βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Η ζώνη του ευρώ και η διεθνής οικονομική κρίση – Εισαγωγή

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 14 Ιουνίου 2010

Του Θεόδωρου Μαριόλη* – Monthly Review No 53

Εισαγωγή Οι διεθνείς οικονομικές ολοκληρώσεις συνιστούν μορφές διευθέτησης και τρόπους ύπαρξης της αντίφασης ανάμεσα στην τάση διεθνοποίησης των «οικονομιών της αγοράς» και την εθνική συγκρότησή των, δηλαδή της βασικής, στο διεθνές επίπεδο, αντίφασης του υφιστάμενου συστήματος παραγωγής. Βρίσκονται, επομένως, σε μία κατάσταση δυναμικής ισορροπίας και χαρακτηρίζονται από τη μετατροπή των αποτελεσμάτων των σε νέα αίτια, στη βάση των οποίων τείνουν να αναπαράγονται σε μία υψηλότερη κλίμακα. Ωστόσο, όταν αδυνατούν, συνεπεία εσωτερικών ή μη εξελίξεων, να επιτύχουν την προαναφερθείσα διευθέτηση, γίνονται ασταθείς και, τελικά, μεταβαίνουν σε κατάσταση παραβίωσης ή αποσύνθεσης, όπως η Κοινή Αγορά Κεντρικής Αμερικής (1960) ή η Λατινική Νομισματική Ένωση (1865–1927), αντιστοίχως.

Η ύφεση στην οποία εισήλθε η παγκόσμια οικονομία, στα τέλη του 2008, και η οποία δεν αποκλείεται να μετατρέπεται, σύμφωνα με όλες τις διαθέσιμες ενδείξεις και εκτιμήσεις, σε βαθιά κρίση, αποτελεί μία –για να χρησιμοποιήσουμε την κυρίαρχη ορολογία– «διαταραχή» που δημιουργεί κλυδωνισμούς στο εσωτερικό της διεθνώς πιο προωθημένης ολοκλήρωσης, ήτοι της Ζώνης του Ευρώ (ΖΕ) και, κατ’ επέκταση, στην «Ευρωπαϊκή Ένωση των 27».
 
Το παρόν άρθρο επιχειρεί να αναλύσει αυτήν τη συγκυρία, από τη σκοπιά της ΖΕ, και να υποστηρίξει, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, συνοπτικά, τη σύνολη πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ότι το πρωτεύον ζήτημα δεν είναι η οικονομική κρίση αλλά η ίδια η ΖΕ. Η συζήτηση που ακολουθεί δομείται ως εξής: η αμέσως επόμενη ενότητα εστιάζει στη έννοια της «νομισματικής ζώνης» (ή, αλλιώς, «οικονομικής και νομισματικής ένωσης»)· εν συνεχεία εξετάζεται η ευστάθεια της ΖΕ· τέλος, αναλύεται η σχέση κρίσης–ΖΕ και συνοψίζονται τα συμπεράσματα της συζήτησης.
 

 
Περί νομισματικών ζωνών

 

 
Η «νομισματική ζώνη» συνιστά μία ιδιαίτερα ανεπτυγμένη μορφή διεθνούς οικονομικής ολοκλήρωσης, η οποία μετεξελίσσεται σε «πλήρη οικονομική ένωση», όταν χαρακτηρίζεται (και) από την ύπαρξη υπερεθνικής οικονομικής πολιτικής. Οι οικονομίες που συστήνουν μία νομισματική ζώνη παραιτούνται από τη δυνατότητα άσκησης εμπορικής (δασμολογικής και μη) και συναλλαγματικής πολιτικής. Λιγότερο προφανές, αλλά αδιαμφισβήτητο, είναι ότι η συμμετοχή σε μία νομισματική ζώνη, στην οποία δεν υφίστανται περιορισμοί στις κινήσεις των χρηματικών κεφαλαίων, συνεπάγεται και το αδύνατον άσκησης εθνικά αυτόνομης νομισματικής πολιτικής (Mundell 1963). Κατά συνέπεια, τα μέλη μίας νομισματικής ζώνης δεν έχουν μόνον «όφελος» αλλά και «κόστος». Το πρώτο προκύπτει, σε γενικές γραμμές, από την εξάλειψη της αβεβαιότητας που δημιουργούν οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, και καλείται «όφελος νομισματικής αποτελεσματικότητας». Το δεύτερο προκύπτει από την αξιοσημείωτη συρρίκνωση του πλήθους των μέσων/εργαλείων που είναι διαθέσιμα για την «ταυτόχρονη» εξισορρόπηση του εσωτερικού και του εξωτερικού τομέα κάθε επιμέρους εθνικής οικονομίας, και καλείται «κόστος οικονομικής ευστάθειας» [1] .
 
Ο ακριβής προσδιορισμός του βαθμού ευστάθειας αυτής της μορφής ολοκλήρωσης συνιστά ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο πρόβλημα, το οποίο μάλλον δεν επιλύεται θεωρητικά. Πρακτικά ελέγχεται στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία οι οικονομίες–μέλη υπόκεινται στη δράσηασύμμετρων ενδογενών μεταβολών, είτε από την πλευρά της ζήτησης (π.χ. σημειώνεται μερική στροφή των προτιμήσεων των καταναλωτών της ζώνης από τα εμπορεύματα μίας οικονομίας σε αυτά άλλης) ή από αυτήν της προσφοράς (π.χ. σημειώνεται άνοδος της λεγόμενης «συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής» σε μία ή ορισμένες μόνον οικονομίες). Ειδικότερα, και σύμφωνα πάντοτε με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία περί ανοικτών οικονομιών (και, συγκεκριμένα, με τη λεγόμενη «θεωρία των άριστων νομισματικών περιοχών»), η εγγενής ευστάθεια μίας νομισματικής ζώνης εξαρτάται θετικά από τις ακόλουθες, κατά βάση, «μεταβλητές» [2] :

1. Την έκταση του συνολικού, δηλαδή του διακλαδικού και του ενδοκλαδικού, εμπορίου στο εσωτερικό της ζώνης.

 

 

2. Το «ειδικό βάρος» του διακλαδικού εμπορίου (διότι το ενδοκλαδικό εμπόριο, σε ευθεία αντίθεση με το διακλαδικό, ανάγεται στην ύπαρξη «εσωτερικών οικονομιών κλίμακας» και, έτσι, αντανακλά την ομοιογένειατων επιμέρους εθνικών παραγωγικών δομών (Krugman & Obstfeld 2002: 179-208).

 

 

3. Την απουσία των λεγομένων «χρηματικών και τεχνολογικών οικονομιών χωρικής συγκέντρωσης» (διότι οι «εξωτερικές οικονομίες» αυτού του είδους δημιουργούν τάσεις παγίωσης του ήδη διαμορφωμένου, ιστορικά, καταμερισμού–συνδυασμού εργασίας, αποτρέποντας μία εθνική οικονομία ή μία περιφέρεια από την παραγωγή εμπορευμάτων, στα οποία θα μπορούσε να εμφανίσει «συγκριτικό πλεονέκτημα» (Krugman & Obstfeld 2002: 219-226· McCann 2002, κεφ. 2).

 

 

4. Την ευκαμψία των τιμών των εμπορευμάτων και των αμοιβών των υπηρεσιών των συντελεστών της παραγωγής.

 

 

5. Τη διεθνή κινητικότητα των χρηματικών κεφαλαίων.

 

 

6. Τη διεθνή κινητικότητα του εργατικού δυναμικού.

 

 

7. Τους βαθμούς ελευθερίας (ανεξαρτησίας) των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών.

 

 

8. Τη διαμόρφωση ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος, το οποίο θα λειτουργεί ως αναδιανεμητικός μηχανισμός μεταβιβαστικών πληρωμών και φορολόγησης.

 

 
Όσο χαμηλότερα είναι τα επίπεδα στα οποία βρίσκονται οι προαναφερθείσες μεταβλητές, τόσο περισσότερο μειώνεται το «όφελος νομισματικής αποτελεσματικότητας» και αυξάνεται το «κόστος οικονομικής ευστάθειας», και, άρα, τόσο πιο ασταθής τείνει να είναι η ζώνη στο σύνολό της.
 

 
Η ζώνη του ευρώ

 

 
Η ανάλυση των εμπειρικών δεδομένων έχει δείξει ότι η ΖΕ δεν συγκροτεί μία «άριστη νομισματική περιοχή», ούτε σε «απόλυτους» αλλά ούτε και σε σχετικούς όρους, δηλαδή σε σύγκριση με άλλες ήδη οικονομικά ολοκληρωμένες περιοχές, όπως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς. Ειδικότερα (αλλά συνοπτικά) [3] :

α) Η έκταση του εμπορίου όχι μόνον δεν είναι η ενδεικνυόμενη, αλλά και υπολείπεται σημαντικά της αντιστοιχούσας στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

 

 

β) To ενδοκλαδικό εμπόριο μεταξύ «βόρειων» και «νότιων» (π.χ. Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Νότια Ιταλία) περιοχών είναι ιδιαίτερα περιορισμένο. Οι κατά σειρά πρώτες τείνουν να εξειδικεύονται στους τομείς παραγωγής «συνθέτων βιομηχανικών αγαθών και εντάσεως εξειδικευμένης εργασίας» (και να αναπτύσσουν το μεταξύ των ενδοκλαδικό εμπόριο), ενώ οι δεύτερες στους «εντάσεως φυσικών πρώτων υλών και ανειδίκευτης εργασίας» (και, γενικά, «χαμηλής και μέσης τεχνολογίας») τομείς [4] . 

 

 

γ) Παρατηρούνται αποκλίσεις στις τιμές των εμπορευμάτων (σημαντικές, σε ορισμένες περιπτώσεις) και διαπιστώνεται, γενικά, ότι το σύστημα δεν διέπεται από το «νόμο της μίας τιμής» [5] .

 

 

δ) H κινητικότητα του εργατικού δυναμικού ανάμεσα στις διάφορες χώρες είναι ιδιαίτερα χαμηλή, και στο εσωτερικό των αρκετά περιορισμένη. Γενικά, υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης στις ΗΠΑ (κυρίως) και στον Καναδά.

 

 

ε) Το Σύμφωνο Σταθερότητας περιστέλλει σημαντικά τους βαθμούς ελευθερίας των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών και, ταυτόχρονα, σε ευθεία αντίθεση με ό,τι ισχύει στις ΗΠΑ και στον Καναδά, ο αναδιανεμητικός ρόλος του κοινοτικού προϋπολογισμού είναι οριακός. Σε αυτήν τη συνάφεια αξίζει, μάλιστα, να αναφερθεί ότι συγκριτικές μελέτες των διαδικασιών προσαρμογής (σε ασύμμετρες μεταβολές) των πολιτειών της Αμερικής και του Καναδά, από τη μία πλευρά, και ορισμένων, αντιστοίχου μεγέθους, ευρωπαϊκών οικονομιών (πριν από τη δημιουργία της ΕΕ), από την άλλη πλευρά, έχουν δείξει τα εξής: οι κατά σειρά πρώτες διαδικασίες είναι σχετικά ταχύτερες και διέπονται από, πρώτον, τη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού (με εξαίρεση του γαλλόφωνου εργατικού δυναμικού του Κεμπέκ, του οποίου η κινητικότητα είναι έξι φορές χαμηλότερη από αυτήν του αγγλόφωνου εργατικού δυναμικού του Καναδά) και, δεύτερον, την αντίστροφη μεταβολή ομοσπονδιακών μεταβιβάσεων–φορολογικών εσόδων, ενώ οι κατά σειρά δεύτερες διαδικασίες χαρακτηρίζονταν από σημαντικές αυξήσεις τόσο της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας (υποτιμήσεις σε πραγματικούς όρους) όσο και του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού [6] . Έτσι, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν, εντός της ΖΕ, ορισμένες, σχετικά μικρές οικονομίες θα κατορθώσουν, σε περιόδους αναταράξεων και κρίσεων, να ακολουθήσουν επιτυχείς διαδικασίες προσαρμογής.

 

 

στ) Εάν το ζήτημα τεθεί σε όρους της σχέσης ανάμεσα στο βαθμό ετερογένειας των εθνικών παραγωγικών δομών και στο βαθμό «ευελιξίας» της αγοράς εργασίας (κινητικότητα εργατικού δυναμικού και ευκαμψία μισθών), δηλαδή ότι όσο υψηλότερος είναι ο πρώτος τόσο υψηλότερος απαιτείται να είναι και ο δεύτερος, τότε εκτιμάται ότι υφίσταται ένα υποσύνολο χωρών (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία), το οποίο μάλλον συνιστά μία «άριστη νομισματική περιοχή» (De Grauwe 2001: 127-132). Ωστόσο, ακόμη και στα πλαίσια αυτού του υποσυνόλου υπάρχουν έντονες διαφοροποιήσεις, από την άποψη π.χ. του «ανοίγματος» στο ενδοζωνικό εμπόριο (στη Γαλλία και τη Γερμανία οι εισαγωγές και οι εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι συγκριτικά πολύ χαμηλές).

 

 
Όλα αυτά μάλλον σημαίνουν ότι η συντονισμένη «απελευθέρωση των αγορών» στον ευρωπαϊκό χώρο (όπως αυτή προσδιορίστηκε, καταρχάς, από τη «Λευκή Βίβλο» και την «Έκθεση Ντελόρ»), καίτοι επηρέασε, προς την απαιτούμενη κατεύθυνση, τις υπ’ αριθμ. 1 έως και 5 μεταβλητές που είναι καθοριστικές για την ευστάθεια μίας νομισματικής ζώνης (βλ. την αμέσως προηγούμενη ενότητα του παρόντος), δεν κατόρθωσε να επαυξήσει την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και, κατ’ επέκταση, την ευκαμψία των μισθών. Παράλληλα, οι υπ’ αριθμ. 7 και 8 μεταβλητές είναι, συνεπεία της κυριαρχίας μονεταριστικών–νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων κατά την άσκηση της οικονομικής πολιτικής, πλήρως αδρανοποιημένες.
 
Τέλος, η περαιτέρω εξέλιξη των υπ’ αριθμ. 1 έως και 4 μεταβλητών δενυπάγεται, αντικειμενικά, στο πεδίο ελέγχου των αρχών της οικονομικής πολιτικής, αλλά μάλλον (υπερ-)καθορίζεται από τη διαδικασία της επισώρευσης του κεφαλαίου, αυτήν καθαυτήν [7] . Δεδομένης της ελευθερίας στην κίνηση των χρηματικών κεφαλαίων, έπεται, έτσι, ότι η ευστάθεια της ΖΕ οφείλει να βασίζεται, αποκλειστικά και μόνον στη μεγιστοποίηση του επιπέδου της υπ’ αριθμ. 6 μεταβλητής, ήτοι στη διαμόρφωση μίας «απελευθερωμένης» και διεθνώς ενοποιημένης αγοράς εργασίας (κατεύθυνση την οποία σαφώς υποδεικνύει, εξάλλου, η «Στρατηγική της Λισσαβόνας») [8] .
 
Η προηγηθείσα συζήτηση μας επιτρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αναπτύσσει, κατά την πορεία διαμόρφωσής της, ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν σημαντικές πηγές αστάθειας [9] . Σε πρώτη φάση, η αδυναμία άσκησης αυτόνομης εμπορικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τους αυστηρούς περιορισμούς κατά την άσκηση της συναλλαγματικής, νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, οδηγεί στη ρύθμιση του ευρωπαϊκού καταμερισμού της εργασίας από την αδιαμεσολάβητη δράση του «νόμου του συγκριτικού πλεονεκτήματος», την απρόσκοπτη λειτουργία του οποίου αναλαμβάνουν, είτε το επιθυμούν είτε όχι, οι εθνικές εισοδηματικές πολιτικές [10] . Στη δεύτερη φάση, όπου εισάγεται στο σύστημα η ελευθερία της κίνησης των χρηματικών κεφαλαίων και το ενιαίο νόμισμα, συντελείται μία τροποποίηση του εν λόγω νόμου υπό την έννοια ότι αυτός δρα, πλέον, στη βάση ύπαρξης ενός διεθνώς ενιαίου (ως προς την τάση, τουλάχιστον) επιτοκίου [11] . 

 
Αυτές οι εξελίξεις συμβάλλουν, βεβαίως, στην περαιτέρω υποβάθμιση των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών και, έτσι, προάγουν την ανισόμετρη ανάπτυξη του συστήματος στο σύνολό του. Τέλος, κατά την τρίτη φάση (η οποία βρίσκεται στα πρώτα της στάδια και της οποίας η πλήρης υλοποίηση κρίνεται, όπως είδαμε, απαραίτητη από την άποψη της ευστάθειας) διαμορφώνεται (και) ένα διεθνώς ενιαίο (ως προς την τάση, τουλάχιστον) ωρομίσθιο [12] , και αυτό συνεπάγεται, με τη σειρά του, ότι ο καταμερισμός της εργασίας διέπεται, πλέον, από τα απόλυτα πλεονεκτήματα κόστους. Με άλλα λόγια, δηλαδή, λαμβάνει χώρα η μετατροπή του «νόμου του συγκριτικού πλεονεκτήματος» στο αντίθετό του, ήτοι στο «νόμο του απόλυτου πλεονεκτήματος», μετατροπή η οποία, σε συνδυασμό με την ύπαρξη «οικονομιών συγκέντρωσης», οδηγεί στην ανάπτυξη έντονων (και, πιθανότατα, αυτοτροφοδοτούμενων) πολώσεων στην παραγωγή και κατανομή του εισοδήματος μεταξύ χωρών και περιφερειών [13] . 

 
Βεβαίως, αυτή η διαδικασία έχει και ορισμένες παράπλευρες, αλλά εξίσου σημαντικές, συνέπειες: α) στενεύει διαρκώς τα περιθώρια άσκησης αντι-κυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής στις υποβαθμιζόμενες οικονομίες· και β) υπονομεύει, με αποφασιστικό τρόπο, την προοπτική συγκρότησης ενός πράγματι ενεργού υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος, ακριβώς επειδή οι καθαρές μεταβιβάσεις εισοδήματος απαιτείται να είναι, συστηματικά, μονόδρομες (δηλαδή από τις αναβαθμιζόμενες στις υποβαθμιζόμενες οικονομίες) [14] .
 
Υποσημειώσεις[2]

Ως γνωστόν, η εν λόγω θεωρία αναπτύχθηκε, κατά τη δεκαετία του 1960, από τους R.A. Mundell, R. Mc Kinnon και P. Kenen. Για εύστοχες εκθέσεις της όλης, παλαιότερης και νεότερης, συζήτησης, βλ. De Grauwe 2001, κεφ. 1-4· και Mongelli 2002.

[3]

Για μία πολύ ενδιαφέρουσα σχετική μελέτη, η οποία δεν βρίσκεται, όμως, πάντοτε σε συμφωνία με ό,τι αναφέρεται εδώ, βλ. Patterson & Amati 1998.

[4]

Για μία συνοπτική, αλλά παραδειγματική, ανάλυση των διαχρονικών μεταβολών της διάρθρωσης του εμπορίου της ελληνικής οικονομίας, βλ. Τράπεζα της Ελλάδος 2006, σελ. 112-119, 316-321, 325-330.

[5]

Γενικεύοντας το γνωστό θεώρημα των Harrod-Balassa-Samuelson, oι ενδοζωνικές αποκλίσεις των γενικών επιπέδων τιμών δύνανται να αναχθούν, σε ορισμένο βαθμό, τουλάχιστον: πρώτον, στις διεθνείς διαφορές των παραγωγικοτήτων στους τομείς παραγωγής των διεθνώς εμπορεύσιμων και μη προϊόντων· και, δεύτερον, στην κατανομή του εισοδήματος: για αυτήν τη γενίκευση, βλ. Mariolis 2008b.

[6]

Βλ. π.χ. Σαχινίδης & Χαρδούβελης 1998, σελ. 48-50· De Grauwe 2001, σελ. 132-137· Krugman & Obstfeld 2003, σελ. 456-458.

[7]

Εάν θέσουμε στην άκρη τις εκκλήσεις, δηλαδή τις διάφορες εκθέσεις για την αναγκαιότητα των «διαρθρωτικών μεταβολών», πώς και σε ποιο βαθμό δύναται η οικονομική πολιτική να αναδράσει πράγματι επί, π.χ., της δυναμικής που θέτουν σε κίνηση οι «εσωτερικές και εξωτερικές οικονομίες κλίμακας»;

[8]

Εάν υπήρχαν περιορισμοί στην κίνηση των χρηματικών κεφαλαίων, η αυτόματη προσαρμογή μίας επιμέρους οικονομίας δεν θα είχε ως προαπαιτούμενο τη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού.

[9]

Η συνοπτική προσέγγιση που ακολουθεί βασίζεται στα Μαριόλης 1999α και Mariolis 2001, 2005. Ο ενδιαφερόμενος για ορισμένες επιπρόσθετες φορμαλιστικές αποδείξεις αναγνώστης παραπέμπεται στις αξιοσημείωτες αναλύσεις των Brewer 1985 και Parrinello 2006.

[10]

Eν αντιθέσει με ό,τι υποστηρίζει η κυρίαρχη θεωρία (ακόμη και στη «ριζοσπαστική», à la Krugman, εκδοχή της), η σραφφαϊανή θεωρία αποδεικνύει ότι το ελεύθερο, και βασιζόμενο στα «συγκριτικά πλεονεκτήματα», διεθνές εμπόριο δύναται να οδηγήσει σε ζημία, δηλαδή σε συρρίκνωση των καταναλωτικών δυνατοτήτων σε μία ή, ακόμη, και σε όλες τις συμμετέχουσες οικονομίες, και ότι αυτό είναι τόσο πιο πιθανό, όσο μικρότερος είναι ο ρυθμός μεγέθυνσης του συστήματος: βλ. Steedman 1979, essays 4, 9, 11και 12· και Mariolis 2004, σελ. 451.

[11] Έτσ

ι, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με αυτό που διαβάζουμε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο, με τίτλο «Ο κόσμος είναι ενιαίος: αγορά, ανταγωνισμός και κράτος στο νέο περιβάλλον», το οποίο δημοσιεύθηκε στο Οικονομικό Δελτίο της Alpha Bank (τεύχ. 104, Ιανουάριος 2008, σελ. 19-20): «[Με την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ, η Ελλάδα αποδέχεται ότι] τα μέτρα πολιτικής που έχει στη διάθεσή της για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας συνοψίζονται στα ακόλουθα: α) στην προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την επίτευξη υψηλών ρυθμών αυξήσεως της παραγωγικότητας· β) στην προσαρμογή της πολιτικής μισθών και εισοδημάτων με στόχο την αναγκαία βελτίωση της ανταγωνιστικότητας». Μάλλον δεν θα ήταν άστοχο να σημειωθούν, επίσης, τα εξής: το 2006 και το 2007 το έλλειμμα του ελληνικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε αντίστοιχα στο 11% και στο 14% του ΑΕΠ (στις περιόδους 1983–85 και 1995–98, όπου η δραχμή υποτιμήθηκε αντίστοιχα κατά περίπου 15% και 14%, αυτό το ποσοστό ήταν αντίστοιχα της τάξης του 5–10% και του 3–4%). Η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχώρησε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, δεδομένου ότι η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία (έναντι 28 εμπορικών εταίρων της χώρας), με βάση τις τιμές καταναλωτή, αυξήθηκε σωρευτικά μεταξύ του 2000 και του 2007 κατά 15%, ενώ το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, εκφρασμένο σε κοινό νόμισμα, αυξήθηκε σωρευτικά κατά 20% στο σύνολο της οικονομίας και κατά 41% στη μεταποίηση: βλ. σχετικά Τράπεζα της Ελλάδος 2008, σελ. 135. Τέλος, κάτω από το λεγόμενο «όριο της φτώχειας» βρίσκονται περίπου το 20% των ελληνικών νοικοκυριών, το 13% των εργαζομένων, το 25% των συνταξιούχων, το 33% των ανέργων και το 41% των μονογονεϊκών οικογενειών με ένα τουλάχιστον εξαρτώμενο παιδί: βλ. σχετικά Τράπεζα της Ελλάδος 2008, σελ. 49.

[12]

Θα μπορούσε να σημειωθεί ότι τα εμπειρικά δεδομένα της περιόδου με την πλέον υψηλή διεθνή κινητικότητα της εργασίας (1870–1914), στα πλαίσια του παγκόσμιου συστήματος, υποδεικνύουν την ύπαρξη σημαντικής τάσης σύγκλισης των πραγματικών μισθών ανάμεσα στις χώρες προέλευσης και προορισμού του εργατικού δυναμικού: βλ. σχετικά Williamson 1995, σελ. 153-157, 178-180.

[13]

Για μία αναλυτική διερεύνηση της γεωγραφικής συγκέντρωσης και της ανισόμετρης ανάπτυξης στην ΕΕ, βλ. Puga 2002. Για τους μηχανισμούς αυτοτροφοδότησης (θετικής ανάδρασης), βλ. Arthur 1989· και Thirlwall 2001, σελ. 328-334, 344-350.

[14] Ε

ίχαμε την ευκαιρία, πριν από αρκετά χρόνια, να υποστηρίξουμε ότι το αριστερίζον αίτημα περί «δημοσιονομικού φεντεραλισμού» παραγνωρίζει το γεγονός ότι η προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επιτείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη και, άρα, θα αποδειχθεί ουτοπικό: βλ. Μαριόλης 1999β, σελ. 247-248. Η πρόσφατη, χωρίς περιστροφές, απόρριψη (Φεβρουάριος 2009), από την πλευρά –κυρίως– της Γερμανίας, της πρότασης έκδοσης ενιαίου ευρωπαϊκού ομολόγου, καθώς και οι αυστηρές συστάσεις, σε φάση διεθνούς ύφεσης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Μάρτιος 2009) προς τις χώρες που εμφανίζουν «υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη», δύνανται να ιδωθούν ως μία επαλήθευση. Αξιοσημείωτες είναι, επίσης, οι επισημάνσεις της «Έκθεσης για τη Νομισματική Πολιτική 2008–2009» της Τραπέζης της Ελλάδος (Φεβρουάριος 2009), σελ. 40: «Στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία, η Ελλάδα λόγω των ιδιαίτερων δημοσιονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, θα πρέπει να ακολουθήσει περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, αντίθετα από πολλές άλλες χώρες της ΕΕ»· και σελ. 32: «Μολονότι άλλες χώρες αναμένεται να παρουσιάσουν μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα από την Ελλάδα για την περίοδο 2008-2010, η διαφορά των αποδόσεων των ομολόγων τους από εκείνες των γερμανικών ομολόγων είναι πολύ μικρότερη από ό,τι για τα ελληνικά ομόλογα. Αυτό συμβαίνει επειδή οι εν λόγω χώρες έχουν εισέλθει σε ύφεση και τα ελλείμματά τους έχουν κυρίως κυκλικό χαρακτήρα, ενώ το δημόσιο χρέος τους είναι πολύ χαμηλότερο από το ελληνικό. Αντίθετα, τα προβλήματα της Ελλάδος που απασχολούν τις αγορές (το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οι προοπτικές αντιμετώπισης των υποχρεώσεων του ασφαλιστικού συστήματος) έχουν κυρίως διαρθρωτικό χαρακτήρα» (πρόσθετη η έμφαση).

[15] Σ

ύμφωνα με τις τελευταίες (12/3/2009) προβλέψεις του Ινστιτούτου του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, κατά το πρώτο τετράμηνο του 2009 η παγκόσμια οικονομία θα εμφανίσει, για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1930, αρνητικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής του ακαθάριστου προϊόντος, της τάξης του -0,8% (-3,3% στη ΖΕ, -1,9% στις ΗΠΑ, -4% στην Ιαπωνία, -2,7% στη Βρετανία, -3% στη Ρωσία και -1,4% στη Λατινική Αμερική), ενώ το διεθνές εμπόριο θα μειωθεί κατά 11,5%. Για το 2010 προβλέπεται ένας ασθενής ρυθμός μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας (2,1%), ενώ θα εξακολουθούν να συρρικνώνονται οι οικονομίες της ΖΕ (-0,2%), της Βρετανίας (-0,1%) και της Ρωσίας (-1%), με ανάλογες συνέπειες για τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τα ποσοστά ανεργίας. (Για τη ΖΕ εκτιμάται ότι το έλλειμμα και το ποσοστό ανεργίας θα ανέλθουν, αντίστοιχα, από 1,7% και 7,3%, στο 4,2% και στο 9,3% το 2009, και στο 4,8% και 10,2% το 2010.)

Παρόμοια μοτίβα μεταστροφών του οικονομικού «κύκλου» έχουν παρατηρηθεί στις δεκαετίες 1820–1830, 1870–1880, 1920–1930 και 1970–1980: για ένα υπόδειγμα που επιχειρεί να τα απεικονίσει, βλ. Korpinen 1987, το οποίο σχολιάζεται στο Μαριόλης 2006, σελ. 183-188.

[16]

Είχαμε την ευκαιρία, πριν από αρκετά χρόνια, να υποστηρίξουμε ότι, συνεπεία των βαθμιαίων, αλλά σταθερών, μετατροπών που επιφέρει η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» στις νομοτέλειες που διέπουν τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, οι λιγότερο προηγμένες οικονομίες «είτε θα μετατρέπονται σε σχετικά παρηκμασμένες περιφέρειες των υπερεθνικών ενώσεων, στις οποίες υπάγονται … ή θα προστρέχουν, αργά ή γρήγορα, στο δανεισμό από την Παγκόσμια Τράπεζα, κάτω από τους όρους και την επίβλεψη του ΔΝΤ, το οποίο και θα επιβάλει έναν νέο γύρο παράδοσης του εσωτερικού και του εξωτερικού τομέα των εν λόγω οικονομικών στις “υγιείς δυνάμεις” της παγκόσμιας αγοράς»: Μαριόλης 1999α, σελ. 38-39.

[17]

Ορισμένοι, προκειμένου να υπενθυμίσουν τα οφέλη (υποθετικά, στην προκείμενη περίπτωση) της ελληνικής οικονομίας από τη συμμετοχή της στη ΖΕ, προβάλλουν, κάπως έντονα, τις υποτιμήσεις των νομισμάτων της Ισλανδίας (12%), της Ουγγαρίας (9%), της Πολωνίας (18%), της Ρουμανίας (7%) και της Σουηδίας (11%) το τελευταίο τρίμηνο του 2008. Οι υποτιμήσεις δεν είναι, όμως, ζήτημα εθνικής ταπείνωσης αλλά εξισορροπητικές μεταβολές, τις οποίες είτε πραγματοποιεί η διεθνής αγορά (της οποίας την ορθολογικότητα οι προαναφερθέντες δεν φαίνεται να αμφισβητούν) ή κρίνουν ότι πρέπει να πραγματοποιήσουν οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια ενός –κατά το δυνατόν– συνεκτικού προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης.

[18] Ενα

λλακτικά, δύναται κανείς να αναφερθεί στις επιπτώσεις μίας μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, των φορολογικών συντελεστών, των ελλειμμάτων ή των χρεών, ανά μονάδα επενδεδυμένου κεφαλαίου, του κρατικού και του εξωτερικού τομέα (καθώς επίσης και των επιτοκίων επί αυτών των χρεών). Για τις αποδείξεις, στα πλαίσια μονοτομεακών υποδειγμάτων, βλ. Bhaduri & Marglin 1990· Kurz 1990· και You & Dutt 1996. Για πολυτομεακές αναλύσεις, βλ. Mariolis 2006· και Μαριόλης 2006, σελ. 208-214.

[19]

Πρόσφατη μελέτη της Goldman Sachs εκτιμά ότι ceteris paribus η ανάκαμψη των ΗΠΑ προαπαιτεί την πτώση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων σε ένα αρνητικό επίπεδο της τάξης του -6% (Business Week, 19/1/2009). Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, σε περιόδους ύφεσης υπάρχει τάση εγκλωβισμού του συστήματος στη λεγόμενη «παγίδα ρευστότητας» (ή, ακόμη, και στην «παγίδα επενδύσεων»), και αυτό συνεπάγεται ότι η νομισματική πολιτική δεν είναι από μόνη της σε θέση να προκαλέσει τόνωση της ενεργού ζητήσεως – τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκλωβισμού είναι αυτό της Ιαπωνίας, κατά τη δεκαετία του 1990, όπου η ύφεση ξεπεράστηκε, τελικά, με τη συνδρομή της δημοσιονομικής επέκτασης: βλ. σχετικά, Blanchard 2006, σελ. 524-532.

[20] Η εν λόγω απόπειρα ενέχει και τον ακόλουθο –άρρητο– συλλογισμό: η αναμενόμενη, στην αμέσως επόμενη περίοδο, ισχυρή αύξηση της ανεργίας θα συμπιέσει το μερίδιο των μισθών (συνεπεία μείωσης της διαπραγματευτικής ισχύος των μισθωτών) και, άρα, θα αυξήσει τα κέρδη και, κατ’ επέκταση, τον όγκο των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα. Επομένως, δεν απαιτείται η αύξηση των κρατικών δαπανών, διότι η τόνωση της ενεργού ζητήσεως θα συντελεσθεί μέσω της αύξησης των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα. Όπως ήδη σημειώσαμε, όμως, εάν το σύστημα βρίσκεται σε «κατάσταση υποκατανάλωσης» (πράγμα που δεν αποκλείεται καθόλου, εάν ληφθεί υπόψη ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρείται, σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες, τάση σταθερής μείωσης του μεριδίου των μισθών –βλ. π.χ. Ellis & Smith 2007– τότε το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η μείωση της ενεργού ζητήσεως.

 

 

* Ο Θεόδωρος Μαριόλης είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και Managing Editor του περιοδικού Bulletin of Political Economy. Προγενέστερες μορφές του παρόντος άρθρου, το οποίο γράφτηκε τον Μάρτιο του 2009, παρουσιάστηκαν σε συναντήσεις της «Ομάδας Μελέτης Σραφφαϊανών Οικονομικών» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ευχαριστίες οφείλει ο γράφων στην Ελευθερία Ροδουσάκη, στον Νίκο Ροδουσάκη και τον Γιώργο Σώκλη για συζητήσεις και σχόλια καθώς και στον Λευτέρη Τσουλφίδη (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) για συζητήσεις πάνω στην τρέχουσα οικονομική κρίση. Αυτονοήτως, η ευθύνη για τις απόψεις που διατυπώνονται και τα όποια λάθη και αβλεψίες ανήκουν στον γράφοντα.

[1]

Δεν ενδιαφέρει, εδώ, ο έλεγχος του βαθμού πρακτικής αποτελεσματικότητας της εμπορικής και της συναλλαγματικής πολιτικής, αλλά μόνον η απώλειά των, σε συνδυασμό με το γνωστό θεώρημα («δίλημμα πολιτικής»), ότι η επίτευξη δύο ανεξάρτητων στόχων (εσωτερική και εξωτερική εξισορρόπηση) προϋποθέτει τη χρήση δύο τουλάχιστον μέσων. Ας σημειωθεί, ωστόσο, το εξής: υπερβαίνοντας τη γνωστή διαμάχη κεϋνσιανών–μονεταριστών, γύρω από την αποτελεσματικότητα του μέσου της συναλλαγματικής πολιτικής, η σραφφαϊανή θεωρία αποδεικνύει ότι, στη γενική περίπτωση, μία υποτίμηση έχει a priori άγνωστες επιπτώσεις (στο προϊόν, στην απασχόληση, στο ισοζύγιο και το βαθμό απασχόλησης της δυναμικότητας παραγωγής), διότι μεταβάλλει τις ημεδαπές σχετικές τιμές και, έτσι, επηρεάζει, με απρόβλεπτο τρόπο, τους διανυσματικούς πολλαπλασιαστές τoυ συστήματος (Metcalfe & Steedman 1981· Mariolis 2006, 2008a). Για την εμπορική πολιτική, αντιστοίχως, βλ. Mainwaring 1976· και Steedman 1993, κεφ. 6, 7 και 10).
 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: