βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 16 Ιουνίου 2010

Η ζώνη του ευρώ και η διεθνής οικονομική κρίση – 2

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 16 Ιουνίου 2010

Του Θεόδωρου Μαριόλη – Monthly Review 53

Η ζώνη του ευρώ και η κρίση

Στα μέσα του 2007 η ΖΕ άρχισε να υπόκειται στη δράση δύο «διαταραχών», δηλαδή δυνάμεων που αναπτύχθηκαν στο περιβάλλον του συστήματος, οι οποίες είναι: α) η χρηματοπιστωτική αναταραχή που ξέσπασε στις ΗΠΑ και προκάλεσε περιορισμό της ρευστότητας, άνοδο των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, έντονες διακυμάνσεις των βασικότερων συναλλαγματικών ισοτιμιών και αβεβαιότητα σχετικά με τις προοπτικές ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας· και β) η μεγάλη αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, των βασικών μετάλλων και των τροφίμων, η οποία δημιούργησε έντονες πιέσεις στο –άμεσο και έμμεσο– κόστος παραγωγής, πληθωριστικές προσδοκίες και αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη του επιπέδου των τιμών.

Αυτά είχαν ως συνέπεια, από τη μία πλευρά, τη μείωση του ρυθμού ανόδου της συνολικής ενεργού ζητήσεως, τόσο για κατανάλωση όσο και για επενδύσεις, και, από την άλλη πλευρά, τη χειροτέρευση των συνθηκών της προσφοράς· και, έτσι, το διεθνές σύστημα άρχισε να κινείται, έπειτα από μία περίοδο μάλλον επιταχυνόμενης μεγέθυνσης (2002–2006), προς την καθοδική φάση του οικονομικού κύκλου (ο παγκόσμιος ρυθμός μεγέθυνσης έπεσε στο 1% το τελευταίο τετράμηνο του 2008 και είναι ο χαμηλότερος μετά το 1982). Οι επακόλουθες μειώσεις των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, στα μέσα του 2008 (από 4,8% τον Ιούλιο σε 0,6% το Δεκέμβριο), ώθησαν τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες σε συντονισμένη αντιστροφή της πολιτικής που ακολούθησαν κατά την περίοδο 2006–2007, αλλά οι ισχυρές μειώσεις των βασικών επιτοκίων δεν αποδείχθηκαν ικανές να τονώσουν την ενεργό ζήτηση και, έτσι, να αποτρέψουν την είσοδο του συστήματος σε φάση ύφεσης, η οποία δεν αποκλείεται να μετατρέπεται, σύμφωνα με όλες τις διαθέσιμες ενδείξεις και εκτιμήσεις, σε βαθιά κρίση [15] .

Εάν η ΖΕ ήταν ή είχε μετατραπεί, μετά τη σύστασή της, σε μία «άριστη νομισματική περιοχή» (η δεύτερη πιθανότητα είχε υποστηριχθεί από ορισμένους μελετητές που πρόκριναν μία «δυναμική ή ex post» εκδοχή της θεωρίας των «άριστων νομισματικών περιοχών»), τότε οι χώρες-μέλη θα ήταν σε θέση (και θα όφειλαν) να επιδιώξουν τη διαχείριση της παρούσας κρίσης μέσω μίας ενιαίας δέσμης μέτρων, ακριβώς επειδή αυτή εκδηλώνεται με «συμμετρική μορφή». Το εάν η διαχείριση θα αποδεικνυόταν τελικά επιτυχής, είναι άλλο, βεβαίως, ζήτημα, το οποίο αποτελεί πεπλεγμένη συνάρτηση σειράς παραγόντων, ορισμένοι εκ των οποίων, μάλιστα, βρίσκονται πέραν του πεδίου ελέγχου των αρχών της ΖΕ (όπως π.χ. η εξέλιξη της ζήτησης από τον υπόλοιπο κόσμο για τα εμπορεύματα που παράγει η ζώνη). Τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν, όμως, ότι οι χώρες-μέλη ούτε βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση (ακόμη και όσον αφορά σε βασικά μακροοικονομικά μεγέθη) ούτε φαίνεται να θεωρούν ότι είναι δυνατή η διαχείριση της κρίσης μέσω μίας ενιαίας δέσμης μέτρων. Πλέον, όλοι είναι αναγκασμένοι να μιλούν, άμεσα ή έμμεσα, για την ύπαρξη «αδύναμων κρίκων» στο εσωτερικό της ΖΕ, η εξισορρόπηση των οποίων απαιτεί ειδικούς χειρισμούς. Και η έκταση και ένταση του ζητήματος είναι ακόμη μεγαλύτερη στα πλαίσια της «ΕΕ των 27», όπου ομάδα χωρών εμφανίζει θεαματικά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ ορισμένες (Βουλγαρία, Λετονία, Ουγγαρία, Ρουμανία) βρίσκονται ήδη στην «πόρτα» του ΔΝΤ [16] .

Κατά συνέπεια, εάν η ύφεση συνεχισθεί, δεν θα αργήσει η στιγμή όπου οι επιμέρους εθνικές οικονομίες θα μετρήσουν με ικανοποιητική προσέγγιση, και αναδρομικά, το «κόστος οικονομικής ευστάθειας» (βλ. την πρώτη ενότητα του παρόντος) που συνεπάγεται η συμμετοχή των στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αυτό, σε αντίθεση με ό,τι υποστηριζόταν στα πλαίσια των κυρίαρχων αναλύσεων, θα συμβεί σε συνθήκες ξεσπάσματος μίας «σύμμετρης κρίσης», η οποία πλήττει, ανισότροπα όμως, τις χώρες-μέλη, ακριβώς επειδή οι τελευταίες ούτε ήταν ούτε έγιναν ισόμετρα ανεπτυγμένες [17] .

Σύμφωνα με τη μετακεϋνσιανή θεωρία, οι οικονομικές διακυμάνσεις προκύπτουν από πολύπλοκες και –βασικά– αυτοτροφοδοτούμενες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στην κατανομή του εισοδήματος, την ενεργό ζήτηση, την επισώρευση κεφαλαίου και την τεχνολογική μεταβολή· ενώ, οι περίοδοι υφέσεων και κρίσεων συνίστανται, καταρχάς, σε καταστάσεις υπερβάλλουσας παραγωγής (δηλαδή επισώρευσης αποθεμάτων, όπου οι εκούσιες ή, αλλιώς, ex ante αποταμιεύσεις υπερβαίνουν τις εκούσιες επενδύσεις), υποαπασχόλησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου (ή, αλλιώς, της δυναμικότητας παραγωγής), ανεργίας και επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτές οι καταστάσεις δύνανται να διορθωθούν μόνον με την αύξηση της ενεργού ζητήσεως (από τον ιδιωτικό, τον κρατικό ή/και τον εξωτερικό τομέα) και διακρίνονται, κατά βάση, στις τρεις ακόλουθες κατηγορίες, ανάλογα με τις επιπτώσεις που έχει μία αύξηση των μισθών ανά μονάδα συνολικού εισοδήματος του συστήματος (δηλαδή του μεριδίου των μισθών) [18] : α) υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, όπου το τελικό αποτέλεσμα είναι η αύξηση βαθμού απασχόλησης της δυναμικότητας παραγωγής και η μείωση του ποσοστού κέρδους και του ρυθμού μεγέθυνσης του συστήματος· β) υποκατανάλωσης, όπου το τελικό αποτέλεσμα είναι η αύξηση του βαθμού απασχόλησης της δυναμικότητας, του ποσοστού κέρδους και του ρυθμού μεγέθυνσης· και γ) κεϋνσιανή, όπου το τελικό αποτέλεσμα είναι η μείωση του βαθμού απασχόλησης της δυναμικότητας, του ποσοστού κέρδους και του ρυθμού μεγέθυνσης. Έτσι, για παράδειγμα, όταν το σύστημα βρίσκεται σε «κατάσταση υποκατανάλωσης», μία ανακατανομή του εισοδήματος εις βάρος των μισθωτών (μία μείωση μεριδίου των μισθών) δεν θα επιλύσει το πρόβλημα, αλλά θα το επιδεινώσει, από κάθε άποψη.

Παρ’ όλα αυτά, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι, στην πράξη, ο ακριβής προσδιορισμός της ιδιαίτερης κατάστασης, στην οποία όντως βρίσκεται το κάθε επιμέρους εθνικό σύστημα (ή, ακόμη, η παγκόσμια οικονομία), καθώς και του εύρους της απαιτούμενης μεταβολής (ή μεταβολών), για την υπέρβαση των κρισιακών φαινομένων, αποτελεί μία μάλλον αμφιλεγόμενη υπόθεση, διότι, όπως δύναται να αποδειχθεί αναλυτικά, οι επιπτώσεις των διαφόρων μέτρων πολιτικής προσδιορίζονται, σε τελική ανάλυση, συστημικά, δηλαδή μέσω διαδικασιών που εξελίσσονται «πίσω από την πλάτη» των διάφορων υποκειμένων και, έτσι, είναι a priori άγνωστες. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, θεωρούμε ότι δεν είναι καθόλου αμφιλεγόμενες οι επιπτώσεις που θα έχει η –έως τώρα– κυρίαρχη απόπειρα, δηλαδή αυτή της διευθέτησης των τρεχόντων ζητημάτων μέσω της μείωσης των επιτοκίων (γενικά, της νομισματικής πολιτικής) [19] και, εν συνεχεία, αναπομπής των στις «αόρατες χείρες» των αγορών [20] . Επομένως, οι επιμέρους εθνικές αρχές πολιτικής θα όφειλαν να εμμείνουν στο πρόβλημα, ήτοι σε μία συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης που η κάθε μία αντιμετωπίζει, και, στη συνέχεια, να αναζητήσουν πρότυπα διεξόδου από την κρίση τους και διεθνούς συνεργασίας.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η ανάλυση έδειξε ότι η ΖΕ όχι μόνον δεν αποτελεί μία «άριστη νομισματική περιοχή», αλλά και ότι έχει αναπτύξει ορισμένα κρίσιμα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία ενδέχεται να λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά κατά μήκος της καθοδικής φάσης του οικονομικού «κύκλου». Δύναται, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι οι κλυδωνισμοί που σημειώνονται στη ΖΕ κατά την τρέχουσα περίοδο ανάγονται περισσότερο στην ίδια τη ΖΕ, παρά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία διαδραματίζει το ρόλο της αφορμής. Ειδικότερα, αναλόγως του βάθους και της διάρκειας της κρίσης, και σε συνδυασμό τόσο με την αντιστροφή του προσήμου της οικονομικής πολιτικής που φαίνεται να σημειώνεται στις ΗΠΑ όσο και με την πρακτική ορισμένων άλλων χωρών, όπως η Κίνα (η οποία εξήγγειλε, τον Νοέμβριο του 2008, διετές πρόγραμμα επενδύσεων στις υποδομές, της τάξης του 15% του ΑΕΠ της), δεν αποκλείεται να αναπτυχθεί σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες η αντίληψη ότι η περαιτέρω ευθυγράμμιση με τα αιτήματα της ΖΕ συνιστά μία τακτική χωρίς στρατηγικό στόχο.

Παρατηρείται, τέλος, ότι η προσεκτικά υπολογισμένη σιγή, η οποία συνόδευσε σειρά αποφασιστικών κοινωνικοοικονομικών μεταβολών, άρχισε να δίνει τη θέση της σε μακροσκελείς ετυμηγορίες: τώρα, η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική καταδικάζεται, από πολλούς, για αυτουργία. Καίτοι επιγραμματικά, η προηγηθείσα ανάλυση έδειξε, επίσης, ότι αυτή η «απόφαση» δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Οι υφέσεις και οι κρίσεις απορρέουν από την ίδια τη λειτουργία των «οικονομιών της αγοράς», ενώ το μόνο που είναι σε θέση να κάνουν οι διάφορες, εναλλακτικές οικονομικές πολιτικές συνίσταται σε προσπάθειες εξασθένισης και ανακατανομής των σχετικών επιπτώσεων, σε αυστηρή αντιστοιχία με τους στόχους που η κάθε μία από αυτές τις πολιτικές υπηρετεί.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Μαριόλης, Θ. 1999α, «Ο νέος διεθνής καταμερισμός εργασίας», στο Θ. Μαριόλης & Γ. Σταμάτης 2000, Η εντός ΟΝΕ εποχή. Παγκοσμιοποίηση, ΟΝΕ, δραχμή, Χρηματιστήριο, εκδ. Στάχυ, Αθήνα, σελ. 24-40.

Μαριόλης, Θ. 1999β, «Ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ένωση», στο Θ. Μαριόλης & Γ. Σταμάτης 1999, ΟΝΕ και νεοφιλελεύθερη πολιτική, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 233-253.

Μαριόλης, Θ. 2006, Εισαγωγή στη θεωρία των ενδογενών οικονομικών διακυμάνσεων. Γραμμικοί και μη γραμμικοί οικονομικοί ταλαντωτές, εκδ. Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα.

Σαχινίδης, Φ. Δ. & Γ.Α. Χαρδούβελης 1998, Ευρώ: ένα νόμισμα για την Ευρώπη, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα.

Τράπεζα της Ελλάδος 2006, Έκθεση του διοικητή για το έτος 2005, Αθήνα.

Τράπεζα της Ελλάδος 2007, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2006, Αθήνα.

Τράπεζα της Ελλάδος 2009, Νομισματική πολιτική 2008–2009, Αθήνα.

Arthur, B.W. 1989, «Competing Technologies, Increasing Returns, and Lock-in by Historical Events», The Economic Journal, τόμ. 99, τεύχ. 394, σελ. 116-131.

Bhaduri, A. & S. Marglin 1990, «Unemployment and the Real Wage Rate: the Economic Basis for Contesting Political Ideologies», Cambridge Journal of Economics, τόμ. 14, σελ. 375-393.

Blanchard, O. 2006, Μακροοικονομική, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη.

Brewer, A. 1985, «Trade with Fixed Real Wages and Mobile Capital», Journal of International Economics, τόμ. 18, τεύχ. 1/2, σελ. 177-186.

De Grauwe, P. 2001, Τα oικονομικά της νομισματικής ένωσης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα.

Ellis, L. & K. Smith 2007, «The Global Upward Trend in the Profit Share», Bank for International Settlements, Working Paper No 231, Βασιλεία.

Korpinen, P. 1987, «A Monetary Model of Long Cycles», στο T. Vasko (επιμ.), The Long-Wave Debate, Springer-Verlag, Βερολίνο, σελ. 333-341.

Krugman, P. & M. Obstfeld 2002, Διεθνής οικονομική. Θεωρία και πολιτική, τόμ. 1, εκδ. Κριτική, Αθήνα.

Krugman, P. & M. Obstfeld 2003, Διεθνής οικονομική. Θεωρία και πολιτική, τόμ. 2, εκδ. Κριτική, Αθήνα.

Kurz, H.D. 1990, «Technical Change, Growth and Distribution: a Steady-state Approach to “Unsteady” Growth», στο H.D. Kurz (επιμ.), Capital, Distribution and Effective Demand. Studies in the «Classical» Approach to Economic Theory, Polity Press, Καίημπριτζ, σελ. 211-239.

MacCan, P. 2002, Αστική και περιφερειακή οικονομική, εκδ. Κριτική, Αθήνα.

Mainwaring, L. 1976, «The Correction of the Neo-Ricardian Trade Losses», Economia Internazionale/International Economics, τόμ. 29, σελ. 92-99.

Mariolis, T. 2000, «The Division of Labour in EMU: Absolute versus Comparative Advantage», European Research Studies, τόμ.3, τεύχ. 1/2, σελ. 79-90.

Mariolis, T. 2004, «Pure Joint Production and International Trade: a Note», Cambridge Journal of Economics, τόμ. 28, τεύχ. 3, σελ. 449-456.

Mariolis, T. 2005, «A Neo-Ricardian Critique of the Traditional Static Theory of Trade, Customs, Unions and Common Markets», στο V.B. Jugale (επιμ.), World Trade Organisation and Indian Economic Reforms, τόμ. 1, Serials Publications, Δελχί, σελ. 127-152.

Mariolis, T. 2006, «Distribution and Growth in a Multi-Sector Open Economy with Excess Capacity, Economia Internazionale/International Economics, τόμ.59, σελ. 51-61.

Mariolis, T. 2008a, «Pure Joint Production, Income Distribution, Employment and the Exchange Rate, Metroeconomica, τόμ. 59, τεύχ. 4, σελ. 656-665.

Mariolis, T. 2008b, «Heterogeneous Capital Goods and the Harrod-Balassa-Samuelson Effect», Metroeconomica, τόμ.59, τεύχ. 2, σελ. 238-248.

Metcalfe, J.S. & I. Steedman 1981, «Some Long-Run Theory of Employment, Income Distribution and the Exchange Rate», The Manchester School, τόμ. 49, τεύχ. 1, σελ. 1-20.

Mongeli, F.P. 2002, «“New” Views on the Optimum Currency Area Theory: What is EMU Telling Us?», Working Papers Series, Working Paper No 138, European Central Bank, Φρανκφούρτη.

Mundell, R.A. 1963, «Capital Mobility and Stabilization Policy under Fixed and Flexible Exchange Rates», Canadian Journal of Economics, τόμ. 29, τεύχ. 4, σελ. 475-485.

Parrinello, S. 2006, «National Competitiveness and Absolute Advantage in a Global Economy», Working Paper No 95, Πανεπιστήμιο La Sapienza, Ρώμη.

Patterson, B. & S. Amati 1998, «Adjustment to Asymmetric Shocks», Economic Affairs Series, Working Paper ECON 104, 09–98, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Λουξεμβούργο.

Puga, D. 2002, «European Regional Policies in the Light of Recent Location Theories», Journal of Economic Geography, τόμ. 2, σελ. 373-406.

Steedman, I. (επιμ.) 1979, Fundamental Issues in Trade Theory, Macmillan, Λονδίνο.

Steedman, I. 1993, Διεθνές εμπόριο, εκδ. Κριτική, Αθήνα.

Thirlwall, A.P. 2001, Μεγέθυνση και ανάπτυξη, τόμ. 1, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα.

Williamson, J. 1995, «The Evolution of Global Market since 1830. Background Evidence and Hypotheses», Explorations in Economic History, τόμ. 32, τεύχ. 2, σελ. 141-196.

You J.I. & A.K. Dutt 1996, «Government Debt, Income Distribution and Growth», Cambridge Journal of Economics, τόμ. 20, σελ. 335-351.

Posted in Γεωπολιτική -Γεωοικονομία, Ευρώπη | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: