βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 12 Ιουνίου 2010

EΛΛΑΔΑ : H Χώρα που δεν πρόλαβε κάν να ονειρευτεί…

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 12 Ιουνίου 2010

Είτε θα πετύχουμε και θα πάρουμε την πατρίδα μας πίσω, είτε θα χαθούμε για αιώνες στις πατρίδες των άλλων και των υπερκρατικών διεθνών οργανισμών, τις νέες αυτοκρατορίες.

Εδώ που φθάσαμε, δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα περισσότερο από τις αλυσίδες μας. Οσο περνούν οι εβδομάδες η κατάστασή μας θα γίνεται όλο και πιο αντιληπτή. Μέχρι την Εξέγερση.

Γράφει ο Μενέλαος Τασιόπουλος

Η Ελλάδα από της ιδρύσεώς της στα δημόσια οικονομικά της είχε ένα μόνιμο πρόβλημα. Τον υπερβολικό δανεισμό της και τους αστάθμητους παράγοντες στο εσωτερικό της. Ο δανεισμός οδηγούσε σε συνθήκες ξένης επιρροής στα όρια της αποικιοκρατίας και της περιορισμένης εθνικής δικαιοδοσίας. Οι αστάθμητοι παράγοντες συσχετίζονταν με τους εθνικούς και πολιτικούς ή κοινωνικούς διχασμούς, αλλά και τους πολέμους. Εθνικοαπελευθερωτικούς, αμυντικούς ή εμφύλιους. Στο συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο η Ελλάδα είχε σταθερό πρόβλημα διακυβέρνησης. Ιδιαίτερα γιατί, ενώ η επανάστασή της οργανώθηκε από τις παροικίες και από εκεί προήλθε και ο πλούτος των μεγάλων Ευεργετών που την εμπέδωσαν ως κράτος, κυβερνήθηκε από κοτζαμπάσηδες, προεστούς και δωσίλογους. Ολους αυτούς, δηλαδή, που… προσκύνησαν και φρόντισαν να είναι αρεστοί στην εκάστοτε κατοχή, στις αυτοκρατορικές δομές των ξένων, ούτως ώστε να αποκτήσουν προνόμια και περιουσία, κυβερνώντας τους πολλούς και διατηρώντας τους σε κλίμα υποτονικής αποδοχής της καταπιεστικής εξουσίας. Εχοντας αυτόν τον εσωτερικό εξουσιαστικό διχασμό το Εθνος και η Κοινωνία δεν κατόρθωσαν ποτέ να φθάσουν στη συλλογική συμφωνία για τη στρατηγική της Πατρίδας. Της συγκρότησης δηλαδή του κοινού και δημοσίου συμφέροντος. Την υπέρτατη ιδεολογία του όλου, πάνω από το επιμέρους συμφέρον.

Η Ελλάδα από της ιδρύσεώς της στα δημόσια οικονομικά της είχε ένα μόνιμο πρόβλημα. Τον υπερβολικό δανεισμό της και τους αστάθμητους παράγοντες στο εσωτερικό της. Ο δανεισμός οδηγούσε σε συνθήκες ξένης επιρροής στα όρια της αποικιοκρατίας και της περιορισμένης εθνικής δικαιοδοσίας. Οι αστάθμητοι παράγοντες συσχετίζονταν με τους εθνικούς και πολιτικούς ή κοινωνικούς διχασμούς, αλλά και τους πολέμους. Εθνικοαπελευθερωτικούς, αμυντικούς ή εμφύλιους. Στο συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο η Ελλάδα είχε σταθερό πρόβλημα διακυβέρνησης. Ιδιαίτερα γιατί, ενώ η επανάστασή της οργανώθηκε από τις παροικίες και από εκεί προήλθε και ο πλούτος των μεγάλων Ευεργετών που την εμπέδωσαν ως κράτος, κυβερνήθηκε από κοτζαμπάσηδες, προεστούς και δωσίλογους. Ολους αυτούς, δηλαδή, που…

Στην πραγματικότητα αυτή θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και την ατυχία της προσφυγιάς. Χιλιάδες Ελληνες διωγμένοι από διάφορες χώρες όπου ζούσαν, ως παροικίες ιδιαίτερα από τη Μικρά Ασία και τον Εύξεινο Πόντο, έφθαναν κατεστραμμένοι, χωρίς περιουσία, βασανισμένοι, συμπλεγματικοί, απολύτως ανασφαλείς και απροσδιόριστα αναξιοπρεπείς στη μητέρα πατρίδα, τη Μάνα Γη, επιδιώκοντας την επιβίωση και την ασφάλεια, χωρίς την ελπίδα να γίνουν -τουλάχιστον στην πρώτη γενιά του διωγμού- κάτι σχετικό με αυτό που ήταν πριν από αυτόν. Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα ως έθνος-κράτος δεν στηρίχθηκε και δεν δανείσθηκε από τις παροικίες της, αλλά αντίθετα εκλήθη να συνδράμει την προσφυγιά που προήλθε από αυτές, από κεφάλαια μάλιστα που δεν διέθετε. Παράλληλα μετατράπηκε στην «Ψωροκώσταινα» ή τη «Φτωχομάνα», όπως τη χαρακτήρισαν οι πρόσφυγες και όχι οι γηγενείς, που είχαν μια συνέχεια από την εποχή της ένταξης στις μεγάλες Αυτοκρατορίες και τώρα, μετά την απελευθέρωση, είχαν γίνει πιο αισιόδοξοι, πιο δυναμικοί, πιο αποφασιστικοί, πιο πλούσιοι.

Η Ελλάδα με τον τρόπο αυτό δεν πρόλαβε ποτέ να ονειρευτεί. Δεν πρόλαβε να αποκτήσει την εμπεδωμένη εκείνη αστική τάξη, που θα σχεδίαζε ένα έθνος-κράτος πρότυπο στη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Νότιο Ευρώπη. Η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να συνδεθεί με το παρελθόν της δημιουργικά και να χτίσει ένα μέλλον μη ανατρέψιμο. Η Ελλάδα μετεξελίχθηκε σε μια οντότητα κατεξοχήν μικροαστική, κατεξοχήν δουλοπάροικη, κατεξοχήν κομπλεξική. Δεν μπόρεσε να ξεφύγει ποτέ από τη βαριά αυτή μοίρα της. Αν μάλιστα δεν είχε υπάρξει ένας Τσίλλερ και μια αστική τάξη του Μεσοπολέμου, εάν δεν υπήρχε κάποιος Συγγρός ή Ζάππας και οι άλλοι μεγάλοι Ηπειρώτες, θα ήταν απλά ένας απέραντος τουρκομαχαλάς ή βουλγαρομαχαλάς στους μοντέρνους καιρούς, χτισμένος με τούβλα και τσιμέντο και όχι με ξύλα και λάσπη. Εάν τα κτίρια και η δομή των πόλεων αντικατοπτρίζουν το επίπεδο πολιτισμού ενός Λαού, ενός Εθνους, μιας Κοινωνίας, τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο παλαιότερος πολιτισμός της Ευρώπης, αυτός που στηρίχθηκε στο φως, την αρμονία και τη φιλοσοφία (άρα τον ανθρωποκεντρισμό) έπεσε στα χειρότερα χέρια, τα δικά μας. Τη διοίκηση της νεότερης Ελλάδας.

Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι η μεγαλύτερη καταστροφή στη χώρα δεν έγινε τα χρόνια των πολέμων, αλλά τα τελευταία σαράντα. Τα χρόνια της ανοικοδόμησης. Τα χρόνια της ευμάρειας, στο τέλος των πολέμων. Στα χρόνια της ΕΟΚ και του πακτωλού των πλαισίων στήριξης. Ο μικροαστισμός μετεξελίχθηκε σε κιτς και κλεπτοκρατία. Οι επιδοτήσεις σε τεμπελιά, ανεμελιά, κατανάλωση, προμήθειες, ισοπέδωση των ηθών, βόλεμα, ρουσφέτι. Η Ελλάδα της Αντιπαροχής, της Δημοσιοϋπαλληλίας και της Περιορισμένης Ευθύνης. Η Ελλάδα του Αυθαίρετου, της Off shore και της Αρπαχτής. Είναι τελικά απλό. Ρόλο παίζει η αφετηρία μιας πορείας. Εάν στην αρχή δεσπόζουν η μικροπολιτική και το μικροσυμφέρον σε συνθήκες ευμάρειας, αυτά γιγαντώνονται και κυριαρχούν έναντι όλων.

Εάν στην αφετηρία εμπεδώνεται το κλίμα της γενναιότητας των ιδεών, της δημιουργίας και της συλλογικότητας, η επόμενη μέρα είναι απολύτως διαφορετική από την προηγούμενη.
Η Ελλάδα έχασε δύο σημαντικά ορόσημα για να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό σε συγκρότηση κράτους και επιπέδου ζωής από εκείνο που η μετά την Εθνική Επανάσταση Ιστορία της, υπαγόρευσε. Το 1980, όταν εισήλθε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, και το 2004, την ημέρα που έκλειναν τα φώτα στα στάδια των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με όλο τον κόσμο να μιλά για το «ελληνικό θαύμα». Η Ελλάδα με ευθύνη της Διοίκησής της έχασε το στοίχημα της ανάπτυξης στην πρώτη φάση και της ανασυγκρότησης στη δεύτερη. Φθάνουμε στο σήμερα και το πολύ εγγύς αύριο. Η Ελλάδα της χρεοκοπίας, της απόγνωσης, της υποτίμησης, της εξόδου. Ψάχνει τον Μωυσή της. Δεν θα έρθει. Σε συνθήκες πανικού δεν φτιάχνεις κράτος και κοινωνική συγκρότηση. Χρειάζεσαι ένα θετικό ή πολύ αρνητικό ορόσημο. Τα πρώτα τα χάσαμε. Το στοίχημά μας είναι στο δεύτερο. Υπάρχει μια αρχή, μάλλον κομμουνιστική, αλλά ενδιαφέρουσα. Εδώ που φθάσαμε, δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα περισσότερο από τις αλυσίδες μας. Οσο περνούν οι εβδομάδες η κατάστασή μας θα γίνεται όλο και πιο αντιληπτή. Μέχρι την Εξέγερση.

Απέναντι στον πολιτικό κύκλο της Μεταπολίτευσης, το ΔΝΤ, την Ευρώπη των δημοσιονομιστών και της γραφειοκρατίας. Πολλοί θα χαρακτηρίσουν, ως συνήθως, την εξέγερση ορόσημο. Το στοίχημα όμως είναι αλλού. Σε αυτό που θα συμβεί, σε αυτούς που θα αναλάβουν, στη συλλογική αυτοδέσμευση για την εθνική αναγέννηση, στην κοινωνική ενσυνείδηση της επόμενη μέρας από την Εξέγερση. Είτε θα πετύχουμε και θα πάρουμε την πατρίδα μας πίσω, είτε θα χαθούμε για αιώνες στις πατρίδες των άλλων και των υπερκρατικών διεθνών οργανισμών, τις νέες αυτοκρατορίες.
Εκατόν ενενήντα χρόνια μετά την Εθνική Επανάσταση, που σηματοδότησε την εξέγερση των Λαών, των Φυλών και των Εθνών, απέναντι στις αυτοκρατορίες της Φεουδαρχίας και της Αποικιοκρατίας, θα δείξουμε ιστορικά αν είμαστε θύματα ή θύτες των Κοτζαμπάσηδων, των Δωσίλογων και της Κλεπτοκρατίας των κρατικών προμηθευτών. Οφείλουμε να το γνωρίζουμε καλύτερα απ’ όλους τους άλλους, γιατί είναι γραμμένο στην Ιστορία μας. Τα Εθνη για να έχουν Κράτη θα πρέπει να τα αξίζουν και να αγωνίζονται γι’ αυτά.
citypress-gr.blogspot.com
listonplace

http://tgiorgos.blogspot.com/2010/06/e-h.html

Posted in Ελλάδα | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Δίστομο – Η τραγική επέτειος μιας θυσίας

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 12 Ιουνίου 2010

του Δράκου Θ. ( εφημ. Ποντίκι)

 Την 10ην Ιουνίου ετελέσθει το ετήσιον μνημόσυνον των 204 σφαγιασθέντων υπό των Γερμανών κατοίκων του Διστόμου.

Η ανατριχιαστική αυτή τραγωδία της σφαγής ανηλίκων παιδιών και γυναικών από τα «ρομπότ» του Τρίτου Ράιχ, είνε μία από τις πιο δραματικές θυσίες αίματος της Ελλάδος εις τον αγώνα διά την ελευθερίαν της. Το Δίστομον θα πρέπει να παραμείνη ως ένα μεγάλο αψευδές «Κατηγορώ» της γερμανικής θηριωδίας, η οποία άφησεν ανεξίτηλα τα ίχνη της εις τας πόλεις και την ύπαιθρον της Ελλάδος. Εις τα Καλάβρυτα εσφάγησαν οι άρρενες κάτοικοι από 16 ετών και άνω. Εις το Δίστομον όμως οι Γερμανοί δεν εσεβάσθησαν την ζωήν των γυναικών, των ανηλίκων παιδιών και των νηπίων ακόμη. Κατέσφαξαν τον άμαχον πληθυσμόν με αγριότητα τεράτων.

Την τρομεράν αυτήν εγκληματικήν ιστορίαν μάς την αφηγήθησαν οι εκ Διστόμου κ.κ. Λιάσκος, Μπούρας και Ι.Γ. Παπαϊωάννου. Από τας αφηγήσεις των και από τας επισήμους ανακοινώσεις που εγένοντο σχετικώς προς την Κυβέρνησιν και τον πρόεδρον του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, η ομαδική αυτή σφαγή να πώς έγινε:

Το πρωί της 11ης Ιουνίου 1944 έφθασεν εις την κωμόπολιν Διστόμου ομάς εξ 20 Γερμανών μετημφιεσμένων με ελληνικά ενδύματα. Η ομάς αυτή ηκολουθείτο μακρόθεν υπό φάλαγγος τακτικού γερμανικού στρατού. Η ομάς αυτή των Γερμανών οδεύουσα την οδόν Λεβαδείας – Διστόμου, συνέλαβε 17 κατοίκους του Διστόμου, οι οποίοι ειργάζοντο εις τους αγρούς τους οποίους και ενέκλεισεν εις το Δημοτικόν Σχολείον της κωμοπόλεως.

Οι χωρικοί δεν υπωπτεύθησαν καθόλου ότι ήτο δυνατόν να επακολουθήση το ανατριχιαστικόν δράμα που εξετυλίχθη αργότερον. Άλλωστε υπό των Γερμανών εδηλώθη, ότι οι συλληφθέντες θα αφίνοντο ελεύθεροι μετά τον έλεγχον της ταυτότητάς των.

Οι Γερμανοί στρατιώται αφού παρέμειναν ολίγον εις την κωμόπολιν, ανεχώρησαν ακολουθούντες την οδόν Διστόμου – Στειρίου, αφού άφησαν εις το Δίστομον μερικά τεθωρακισμένα αυτοκίνητα.

Οι κάτοικοι δεν μπορούσαν πλέον και αν ήθελαν να εγκαταλείψουν το χωριό, διότι είχον τεθή γερμανικές σκοπιές εις τα γύρω υψώματα και ησχολούντο με τας εργασίας των μάλλον ήσυχοι ύστερα από την στάσιν των εχθρών. Ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που απετόλμησαν με κίνδυνον της ζωής των να διαφύγουν προς το βουνόν.

Κατά την πορείαν του όμως ο γερμανικός στρατός, εις την θέσιν «Καταβόθρα», δέχεται επίθεσιν των κομμουνιστών ανταρτών. Καλούνται εσπευσμένως τα αυτοκίνητα που έμειναν εις το Δίστομον και άλλα πέντε καταφθάνουν από την Λειβαδιά. Η μάχη βαστά 2 ώρες. Οι κομμουνισταί τέλος αποσύρονται προς τα κρησφύγετά των, χωρίς απωλείας. Η φθορά των Γερμανών είνε 6-8 νεκροί και τραυματίαι και 2 αυτοκίνητα κατεστραμμένα. Οι Γερμανοί παίρνουν τ’ αυτοκίνητά των, βάζουν φωτιά εις αυτά που αχρηστεύθησαν και επιστρέφουν εις την κωμόπολιν μεταφέροντες τους τραυματίες των.

Ένας Γερμανός αξιωματικός βαρειά πληγωμένος που ξεψυχά εις ένα σπίτι του Διστόμου, με χειρονομίες, γιατί έχει καταληφθή από τον επιθανάτιον ρόγχον, με διακεκομμένα λόγια, δίνει τότε εις τους άνδρας του την διαταγήν της καταστροφής.

Ιδού πώς εξιστορεί αυτήν την τραγωδίαν ο κ. Ι. Παπαϊωάννου, αυτόπτης μάρτυς, που διεσώθη ως εκ θαύματος:

Τα αυτοκίνητα των Γερμανών σφύριζαν δαιμονισμένα. Τα υψώματα πιάνονται αμέσως. Οι πολυβοληταί κι οι άλλοι εγκληματίαι ετοιμάζουν τα όπλα των. Ένα δεύτερο λεπτόν αργότερον ακούγεται ο ξηρός κρότος των πολυβόλων. Όσοι ευρίσκοντο εις τους αγρούς, όσοι ευρέθησαν έξω από το χωριό, σκοτώνονται δίχως έλεος.

Άλλοι Γερμανοί έχουν σκορπισθή εις το Δίστομον. Τοποθετούνται εις την σκάλα του σχολειού οι φυλακισθέντες 17 κάτοικοι που είχον συλληφθή και εκτελούνται. Ακολουθεί η εκτέλεσις αμέσως άλλων συλληφθέντων. Ενώ από τα υψώματα πολυβολούνται συνεχώς τα σπίτια του Διστόμου.

Οι κάτοικοι κλείνονται εις τα σπίτια των, σέρνονται εις τις γωνιές των δωματίων. Ο τρόμος, οι φωνές της απελπισίας, τα κλάμματα είνε απερίγραπτα. Οι βάρβαροι δεν συγκινούνται. Ζητούσαν εκδίκησιν. Απ’ αυτούς 300 ξεχύνονται εις τις γειτονιές του χωριού. Ανά 3-4 ανεβαίνουν με θόρυβο τις σκάλες και μπαίνουν εις τα σπίτια. Γεμίζουν κι αδειάζουν τα όπλα τους επάνω εις τους γέρους, εις τις γριές, εις τις μανάδες, εις τα μικρά παιδιά που οδύρονται από τον τρόμον. Γυναίκες με ξεπλεγμένα μαλλιά τρέχουν έξαλλες διά να σωθούν εις τους δρόμους. Δεκάδες… δεκάδες όμως οι σφαίρες τις ευρίσκουν και τις ξαπλώνουν κατά γης νεκρές.

Εις την κάτω πλατείαν του χωριού έχουν μαζευθή 40 γυναίκες που καλούν βοήθεια με σπαρακτικές κραυγές. Θερίζονται μ’ ένα πολυβόλο χωρίς κανένα έλεος.

Οι Γερμανοί σέρνουν τις νέες από τα μαλλιά… χορταίνουν την πείνα του κτήνους και κατόπιν τις εκτελούν.

Ένα κοριτσάκι 6 χρονών τρέχει έρημο κλαίγοντας εις τον δρόμον. Ένας Γερμανός τ’ αρπάζει εις τα χέρια του. Του ανοίγει την κοιλιά με την ξιφολόγχη και του περνά τα έντερα εις τον λαιμό. Έπειτα κάθεται και το παρακολουθεί με γέλια ως την ώρα που πεθαίνει από τους φρικτούς πόνους του μαρτυρίου του.

Εις το σπίτι του παπά του Διστόμου έχουν μαζευτή για να βρουν άσυλον πολλά γυναικόπαιδα. Έχουν συγκεντρωθή εις την αυλή και γονατισμένα προσεύχονται. Ένας Γερμανός βαθμοφόρος μπαίνει εις την αυλή μαζί με μερικούς στρατιώτες και κλείνει πίσω του καλά την πόρτα. Πλησιάζει τον παπά και του μιλάει αφρίζοντας από λύσσα. Ο παπάς τίποτε δεν καταλαβαίνει. Έχει αντιληφθή όμως ότι πλησίασε η στιγμή. Κάνει το σημείο του σταυρού και αρχίζει να προσεύχεται. Οι Γερμανοί στήνουν τα πολυβόλα και σκοτώνουν τις γυναίκες, τους γέρους, τα παιδιά. Με τα πιστόλια κατόπιν πλησιάζουν τον αιμόφυρτον σωρόν, αναζητούν τα μωρά παιδιά και τους θρυμματίζουν τα κρανία!

Εις άλλον δρόμον του χωριού γίνεται μια άλλη τραγική σκηνή. Ένας Γερμανός έχει τοποθετήσει εις ένα τοίχον μια ολόκληρη οικογένειαν. Πατέρα, γιους, παιδιά. Πέντε ανήλικα παιδιά. Ο γέρος παρακαλεί να τον σκοτώσουν και ν’ αφήσουν τα εγγόνια του. Μα ο Γερμανός δεν ακούει. Τότε ο γέρος ορμά κι αρπάζει τ’ όπλο του Γερμανού. Κυλιέται μαζί του εις το χώμα, παλεύει μέχρις ότου ο δήμιός του τον ξεσκίσει. Η πάλη διαρκεί λίγα λεπτά. Ωστόσο οι άλλοι προφταίνουν να φύγουν. Και τα μικρά παιδιά κατορθώνουν να διασωθούν μέσα εις ένα βαρέλι εις το υπόγειον ενός σπιτιού.

Εις άλλο σπίτι οι Γερμανοί καίνε ζωντανές μερικές γυναίκες.

Όλο το χωριό, έχει πυρποληθή. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι πτώματα. Αργά την νύκτα δίδεται η διαταγή να διακοπή η σφαγή. Ηχούν και πάλι οι σειρήνες των αυτοκινήτων. Οι Γερμανοί φεύγουν από το χωριό, αφήνοντας πίσω τους τον όλεθρο και την καταστροφήν.

Αργά την άλλην ημέρα βγήκαν από τις κρύπτες τους τα παιδιά που είχαν διασωθή. Σέρνονται αμίλητα εις τους ματωμένους δρόμους του χωριού, ψάχνουν ανάμεσα εις τους σωρούς των πτωμάτων και αναζητούν τους γονείς των.

Και δεν υπήρχε πιο τραγική εικόνα από το να βλέπη κανείς παιδιά 10 χρονών να τυλίγουν τους γονείς ή τ’ αδέλφια τους εις ένα σεντόνι και να τους μεταφέρουν να τους θάψουν εις το νεκροταφείον του μαρτυρικού Διστόμου.

Εκ των 204 σφαγιασθέντων 43 είναι παιδιά κάτω των 9 ετών, πολλά δε εξ αυτών μωρά ολίγων μηνών!

Εις τα ερείπια της κωμοπόλεως ανευρέθησαν κατόπιν 134 μικράς ηλικίας παιδιά, τα οποία απεστάλησαν εις το Άσυλον «Αετοφωληά» της Κηφισιάς όπου και τους παρέχεται κάθε περίθαλψις.

(Εφ. ΕΜΠΡΟΣ, 3/6/1945)

Ι.Γ. ΜΑΝΩΛΙΚΑΚΗΣ

Η τραγωδία του Διστόμου

Δίστομο, 10-6-44!

Εκεί ξέσπασε η Γερμανική λύσσα

Έσφαξαν γυναίκες, έσπασαν με τις μπότες τους τα κεφάλια μωρών παιδιών,

εβίασαν κορίτσια…

Τίποτα δεν προμηνούσε εκείνο το πρωϊνό της 10ης Ιουνίου 1944 τη μεγάλη συμφορά που θα πλάκωνε στο Δίστομο. Απαλό το βοριαδάκι χάϊδευε τα χρυσά στάχυα. Χαλούσαν τον κόσμο τα χελιδόνια σκίζοντας έναν λαμπρότατο καλοκαιρινό ουρανό. Και στις καλαμιές τ’ αηδόνια σφύριζαν το τρελλό τραγούδι τους. Από την αυγή απλώθηκαν στον κάμπο οι ξωμάχοι. Κάναν τον σταυρό τους, καλημερίστηκαν και πήραν καθένας τον δρόμο του. Θέρος. Πλούσια η σοδειά φέτος. Μα θέλει ακόμη πολύν ιδρώτα για να καρπίσουν οι κόποι του χωριάτη. Πέρα στα χέρσα και στις ριζοβουνιές αχολογούν τα κυπροκούδουνα. Μια ημέρα σαν όλες τις άλλες, μονότονη μέσα στην ειδυλιακή της απλότητα για τους Διστομιώτες που κοιτάζουν πιότερο τις δουλειές τους παρά τέτοιες αισθηματολογίες.

Τα γερμανικά αυτοκίνητα – μια απέραντη φάλαγγα από 75 φορτηγά και θωρακισμένα γεμάτα στρατό που φάνηκαν νάρχονται από το δρόμο της Λειβαδιάς κατά το Δίστομο, δεν τους παραξένεψαν και τόσο πολύ. Φιλήσυχοι άνθρωποι, οι Διστομιώτες είχαν αποφύγει, στην πλειοψηφία τους, ως τότε να δώσουν αφορμές δυσαρέσκειας στον κατακτητή. Σφίχτηκε βέβαια η καρδιά τους καθώς είδαν τόσο στρατό να κοντεύει, μη έχοντας όμως ξεχωριστούς λόγους να φοβούνται για τους εαυτούς των και το χωριό των ξαναρίχτηκαν μοιρολατρικά στη δουλειά τους, μουρμουρίζοντας στενοχωρημένοι.

Ποιος θα πληρώσει πάλι σήμερα;

Άτιμη σκλαβιά…

Αυτή η μοιρολατρική διάθεση βρήκε τους Διστομιώτες, που δεν υποπτεύονταν τα σχέδια και τους σκοπούς των Γερμανών. Γιατί οι Γερμανοί δεν έρχονταν στην τύχη. Είχαν πληροφορίες πως ανάμεσα στο δρόμο Λειβαδιάς – Αράχωβας άρχισαν να δρουν σε μορφή αργανωμένη πια ανταρτικές ομάδες. Θέλαν λοιπόν οι Γερμανοί να τρομοκρατήσουν σε τέτοιο σημείο τους χωριάτες της περιοχής, ώστε να πάψουν να ενισχύουν τους αντάρτες και να τραβήξουν τους τελευταίους σε ανοιχτή μάχη για να τους διαλύσουν. Σχέδιο αρκετά στρατηγικό που απέδωσε όμως, όπως όλα τα γερμανικά σχέδια, αντίθετα αποτελέσματα. Επί κεφαλής της φάλαγγας ήσαν δύο αυτοκίνητα ελληνικά, επιταγμένα από τη Λειβαδιά, γεμάτα στρατιώτες των Ες Ες ντυμένους με πολιτικά. Είχαν κρύψει τα όπλα τους και αυτοί θα πρωτοχτυπούσαν τους αντάρτες όταν ανύποπτοι θα πλησίαζαν τ’ αυτοκίνητα.

Την τρομοκρατία την εξαπέλυσαν ευθύς μόλις βγήκαν από τη Λειβαδιά. Σκορπούσαν τον θάνατο σ’ ό,τι ζωντανό συναντούσαν στο δρόμο τους. Άρχισαν από τα ζώα και κατέληξαν στους ανθρώπους. Όσους δεν μπορούσαν να πιάσουν τους σκότωναν.

Η σφαγή του Διστόμου αναστάτωσε τον ελληνικό λαό. Ο Τύπος της αντιστάσεως σε πολλές στήλες καυτηρίασε την γερμανικήν εγκληματικότητα. Οι ίδιοι οι Γερμανοί προσπάθησαν να θολώσουν την εντύπωση ρίχνοντας τάχα την ευθύνη στους αντάρτες. Μα κανέναν δεν έπεισαν. Τα συμμαχικά ραδιόφωνα σε πολλές εκπομπές τους μίλησαν για τις τρομακτικές σε βαρβαρότητα πράξεις του γερμανικού στρατού. Και στην Αμερική συνεστήθηκε επιτροπή με την προεδρία της κ. Ρούσβελτ που μετονώμασε μια αμερικανική πόλη από Βερολίνο σε Δίστομο.

Τώρα στο Δίστομο απλώνεται η γαλήνη της ειρήνης. Ο ήλιος χρυσώνει τα ψηλά στάχυα. Τα χελιδόνια σκίζουν, σφυρίζοντας στον ουρανό. Και μια φλογέρα από τις ριζοβουνιές λέει το μονότονο τραγούδι του βοσκού. Μα το Δίστομο δεν ξαναβρήκε την πρωτινή του ζωή. Κατάκλειστα σπίτια, απορφανεμένα από τους νοικοκυραίους των, περιμένουν τον μακρυνό συγγενή να τα ανοίξη. Στις αυλές, στους κήπους και στους δρόμους, εκατοντάδες ξύλινοι σταυροί με μικρές φωτογραφίες. Με τα φτωχικά καντηλάκια τους, δείχνουν το μικρό κομματάκι της αγαπημένης γης που πρόχειρα ενταφιάστηκε ο αδικοσκοτωμένος. Πιάνεται η ψυχή σου να περάσης τους δρόμους του Διστόμου.

Αύριο είναι η επέτειος της ανελέητης σφαγής. Ευλαβικά όσοι απόμειναν από τους κατοίκους διοργάνωσαν ένα σεμνό μνημόσυνο στα θύματα της γερμανικής θηριωδίας. Είναι και το Δίστομο ένα από τα πολλά θυσιαστήρια που έχει να επιδείξη η Ελλάδα. Τη μέρα αυτή οι Διστομιώτες καλούν όλους τους έλληνες να ενώσουν τα δάκρυά τους μπροστά στους τάφους εκείνων που πέσανε. Λίγοι βέβαια θα μπορέσουν να πάνε. Μα η Ελληνική Κυβέρνησις, εκπρόσωπος του Έθνους, ευτυχώς δεν θα λείψη. Θα καταθέση διά του υπουργού των Εσωτερικών ένα στεφάνι. Το ίδιο κάνει μ’ αυτές τις γραμμές και ο «Ασύρματος».

[Εν συνεχεία περιγράφονται τα γεγονότα της σφαγής, με βάση το βιβλίο του Τ. Λάππα]

(Εφ. ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ, 9/6/1945)

ΑΝΤ. ΛΙΑΣΚΟΣ, Διστομιώτης

Αιώνια κατάρα

Παραδίδουμε στην πολιτισμένη ανθρωπότητα την τραγωδία μας ως ιερή παρακαταθήκη. Το αθώο αίμα των μαρτύρων μας, που χύθηκε ποτάμι απ’ τις σάρκες των βρεφών, των γυναικών και των γερόντων να καταπνίξη τους βρυκόλακες που ξέρασε ο Άδης παίρνοντας μορφές ανθρώπινες. Ξεχύθηκαν στη γη να σκορπίσουν τον όλεθρο. Εκεί στον ματωβαμένο τόπο μας το Δίστομο, στο Γολγοθά των μαρτύρων μας, ας στηθή ο αιώνιος βωμός της λευτεριάς, για να θυμίζη στις γενεές που θάρχωνται της λευτεριάς το τραγούδι.

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά

και σαν πρώτα ανδρειωμένη

χαίρ’ ω χαίρε Λευτεριά

Και κοντά – κοντά πιο κει στον αιώνιο αυτό βωμό ας στηθή ένα πελώριο ανάθεμα βαρύ από πανανθρώπινη κατάρα, αιώνια κατάρα, στους Γερμανούς και στις γενιές τους, όσο θα κρατάη η πλάση.

(Εφ. ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ, 9/6/1945)

[δημοσιεύτηκε μέσα σε πλαίσιο στην 3η σελ. της εφημερίδας]

Στο μαρτυρικό ΔΙΣΤΟΜΟ

Ένα έτος κλείει σήμερον από της τραγικής εκείνης ημέρας του Ιουνίου 1944, κατά την οποία συνετελέσθη ένα από τα μεγαλύτερα και αγριώτερα Γερμανικά εγκλήματα εις την χώραν μας, ίσως και εις την Ευρώπην ολόκληρον. Ένα ωραίον Ελληνικόν χωριό της Αττικοβοιωτίας, το οποίον είχε δοξασθή κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εξωντώθη, εντός ολίγων ωρών, από τα ανήμερα εκείνα θηρία, τα οποία εφόρουν την Γερμανικήν στολήν και διεξεδίκουν το δικαίωμα να κατακτήσουν τον κόσμον. Με αγριότητα, την οποίαν δεν θα ημπορούσε κανείς να φαντασθή, εφόνευσαν διακόσιους και δεν άφησαν, φεύγοντες, παρά μόνον καπνίζοντα ερείπια και πτώματα. Γυναίκες, γέροντες, παιδιά και βρέφη ακόμη, ήσαν μεταξύ των θυμάτων αυτών της Γερμανικής «κουλτούρ».

Το ολοκαύτωμα του Διστόμου, το οποίον δυστυχώς δεν έγιεν γνωστόν όσο θα έπρεπεν εις τον πολιτισμένον κόσμον, ανήκει εις τας μεγαλειώδεις όσον και τραγικάς δέλτους της Ελληνικής Ιστορίας. Η σημερινή όμως επέτειος, θα έπρεπε να κάμη το Ελληνικόν Κράτος και την Ελληνικήν κοινωνίαν να σκεφθουν αν εξεπλήρωσαν όλας τας υποχρεώσεις των απέναντι του μαρτυρικού Ελληνικού χωρίου, αν εφρόντισαν όσον έπρεπε διά την περίθαλψιν των διασωθέντων και των ορφανών του, αν εμελέτησαν την ανοικοδόμησιν του Διστόμου και των άλλων Ελληνικών χωρίων και κωμοπόλεων, που έπεσαν θύματα της βαρβαρότητος των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων κατακτητών.

(Εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ, 10/6/1945)

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ

Δίστομο, το περήφανο χωριό του πόνου και του μαρτυρίου

Πώς εξωντώθη από τα γερμανικά κτήνη

Σάββατο του σαράντα τέσσερα, ήταν δέκα Ιουνίου!! Ο ήλιος είχε ανεβή ψηλά στον ουρανό. Οι άντρες τραβούσανε να πάνε στα χωράφια, οι γυναίκες και τα παιδιά στα σπίτια. Ποιος από αυτούς τους ανθρώπους θα υπωπτεύονταν ότι μια τέτοια ημέρα γιομάτη αίμα και φρίκη είχε ξημερώσει;

Ό,τι και να περιγράψανε, ό,τι και να μεταδώσανε οι ξένοι σταθμοί για τη σφαγή του Διστόμου, ωχριούν μπροστά στην αφήγηση ενός παλληκαριού που επέζησε…

[…]

Αλλά μου φαίνεται κανένας Έλληνας δεν πρέπει την ημερομηνία αυτή να την λησμονήση. Θα μείνει στο μαρτυρολόγιο του Ελληνισμού και οι φωνές των μικρών παιδιών, των κοριτσιών και όλων εκείνων που εσφάγησαν από τον κατακτητή μέσα μας πρέπει ν’ αντηχούνε. Το μαρτυρικό χωριό, το Δίστομο, πρέπει να μείνη και ως σύμβολο το όνομά του, που να μας θυμίζει το τι τράβηξε ο Ελληνισμός στα 4 χρόνια Κατοχής. Τώρα οι καλαμιές θα σαλεύουνε στον αέρα, πιο μακρυά η θάλασσα θα λάμπη στον ήλιο. Μα η γη όμως, ακόμα είνε βαμμένη και ποτισμένη με αίμα…

Δίστομο! Σήμερα η καμπάνα της Εκκλησιάς σου, πένθιμα θα κτυπά και σε μνημόσυνο καλεί όλους τους Έλληνες και αυτούς ακόμα που είνε μακρυά για να δεηθούνε μια στιγμή γι’ αυτούς όλους, τα παιδάκια, τα κορίτσια, τα γερόντια που σφάγησαν σαν σήμερα στο σαράντα τέσσερα!

(Εφ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, 10/6/1945)

ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ

Το χθεσινόν πανελλήνιον μνημόσυνον εις το Δίστομο

Ο τραγικός απολογισμός:

5 βρέφη, 62 έφηβοι, 53 γυναίκες, 30 άνδρες και 75 γέροντες:

σύνολον 225 αθώοι Έλληνες

Χθες εις το Δίστομον, επί τη επετείω των αγρίων σφαγών, ετελέσθη ετήσιον μνημόσυνον υπέρ του Φραγκλίνου Ρούζβελτ και των υπερδιακοσίων θυμάτων της γερμανικής θηριωδίας. Παρέστησαν ο υπουργός των Εσωτερικών κ. Τσάτσος, ο Αμερικανός πρεσβευτής και η κ. Μακ Βη, αντιπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού και άλλοι επίσημοι. Μετά την επιμνημόσυνον δέησιν, ήτις εψάλη εξεφώνησεν εμπνευσμένον λόγον. Επίσης ωμίλησεν ο χοροστατήσας μητροπολίτης και άλλοι επίσημοι. Ακολούθως το συγκεντρωμένον εις την εκκλησίαν πλήθος με επί κεφαλής τους επισήμους μετέβησαν εις το νεκροταφείον όπου κατετέθησαν πολυάριθμοι στέφανοι εις τους τάφους των θυμάτων των Γερμανών.

Οι κάτοικοι του Διστόμου εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης προς τον μεγάλον Αμερικανόν Πρόεδρον μετωνόμασαν την Πλατείαν του Λαού της κωμοπόλεως εις Πλατείαν Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Τα θύματα της τραγωδίας του Διστόμου ανέρχονται εις 225, κατανέμονται δε ως εξής: Νήπια ηλικίας 3-6 μηνών: 5. Παιδιά και έφηβοι 1-19 ετών: 62. Γυναίκες ηλικίας 20-45 ετών: 53. Γέροντες, άνδρες και γυναίκες ηλικίας 50-75 ετών: 75. Άνδρες ηλικίας 20-45 ετών: 30.

ΔΙΣΤΟΜΟ (Του απεσταλμένου συνεργάτου μας).

Όσο καλά πληροφορημένος κι αν είνε κανένας επάνω στην τραγωδία του Διστόμου δεν θα μπορέση ποτέ να συλλάβει την έκτασί της αν δεν φτάση στο ίδιο το χωριό και ζήση την ατμόσφαιρά του. Η διήγησις, ο θρύλος, η περιγραφή, το βιβλίο, δεν θα μπορέσουν ποτέ να του δόσουν τις αληθινές διαστάσεις του πόνου και του χαλασμού που έγραψε στο ελληνικό αυτό αετοχώρι του Παρνασσού ο οίστρος της γερμανικής θηριωδίας. Κι αυτό γιατί ανάμεσα στον αφηγητή και στην πραγματικότητα θα μπη μοιραία η σκιά της δυσπιστίας. Τόση αγριότητα ψυχής όση έδειξαν οι Γερμανοί στο Δίστομο, τέτοιο λυσσασμένο όργιο εγκληματικής ακολασίας, ο άνθρωπος που ζη στο 1945 αδύνατο να το νοιώση. Πρέπει να μεταφερθής στους πιο σκοτεινούς χρόνους της ανθρωπίνης βαρβαρότηατς, στους νόμους της ζούγκλας, στα ήθη των ανθρωποφάγων, για να βρης το κλίμα των ανθρωπόμορφων αυτών τεράτων του Χιτλερισμού που δεν είχαν μόνο το απέραντο θράσος να θεωρούν τον εαυτό τους σαν την διαλεχτή φυλή του κόσμου αλλά διαβεβαιώναν την οικουμένη ότι αγωνίζονται για την «ελευθερία» της Ευρώπης! Αυτοί, που έβγαζαν τα βρέφη απ’ την κοιλιά της μάνας τους, που τρυπούσαν με τις λόγχες άλλα επάνω στο μητρικό βυζί και θέριζαν μέσα στα σπίτια τους γυναίκες και παιδάκια και γερόντους που έπεφταν στα πόδια τους ζητώντας έλεος.

Χθες το Δίστομο είχε το μνημόσυνο των νεκρών του. Εφτάσαμε εκεί επάνω με το δέος στην ψυχή, ο υπουργός των Εσωτερικών κ. Τσάτσος, ο πρεσβευτής των Ην. Πολιτειών Μακ-Βη, ανώτεροι διπλωματικοί υπάλληλοι της αμερικανικής πρεσβείας, ο αρχηγός της αποστολής της αμερικανικής υπηρεσίας περιθάλψεως μέλη της Ούνρα και μερικοί άλλοι επίσημοι. Έγινε επίσης μνημόσυνο του Ρούζβελτ που είχε υψώσει πρώτος τη φωνή του για την τραγωδία του Διστόμου κι έδωσε τ’ όνομά του σε κάποια πόλι της Αμερικής με την βοήθεια στα θύματα της θηριωδίας. Κι εδώ πρέπει να πω ότι το ελληνικό κράτος, η κυβέρνησίς μας εχρεωκόπησε πέρα – πέρα την χθεσινήν η μέρα. Αντί να συγκαλέση συναγερμό, να μαζέψη όλους τους ξένους δημοσιογράφους, να στείλη και δύο και τρεις και πέντε υπουργούς να δώση στο μνημόσυνο αυτό την τεράστια σημασία που είχε για τις θυσίες και το μαρτύριο της Ελλάδος, να φέρη όποιον ξένον μπορούσε να αναμεταδώση στα πέρατα του κόσμου τους ματωμένους τίτλους μας, τους ομαδικούς γόους και θρήνους και τα μοιρολόγια των μαυροντυμένων γυναικών και των παιδιών του Διστόμου, να δη η ανθρωπότητα τι σημαίνει αυτό που λέμε «μαρτύριο της Ελλάδος» στην πιο ζωντανή και φρικτή εκδήλωσί του, μετά βίας αγκαζάρισε ένα αυτοκίνητο για τους δημοσιογράφους – επιμονή των ιδίων! – κι έτσι έστειλε τον κ. Τσάτσο να βγάλη ένα λόγο για να τον ακούσωμε εμείς, οι Διστομιώτες και οι πέντε άλλοι άνθρωποι που κατάφεραν να φτάσουν εκεί επάνω.

Τι να γράψω;

Ότι χοροστάτησε ο Λεβαδείας και Θηβών Πολύκαρπος και έψαλλε την επιμνημόσυνο δέηση με 11 παπάδες; Ότι παρέστη ο νομάρχης Βοιωτίας κ. Δούβλαρης και ότι ομάς εθνοφυλάκων και προσκόπων απέδιδαν τιμές; Ότι έβγαλαν λόγους, ο κ. Τσάτσος, ο μητροπολίτης, ο δικηγόρος Λιάσκος και ο Κίνιας. Ότι επωνομάστηκε η «Πλατεία του Λαού» σε πλατεία Ρούζβελτ; Όλα αυτά δεν ξεπέρασαν την αφόρητη τυπικότητα μιας θλιβερής υποχρέωσης του κράτους που νόμιζες πως δεν ήξερε πως θα την βγάλη από πάνω του.

Εκεί στο Δίστομο έγινε χθες κάτι που θάπρεπε να βρεθή τρόπος να το δη και να το ακούση όλη η πολιτισμένη ανθρωπότητα. Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα ούτε άκουσα αυτόν τον ομαδικό σπαραγμό, το μοιρολόι, τον θρήνο, των παιδιών, των κοριτσιών, των γερόντων, των γυναικών:

– Παιδί μου! Γιέ μου!

Σκίζει ο θρήνος της τ’ άλλα μοιρολόγια κι ο πόνος της – κραυγή απόγνωσης, φτεροκοπάει και αντιλαλεί στις πλαγιές του Παρνασσού και κλαίμε όλοι. Η έρμη και πεντάρφανη μάννα – σαν καλαμιά στον κάμπο – κλαίει τον γυιο της τον φαρμακοποιό Γαμβρίλη 41 χρονών, την γυναίκα του Θηρεσία 38 χρονών τα παιδιά τους και εγγόνια της Βασίλη 8 χρονών, Δήμητρα 6 χρονών, Βασιλική 4 χρονών, Ανεστία 1, κι αυτό ακόμα που είχε στην κοιλιά και που σφάξανε όλους μαζί οι Γερμανοί.

Ποιος θ’ ακούση το θρήνο που είνε ο θρήνος της Ελλάδος; Και ποιος θ’ ακούση τον άλλον τον φρικτότερο θρήνο των σπιτιών που δεν ακούγεται πουθενά μέσα σ’ αυτό το σάλαγο του πόνου, γιατί δεν έμεινε κανένας για να κλάψη. Σειρά σπίτια που τα γύρισα με δέος μένουν άδεια και κλειστά με τους νοικοκυραίους και τα παιδιά τους θαμμένα στις αυλές τους! Μπαίνεις μέσα κι είνε μια βουβαμάρα που παγώνει. Είνε μια βαρειά ησυχία νεκροταφείου. Μέσα στα δωμάτια έρμα και κάθε τοίχος, κάθε πράγμα, κάθε πόρτα και παράθυρο νομίζεις κλαίνε. Στην αυλή τρία ή τέσσερα ή πέντε μνήματα. Καμμιά φωνή.

Το μνημόσυνο έγινε κανονικά κι επίσημα. Ακούστηκε ακόμα ως και μουσική (!) για την απόδοσιν των τιμών στους επισήμους που τους ήχους της έπνιγε το ομαδικό μοιρολόγι του χωριού. Κι ήταν κάτι το πρωτάκουστο παράτονο ν’ αντιλαλή ο πόνος και να παλεύη με την επισημότητα. Στέφανα πολλά κατατέθηκαν. Κι εκεί στο νεκροταφείο όπου διαβάστηκε τρισάγιο επάνω στον τάφο του παπά του χωριού Σωτήρη Ζήση που σφάξανε οι Γερμανοί μ’ άλλους οχτώ μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ώρα πολλή δερνόταν οι γυναίκες και οι γέροι και τα παιδιά πάνω στους νιόσκαφτους τάφους των δικών τους.

Η μέρα της θυσίας.

Η προσφορά του αίματος της Ελλάδος στον αγώνα της ανθρωπότητας για την χιλιάκριβη ιδέα της λευτεριάς πέρασε για την ελληνική κυβέρνηση σαν μια συνηθισμένη μέρα ημιαργίας. Το κράτος μας πήγε στην κραυγή αυτή του Εθνικού Πόνου πας στο μνημόσυνο ενός τρίτου ξαδέρφου.

(Εφ. ΤΑ ΝΕΑ 11/6/1945)

Posted in Ιστορία | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: