από τα σωθικά σου

πόση θα βλάστανε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;…

Δε φέγγει μες στο μνήμα σου ούτε μια τέτοια μέρα;…

 

Το μάρμαρο μένει βουβό… Και θα να μείνει ακόμα

ποιος ξέρει ως πότε αμίλητο το νεκρικό του στόμα…

 

Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

 

 

 

 

 

 

 

 

1 Η «προ-σημείωση» του παρελθόντος ώστε γίνει ιστορία είναι αποτέλεσμα κοινωνικών διαδικασιών», παρατηρεί ο Αντώνης Λιάκος, Πώς το παρελθόν γίνεται Ιστορία, Πόλις, Αθήνα, 2007, σ. 100.

2 Βλ. ενδεικτικά την πρόσφατη διαμάχη στα Νέα (27.10.06, 4-5.11.06, 25-26.11.06) μεταξύ του Βασίλη Κρεμμυδά και του Κ. Δεσποτόπουλου.

3 Βλ. σχετικά Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής, Αθήνα, 1988, σ. 391-410.

4 Τα στοιχεία αντλούνται κυρίως από το βιβλίο του Τάκη Χ. Κανδηλώρου, Ιστορία του Εθνομάρτυρος Γρηγορίου του Ε΄, Εν Αθήναις, Τυπογραφείον Δ. Ευστρατίου και Δ. Δελή, 1909, αλλά και από άλλες συναφείς βιβλιογραφικές πηγές.

5 Βλ. Βασίλης Π. Παναγιωτόπουλος, «Προσπάθεια αγιοποιήσεως Γρηγορίου Ε΄», Ελληνική Δημιουργία 147 (1954), σ. 356-360.

6 Τάκης Χ. Κανδηλώρος, Ιστορία του Εθνομάρτυρος…, ό.π., σ. 284.

Δημοσιεύθηκε στην «Αυγή»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: