βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

29 Μαίου 1453: Ημέρα μνήμης των Ελλήνων και των Ευρωπαίων

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 30 Μαΐου 2012

του Θ. Μπατρακούλη
29 Μαίου αποφράδα ημέρα. Επέτειος της Β΄ Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Η ονειρεμένη και αλησμόνητη Πόλη έπεσε το 1453. Ποτέ όμως δεν έσβησε από τις καρδιές των Ελλήνων, για τους οποίους η μέρα αυτή είναι μέρα μνήμης. Οι Ελληνες, αλλά και οι άλλοι Ευρωπαίοι, οφείλουν να θυμούνται και να αντλούν διδάγματα από την ιστορία της Βασιλίδος των πόλεων, και την πολύπτυχη ιστορία της Μεσαιωνικής Ελληνικής Αυτοκρατορίας, τόσο των περιόδων της ακμής της όσο και των φάσεων της παρακμής της. Σύμφωνα με τον σπουδαίο Γάλλο βυζαντινολόγο Πωλ Λεμέρλ, η τιμή για την επιβίωση του αρχαίου προτύπου ανήκει, κατά πολύ μεγάλο μέρος, «στη χιλιετία…στη διάρκεια της οποίας ένα κράτος ελληνικό, που μιλούσε ελληνικά και η πρωτεύουσά του ήταν στην Κωνσταντινούπολη διατήρησε την έννοια του δικαίου, την έννοια του νόμου, την έννοια της πόλεως και ενός ορισμένου τρόπου ζωής εν κοινωνία, καθώς και την έννοια της ηθικής, υπό κοινωνική αλλά και ατομική έννοια, και τέλος την έννοια της μόρφωσης, με μια λέξη: τον πολιτισμό»
[1].
Μετά την κατάρρευση του δυτικού τμήματος της Ρωμαïκής Αυτοκρατορίας, η διατήρηση του ανατολικού τμήματός της (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) είχε πολύ σπουδαίες ιστορικές συνέπειες. Στο απόγειο της ακμής της, η Ανατολική Ρωμαïκή αυτοκρατορία εκτεινόταν από την Ιλλυρία και την Τριπολίτιδα, στα Δυτικά, μέχρι τις παρυφές του Καυκάσου και του Ευφράτη, στα Ανατολικά. Ηδη από την εποχή του Ιουστινιανού (528-565 μ.Χ.), η ‘‘κοινή’’ ελληνική αποτελούσε τη γλώσσα όχι μόνο της ιθύνουσας ‘‘ελίτ’’ αλλά και της πλειοψηφίας των κατοίκων της και επικράτησε κατά αδιαφιλονίκητο τρόπο στο σύνολο της Επικράτειας από την εποχή του Ηρακλείου (610-641). Η πολιτισμική επιρροή της Μεσαιωνικής Ελληνορωμαïκής Αυτοκρατορίας – πρώτη ευρωπαïκή αυτοκρατορία κατά το λόγο του Πολ Βαλερί – εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη.
Η Βυζαντινή (Ελληνορωμαïκή) αυτοκρατορία απορρόφησε τους Σλάβους, των οποίων η εγκατάσταση μετά τις επιδρομές τους[2] του 7ου αιώνα αποτέλεσε μια σημαντική δημογραφική ενίσχυση των πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (β. 886-912) αναφέρει χαρακτηριστικά στα ‘‘Βασιλικά’’ ότι ο πατέρας του, ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών (β. 867-886) είχε εξελληνίσει τους ανυπότακτους Σλάβους των βαλκανικών Σκλαβηνιών σε τέτοιο βαθμό «ώστε να θεωρούν πλέον τους εχθρούς των Ρωμαίων δικούς τους εχθρούς»[3]. Ωστόσο, το Βυζάντιο αναγκάστηκε και στους μεταγενέστερους χρόνους να διεξαγαγάγει πολέμους εναντίον ορθόδοξων και σλαβικών λαών. Ο τσάρος των Βουλγάρων Συμεών απέκτησε μεγάλη ισχύ, πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη (913), κατέλαβε την Αδριανούπολη και προέλασε μέχρι την Κόρινθο (918)[4]. Για να εξουδετερώσουν αυτόν τον ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο, οι Βυζαντινοί χρειάστηκε να προκαλέσουν την σύγκρουσή του με τους Κροάτες και τους Σέρβους, υπάγοντας οριστικά τους δύο αυτούς λαούς στην αυτοκρατορική τροχιά. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, μετά τη νίκη του επί του Ρώσου πρίγκιπα του Κιέβου Σβιατοσλάβου Α΄, επωφελούμενος από την εσωτερική αναταραχή στη Βουλγαρία, προσάρτησε τη χώρα το 972. Η τελευταία πράξη αυτής της περιόδου στην αναμέτρηση Βυζαντινών και Βουλγάρων παίχθηκε κατά την βασιλεία του Βασιλείου Β΄[5]. Οπωσδήποτε, οι Σλάβοι της Ν/Α Ευρώπης θεωρήθηκαν και έγιναν σε σημαντική έκταση μαχητές της ‘‘Ορθοδοξίας’’[6].
Εξάλλου, θεωρείται ότι η μεσαιωνική Ελληνορωμαïκή αυτοκρατορία μπόρεσε να ενσωματώσει στην Ευρώπη τους λαούς τους οποίους εκχριστιάνισε, ειδικά τους Σλάβους[7]. Σύμφωνα με μιά ορισμένη ιστορική προσέγγιση, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ιδιαίτερα τα Βαλκάνια αποτέλεσαν μέρη αυτού του γεωπολιτισμικού πλέγματος που ονομάστηκε ‘‘Βυζαντινή Κοινοπολιτεία’’ (Commonwealth Byzantin). Επρόκειτο για μια χωρική ζώνη που, παρά την ποικιλότητά της, χαρακτηριζόταν από σημαντικό αριθμό κοινών πολιτισμικών και πνευματικών γνωρισμάτων[8]. Και στις μέρες μας, στα Βαλκάνια, η πραγματικότητα που αποδίδεται από τον όρο ‘‘Βυζάντιο’’ (δηλαδή την Ανατολική Ελληνική-ρωμαïκή αυτοκρατορία) και τα σχετικά επίθετα έχει εμφανιστεί σαν να αποτελεί ένα είδος ‘‘μυστικού τοπίου’’. Στα εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Αλβανίας, της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (πΓΔΜ) βλέπει κανείς δεκάδες ορθόδοξους ναούς και μνημεία της βυζαντινής περιόδου.
Πότε εμφανίστηκε ως γεωπολιτική-γεωπολιτισμική έννοια η ‘‘Νοτιο-ανατολική Ευρώπη’’, ο χώρος που ονομάζεται συχνά και ‘‘Βαλκάνια’’ (Βαλκανική); Αφετηρία γιά ορισμένους ιστορικούς ήταν ο 5ος αιώνας μ.Χ., και σύμφωνα με άλλους το Σχίσμα των χριστιανικών Εκκλησιών του 1054. Στους μεταξύ των δύο αυτών ορίων χρόνους, η πολιτική και οικονομική ενότητα της υπό εξέταση ευρείας περιοχής είχε εξασφαλισθεί από την αυτοκρατορική εξουσία, καθώς και από αυτό που επικράτησε να ονομάζεται ‘‘Βυζαντινός πολιτισμός’’[9]. Ενας τομέας που είναι δυνατό να θεωρηθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οικονομικής/πολιτιστικής κοινότητας των λαών της Βαλκανικής, υπήρξε το δίκαιο των ιδιωτικών σχέσεων των Ορθοδόξων Χριστιανών υπηκόων των Οθωμανών σουλτάνων. Μετά το 1453, το βυζαντινό (ελληνορωμαïκό) ιδιωτικό δίκαιο παρέμεινε σε ισχύ – κατ’αρχάς χάρη στα δικαστικά προνόμια του κλήρου. Σε μεταγενέστερο χρόνο, οι οθωμανικές αρχές αναγνώρισαν δικαστική αρμοδιότητα και στις κοσμικές αρχές των ελληνικών κοινοτήτων καθώς και σε επαγγελματικές συντεχνίες[10].
Από το 1000 μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα έλαβε χώρα μια ουσιώδης αλλαγή του τύπου εμπορίας και συνακόλουθα της αστικής ζωής στη Δυτική Ευρώπη. Σημειώθηκε διάνοιξη εμπορικών δρόμων από την Ανατολή προς την Ιταλία και από την τελευταία προς τις δυτικότερες περιοχές της Ευρώπης. Οι ‘‘Σταυροφορίες’’, οι οποίες βασίστηκαν στη ναυτική δύναμη των ιταλικών πόλεων-κρατών, εγκαινίασαν μια νέα φάση στο (δυτικο)ευρωπαïκό εμπόριο. Οι Ιταλοί έγιναν οι κυρίαρχοι θαλασσοπόροι της Ανατολικής Μεσογείου, εκτοπίζοντας τους Ελληνορωμαίους και τους Αραβες.
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Λατίνων (Δυτικών) Ρωμαιοκαθολικών και Ελληνορωμαίων (Ανατολικών) Ορθοδόξων πήραν μεγαλύτερη ένταση και έκταση με το μεγάλο σχίσμα του 1054. Ο χριστιανικός κόσμος διαιρέθηκε σε δύο παρατάξεις, με επικεφαλής της κάθε μιας τον Πάπα της Ρώμης και τον Οικουμενικό Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Την εν λόγω εποχή, η Ανατολική Ρωμαïκή αυτοκρατορία είχε ήδη πλήρως εξελληνισθεί. Η ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα από τον 7ο αιώνα. Η διαμάχη μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ελληνορθοδόξων ήταν και πολιτική και πολιτισμική. Ηταν μια άλλη εκδοχή της παλαιάς διαμάχης μεταξύ Ρώμης και Αθήνας, μεταξύ της Λατινικής Δύσης και της Ελληνικής Ανατολής. Η αμοιβαία αντιπάθεια και εχθρότητα θα κορυφωθεί το 1204, όταν η Δ΄ Σταυροφορία, που υποκινούνταν για εμπορικούς-γεωοικονομικούς λόγους από τους Ενετούς, εκτρέπεται του προορισμού της και, οι Σταυροφόροι, αντί των Ιεροσολύμων, καταλαμβάνουν και λεηλατούν την Κωνσταντινούπολη. Το μίσος των Λατίνων τους ώθησε τότε σε πράξεις ασύλληπτης βαρβαρότητας εναντίον των Ελληνορθοδόξων[11].
Μετά την πρώτη Αλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατακερματίστηκε σε ανεξάρτητα λατινικά και ελληνικά κράτη. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας στερέωσε τη ναυτική πρωτοκαθεδρία και την εμπορική ηγεμονία, που είχε εγκαθιδρύσει στην Αδριατική θάλασσα, στα εδάφη της Ανατολικής Ρωμαïκής αυτοκρατορίας και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι πόλεις της Βορείου Ιταλίας (προπάντων η Βενετία και, σε μικρότερη έκταση, η ανταγωνίστριά της Γένουα) και της Γερμανίας κέρδισαν περισσότερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την επεκτατική πολιτική της Δύσης στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο[12]. Το ισχυρότερο από τα Βυζαντινά κράτη, η αυτοκρατορία της Νικαίας, και μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261), δεν έπαυσε να είναι ένα εδαφικά συρρικνωμένο κράτος, πολιτικά αδύναμο και οικονομικά εξαρτημένο. Είχε καταντήσει σκιά της παλιάς κραταιάς αυτοκρατορίας. Και μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις του κράτους της Νίκαιας, τα περισσότερα εδάφη της αυτοκρατορίας ανήκαν πλέον στα ανεξάρτητα βασίλεια των Βουλγάρων και των Σέρβων, στους Ενετούς, στους Γενουάτες και στους Οθωμανούς Τούρκους. Οι τελευταίοι, οι νέοι κατακτητές προερχόμενοι από τον κόσμο των στεπών – που πάτησαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1308 -, έμελλαν να δημιουργήσουν μια μεγάλη και μακρόβια αυτοκρατορία, η οποία στην Ευρώπη θα περιλάμβανε όλη τη Βαλκανική.
Ο Γιάννης Κορδάτος έγραφε σε μονογραφία του: «Στις 29 του Μάη στα 1453, που η ξακουστή πρωτεύουσα του Βυζαντίου έπεσε στα χέρια των Τούρκων, από τη μια μεριά οι βυζαντινοί φεουδάρχες άλλαζαν κυρίαρχο και από την άλλη, τελείωνε η πάλη που άρχισε ανάμεσα σ’Ανατολή και Δύση – ανάμεσα σε Τούρκους και Φράγκους – για την επικράτηση και την κατοχή της Βαλκανικής που ήταν ο δ ρ ό μ ο ς που περνούσαν τα καραβάνια των πραγματευτάδων από την Ευρώπη στην Ασία. Η Πόλη που κατά τον ποιητή ήταν
‘‘το σπαθί, η Πόλη το κοντάρι
η Πόλη ήτο το κλειδί της Ρωμανίας όλης
κ’εκλείδωνε κ’ασφάλιζεν όλη την Ρωμανίαν
κ’όλο το Αρχιπέλαγος εσφικτοκλείδωνέτο’’ δεν ήταν μοναχά κέντρο οικονομικό μα είχε και στρατηγική θέση σπουδαία»[13]
Η ονειρεμένη και αλησμόνητη Πόλη – κέντρο ενός πολιτισμού οικουμενικής ακτινοβολίας, κυρίως για τον χριστιανικό κόσμο – έπεσε στις 29 Μαίου 1453 στα χέρια των Οθωμανών. Οι Ελληνες, αλλά και οι άλλοι Ευρωπαίοι, οφείλουν να θυμούνται και να αντλούν διδάγματα από την ιστορία της Βασιλίδος των πόλεων, και την πολύπτυχη ιστορία της Μεσαιωνικής Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Περισσότερο σήμερα που ο Ελληνισμός πορεύεται γοργά προς τη μετανεωτερικότητα, χαρακτηριστικά της οποίας είναι η αποκοπή από τις ρίζες και η άκριτη αποδοχή τρόπου σκέψεως και ζωής που επιδιώκουν να επιβάλλουν τα ιδεολογικά κέντρα της παγκοσμιοποίησης.
 
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Δρ Πανεπιστημίου Paris 8, Νομικός
 
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε συντετμημένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Αντίβαρο, Ιούνιος 2007.

 
[1] Paul Lemerle, ‘‘Η συνέχεια της ευρωπαïκής συνείδησης’’, στο Ελένη Αρβελέρ / Maurice Aymard, Οι Ευρωπαίοι, τόμος Α΄, Αθήνα: Σαββάλας, 2003, σ. 181.
[2] V.L. Waldmüller, Die Ersten Begegnungen der Slawen mit dem Christentum und den christlichen Vlkern vom VI. bis VIII. Jahrhundert, Die Slawen zwichen Byzanz und Abendland, Amsterdam: 1976, σελ. 123 κ.επ., 163 κ.επ., 327 κ. εξ. Μ. Νystazopoulou-Pelekidou, Les Slaves dans l’Empire byzantin, The 17th International Byzantine Congress, Major Papers (Washington D.C., August 3-8, 1986), New York: 1986, σελ. 347 κ.εξ., 351 κ.εξ. V. Popovic, Aux origines de la slavisation des Balkans: La constitution des premières sklavinies macédoniennes à la fin du VIème siècle, in Comptes rendus de séance de l’Académie des Inscriptions et Belles Lettres, Paris: 1980, pp. 230-257.
[3] Βλ. και Φίλιππος Φιλίππου, ‘‘Ο βυζαντινός Οικουμενισμός και η ιδέα ανεξαρτησίας του Α΄ Βουλγαρικού κράτους πριν τον εκχριστιανισμό’’, Βυζαντινός Δομός τεύχος 5-6 (1991-1992): σσ. 183-188.
[4] Πρβλ. Serge Bernstein / Pierre Milza, Iστορία της Ευρώπης. 1. Από τη Ρωμαïκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαïκά Κράτη, (1997), όπ. παρ., σελ. 73.
[5] Serge Bernstein / Pierre Milza. Iστορία της Ευρώπης. 1. Από τη Ρωμαïκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαïκά Κράτη, (1997), όπ. παρ., σελ. 74.
[6] Πρβλ. Alain Ducellier, Byzance et le monde orthodoxe, Paris: Armand Collin, 1986.
[7] Ε. Αρβελέρ, Βυζάντιο: Η χριστιανική αυτοκρατορία, στο Ε. Αρβελέρ/Μ. Aymard, Οι Ευρωπαίοι. Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση, τ΄Α΄, Αθήνα: εκδ. Σαββάλας, 2003, σ. 160.
[8] Ντιμίτρι Oμπολένσκι, H Bυζαντινή Κοινοπολιτεία, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1991, 2 τόμοι.
[9] Πρβλ. Αndré Guillou, Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997.
[10] Βλ. και Ν. Μοσχοβάκης, Το εν Ελλάδι δημόσιον δίκαιον επί Τουρκοκρατίας, Αθήναι: 1882.
[11] Βλ. Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή – Η Βυζαντινή ιστορία της Λατινοκρατίας (1204-1261). Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Σπύρος Η. Σπυρόπουλος, Εκδοσεις Ζήτρος 2004. Βλ. και Μ. Λεφτσένκο, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα: Αναγνωστίδης, 1956, σ. 318. σελ
[12] Bλ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας. 3η Έκδοση (Μετ. Τούλα Δρακοπούλου). Αθήνα: Ψυχογιός. 1988. Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, ‘‘Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών’’, Βυζαντινά, τεύχος 2 (1970): σελ. 37-63. Δημήτρης Κοσμίδης (επιμ.), Άτλας της Παγκόσμιας Ιστορίας. Αθήνα: Η Καθημερινή, 1997. Τηλέμαχος Λουγγής. Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, De Administrando Imperio (Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν), μία μέθοδος ανάλυσης. Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1990. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου. Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική, 6ος-11ος αιώνας. 3η Έκδοση, Αθήνα: Ποιότητα, 2001. Λάμπρος Τσακτσίρας / Ζαχαρίας Ορφανουδάκης / Μάρθα Θεοχάρη. Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, χ.χ. Paul. Κennedy. The Rise and Fall of the Great Powers. 2nd Ed. London: Fontana, 1989.
[13] Γ. Κορδάτος, Εισαγωγή, στο βιβλίο του Τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1975, σ. 11-12

— 

Ένα Σχόλιο to “29 Μαίου 1453: Ημέρα μνήμης των Ελλήνων και των Ευρωπαίων”

  1. από Κυριακάκη Ελευθέριο

    Η ημερομηνία της 29ης Μαΐου σηματοδοτεί ένα σημείο- καμπή στην ιστορία Σηματοδοτεί το τέλος μίας παλιάς ιστορίας ,της ιστορίας του βυζαντινού πολιτισμού .Για χίλια εκατό χρόνια στεκόταν στον Βόσπορο μία πόλη όπου το πνεύμα αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού και η μάθηση και τα γράμματα του κλασικού παρελθόντος ήταν αντικείμενα μελέτης και διαφυλάσσονταν. Χωρίς την βοήθεια των Βυζαντινών σχολιαστών και γραφέων θα γνωρίζαμε ελάχιστα σήμερα για την λογοτεχνική παραγωγή της αρχαίας Ελλάδας. Ήταν επιπλέον μία μεγάλη κοσμοπολίτικη πόλη ,όπου παράλληλα με τα εμπορεύματα ανταλλάσσονταν ελεύθερα και οι ιδέες ,και της οποίας οι πολίτες έβλεπαν τους εαυτούς τους όχι ως μία φυλετική ενότητα ,αλλά ως κληρονόμους της Ελλάδος και της Ρώμης ,καθαγιασμένους από την χριστιανική πίστη.
    Η Δυτική Ευρώπη ,με προγονικές αναμνήσεις ζήλιας για το βυζαντινό πολιτισμό , με τους πνευματικούς της συμβούλους να καταγγέλλουν τους Ορθοδόξους ως αμαρτωλούς σχισματικούς , και με μία αίσθηση ενοχής να την καταδιώκει , ότι στο τέλος είχε εγκαταλείψει την πόλη, προτίμησε να ξεχάσει το Βυζάντιο. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το χρέος της προς τους Έλληνες ,αλλά θεωρούσε ότι όφειλε το χρέος μόνο στην κλασσική περίοδο. Οι Φιλέλληνες που πήγαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο της ανεξαρτησίας μιλούσαν για το Θεμιστοκλή και τον Περικλή ,αλλά ποτέ για τον Κωνσταντίνο. Πολλοί διανοούμενοι Έλληνες μιμήθηκαν το παράδειγμα τους, παρασυρμένοι από την δαιμονική αυθεντία του Κοραή ,μαθητή του Βολταίρου και του Γίββωνα ,για τους οποίους το Βυζάντιο ήταν ένα απαίσιο ιντερλούδιο δεισιδαιμονίας ,που ήταν καλύτερο να αγνοηθεί. Έτσι ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ποτέ δεν κατέληξε στην απελευθέρωση του ελληνικού λαού αλλά μόνο στη δημιουργία ενός μικρού βασιλείου της Ελλάδος.
    Στα χωριά οι άνθρωποι γνώριζαν καλύτερα . Εκεί θυμούνταν τους θρήνους που είχαν συντεθεί όταν έφτασαν τα νέα ότι η πόλη είχε πέσει ,τιμωρημένη από τον Θεό για την πολυτέλεια ,την υπερηφάνεια και την αποστασία της , αλλά πολεμώντας μέχρι το τέλος υπό την άξια ηγεσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. σε μία ηρωική μάχη.
    Θυμόνταν εκείνη την φρικτή Τρίτη, μία ημέρα την οποία όλοι οι πραγματικοί Έλληνες θεωρούν ακόμη αποφράδα. Αλλά το πνεύμα τους σκιρτούσε και το κουράγιο τους μεγάλωνε καθώς διηγούνταν για τον τελευταίο χριστιανό αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο που στέκοταν στο ρήγμα, εγκαταλελειμμένος από τους Δυτικούς Συμμάχους του, αποκρούοντας τους απίστους, μέχρις ότου οι αριθμοί τους τον κατέβαλαν και πέθανε, με την αυτοκρατορία ως σάβανό του.
    Η πολιορκία της πόλης θα μείνει ξακουστή στούς αιώνες εξ αιτίας του απαράμιλλου θάρρους των λίγων χιλιάδων ανδρειωμένων Ελλήνων αλλά και των Ιταλών πού τους συνέδραμαν ,οι οποίοι αντιτάχθηκαν σε έναν εχθρό πάνω από είκοσι φορές πολυάριθμο ,αντιμετώπισαν τον καλύτερο στρατό της εποχής εκείνης και μέχρι της τελευταίας τους πνοής υπερασπίστηκαν τα τείχη της Βασιλεύουσας.Της «Θεοφυλάκτου Πόλεως» του τελευταίου προμαχώνα της Χριστιανοσύνης στην Ανατολή που επαίσχυντα εγκαταλήφθηκε για να συνθλιβεί φρικτά από τους Τούρκους .Εγκαταλείφθηκε από την ηλίθια αδιαφορία της Ευρώπης που δεν έδωσε σημασία σε ένα κίνδυνο τόσο φοβερό.Προ πάντων όμως αυτή η Άλωση ,θα μείνει στην μνήμη της ευγενικής Ελληνικής Φυλής σε μία χρονολογία αθάνατη για τον ένδοξο θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ,τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου ,ο οποίος έπεσε ηρωικά για την Πατρίδα το πρωί της 29ης Μαίου 1453 ,στο ρήγμα της πύλης του Αγίου Ρωμανού μαχόμενος ανάμεσα στους ατρόμητους συμπολεμιστές του.Υπό αυτές τις συνθήκες ο Κωνσταντίνος όπως γράφει ο ιστορικός Παπαρηγόπουλος “περιεβλήθη το ακάνθινον του Βυζαντίου Στέμμα”.
    Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος μπορεί να ηττήθηκε από τους βαρβάρους στην ιστορία αλλά νίκησε στον θρύλο.
    ΑΠΟΣΜΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
    1-G.SCHLUMBERGER ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ,ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
    2-ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ Ο ΧΙΟΣ ,1453 ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ
    3-NATIONAL GEOGRAPHIC Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 1453
    4-STEVEN RUNCIMAN Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
    5-ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: