βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Ανάλυση της κατάστασης στη Συρία. Μέρος Β’

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 3 Αυγούστου 2012

Δεύτερο Μέρος.

Όταν πήγα για πρώτη φορά στη Συρία το 1966, η χώρα κυριαρχούταν πολιτικά ακόμα από την σουνιτική μουσουλμανική πλειοψηφία της που κατείχε όλους τους οικονομικούς και κοινωνικούς μοχλούς. Και οι σουνίτες αστοί αγόραζαν ακόμα  από τη κοινότητα των Αλαουιτών  -μερικές φορές με συμβολαιογραφική πράξη-  νεαρά αγόρια και κορίτσια τα οποία ήταν ισόβιοι αληθινοί σκλάβοι, αγροτικοί εργάτες η οικοδόμοι για τα αγόρια, υπηρέτριες για τα κορίτσια.

Οι Αλαουίτες είναι μια θρησκευτική και κοινωνική κοινότητα που διώκεται για πάνω από χίλια χρόνια. Σας δίνω εδώ μια σύντομη περιγραφή και σχηματική που θα έκανε πιθανώς τους εμπειρογνώμονες να ουρλιάζουν, αλλά ο χρόνος λείπει για να κάνω μια ολοκληρωμένη παρουσίαση.

Προερχόμενοι το δέκατο αιώνα από τα σύνορα της αραβικής αυτοκρατορίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από ένα μακρινό σχίσμα του σιιτισμού, ασκούν ένα είδος πολύπλοκου μυστικιστικού συγκρητισμού μεταξύ στοιχείων του Σιιτισμού, στοιχείων του Ελληνιστικού Πανθεϊσμού, του Περσικού Ζωροαστρισμού και του Βυζαντινού Χριστιανισμού. Οι ίδιοι ορίζονται με το όνομα Αλαουίτες   -ήτοι οι υποστηρικτές του Αλί, του γιου του Προφήτη-   όταν θέλουν να περάσουν ως μουσουλμάνοι και με το όνομα Nosairis  -από το όνομα του Ιμπν Νοσαϊρ, του μυστικιστή σιίτη που ίδρυσε το ρεύμα τους-  όταν θέλουν να διακρίνουν τους εαυτούς τους από τους Μουσουλμάνους.  Και  -πράγματι-  είναι τόσο μακριά από το Ισλάμ όσο μπορούν να είναι ότι η σαμανιστές της Σιβηρίας.

Και αυτά δεν τους έφεραν την ευτυχία …. Για όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες, δεν υπάρχει χειρότερο έγκλημα από την αποστασία. Οι Αλαουίτες θεωρούνται από το σουνιτικό Ισλάμ ως οι χειρότεροι αποστάτες. Αυτό τους χάρισε το δέκατο τέταρτο αιώνα μια φετβά του Σαλαφιστή νομικού συμβούλου Ιμπν Ταϊμίγια, πρόδρομου του σημερινού ουαχαμπισμού,  ο οποίος συνταγογράφησε τον συστηματικό διωγμό τους και τη γενοκτονία τους. Παρόλο που ο Ιμπν Ταϊμίγια θεωρείται μη εξουσιοδοτημένος ερμηνευτής της Ισλαμικής Γραφής, η φετβά του δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και εξακολουθεί να είναι επίκαιρη, ιδιαίτερα μεταξύ των Σαλαφιστών, των Ουαχαμπιτών και των Αδελφών Μουσουλμάνων. Κυνηγημένοι και διωγμένοι, οι Αλαουίτες αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο στα άγονα παράκτια βουνά μεταξύ του Λιβάνου και της σημερινής Τουρκίας, ενώ παράλληλα έδωσαν στα πιστεύω τους μια ερμητική και εσωτερική δομή, επιτρέποντας την απόκρυψη και το ψεύδος για να ξεφύγουν από τους βασανιστές τους.

Έπρεπε να περιμένουν μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα για να πάρουν την εκδίκηση τους. Υποτελείς των ξένων στρατιωτικών κατοχών για αιώνες, οι σουνίτες μουσουλμάνοι αστοί της Συρίας έκαναν το κλασικό λάθος των φτασμένων, από τότε που η χώρα τους πήρε την ανεξαρτησία της το 1943. Θεωρώντας ότι το επάγγελμα των όπλων ήταν κακοπληρωμένο και ότι ο στρατός ήταν μόνο ένα μέτριο μέσο κοινωνικής ανόδου, ήταν απρόθυμοι να στείλουν τους γιους τους στο στρατό. Αποτέλεσμα: άφησαν την διοίκηση του στρατού της νεανικής χώρας στους φτωχούς, δηλαδή στις μειονότητες: Χριστιανούς, Ισμαηλίτες, Δρούζους, Σιίτες και στους Αλαουίτες ειδικότερα. Και όταν δίνεις τον έλεγχο των όπλων στους φτωχούς και διωγμένους, υπάρχει σχεδόν βέβαιος κίνδυνος ότι θα το χρησιμοποιήσουν για να κλέψουν τους πλούσιους και να εκδικηθούν. Αυτό είναι ό, τι συνέβη στη Συρία από τη δεκαετία του ’60.

Στη δεκαετία του ’70, ο Χάφεζ αλ Άσαντ, με καταγωγή από μία από τις φτωχότερες οικογένειες της κοινότητας των Αλαουιτών, ο οποίος έγινε επικεφαλής της Πολεμικής Αεροπορίας και έπειτα υπουργός άμυνας, κατάλαβε την εξουσία δια της βίας για να εξασφαλίσει την εκδίκηση και τη προστασία της μειονότητας στην οποία ανήκει η οικογένειά του και οι συμμαχικές μειονότητας  -Χριστιανοί και Δρούζοι-  οι οποίοι τον βοήθησαν στην πορεία του προς στην εξουσία. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη μεθοδική εξασφάλιση για αυτές τις μειονότητες  -και ιδιαίτερα της δικής του- του έλεγχου όλων των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μοχλών της χώρας, με τρόπους και αυταρχικές μεθόδους που μπορείτε να βρείτε στην αναλυτική περιγραφή σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια.

Αντιμέτωπος με την άνοδο του φονταμενταλισμού, που εξαπλώνεται χάρη σε όλες τις σημερινές αναταραχές στον αραβικό κόσμο, ο διάδοχός του βρίσκεται, όπως οι Εβραίοι στο Ισραήλ, με τη πλάτη στη θάλασσα με τη μόνη επιλογή να κερδίσει ή να πεθάνει. Οι Αλαουίτες ενώθηκαν κατά την αντίστασή τους με άλλες θρησκευτικές μειονότητες στη Συρία, τους Δρούζους, Σιίτες, Ισμαηλίτες και κυρίως με τους Χριστιανούς όλων των δογμάτων που είχαν μάθει την τύχη των αδελφών τους στο Ιράκ και των Κοπτών της Αιγύπτου.

Διότι, σε αντίθεση με την λιτανεία που πλασάρουν οι φαρισαίοι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι «αν δεν παρέμβουμε στη Συρία, η χώρα θα βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο» …. εεε, όχι, η χώρα δεν θα βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο. Σε εμφύλιο πόλεμο, η χώρα βρίσκεται από το 1980, όταν ένα κομάντο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας εισήλθε στην Σχολή Δοκίμων του Στρατού Ξηράς στο Χαλέπι, έκανε προσεκτική διαλογή των Σουνιτών και Αλαουιτών Δοκίμων και μαχαίρωσαν 80 Αλαουίτες Δόκιμους σε εφαρμογή της φετβά του Ιμπν Ταϊμίγια.

Οι Αδελφοί το πλήρωσαν ακριβά το 1982 στη Χαμά  -προπύργιο της Αδελφότητας- την οποία ισοπέδωσε μεθοδικά ο θείος του σημερινού προέδρου κάνοντας μεταξύ 10 και 20.000 νεκρούς. Αλλά η διακοινοτική βία δεν έπαψε ποτέ από τότε, ακόμα και αν το καθεστώς έκανε τα πάντα για να την αποκρύψει.

Και έτσι, να προτείνεις στους Αλαουίτες και στις άλλες μη αραβικές ή μη σουνιτικές μειονότητες της Συρίας να δεχθούν μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν στους Σαλαφιστές ισλαμιστές να επιστρέψουν στην εξουσία, είναι ακριβώς σαν να προτείνεις στους Αφροαμερικανους να επιστρέφουν στο status quo πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο των ΗΠΑ. Θα πολεμήσουν, και με αγριότητα, ενάντια σε μια τέτοια προοπτική.

Μη συνηθισμένο με τις πρακτικές της επικοινωνίας, το συριακό καθεστώς άφησε αυτό το μονοπώλιο στην αντιπολίτευση. Αλλά όχι οποιαδήποτε αντιπολίτευση. Διότι υπάρχουν στη Συρία γνήσιοι φιλελεύθεροι δημοκράτες ανοικτοί στον κόσμο, οι οποίοι δεν αναπροσαρμόζονται εύκολα με το αυταρχισμό του καθεστώτος και που ήλπιζαν ότι ο Μπασάρ Άσαντ θα προέβησε σε πολιτικό άνοιγμα. Από τον τελευταίο κατάφεραν μόνο να πάρουν χώρους ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας σε αντάλλαγμα με τη παραίτηση τους από τις αξιώσεις τους για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις απόλυτα δικαιολογημένες άλλοτε. Αλλά όλοι αυτοί είναι τόσο διάσπαρτοι, χωρίς μέσα και υποστήριξη. Δεν έχουν φωνή και θεωρούνται ότι δεν ακούγονται από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, διότι, ως επί το πλείστον, δεν είναι από εκείνους που διεκδικούν το λυντσάρισμα του «δικτάτορα» με δημοσιότητα, όπως έγινε στη Λιβύη.

Αν πληροφορούσαστε  σχετικά με τη Συρία από τα έντυπα και ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, δεν θα παραλείψατε να παρατηρήσατε ότι όλες οι πληροφορίες που αφορούν την κατάσταση προέρχονται από το «συριακό παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OSDH)» ή πιο σύντομα «ΜΚΟ» , που είναι το ίδιο, η εν λόγω ΜΚΟ είναι πάντα το συριακό παρατηρητήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το συριακό παρατηρητήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ένα όνομα που ηχεί καλά στα δυτικά αυτιά των οποίων έγινε η προνομιακή πηγή πληροφοριών, για να μη πω μοναδική. Δεν έχει όμως τίποτε να κάνει με το σεβαστό Διεθνή Σύνδεσμο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Πρόκειται στη πραγματικότητα για παρακλάδι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και καθοδηγείται από ισλαμιστές μαχητές, από τους οποίους ορισμένοι είχαν καταδικαστεί στο παρελθόν για βίαιο ακτιβισμό, ιδιαίτερα ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος, κ. Ριάντ Αλ-Μαλέχ.  Η OSDH εγκαταστάθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στο Λονδίνο, υπό την καλοπροαίρετη ηγεσία των αγγλοσαξονικών υπηρεσιών πληροφοριών και λειτουργεί σχεδόν ολόκληρα από κεφάλαια της Σαουδικής Αραβίας και τώρα του Κατάρ.

Δεν ισχυρίζομαι καθόλου ότι οι πληροφορίες από το OSDH είναι αναληθείς, αλλά, δεδομένης της γένεσης και του προσανατολισμού αυτής της οργάνωσης, εξακολουθώ να είμαι έκπληκτος ότι τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, ιδίως τα γαλλικά, που το χρησιμοποιούν ως μοναδική πηγή, χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν να διασταυρώσουν ό, τι προέρχεται από αυτή τη οργάνωση.

Δεύτερη αγαπημένη πηγή των μέσων ενημέρωσης και δυτικών πολιτικών, το Συριακή Εθνικό Συμβούλιο, που ιδρύθηκε το 2011 στην Κωνσταντινούπολη με το μοντέλο του Λιβυκού Μεταβατικού Συμβουλίου με πρωτοβουλία, όχι του τουρκικού κράτους, αλλά του τουρκικού ισλαμιστικού κόμματος ΑΚΡ. Υποτιθέμενο να ενώσει όλες τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης στο καθεστώς, το ΣΕΣ ανάγγειλε το χρώμα του γρήγορα. Κατά την έννοια της λέξης …. Η εθνική σημαία της Συρίας έχει τρεις οριζόντιες ρίγες. Μια μαύρου χρώματος ήταν το χρώμα της δυναστείας των Αββασιδών, η οποία κυβέρνησε τον αραβικό κόσμο από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα. Η άλλη, λευκού χρώματος, για να υπενθυμίσει την δυναστεία των Ομεγιάδων που κυβέρνησε το 7ο και 8ο αιώνα. Η τρίτη, κόκκινη, υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τις σοσιαλιστικές φιλοδοξίες του καθεστώτος. Από την ίδρυσή του, το ΣΕΣ αντικαταστήσε το κόκκινο με το πράσινο χρώμα του ισλαμισμού, όπως μπορείτε να δείτε στις αντι-καθεστωτικές διαδηλώσεις στις οποίες ακούει κανείς να ουρλιάζουν «Allahu Akbar!» παρά δημοκρατικά συνθήματα.

Ωστόσο, η πρωταρχική θέση που δίδεται στους Αδελφούς Μουσουλμάνους στο ΣΕΣ από το τουρκικό ΑΚΡ και το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έχει εξοργιστεί τελικά σχεδόν όλο τον κόσμο. Η Συρία δεν είναι η Λιβύη και οι μειονότητες που αντιπροσωπεύουν το ένα τέταρτο του πληθυσμού προτίθενται να εκφράσουν τη γνώμη τους, ακόμη και εντός της αντιπολίτευσης.  Κατά τη διάρκεια επίσκεψης μιας αντιπροσωπείας αντιπολιτευομένων Κούρδων της Συρίας στην Ουάσιγκτον τον περασμένο Απρίλιο, τα πράγματα πήγαν πολύ άσχημα. Οι Κούρδοι είναι σουνίτες μουσουλμάνοι, αλλά δεν είναι Άραβες. Και ως μη Άραβες, είναι καταδικασμένοι σε κατώτερη θέση από τους Αδελφούς. Ενώ είχαν έρθει για να παραπονεθούν στο State Department για την περιθωριοποίηση τους μέσα στο ΣΕΣ, τους απαντήθηκε ότι θα πρέπει να υποκύψουν στην εξουσία της Αδελφότητας ή να φροντίσουν μόνοι τους για τον εαυτό τους. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη πολύ θυμωμένοι, ενώθηκαν με άλλους αντιπάλους από την μειοψηφία για να διώξουν τον πρόεδρο του ΣΕΣ Bourhan Ghalioun, που ήταν τελείως υποταγμένος στους Αδελφούς, και να τον αντικαταστήσουν με έναν Κούρδο, τον Abdel Basset Saida ο οποίος θα κάνει ό, τι μπορεί   -δηλαδή όχι πολλά πράγματα-  για να μην χάσουν την φιλοξενία των Τούρκων ισλαμιστών, ούτε την πολιτική στήριξη των Αμερικανών νεο-συντηρητικών, και προπαντός, την οικονομική ενίσχυση από τους Σαουδάραβες και Καταριανούς.

Όλα αυτά δημιουργούν ασφαλώς αταξία, αλλά είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό της κατεύθυνσης που οι ισλαμιστικές χώρες που υποστηρίζονται από τους Αμερικανούς νεο-συντηρητικούς προτίθενται να χαράξουν για τα κινήματα διαμαρτυριών στον αραβικό κόσμο.

Προφανώς, δεν είναι αυτές οι παρατηρήσεις που θα καθησυχάσουν τις μειονότητες στη Συρία και θα τις ενθαρρύνουν να συμβιβαστούν ή να συγκρατηθούν. Οι μειονότητες στη Συρία  -ειδικότερα, οι Αλαουίτες κατέχουν τους κρατικούς μηχανισμούς-   είναι μειονότητες που ανησυχούν για την επιβίωσή τους και θα την υπερασπιστούν με τη βία. Να βγει ο Πρόεδρος της Συρίας από το παιχνίδι μπορεί ίσως να έχει συμβολική σημασία, αλλά δεν θα αλλάξει το πρόβλημα. Δεν είναι ο ίδιος που είναι ο στόχος, δεν είναι αυτός ο οποίος είναι η αιτία, είναι ολόκληρη η κοινωνία, που θα αποδειχθεί ακόμα πιο βίαια και επιθετική, αν χάνει τα σημεία αναφοράς της και τους ηγέτες της. Όσο περνάει ο καιρός, όσο η διεθνής κοινότητα θα θέλει να ασκήσει πιέσεις στις μειονότητες που απειλούνται, τόσο θα χειροτερέψουν τα πράγματα με το μοντέλο του λιβανικού εμφυλίου πολέμου που μάτωσε τη χώρα από το 1975 έως το 1990.

Θα μπορούσε ίσως να ήταν δυνατό για τη διεθνή κοινότητα να αλλάξει το παιχνίδι πριν από ένα χρόνο απαιτώντας από το συριακό καθεστώς φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις σε αντάλλαγμα μιας διεθνούς προστασίας που θα εξασφάλιζε τις απειλούμενες μειονότητες. Και δεδομένου ότι η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ  -δύο θεοκρατικές μοναρχίες του ουαχαμπισμού-  είναι θεωρητικά φίλοι και σύμμαχοί μας, θα μπορούσαμε να τους είχαμε ζητήσει να κηρύξουν άκυρη και παρωχημένη την φετβά του Ibn Taymiyyah για να ηρεμήσει το παιχνίδι. Αυτό δεν έγινε. Σε αυτές τις μειονότητες της Συρίας που απειλούνται, η Δύση, με επικεφαλής τη Γαλλία, αντιτέθηκε μόνο με καταδίκη χωρίς δυνατότητα ύφεσης και κατάρα ενίοτε υστερικές προκαλώντας παντού   – πολιτικά και μερικές φορές στρατιωτικά-   την ανάληψη της εξουσίας από ισλαμιστές φονταμενταλιστές και την υπεροχή των θεοκρατικών κρατών που υποστηρίζουν το πολιτικό σαλαφισμό.

Απαλλαγμένες από τους τενόρους, σίγουρα ελάχιστα ενάρετους, του αραβικού εθνικισμού, των Σαντάμ Χουσεΐν, Μπεν Αλί, Μουμπάρακ, Καντάφι, προστατευόμενες από την κριτική του Ιράκ, της Αλγερίας και της Συρίας βυθισμένες σε εσωτερικές συγκρούσεις, οι πετρελαϊκές θεοκρατίες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να αναλάβουν, μέσω των πετροδολάριων τους, τον Αραβικό Σύνδεσμο και να τον καθιστούν ένα μέσο πίεσης προς τη διεθνή κοινότητα και τον ΟΗΕ υπέρ των πολιτικών φονταμενταλιστικών κινημάτων που ενισχύουν τη νομιμότητά τους και να τους προστατέψουν από κάθε μορφή δημοκρατικής διαμαρτυρίας.

Ότι οι αντιδραστικές μοναρχίες υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους και ότι οι φονταμενταλιστικές πολιτικές δυνάμεις επιδιώκουν να καταλάβουν την εξουσία που στοχεύουν για σχεδόν έναν αιώνα δεν είναι ιδιαίτερη έκπληξη. Πιο περίεργο φαίνεται όμως, η προθυμία των Δυτικών να ενθαρρύνουν παντού  όλες τις φονταμενταλιστικές επιχειρήσεις, ακόμη και λιγότερο δημοκρατικές από τις δικτατορίες τις οποίες αντικαθιστούν και να καταδικάσουν εκείνους που τους αντιστέκονται.

Γρήγορη να καταδικάσει τον ισλαμισμό στο σπίτι της, η Δύση ενθαρρύνει τους ελιγμούς του στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Η Γαλλία, η οποία δεν δίστασε να δεσμεύσει ολόκληρη τη στρατιωτική δύναμη της για να εξαλείψει τον Καντάφι υπέρ των οπαδών της τζιχάντ και να καλέσει τη διεθνή κοινότητα να κάνει το ίδιο με το Μπασάρ Άσαντ, παρακολουθεί, με έτοιμα τα όπλα, το σφαγιασμό του Μαλί από εγκληματικές ορδές που αυτοαποκαλούνται ισλαμιστές επειδή οι πολιτικοί αντίπαλοι τους δεν είναι.

Ομοίως τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί παρακολούθησαν χωρίς να δειλιάζουν την αιματηρή καταστολή, από τα άρματα μάχης της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων, των διαδηλωτών στο Μπαχρέιν, χώρα με σιιτική πλειοψηφία που κυβερνάται από μια αυταρχική αντιδραστική σουνιτική μοναρχία. Ομοίως, οι επανειλημμένες σφαγές των Χριστιανών από τις νιγηριανές πολιτοφυλακές Boko Haram δεν προκάλεσαν την προσοχή των μέσων ενημέρωσης και, ακόμη λιγότερο την καταδίκη από τους πολιτικούς μας. Όσον αφορά την απαγωγή των τεσσάρων μελών του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου από «επαναστάτες» στη Λιβύη, αντιμετωπίζεται σε τέμπο μινόρε και περνά σχεδόν απαρατήρητη στα μίντια μας, και θα μπορούσαμε να φανταστούμε την οργή ​​εάν αυτή η απαγωγή είχε γίνει από συριακές η αλγερινές αρχές η αρχές κάθε άλλης χώρας που δεν «μπήκε ακόμα στη γραμμή» των «δημοκρατορίων», αυτές οι ισλαμιστικές δικτατορίες που βγήκαν από τις κάλπες.

Έλλειψη κάθε λογικής, η ηθική και ο λόγος μας καλούν όμως να αναρωτηθούμε για την περίεργη αυτή σχιζοφρένεια των πολιτικών και των μέσων ενημέρωσης μας.

Ο χρόνος θα δείξει αν η παιδική γοητεία μας για τον νεο-λαϊκισμό που προωθείται μέσω του Διαδικτύου και, αν οι μαζικές επενδύσεις από το Κατάρ και τη Σαουδική στις οικονομίες μας σε κρίση, άξιζαν την φιλοφροσύνη μας ενώπιον της ανάδυσης μιας βαρβαρότητας που θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι δεν θα μας αγγίξει.

Alain Chouet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: