βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 20 Δεκεμβρίου 2010

Η απάντησις της Ελληνικής γλώσσας 1o – Γλωσσική Έκπτωσις. Παραδείγματα

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 20 Δεκεμβρίου 2010

 Φτωχαίνει η γλώσσα μας; ή μήπως εξελίσσεται; Τι απ’ τα δύο συμβαίνει;Κατ’ αρχήν το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Εξέλιξις δεν σημαίνει απαραιτήτως ανέλιξιν εις υψηλότερα επίπεδα. Η λέξις «εξέλιξις», πέραν της κυριολεκτικής σημασίας της, «του ξεδιπλώματος», σημαίνει και τον «δια βαθμιαίων μεταβολών μετασχηματισμόν ή μεταμόρφωσιν». Μόνον συνεκδοχικώς ή κατά παρέκβασιν μπορούμε να θεωρήσουμε την εξέλιξιν ως πορεία προς ανώτερα επίπεδα. Αφ’ εαυτού η λέξις δεν υποδηλώνει βελτιστοποίησι, αλλά γενικώς ποιοτικόν μετασχηματισμόν.   

Εξ’ άλλου, μία μορφή εξελίξεως είναι και ο εκφυλισμός. Συνεπώς η γλώσσα μας μπορεί και να εξελίσσεται και να φτωχαίνει.

Ας φανούμε λίγο ελαστικοί και ας θεωρήσουμε ότι εν τέλει η εξέλιξις οδηγεί προς ανώτερα επίπεδα. Αυτό αποδεικνύεται; «Αμ πριτς», που θα ‘λεγε κι ο Χατζηχρήστος.

Ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

Τι είναι γλώσσα; Γλώσσα πέραν του μυώδους εκείνου τμήματος (οργάνου) που έχουν και τα μοσχάρια και τα βόδια και τα γίδια και τα αρνιά αλλά και οι γλύφτες, είναι ένας κώδιξ επικοινωνίας μεταξύ νοημόνων όντων. Όσο πιο σαφής, πλούσιος, ευέλικτος αλλά και λογικώς δομημένος είναι αυτός ο κώδιξ, τόσο μεγαλύτερον αριθμόν εννοιών μπορούμε να εκφράσουμε αλλά και με την μεγαλύτερην δυνατήν ακρίβεια αποδόσεως και μεταδόσεως του περιεχομένου των. Μην ξεχνάτε ότι ο τρόπος με τον οποίον ομιλούμε, υποδηλώνει όχι μόνον την ικανότητα εκφράσεως αλλά την ποσότητα και ποιότητα των αποθηκευμένων πληροφοριών μας, που υπό κατάλληλες προϋποθέσεις συνιστούν την γνώσιν. Το ύφος και ο τρόπος με τον οποίον ομιλούμε είναι απεικόνισις (ή αντικατοπτρισμός) του τρόπου με τον οποίον σκεπτόμαστε. Με άλλα λόγια, όσο πιο ορθώς εκφραζόμαστε δια μέσου της γλώσσας τόσο πιο καλώς γνωρίζουμε το περιεχόμενον των εκφράσεων μας και κατά συνέπειαν τόσο πλησιέστερα είμαστε στο να συνειδητοποιούμε και όχι απλώς να καταλαβαίνουμε το εννοιολογικόν περιεχόμενον των λέξεων.

Ποιότης γλώσσας <=> ποιότης επικοινωνίας <=> ποιότης τρόπου σκέψεως <=> ποιότης γνώσεων <=> (και εν τέλει) ποιότης τρόπου ζωής, (η Ποι-ό-της, της ποι-ό-τητος ή έστω η ποι-ό-τη-τα, της ποι-ό-τη-τας και όχι το κατά Σημίτην η πιό-τη-τα, της πιό-τη-τας).

Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει στην σύγχρονον καθημερινότητα. Από τα 6.000.000 λέξεις και περίπου 90.000.000 λεκτικούς τύπους καταγεγραμμένων στο πρόγραμμα «ΙΒΥΚΟΣ», της εν Καλιφορνία Αμερικής, μοχθούσης ερευνήτριας Μακ Ντόναλντ, ο σύγχρονος νεοέλληνας στο σχολείον και την εργασίαν του αρκείται στο να χρησιμοποιεί περί τις 1.500.

Που πήγαν οι υπόλοιπες ;;;

Επιπλέον, τις περισσότερες εξ’ αυτών ή δεν γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνουν ή τις χρησιμοποιεί με εντελώς λανθασμένο νόημα απ’ αυτό που αληθινώς έχουν.

Πώς και γιατί γίνεται αυτό ;;;

Και τέλος, πολλές εξ’ αυτών πάλι, είναι ξενικές, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν ή μπορούν να υπάρξουν ελληνικά αντίστοιχα.

Πως μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό;;;

Η ισχυρότης της Ελληνικής γλώσσας δίνει τις απαντήσεις και τις λύσεις.

Θα ξεκινήσουμε την περιήγησί μας με μερικά παραδείγματα εκτοπισμού λέξεων από άλλες, που λειτουργούν ως κυρίαρχες.

τραβάω κάτι…………………………………………………………………………… ελκύω, έλκω

(στις εισόδους των καταστημάτων αναγραφόταν  «ΕΛΞΑΤΕ» ή «ΩΘΗΣΑΤΕ». Τώρα αναγράφεται «ΤΡΑΒΗΞΤΕ» ή «ΣΠΡΩΞΤΕ». Αύριο ίσως αναγράφεται «ΝΤΡΑΒΑΤΕ ΡΕΕΕ» ή «ΖΜΠΡΟΚΣΤΕ ΡΕΕΕ» αντιστοίχως.

τραβάω κάποιον…………………………………………………………………. (συμ)παρασύρω

τραβάω κάτι από κάποιον………………………………………………………………… αποσπώ

τραβάω χρήμα…………………………………………………… αποσπώ  / ανασύρω χρήμα

τραβάω το βλέμμα………………………………………….. γοητεύω / θέλγω / σαγηνεύω

τραβάω ζόρι ή κουπί…………………………………………………………. κοπιάζω / πάσχω

τραβάω «πόζα»…………………………………………………………………….. φωτογραφίζω

τραβάω ταινία……………………………………………………………………. κινηματογραφώ

τραβάω «βίντεο»……………………………………………………………………. εικονοσκοπώ

(videο = βίντεο = Fείδω = βλέπω), ελληνικότατη λέξις όχι λατινική)

τραβάω τα βυζιά μου…………………………………………. εκνευρίζομαι / απελπίζομαι

τραβάω τα μαλλιά μου…………………….. απελπίζομαι / βρίσκομαι εις απόγνωσιν

τραβάω απ’ τη μύτη……………………………………………. παρασύρω / άγω και φέρω

τραβάω μπουνιές…………………………………………………………………….. γρονθοκοπώ

τραβάω προς το μέρος μου…………………………………………….. πείθω / προσελκύω

τραβάω γραμμή……………………………………………………………………………. οριοθετώ

τραβάω πορεία……………………………………………………….. πλοηγώ / κατευθύνομαι

τραβάω στο δικαστήριο…………………………………………………. καταγέλλω / μηνύω

τραβάω από ‘δώ……………………………………………………… φεύγω, απομακρύνομαι

τραβάω από ή προς τα  ‘κεί…………………………………………. πηγαίνω / οδεύω προς

τραβάω από ‘δώ και από ‘κεί………………….. ταλαιπωρούμαι / αδίκως πεζοπορώ

και βεβαίως …

τραβάω μαλακία………………………………………. αυτοϊκανοποιούμαι / αυνανίζομαι

(εκ της προσφιλούς πράξεως του προπάτορος των Εβραίων Αυνάν, το οποίον όμως με την σειράν του από το Ελληνικόν εύνη = κλίνη / σύνευνος = ομόκοιτος ή σύζυγος).

κάνω κάτι………………………………………. ποιώ / κατασκευάζω / πράττω / εκτελώ

κάνω πράξι…………………………………………………………………………. πραγματοποιώ

κάνω έλεγχο…………………………………………………………………………………… ελέγχω

κάνω θόρυβο…………………………………………………………………………………. θορυβώ

κάνω ιστορίες…………………………………………………….. εμπλέκω / διαπληκτίζομαι

κάνω «κάποιον»…………………………………………………………………………. υποδύομαι

κάνω χρήματα……………………………………………………………. εισπράττω / κερδίζω

κάνω παιδιά……………………………………………………………………………….. τεκνοποιώ

κάνω «μπαμ»……………………………………………………….. εντυπωσιάζω / ξαφνιάζω

κάνω «μπούγιο»…………………………………………………………………….. εντυπωσιάζω

κάνω τεμενάδες………………………………………………………………………….. εκλιπαρώ

κάνω μαθήματα………………………………………………………… διδάσκω / διδάσκομαι

κάνω νερά…………………………………………………………… παρακμάζω / υπεκφεύγω

κάνω λαδιές…………………………………………………………………………………. εξαπατώ

κάνω τον καμπόσο…………………………………….. υπερηφανεύομαι / μεγαλοδείχνω

κάνω την πάπια…………………………………………………………………………… αδιαφορώ

κάνω καλά κάποιον……………………………………………… εξουδετερώνω / γιατρεύω

κάνω καλά «αυτόν»…………………………………………. αναλαμβάνω / διαχειρίζομαι

κάνω παπάδες………………………………………………………………. επιτυγχάνω ευρέως

κάνω βούκινο……………………………………………………………………………….. διαλαλώ

κάνω μαλακία……………………………………………………………………………….. σφάλλω

κάνω λιανά………………………………………………………….. (επ)εξηγώ / διασαφηνίζω

κάνω πλακάκια……………………………………………………………………….. συγκαλύπτω

κάνω «κρα»……………………………………………………………………… επιθυμώ σφόδρα

κάνω έρωτα……………………………….. συνουσιάζομαι / συνευρίσκομαι ερωτικώς

χάνω κάτι ή κάποιον…………………………………………………… απολλύω / στερούμαι

χάνω τα λόγια μου……………………………………………. ομιλώ αδίκως / ματαιοπονώ

χάνω στο παιχνίδι ή στην μάχη………………………………………………………… ηττώμαι

χάνω πόντους……………………………………………………………. υπολείπομαι / υστερώ

χάνω λάδια………………………………………………………………….. παρανοώ / διαρρέω

χάνω το μυαλό μου…………………………………………….. σαστίζω / εντυπωσιάζομαι

χάνω τον δρόμο μου……………………………………………………………. παραπλανώμαι

χάνω τον καιρό μου…………………………………………………………………. κωλυσιεργώ

χάνω χρόνο……………………………………………………………………………….. αργοπορώ

χάνω έδαφος…………………………………………………………. υποχωρώ / οπισθοχωρώ

χάνω τη ζωή μου……………………………………………………. αποθνήσκω / αποβιώνω

χάνω επεισόδια………………………………………… αγνοώ / υπολείπομαι έναντι τινός

χάνω σε σχέσι με άλλον………………………………………………………………….. υστερώ

πέφτω γενικώς………………………………………………………………………………….. πίπτω

πέφτω προς……………………………………………………………………………………. εφορμώ

πέφτω πάνω σε………………………………………………………………………… προσκρούω

πέφτω κάτω από……………………………………………………………………… κρημνίζομαι

πέφτω στην μάχη………………………………………………………………………… φονεύομαι

πέφτω στα μάτια κάποιου………… υποβιβάζομαι /υποβαθμίζομαι / ντροπιάζομαι

πέφτω στα πόδια κάποιου…………………………… παρακαλώ / εκλιπαρώ / ικετεύω

πέφτω στα χέρια κάποιου…………………………………………………….. συλλαμβάνομαι

πέφτω θύμα ή στα νύχια κάποιου……………………………………………….. εξαπατώμαι

πέφτω στα δίχτυα κάποιου………………………………….. παγιδεύομαι / σαγηνεύομαι

πέφτω από τα σύννεφα…………………………………… απογοητεύομαι / ξαφνιάζομαι

πέφτω δίπλα………………………………… πλευρίζω / προσεγγίζω / προσκολλούμαι

πέφτω στην φωτιά ή στην θάλασσα ή στον γκρεμό………………… αυτοθυσιάζομαι

πέφτω με τα μούτρα……………………….. αφοσιώνομαι / δίδομαι ολοκληρωτικώς

πέφτω τ’ ανάσκελα……………………………………………………… γελώ ασυγκρατήτως

πέφτω στο κρεββάτι……………………………………………………….. ασθενώ / κοιμάμαι

τρώω φαγητό……………………………………………….. τρέφομαι / γευματίζω / δειπνώ

τρώω ξύλο…………………………………………………………………………………… δέρνομαι

τρώω σούπα………………………………………………………………….. ολισθαίνω / πέφτω

τρώω «σουτ»…………………………………………………… αποβάλλομαι / εκδιώχνομαι

τρώω πόρτα………………………………………………………………………….. απορρίπτομαι

τρώω κουτόχορτο………………………………………………………….. βλακεύω / βλακίζω

τρώω βολές…………………………………………………………………………………. βάλλομαι

τρώω φάπες……………………………………………………… υποβιβάζομαι / υποτιμώμαι

τρώω κάποιον…………………………………………………………………….. φονεύω / νικάω

τρώω χάπι……………………………………………………………………………….. εξαπατώμαι

τρώω τα νύχια μου………………………………………… αγωνιώ / φοβάμαι / επιδιώκω

τρώω τα λυσσιακά μου…………………. υπερκοπιάζω / υπερπροσπαθώ / επιμένω

τρώω το κεφάλι μου………………………………………. αποτυγχάνω / καταστρέφομαι

τρώω χυλόπιττα………………………………………………….. απορρίπτομαι (ερωτικώς)

τρώω μια «γκόμενα»…………………………… κατακτώ / συνευρίσκομαι ερωτικώς

τρώω (ή ρουφάω) τ’ αυγό μου……………………. αποστομώνομαι / παραμερίζομαι

τρώω στην μάπα……………………………………………… χρεώνομαι / αδίκως δέχομαι

τρώω στον κώλο………………………………………………………………………. ζημιώνομαι

τρώω ένα «αρχίδι»………………………………………………….. αποστομώνομαι / παύω

τρώγομαι με τα ρούχα μου…………………………….. μεμψιμοιρώ / είμαι παράξενος

πιάνω κάτι………………………………………………………………………. κρατώ / λαμβάνω

πιάνω κάποιον………………………………………………………………………… συλλαμβάνω

πιάνω αυτό………………………………………………………… αντιλαμβάνομαι / κατανοώ

πιάνω πουλιά στον αέρα……………………………………………. (υπέρ)αντιλαμβάνομαι

πιάνω την καλή…………………………………………… κερδίζω / πλουτίζω / βολεύομαι

πιάνω παιδί……………………………………………….. γονιμοποιούμαι / γκαστρώνομαι

πιάνω χώρο…………………………………………………………………. καταλαμβάνω χώρο

πιάνω «γκόμεν-ο -α»………………………………. συσχετίζομαι / κατακτώ ερωτικώς

πιάνω χρήμα………………………………………………………………. εισπράττω / κοστίζω

παίρνω μέρος……………………………………………………………………………. συμμετέχω

παίρνω το μέρος κάποιου………………………………………………………….. υποστηρίζω

παίρνω θάρρος……………………………………………………………………… ενθαρρύνομαι

παίρνω «ρίσκο»………………………………………………………………….. ριψοκινδυνεύω

παίρνω βαθμό…………………………………………………………………….. βαθμολογούμαι

παίρνω δρόμο…………………………………………………………………. αποχωρώ / φεύγω

παίρνω τηλέφωνο……………………………………………………………………….. τηλεφωνώ

παίρνω «χαμπάρι»……………………………………….. αντιλαμβάνομαι / ειδοποιούμαι

παίρνω φόρα………………………………………………………………………………. επιταχύνω

παίρνω χαρά…………………………………………………………. χαίρομαι / χαροποιούμαι

παίρνω βάρος………………………………………………………………………………… παχαίνω

παίρνω πόντους………………………. αυξάνω / παχαίνω / αποκομίζω / συσσωρεύω

παίρνω υπάλληλο…………………………………………………………………. προσλαμβάνω

και χωρίς παρεξήσιν χάριν του εύρους της εργασίας μας

παίρνω τον πούλο……………………………………………. αναριθμήτων αποδόσεων…

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ: βλέπουμε ότι 7 μόνον ρήματα αντικατέστησαν πάνω από 120!

ΑΝΑΛΟΓΙΑ: 1:17 χωρίς να έχουμε εξαντλήσει όλους τους νεωτερισμούς.

Αυτό καλείται ΕΞΕΛΙΞΙΣ! Που να πάμε στα ουσιαστικά και στα επίθετα…

Στον χώρον των ουσιαστικών και επιθέτων παρατηρείται εντόνως το φαινόμενον της λεξιπενίας προερχομένης εκ της διαδοχικής αποσυνθέσεως και καταργήσεως των επί μέρους συστατικών των συνθέτων λέξεων. Επίσης, ακόμη και στις περιφραστικές εκφράσεις που πολλές φορές χρησιμοποιούνται προκειμένου να επεξηγήσουν ή να διευκρινίσουν μίαν λέξιν, παρατηρείται αδυναμία αναγνωρίσεως τύπων όπως μετοχών, επιρρημάτων, πτώσεων, χρόνων ρημάτων κτλ.

Π.χ. Η λέξις  «αεί» (επίρρημα), που σημαίνει «πάντοτε, δια παντός, αιωνίως» συντιθέμενη μετά της λέξεως «ζωή» δίδει την λέξιν  «αείζωος». Μία λέξις απλούστατη η οποία όμως δεν  πολυχρησιμοποιείται σε καθημερινές συζητήσεις.  Εαν ήθελε κάποιος περιφραστικώς να περιγράψει την λέξιν αυτήν θα έλεγε «ο ζων αιωνίως». Η μετοχή τώρα «ζων» = «αυτός που ζει», σπανίως χρησιμοποιείται αυτούσια. Συνήθως χρησιμοποιείται μετά της προθέσεως «επί» ως «επιζών» αν και πολλοί λέγουν «ο επιζώντας» ουσιαστικοποιώντας την μετοχήν και συγχέοντάς την ακόμη και με επίθετον.  Έτσι, λέγοντας κάποιος την λέξιν «επιζώντας», μόνον εκ των συμφραζομένων καθίσταται αντιληπτόν εάν αναφέρεται σε κάποιον που «επέζησε» ή στην διαδικασία του «επιζώ».

Συνεχίζοντας την πορεία μας στην σκιαγράφησιν της γλωσσικής καταπτώσεως, υπενθυμίζουμε ότι οι διάφοροι «εκσυγχρονιστές» θεώρησαν ως ορθόν την κατάργησιν της καταλήξεως «-ως» των επιρρημάτων επιτυγχάνοντας την μετατροπήν των εις ουδέτερα πληθυντικού. Έτσι, για να γίνει κατανοητή η λέξις «αείζωος» από έναν μαθητή λυκείου του 2010 θα πρέπει να επεξηγήσουμε «αυτός που ζεί αιώνια» και στην καθομιλουμένη «αυτός που ζει για πάντα», «εξανεμίζοντας» την λακωνικότητα, την σαφήνεια αλλά και την ακριβολογία του «αείζωος». Τέλος ακόμη και το «αιώνια», αντί «αιωνίως», μπορεί  να σημαίνει και «τα αιώνια…». Οπως λέμε τα αιώνια ψηλά βουνά. Ας ελπίζουμε να μην δούμε και το «ασφαλώς» να μετετρέπεται εις… «ασφαλά».

Εν συντομία και κατ’ αναλογίαν:

–          Αείκαρπος = ο αεί καρποφορών => αυτός που καρποφορεί συνεχώς => αυτός που βγάζει πάντοτε καρπούς => αυτός που έχει πάντα φρούτα.

–          Αείρυτος ή αείροος = ο αιωνίως ρέων (αεί + ρέω) => αυτός που ρέει συνεχώς => αυτός που πάντα κυλάει. Π.χ ο αείρυτος ποταμός = ο ποταμός που πάντα κυλάει. Η λέξις «κυλάω» έχει αντικαταστάσει σε μεγάλον βαθμόν την λέξιν «ρέω» χωρίς όμως να δύναται να αποκαλύψει το νοηματικόν περιεχόμενον της «ροής». Εν τάχυ: ο κύλινδρος κυλάει, αλλά το ρευστόν ρέει.

–          Αεικύμαντος = ο αεί κυμαινόμενος => αυτός που κυμαίνεται συνεχώς => αυτός που πηγαίνει πάντα πάνω – κάτω => αυτός που πάντα σκαμπανεβάζει. Π.χ. το αεικύμαντον χρηματιστήριον, (με τα γνωστά «βουλιάγματα»).

–          Ανέμβατος (α στερητικόν + εμβαίνω) = ο μή βατός, απρόσιτος, απροσπέλαστος => αυτός που δεν περπατιέται. (Χαίρε ω χαίρε εκσυγχρονισμέ!) Π.χ. αντί του περιεκτικού «Η ανέμβατος οδός» λέμε  «ο δρόμος αυτός δεν περπατιέται με τίποτα».

–          Ανενδεής (α στερ. + ένδεια = στέρησις) = ο πλούσιος, ο μη έχων χρείαν (ανάγκην), πλουσιοπάροχος => αυτός που δεν έχει ανάγκη, αυτός που τα ‘χει πολλά, λεφτάς, ματσωμένος. κ.ο.κ. αυτός που τα ‘χει και τα χώνει. (Ποια έχει και ποια χώνει;;;)

–          Ανεπίσκεπτος (α στερ. + επί + σκέψις) = ο μη εξετάζων, ο απρόσεκτος => απρόσεχτος (κατά το Κτίζω => Χτίζω, Κτήμα => Χτήμα, απόΚτημα, => απόΧτημα των πασοκοαριστερών) και σε άκρως νεωτεριστικό πλαστοϊδιωματισμό (μοντέρνα αργκό) => στραβούλιακας, γκάγκας  κτλ.

–          Βαθύροος (βαθύς + ρέω) = ο έχων βαθύ ρεύμα, ο υπερεκχειλίζων => αυτός που ξεχειλίζει, ο ξεχειλισμένος => αυτός που φουσκώνει, τα φουσκόνερα κ.ο.κ.

Συμπερασματικώς. Όσο πιο αρχαϊκή είναι η μορφή της γλώσσας τόσο πιο αμιγής, διαυγής αλλά και περισσότερο εκφραστική είναι. Και ας κλείσουμε με ένα πιο περιληπτικό παράδειγμα.

Στην καθαρεύουσα μπορούμε να πούμε:  «Οι άθλοι του Ηρακλέους διδάσκουσι», το οποίον συμπτύσσεται χωρίς παρερμηνεία εις το ποιητικότερον «Ηρακλέους άθλοι διδάσκουσι». Στην σύγχρονη δημοτική είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε «Οι άθλοι του Ηρακλή διδάσκουν», το οποίον αν αποπειραθούμε να συμπτύξουμε εις το της καθαρευούσης αντίστοιχον ως «Ηρακλή άθλοι διδάσκουν» παρουσιάζονται τα εξής προβλήματα:

Λόγω της ομοιότητος της γενικής «του Ηρακλή», με την αιτιατική «τον Ηρακλή» και την κλητική «Ηρακλή», είναι αδύνατον να αντιληφθεί κάποιος αν εννοούμε:

Τον Ηρακλή του οποίου οι άθλοι διδάσκουν (γενική),

τον Ηρακλή τον οποίον τον διδάσκουν (κάποιοι) άθλοι, δηλαδή διδάσκεται από τους άθλους (αιτιατική), ή

τον Ηρακλή τον οποίο κάποιος προσφωνεί (εεε Ηρακλή) και του λέει ότι οι άθλοι (γενικώς) διδάσκουν.

Ευρύμαχος

http://www.schizas.com
 

Posted in Γλώσσα & Πολιτισμός | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: