βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Το μανιφέστο της Επανάστασης ή ο «Ανώνυμος»

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 23 Αυγούστου 2012

του Γιώργου Καραμπελιά από το νέο Λόγιο Ερμή τ. 4

Η γαλλική Επανάσταση και οι ιδέες του Διαφωτισμού, κατ’ εξοχήν του γαλλικού και του αγγλικού1, θα εισέλθουν ορμητικά στην Ελλάδα με την προέλαση των στρατιών του Βοναπάρτη. Επρόκειτο για ένα ιστορικό παράδοξο που όμως έχει επαναληφθεί αμέτρητες φορές στην ιστορία2. Η Θερμιδώρ, την οποία εκπροσωπούσε ο Ναπολέων, σηματοδοτούσε, στο εσωτερικό της Γαλλίας, το τέλος της επαναστατικής περιόδου και, ταυτόχρονα, την επέκταση των ιδεών της στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ιδιαίτερα στην Ιταλία και τα Επτάνησα, οι στρατιές του Ναπολέοντα θα φέρουν μαζί τους την κατεδάφιση της παλιάς κοινωνικής ιεραρχίας –στα Επτάνησα θα κάψουν το Libro d’ oro– και θα πυροδοτήσουν την εμφάνιση μιας γενιάς επαναστατών που θα εμπνέονται από το πνεύμα της Καρμανιόλας και του 1793.
Όταν ο Ναπολέων θα εγκαταλείψει τις επαναστατικές αρχές και θα χριστεί Αυτοκράτορας, ορισμένοι επαναστάτες, στη Γαλλία και την Ιταλία, θα θεωρήσουν αναγκαίο το βάθεμα της επανάστασης και την ενίσχυση των ριζοσπαστικών της χαρακτηριστικών, προς την κατεύθυνση μιας βαθύτερης κοινωνικής αλλαγής. Οι μπαμπουβιστές (οπαδοί του Γράκχου Μπαμπέφ) στη Γαλλία και οι μεταγενέστεροι «καρμπονάροι» στην Ιταλία (μετά το 1808), αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (ο Φίλιππος Μπουοναρότι υπήρξε ο επιφανέστερος συνεχιστής του Μπαμπέφ3), θα δημιουργήσουν αναρίθμητες συνωμοτικές επαναστατικές ομάδες και οργανώσεις, οι οποίες θα συναντηθούν κάποτε και με τεκτονικές κινήσεις, ενώ θα αποτελέσουν και το υπόστρωμα για την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού κινήματος στη διάρκεια του 19ου αιώνα.
Στους Έλληνες που ζούσαν στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστροουγγαρία, τη Δυτική Ελλάδα και τα Επτάνησα, οι ιδέες της γαλλικής Επανάστασης και η παρουσία του Ναπολέοντα θα επιταχύνουν την ωρίμανση των επαναστατικών, δημοκρατικών και πρωτο-κοινωνιστικών ιδεών που είχαν ήδη αρχίσει να αχνοφαίνονται σε ένα τμήμα των διανοουμένων4. Ο Βιτόριο Αλφιέρι, στην Ιταλία, με τη μεγάλη απήχηση των έργων του, αποτέλεσε προνομιακό διάμεσο για τη διάδοση των ριζοσπαστικών ιδεών στους Έλληνες, της Ιταλίας και των Επτανήσων κατ’ εξοχήν5.
Βέβαια, οι συνθήκες της Ελλάδας, που ζούσε κάτω από μια ανατολικού τύπου δεσποτεία, στην οποία η θρησκεία, η γλώσσα και η παράδοση αποτελούσαν το κυριότερο βάθρο της αντίστασης και της εναντίωσης στον ξένο και αλλόθρησκο δυνάστη, δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη ιδιαίτερων οργανωτικών δομών και κινημάτων με διακηρυγμένες ριζοσπαστικές κοινωνικές αντιλήψεις. Ωστόσο, αυτές ήταν υπαρκτές, διότι και οι σχετικές κοινωνικές διαφοροποιήσεις είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται στην Ελλάδα: τα αστικά κοινωνικά στρώματα, από τους βιοτέχνες και τους μικρέμπορους, μέχρι τους καπεταναίους, τους μεγαλέμπορους του διεθνούς εμπορίου και τους τραπεζίτες, θα ενισχυθούν αποφασιστικά στο γύρισμα του 18ου αιώνα τα στρώματα των λογίων θα πολλαπλασιαστούν, καθώς και οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις που θα υπηρετούν στους στρατούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων, Ρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας παράλληλα, οι αγρότες υποφέρουν όλο και λιγότερο τα κάθε είδους βάρη.
Έτσι, στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας πολλαπλασιάζονται όσοι δεν ανέχονται πλέον την εκμετάλλευση, όχι μόνον των Τούρκων αλλά και των Ελλήνων της προυχοντικής και εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες, οι Φαναριώτες, ένας σημαντικός αριθμός των ιεραρχών ταυτίζονταν στα μάτια τους με τους Οθωμανούς δυνάστες, το μέρος των οποίων εξ άλλου έπαιρναν σε πολλές περιπτώσεις. Γι’ αυτό και αυξάνονται, από τα τέλη του 18ου αι. και κυρίως κατά την πρώτη δεκαετία του 19ου αι., τα κείμενα που επικρίνουν ανοικτά τους «τουρκάρχοντες» και τους «ανάξιους ιεράρχες»: Ο Ρωσσοαγγλογάλλος6, η Ελληνική Νομαρχία, ο Λίβελλος κατά των Αρχιερέων. Aκόμα και κείμενα συντηρητικών και φιλότουρκων διανοουμένων, όπως ο Περδικάρης8, ή οπαδών της «μέσης οδού», όπως ο Κοραής, περιέχουν μια καταλυτική κριτική των αρχουσών τάξεων του ελληνισμού, γεγονός που υποδεικνύει πως ανάλογες απόψεις και αντιλήψεις κυκλοφορούσαν ευρέως στην ελληνική κοινωνία της εποχής.
Η κοινωνική διάσταση της ιδεολογίας των πιο ρηξικέλευθων διανοουμένων θα αποτυπωθεί πιο ολοκληρωμένα σε ένα –όντως– μοναδικό κείμενο, που κυκλοφόρησε στα 1806, στην Ιταλία, την Ελληνική Νομαρχία9, κείμενο που εκφράζει στον υψηλότερο βαθμό μια προσπάθεια ριζικής σύνθεσης μεταξύ κοινωνικού και εθνικού χαρακτήρα του επαναστατικού κινήματος, το οποίο οραματίζεται ο ανώνυμος συγγραφέας ή συγγραφείς του. Διότι, σε αντίθεση με τον Περδικάρη10 ή τον Λίβελλο, που επικρίνουν σχεδόν αποκλειστικά τις ελληνικές ηγετικές ομάδες, ο κύριος στόχος της Ελληνικής Νομαρχίας είναι η οργάνωση μιας επανάστασης εναντίον των Τούρκων, που εξ άλλου συγκεντρώνουν και τα περισσότερα βέλη της.
Κατά συνέπεια, η Νομαρχία δεν μένει στα επίπεδα ενός λιβέλου, αλλά αποτελεί ένα Μανιφέστο μιας εθνικής και συνάμα κοινωνικής επανάστασης, ένα μανιφέστο που προφανώς ενέπνευ­σε, λιγότερο ή περισσότερο, τις επαναστατικές απόπειρες και εγχειρήματα των Ελλήνων πριν την Επανάσταση, και την ίδια τη «Φιλική Εταιρεία», η οποία θα αναλάβει να κάνει πράξη τις επιταγές της.
Η Ελληνική Νομαρχία (από το Νόμος–Νομαρχία, και κατ’ αντιδιαστολή προς το «Μοναρχία), με άλλα λόγια ηΕλληνική Δημοκρατία του Ρήγα, στον οποίον εξ άλλου αφιερώνεται11, έχει ως προϋπόθεση την κατάκτηση της ελευθερίας :
Ἡμεῖς δέ, ναὶ ἱερὰ Ἐλευθερία, μὲ τοὺς ὀδόντας μας θέλομεν συντρίψει τὰς ἁλύσους μας, διὰ νὰ τρέξωμεν πρὸς ἀπάντησίν σου. Εἶναι ἀδύνατον αἱ ἑλληνικαὶ ψυχαὶ νὰ κοιμηθοῦν πλέον εἰς τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας! Ὁ λαμπρὸς ἦχος τῶν ἁρμάτων των πάλιν θέλει ἀκουσθῆ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων των, καὶ ταχέως (α-23).


Μια βαθύτατη κοινωνική κριτική

Το κείμενο όντως έχει χαρακτήρα «μανιφέστου», γι’ αυτό και αρχίζει με μια γενική περιγραφή και κριτική των αιτίων της ανισότητας και της καταπίεσης, προκρίνοντας ως προτιμότερο σύστημα αυτό που αποκαλεί «Νομαρχία», σύμφωνα με το Πνεύμα των νόμων του Μοντεσκιέ12, που αποτελεί μία από τις βασικές πηγές του. Ο Ανώνυμος, πιστός σε μια ρουσωική κριτική του πολιτισμού, θεωρεί την αρχέγονη φυσική κατάσταση του ανθρώπου, όταν μπορούσε «νὰ τραφῇ καὶ νὰ διαυθεντευθῇ μόνος του» –αυτή που η εβραϊκή και η χριστιανική θρησκεία θα αποκαλέσουν «Παράδεισο» και ο Ένγκελς «πρωτόγονο κομμουνισμό»– ως την «εὐτυχεστέρα διὰ ἡμᾶς τοὺς θνητούς» (α-11), ενώ, αντίθετα, ο πολιτισμός αποτελεί την «πτώση» από τον Παράδεισο, μια πηγή δυστυχίας:
Ἀφοῦ ὅμως ὁ ἕνας ἔκραξεν πρὸς βοήθειάν του τὸν ἄλλον, τὸ φυσικὸν σύστημα ἐτελείωσεν, καὶ εὐθὺς ἤρχισεν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὸ ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων (α-11).
Ο Ανώνυμος φέρνει σε επαφή την ελληνική σκέψη με τον Ρουσώ, από τον οποίο έχει δανειστεί ή εμπνευστεί πάρα πολλά σημεία του έργου του13 και τον πιο ριζοσπαστικό φυσιοκρατικό στοχασμό, ίσως και με τον Μαμπλύ, τον Μορελλύ ή και τον Τόμας Μουρ14, ή τουλάχιστον με τις ιδέες τους, που είχαν διαδοθεί και στην Ιταλία, όπου ζούσε κατά πάσα πιθανότητα ο συγγραφέας του Ανωνύμου και όπου είχε τυπωθεί και το βιβλίο του15. Στην αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου δεν υπάρχει κράτος, πατρίδα ή νόμος, «ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν», ενώ από τότε που ο άνθρωπος αρχίζει να συσσωρεύει –«ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον»– και άρχισε να επιθυμεί «νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων» (α-13). Η διαμόρφωση του πολιτισμού υπήρξε η πηγή της αποξένωσης και της αλλοτρίωσης του ανθρώπου, της πραγμοποίησής του.
Οι επιρροές του/των συγγραφέα/ων της Νομαρχίας από τα ριζοσπαστικότερα ρεύματα της γαλλικής Επανάστασης και των άμεσα μετεπαναστατικών χρόνων στη Γαλλία και την Ιταλία, που ανοίγουν τον δρόμο στη μεταγενέστερη σοσιαλιστική κριτική, διαφαίνονται στην περιγραφή των λειτουργιών του χρήματος. Περιγραφή που καταδεικνύει ταυτόχρονα πως ο/οι συγγραφέας/είς κατείχαν και κάποιες βασικές γνώσεις πολιτικής οικονομίας: Ε­νώ τα χρή­μα­τα «ε­φευ­ρέ­θη­καν» για να λει­τουρ­γούν ως «γε­νι­κό ι­σο­δύ­να­μο», δη­λα­δή ως «μέ­τρον γε­νι­κὸν τῶν πραγ­μά­των καὶ δη­λω­τι­κὸν τῆς τι­μῆς των» (δ-12), με την αύ­ξη­σή των με­τε­βλή­θη­σαν σε όρ­γα­νο α­πο­θη­σαυ­ρι­σμού και «οὕ­τως ἐ­γεν­νή­θη ἡ πο­λυ­τέ­λεια εἰς τοὺς ἀν­θρώ­πους» (δ-12). Εν τέ­λει, προσμετρώντας τα υ­πέρ («εὐ­κό­λυ­νεν τοὺς τρό­πους τῆς ζω­ο­τρο­φί­ας») (δ-15) και τα κα­τά («σή­με­ρον τὰ χρή­μα­τα με­τρῶν­ται ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα καὶ οἱ ἠ­θι­κοὶ ὁ­ρι­σμοὶ κα­τε­στά­θη­σαν μέ­τρα τοῦ χρυ­σοῦ» [δ-16]), ο Α­νώ­νυ­μος κα­τα­λή­γει «ὅ­τι καὶ ἄ­χρη­στος εἶ­ναι, μᾶλ­λον δὲ ἐ­πι­ζή­μιος, ὁ­μι­λῶν­τας γε­νι­κῶς, ἡ ἐ­φεύ­ρε­σις καὶ με­τα­χεί­ρι­σίς των» (δ-14).
Ακολουθεί μια κρι­τι­κή της «αλ­λο­τρί­ω­σης» που θα μπο­ρού­σε ί­σως να μας φέ­ρει στον νου τον Μαρξ: «οἱ ἴ­διοι ἄν­θρω­ποι κα­τα­στά­θη­σαν μέ­τρα τοῦ χρυ­σοῦ, καὶ ὅ­ποι­ος ἔ­χει πε­ρισ­σο­τέ­ρας μο­νά­δας χρυ­σί­ου, ἠμ­πο­ρεῖ νὰ ἀ­γο­ρά­σῃ πε­ρισ­σο­τέ­ρους ἀν­θρώ­πους» (δ-17). Συ­νε­χί­ζον­τας στην πα­ρά­δο­ση του Ρουσ­ώ, προ­α­ναγ­γέλ­λει τον «πρω­τό­γο­νο κομ­μου­νι­σμό» του Έν­γκελς και προ­βαί­νει σε μια ε­ξύ­μνη­ση του «α­γρί­ου» της Αμερικής και της α­χρή­μα­της οι­κο­νο­μί­ας, συν­δέ­ον­τάς την μά­λι­στα, ως Έλ­λη­νας, με την αρ­χαί­α Σπάρ­τη, στην οποία εξ άλλου επιμένει ιδιαίτερα και ο Μαμπλύ:
Καὶ πῶς ἐ­ζοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι, πρὶν νὰ ἐ­φεύ­ρουν τοὺς χρυ­σοὺς ἀ­ριθ­μούς; Οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι πρὸ τεσ­σά­ρων αἰ­ώ­νων δὲν ἔ­τρω­γον ἴ­σως, δὲν ἐν­δύ­ον­το, δὲν εἶ­χον ἴ­σως ὅ­λας τὰς ἀ­ρε­τάς, μὴν ἔ­χον­τες κα­νέ­να ἐ­λάτ­τω­μα; Ἀ­πέ­θα­νον ἀ­πὸ πεῖ­ναν ἴ­σως οἱ Λά­κω­νες, ὁ­ποὺ δὲν ἐ­με­τα­χει­ρί­ζον­το τὸν χρυ­σόν; Ἢ μή­πως δὲν ἠ­φα­νί­σθη ὅ­λη ἡ Ἑλ­λὰς ἐξ αἰ­τί­ας του; Δὲν τυ­ραν­νεῖ­ται μέ­χρι τῆς σή­με­ρον ἀ­πὸ αὐ­τόν; Καί, τέ­λος πάν­των, τὸ ἀν­θρώ­πι­νον γέ­νος δὲν ἀ­σχη­μώ­θη τό­σον ἀ­πὸ αὐ­τόν; (δ-18)
Μετά το τέλος όμως της αρχέγονης φυσικής κατάστασης ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ένα κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς που θα του επιτρέψει να διοικηθεί. Η αναρχία, δηλαδή η  επικράτηση του δικαίου του ισχυροτέρου [«εἰς τὴν ἀναρχίαν, ὦ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι εἶναι μόνον οἱ ἰσχυρότεροι»], η μοναρχία, «πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων» (α-14) και η τυραννία, υπήρξαν τα καθεστώτα τα οποία αρχικώς επικράτησαν και, μέσα από τα πάθη που επισώρευσαν, οδήγησαν «τὴν ἀνθρωπότητα»:
…νὰ εὕρῃ μίαν διοίκησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνάπαυσίν της καὶ τὴν εὐτυχίαν της· αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἐκείνη ἡ διοίκησις, ὁποὺ ἐγὼ θέλω νὰ τὴν ὀνομάσω Νομαρχίαν, ἡ ὁποία, ὅσον περισσότερον οἱ ἄνθρωποι ἀγαπῶσι τὴν εὐτυχίαν των, τόσον αὐτὴ στερεοῦται καὶ φυλάττεται ἀμετάτρεπτος, οὗσα ἡ ὑστερινὴ μεταμόρφωσις, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν διαφόρων διοικήσεων, καὶ ἡ μόνη πρόξενος τῆς ἀρετῆς, τῆς ὁμοιότητος, καὶ τῆς ἐλευθερίας. […] (α-16)
 Ὑπὸ τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος. Ἰ­δοὺ λοι­πόν, ὁ­ποὺ κατ᾿ αὐ­τοὺς ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α εἶ­ναι ἡ ὑ­πα­κο­ὴ εἰς τοὺς νό­μους, καὶ ἐν ἑ­νὶ λό­γῳ, ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α πα­ρὰ ἡ αὐ­τὴ νο­μαρ­χί­α (α-21).
Η «νομαρχία» αντιστρατεύεται την  «ἀ­ναρ­χί­α», η οποία  «κα­τέ­στη­σε κατ᾿ ἀρ­χὰς τὴν ἁ­πλῆν φυ­σι­κὴν ἀ­νο­μοι­ό­τη­τα ἀ­νυ­πό­φο­ρον», ενώ, στη συνέχεια, «ἐ­ξα­κο­λού­θως ἡ μο­ναρ­χί­α, καὶ μετ᾿ αὐ­τῆς ἡ τυ­ραν­νί­α, ἠ­θέ­λη­σαν νὰ με­τριά­σουν ὁ­πω­σοῦν τὴν φυ­σι­κὴν ἀ­νο­μοι­ό­τη­τα, καὶ αἰφ­νι­δί­ως ἐ­προ­ξέ­νη­σαν εἰς τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα τὴν ἀ­κα­τά­στα­τον καὶ φο­βε­ρὰν ἀ­νο­μοι­ό­τη­τα τῶν ἠ­θῶν τε καὶ τῆς τύ­χης». Όταν, όμως, επανέρχεται στη σημερινή πραγματικότητα, και το κοινωνικό περιεχόμενο της Νομαρχίας, ο Ανώνυμος την ορίζει ως τον μετριασμό και τη διευθέτηση των κοινωνικών αντιθέσεων, στα όρια που είχε χαράξει η γαλλική Επανάσταση και κατ’ εξοχήν ο Μοντεσκιέ στο Πνεύμα των Νόμων:
Αὐ­τὴ (η Νο­μαρ­χί­α) ἔ­δω­σεν εὐ­θὺς τό­πον τῶν δυ­να­τῶν, νὰ δι­αυ­θεν­τεύ­σουν τὴν πα­τρί­δα των, ἐ­πα­ρη­γό­ρη­σεν τοὺς ἀ­δυ­νά­τους, μὲ τὸ σκῆ­πτρον τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ἐ­δί­δα­ξε τοὺς ἀ­τά­κτους νὰ εὕ­ρω­σι τὴν εὐ­τυ­χί­αν των εἰς τὴν χρη­στο­ή­θειαν, ἐ­βρά­βευ­σεν τοὺς κα­λο­η­θεῖς, καὶ τέ­λος πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἐμ­πο­δί­σῃ τὸ ἀ­κα­τά­στα­τον τοῦ συμ­βε­βη­κό­τος, ἐ­τί­μη­σε μό­νον τὴν ἀ­ξι­ό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου, καὶ οὕ­τως μὴ κα­τα­φρο­νοῦ­σα τὸν πτω­χόν, ἀ­πε­δί­ω­ξε ἀ­πὸ τὸν πλού­σιον τὴν λύσ­σαν τῶν χρη­μά­των (α-29).
Κάτω από το καθεστώς της Νομαρχίας,  «ὁ πτω­χὸς» μπορεί να μη «βλέ­πῃ τὴν πτω­χεί­αν του ὡς ἀ­τι­μί­αν», και «ὁ πλού­σιος» να μη «στο­χά­ζε­ται πλέ­ον τὰ πλού­τη του ὡς ἀ­ρε­το­δο­χεῖ­ον», «ἀλλ᾿ ἁ­πα­ξά­παν­τες νὰ εὑ­ρί­σκω­σι τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σίν των χω­ρὶς τὸν πα­ρα­μι­κρὸν κό­πον, καὶ νὰ εὐ­τυ­χῶ­σι» (α-30). Και εξ άλλου, συμπληρώνει ο Ανώνυμος, το περιεχόμενο της νομαρχίας δεν εξαρτάται από τη μορφή της πολιτικής διοίκησης και την επιλογή μεταξύ αριστοκρατίας και δημοκρατίας, παρ’ ότι η προτίμησή του για τη δεύτερη είναι αδιαμφισβήτητη:
Ἡ νο­μαρ­χί­α, ἀ­δελ­φοί μου, εὑ­ρί­σκε­ται τό­σον εἰς τὴν δη­μο­κρα­τί­αν, κα­θὼς καὶ εἰς τὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τί­αν, αἱ ὁ­ποῖ­αι εἰς ἄλ­λο δὲν δι­α­φέ­ρου­σι, εἰ­μὴ μό­νον, ὅ­τι ἡ μὲν δη­μο­κρα­τί­α κλί­νει εἰς τὴν ἀ­ναρ­χί­αν, ἡ δὲ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α εἰς τὴν ὀ­λι­γαρ­χί­αν, ἡ ὁ­ποί­α πολ­λά­κις εἶ­ναι χει­ρο­τέ­ρα καὶ ἀ­πὸ τὴν ἰ­δί­αν τυ­ραν­νί­αν. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως καὶ εἰς τὰς δύ­ο αὐ­τὰς δι­οι­κή­σεις σώ­ζε­ται ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἀ­δι­ά­φο­ρος εἶ­ναι ἡ ἐ­κλο­γή. Ὅ­θεν, κα­τὰ τὸ πλῆ­θος τοῦ λα­οῦ, καὶ κα­τὰ τὸ κλῖ­μα, πο­τὲ μὲν προ­τι­μᾶ­ται ἡ μί­α, πο­τὲ δὲ ἡ ἄλ­λη (α-18).
Δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτή την τοποθέτηση ως αντίφαση στη σκέψη του Ανωνύμου, όπως, ίσως, θα κάναμε αν τη βλέπαμε με τα ματογυάλια του σήμερα. Διότι η γενική κριτική της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων, ή ακόμη και του χρήματος, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ή οι επικρίσεις εναντίον των ευγενών, των βασιλέων και του κλήρου δεν οδηγούν, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο –και μάλιστα έναν Έλληνα επαναστάτη που έχει ως κύριο στόχο την απελευθέρωση της πατρίδας–, σε μια «κομμουνιστική» ή σοσιαλιστική κατάληξη, όπως θα κάνουν στη σκέψη ενός Γάλλου θεωρητικού, όπως ο Μαμπλύ, ή ενός Γάλλου επαναστάτη, όπως ο Μπαμπέφ.
Το κοινωνιστικό και «αντιπλουτοκρατικό» υπόστρωμα της σκέψης του Ανωνύμου επιστρατεύεται για να πυροδοτήσει ένα ασίγαστο πάθος για απελευθέρωση. Σημασία έχει να «σώ­ζε­ται ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α», και μάλιστα η ελευθερία των Ελλήνων, η οποία θα κατακτηθεί μόνον εάν ακουστεί  «ὁ λαμπρὸς ἦχος τῶν ἀρμάτων»:
Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! […] Ἐσὺ εἶσαι ἡ μήτηρ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας. Ἔ, πόσον καλὸν λείπει ἐκείνων, ὁποὺ σὲ ὑστεροῦνται! Πόσον θέλουν κλαύσει ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν σὲ ἐγνώριζον! 
Ἡμεῖς δέ, ναὶ ἱερὰ Ἐλευθερία, μὲ τοὺς ὀδόντας μας θέλομεν συντρίψει τὰς ἁλύσους μας, διὰ νὰ τρέξωμεν πρὸς ἀπάντησίν σου. Εἶναι ἀδύνατον αἱ ἑλληνικαὶ ψυχαὶ νὰ κοιμηθοῦν πλέον εἰς τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας! Ὁ λαμπρὸς ἦχος τῶν ἁρμάτων των πάλιν θέλει ἀκουσθῆ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων των, καὶ ταχέως (α-22, 23).

Ο «εσωτερικός εχθρός»

Η θέση του για την Ελλάδα και την ιστορία της είναι σχεδόν ταυτόσημη με εκείνη του δυτικού διαφωτισμού, του Μοντεσκιέ και του Γίββωνα, όπως συμβαίνει με τον Κοραή και πολλούς άλλους. Η πτώση της αρχίζει με τον Φίλιππο, η δε «ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς Ἑλ­λά­δος ἀπ᾿ ὀ­λί­γον κατ᾿ ὀ­λί­γον ἐ­φθεί­ρε­το, ἕ­ως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χρι­στοῦ, ὁ­ποὺ παν­τε­λῶς ἠ­φα­νί­σθη ὑ­πὸ τῆς ρω­μα­ϊ­κῆς με­γα­λει­ό­τη­τος» (β-31). Η κατίσχυση του χριστιανισμού είχε αρνητικές συνέπειες για τον ελληνισμό, «ἀν­τὶς νὰ αὐ­ξή­σουν τὰ μέ­σα τῆς ἐ­λευ­θε­ρώ­σε­ώς των, φεῦ! ἐ­σμι­κρύ­νον­το», διότι «ἡ δει­σι­δαι­μο­νί­α καὶ ὁ ψευ­δής τε καὶ μά­ται­ος ζῆ­λος τῶν ἱ­ε­ρέ­ων καὶ πα­τρια­ρχῶν, κα­τε­κυ­ρί­ευ­σεν τὰς ψυ­χὰς τῶν βα­σι­λέ­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀν­τὶς νὰ ἐ­πι­με­λοῦν­το εἰς τὸ νὰ δι­οι­κῶ­σι τὸν λα­όν, κα­θὼς ἔ­πρε­πε, ἄλ­λο δὲν ἐ­στο­χά­ζον­το, πα­ρὰ νὰ φι­λο­νι­κῶ­σι, καὶ νὰ κτί­ζω­σιν ἐκ­κλη­σί­ας». Ακόμα και το σχίσμα μεταξύ Ορθοδοξίας και Λατίνων δεν υπήρξε παρά συνέπεια της ματαιότητος «τῶν πα­τρια­ρχῶν καὶ πά­πων», ενώ «τὸ ἱ­ε­ρα­τεῖ­ον», το οποίο «ἠ­θέ­λη­σε νὰ ἑ­νώ­σῃ τὰ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὰ ἐν­τάλ­μα­τα μὲ τοὺς πο­λι­τι­κοὺς νό­μους», «διὰ νὰ τι­μᾶ­ται ἐν ταὐ­τῷ καὶ νὰ ὁ­ρί­ζῃ χω­ρὶς δυ­σκο­λί­αν», προσπάθησε «νὰ ἐ­σβή­σῃ κά­θε σπου­δὴν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ ὑ­πε­ρα­σπί­σθη τὴν ἀ­μά­θειαν» (β-34-35).
Όσο δε για τους «ἄφρονες καὶ μωροὺς» ανθρώπους, «ὁ­ποὺ κρά­ζον­ται προ­ε­στοὶ καὶ ἄρ­χον­τες», αυτοί «ἔ­χα­σαν σχε­δὸν καὶ τὴν ἐν­τρο­πὴν τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τὸν φό­βον τοῦ Θε­οῦ», εκμεταλλεύονται και απομυζούν «μὲ ἄ­κραν ἀ­ναι­σχυν­τί­αν» τον φτωχό λαό και «δει­κνύ­ων­ται πι­στοὶ ὀ­πα­δοὶ καὶ δοῦ­λοι τοῦ τυ­ράν­νου ἑ­κού­σιοι» (γ-25).
Ωστόσο, τα κύρια πυρά του τα στρέφει εναντίον των Οθωμανών: «Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους». «Τὰ ἤθη των εἶναι βάρβαρα». Ωστόσο, δεν αρνείται πως «ὁ χαρακτήρ των» είναι «σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος» αλλά και «ἡ ἀμάθειά των ἄκρα καὶ γενική» (γ-2). Μια γενικευμένη αυθαιρεσία χαρακτηρίζει την εξουσία τους, η οποία σε ορισμένα μέρη καθίσταται ανυπόφορη: «Οἱ Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς καὶ Λαρ­σι­νοὶ ὑ­πο­φέ­ρου­σι κατ᾿ ἀ­να­λο­γί­αν πολ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πὸ τοὺς λοι­ποὺς Ἕλ­λη­νας, ὡ­σὰν ὁ­ποὺ σχε­δὸν καθ᾿ ἑ­κά­στην φο­νεύ­ον­ται δύ­ο καὶ τρεῖς χρι­στια­νοί» (γ-9α). «Μύ­ριοι εἶ­ναι οἱ τρό­ποι μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους οἱ σκλη­ρο­τρά­χη­λοι ὀ­θω­μα­νοὶ δί­δο­σι τὸν θά­να­τον εἰς τοὺς ἀ­θώ­ους Ἕλ­λη­νας, ὁ συ­χνό­τε­ρος ὅ­μως εἶ­ναι τὸ κρέ­μα­σμα» (γ-9β). Οι αγρότες και οι τεχνίτες είναι αυτοί που υφίστανται, παράλληλα με την καταπίεση, και τη βαρύτερη εκμετάλλευση. «Οἱ τε­χνῖ­ται, λοι­πόν, δου­λεύ­ουν σχε­δὸν 18 ὥ­ρας τὸ ἡ­με­ρό­νυ­κτον, καὶ πο­τὲ δὲν ἠμ­πο­ροῦν νὰ ἀ­να­πλη­ρώ­σουν τὰς ἀ­ναγ­καί­ας χρεί­ας των» (γ-24), ενώ ο αγρότης απολαμβάνει μόνο τα 2/10 της παραγωγής του, «ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χει νὰ ζω­ο­τρα­φῇ καὶ νὰ ἐν­δυ­θῇ αὐ­τὸς καὶ ἡ φα­μι­λί­α του» (γ-21β).
Η κριτική του στην Εκκλησία και τον κλήρο είναι καταλυτική, παρ’ ότι βέβαια εντάσσεται σε μια ευρύτατη παράδοση στην οποία θήτευσαν και κληρικοί, ακόμα και πατριάρχες. Ωστόσο, η κριτική του Ανώνυμου φθάνει στον συστηματικό αντικληρικαλισμό. Κανένας κληρικός, οποιασδήποτε βαθμίδας, δεν ξεφεύγει από τα βέλη του, αρχίζοντας από τον Πατριάρχη και καταλήγοντας στους μοναχούς. Ίσως οι μόνοι που δεν επικρίνονται τόσο σκληρά, παρά μόνο για την αμάθειά τους, είναι οι ιερείς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης των επισκόπων. Τα βέλη του στρέφονται κατ’ εξοχήν, στον χρηματισμό του κλήρου και την εκμετάλλευση του ποιμνίου:
Ἡ Σύ­νο­δος ἀ­γο­ρά­ζει τὸν πα­τρι­αρ­χι­κὸν θρό­νον ἀ­πὸ τὸν ὀ­θω­μα­νι­κὸν ἀν­τι­βα­σι­λέ­α διὰ μί­αν με­γά­λην πο­σό­τη­τα χρη­μά­των, ἔ­πει­τα τὸν πω­λεῖ οὕτι­νος τῆς δώ­σῃ πε­ρισ­σό­τε­ρον κέρ­δος, καὶ τὸν ἀ­γο­ρα­στὴν τὸν ὀ­νο­μά­ζει πα­τριά­ρχην. Αὐ­τός, λοι­πόν, διὰ νὰ ξα­να­λά­βῃ τὰ ὅ­σα ἐ­δα­νεί­σθη διὰ τὴν ἀ­γο­ρὰν τοῦ θρό­νου, πω­λεῖ τὰς ἐ­παρ­χί­ας, ἤ­τοι τὰς ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πάς, οὕ­τι­νος δώ­σῃ πε­ρισ­σο­τέ­ραν πο­σό­τη­τα, καὶ οὕ­τως σχη­μα­τί­ζει τοὺς ἀρ­χι­ε­πι­σκό­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι πω­λῶ­σι καὶ αὐ­τοὶ εἰς ἄλ­λους τὰς ἐ­πι­σκο­πάς των. Οἱ δὲ ἐ­πί­σκο­ποι τὰς πω­λῶ­σι τῶν χρι­στια­νῶν, δη­λα­δὴ γυ­μνώ­νου­σι τὸν λα­όν, διὰ νὰ ἐ­βγά­λω­σι τὰ ὅ­σα ἐ­ξώ­δευ­σαν. Καὶ οὗ­τος ἐ­στὶν ὁ τρό­πος, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον ἐ­κλέ­γον­ται τῶν δι­α­φό­ρων ταγ­μά­των τὰ ὑ­πο­κεί­με­να, δη­λα­δὴ ὁ χρυ­σός (δ-26).
Πρὸς τού­τοις ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος πω­λεῖ τὰς ἐ­νο­ρί­ας τῆς πό­λε­ως οὕ­τι­νος ἱ­ε­ρέ­ως θε­λή­σῃ, καὶ ἔ­πει­τα κά­μνει ἀρ­γὸν ἢ ἐ­ξο­ρεῖ ὅ­ποι­ον θέ­λῃ ἀ­πὸ αὐ­τούς, καὶ ξα­να­πω­λεῖ τὴν ἐ­νο­ρί­αν ἄλ­λου, διὰ νὰ τοῦ κά­μῃ τὸ ἴ­διον ὕ­στε­ρα ἀπ᾿ ὀ­λί­γον. Κά­θε τό­σον τοὺς ζη­τεῖ δά­νεια, καὶ πο­τὲ δὲν τοὺς τὰ ἐ­πι­στρέ­φει (δ-32).
Η κριτική της ανώτερης ιεραρχίας δεν περιορίζεται στον χρηματισμό της αλλά επεκτείνεται στον συνολικό τρόπο της ζωής της. Οι αρχιεπίσκοποι «τρώ­γο­σι καὶ πί­νο­σι ὡς χοῖ­ροι. Κοι­μῶν­ται δε­κα­τέσ­σα­ρας ὥ­ρας τὴν νύ­κτα καὶ δύ­ο ὥ­ρας με­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Λει­τουρ­γοῦ­σι δύ­ο φο­ρὰς τὸν χρό­νον, καὶ ὅ­ταν δὲν τρώ­γω­σι, δὲν πί­νω­σι, δὲν κοι­μῶν­ται, τό­τε κα­τερ­γά­ζον­ται τὰ πλέ­ον ἀ­ναί­σχυν­τα καὶ οὐ­τι­δα­νὰ ἔρ­γα, ὁ­ποὺ τι­νὰς ἠμ­πο­ρεῖ νὰ στο­χα­σθῇ» (δ-33), ενώ οι επίσκοποι «εἶ­ναι ἄλ­λοι λύ­κοι, ἴ­σως χει­ρό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους, ἐ­πει­δὴ κυ­ρι­εύ­ου­σι τοὺς χω­ρι­κοὺς καὶ ἰ­διώτας» (δ-34). Έτσι, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλεται στο αντίθετό της – και εδώ ο Ανώνυμος μένει στα όρια της λαϊκής θρησκευτικότητας, που συστηματικά αντιπαραθέτει τους λειτουργούς της θρησκείας με τις ίδιες τις αρχές της:
Ὦ γλυ­κύ­τα­τε Ἰ­η­σοῦ! Ὦ δί­και­οι Ἀ­πό­στο­λοι! Ὦ φι­λό­σο­φοι Πα­τέ­ρες! Ποῦ εἶ­σθε τὴν σή­με­ρον, νὰ ἰ­δῆ­τε τοὺς ἀ­πο­γό­νους σας, καὶ νὰ συγ­κλαύ­ση­τε, μα­ζὶ μὲ ὅ­σους τὴν ἀ­λή­θειαν γνω­ρί­ζου­σι, διὰ τὴν ἀ­θλι­ό­τη­τά τους; […] ’Ε­σεῖς ἐ­κη­ρύ­ξα­τε τὴν ὁ­μό­νοι­αν, τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τα, τὴν ὁ­μοι­ό­τη­τα καὶ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν, αὐ­τοὶ δὲ δι­δά­σκου­σι μὲ τὰ πα­ρα­δείγ­μα­τά των τοὐ­ναν­τί­ον. Ἐ­σεῖς, τέ­λος πάν­των, εἴ­χε­τε τὴν ἀ­ρε­τὴν διὰ ὁδη­γόν, αὐ­τοὶ ἔ­χου­σι τὰ χρή­μα­τα (δ-40).
Ορισμένες εκφάνσεις της κριτικής του, σε αντίθεση με τις εναντίον του χρήματος και της αποδοτικότητας στην εργασία απόψεις του, που προαναφέραμε, αποκτούν στοιχεία μιας προτεσταντικής και καπιταλιστικής αποδοτικότητας: «Ἀ­ναγ­καῖ­ον ἦ­τον νὰ ὀ­λι­γο­στεύ­σῃ ὁ πα­τριά­ρχης τὸ πλῆ­θος τῶν ἑ­ορ­τῶν καὶ τῶν νη­στει­ῶν, ἐ­πει­δὴ αἱ μὲν ἑ­ορ­ταὶ ἐμ­πο­δί­ζου­σι τὸ κέρ­δος μὲ τὴν ἀρ­γί­αν εἰς τὸν λα­όν, καὶ αἱ νη­στεῖ­αι τοῦ ἀ­φα­νί­ζουν τὴν ὑ­γι­εί­αν». Κατά συνέπεια, όλες οι μεγάλες εορτές θα έπρεπε να μεταφερθούν «εἰς ὅ­λας τὰς Κυ­ρια­κὰς καὶ εἰς ἄλ­λας ἑ­ορ­τὰς νὰ δώ­σῃ τὴν ἄ­δειαν νὰ δου­λεύ­ουν», ενώ η διάρκεια των νηστειών θα έπρεπε να σμικρυνθεί ή ακόμα και να καταργηθούν κάποιες από αυτές (δ-52α). Από την κριτική του, όπως προαναφέραμε, δεν εξαιρούνται οι μοναχοί, οι οποίοι αντίθετα «ζῶ­σιν ἀρ­γοὶ καὶ τρέ­φον­ται ἀ­πὸ τοὺς ἵ­δρω­τας τῶν τα­λαι­πώ­ρων καὶ πτω­χῶν Ἑλ­λή­νων». Τα δε μοναστήρια «εἶ­ναι τό­σαι πλη­γαὶ εἰς τὴν πα­τρί­δα, ἐ­πει­δή, χω­ρὶς νὰ τὴν ὠ­φε­λή­σουν εἰς τὸ πα­ρα­μι­κρόν, τρώ­γο­σι τοὺς καρ­πούς της καὶ φυ­λάτ­του­σι τοὺς λύ­κους, διὰ νὰ ἁρ­πά­ζουν καὶ ξε­σχί­ζουν τὰ ἀ­θῶ­α καὶ ἱ­λα­ρὰ πρό­βα­τα τῆς ποί­μνης τοῦ Χρι­στοῦ» (δ-42).
Ο Ανώνυμος, συγχέοντας τα μοναστήρια της Ελλάδας με τα μοναχικά τάγματα της Δύσης, αδυνατεί να κατανοήσει πως, άσχετα με το μορφωτικό επίπεδο ή την ηθική ποιότητα συγκεκριμένων μοναχών, οι μονές επιτελούσαν έναν ρόλο υψίστης σημασίας. Στα μοναστήρια θα καταφεύγουν κατά χιλιάδες οι Έλληνες για να γιορτάσουν τις γιορτές τους, μακριά από το άγρυπνο μάτι των Τούρκων, στα μοναστήρια θα προσφεύγουν οι καταδιωκόμενοι κλέφτες για να ανεφοδιαστούν, τα μοναστήρια θα αποτελέσουν τους χώρους όπου θα εγκατασταθούν τα σχολεία, οι βιβλιοθήκες, και θα μένουν οι άποροι μαθητές. Στα μοναστήρια, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους δύσκολους αιώνες της Τουρκοκρατίας, θα διατηρηθεί άσβεστη η γλώσσα και το πνεύμα του ορθόδοξου ελληνισμού, στα μοναστήρια θα προετοιμαστούν πνευματικά οι νεομάρτυρες για να φέρουν τη μαρτυρία τους στις πόλεις, μπροστά στο πλήθος των ραγιάδων.
Μπορεί το μεγαλύτερο μέρος των μοναχών να ήταν απαίδευτοι, κάποτε αγροίκοι, ή ακόμα κάποιοι από αυτούς να καταλήστευαν όντως τους ραγιάδες. Ωστόσο, δεν έπαυαν να ενσαρκώνουν, ως εκπρόσωποι της Ορθοδοξίας, τη ριζική απόρριψη των απίστων κατακτητών και να αποτελούν το στήριγμα των καταδιωκόμενων Ελλήνων. Ο Ανώνυμος τους ζητάει να γίνουν κήρυκες του πατριωτισμού και της εθνικής συνείδησης, με τη δυτική έννοια του όρου, χωρίς να αντιλαμβάνεται πάντα πως η επιμονή και ο ρόλος τους στη διατήρηση της πίστης απέναντι στον αλλόθρησκο κατακτητή ήταν το θεμέλιο κάθε πατριωτισμού για τον ελληνισμό αυτής της εποχής. Και όμως, αυτό το στοιχείο το επισημαίνει και ο ίδιος, όταν εξηγεί  τους λόγους για τους οποίους οι Έλληνες μπορούν να επαναστατήσουν νικηφόρα εναντίον των Οθωμανών:
[Οἱ Ἕλληνες εἶναι] φι­λό­θρη­σκοι καὶ εἰς τὸ ἄ­κρον ἐ­ναν­τί­οι τῶν ὀ­θω­μα­νῶν (ε-22). […] Οἱ ὀθωμανοὶ δέ, […] δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι… (ε-29)
Όμως, την εμμονή στη θρησκευτική ετερότητα και την πίστη στην Ορθοδοξία την συντηρούν ακριβώς αυτοί οι κληρικοί τους οποίους, δίκαια ή άδικα, επικρίνει! Γι’ αυτό, αναγνωρίζοντας, εν τέλει, πως η θρησκεία και η θρησκευτική αντιπαλότητα των Ελλήνων προς τους Οθωμανούς αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του πατριωτισμού τους, καλεί, σε άλλη αποστροφή του, τους κληρικούς με τα έργα τους να διαψεύσουν τους επικριτές τους!
Ναί, πα­τριά­ρχα, ἀρ­χι­ε­πί­σκο­ποι, ἐ­πί­σκο­ποι, πνευ­μα­τι­κοὶ καὶ ἁ­πα­ξά­παν­τες Ἕλ­λη­νες ἀ­γα­πη­τοί μου, ὁ­ποὺ τὸ ἔν­δυ­μα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης φέ­ρε­τε, μὴν ἀ­δη­μο­νή­σε­τε ἀ­πὸ τοὺς λό­γους μου, ὁ­ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια καὶ ἡ πα­τρι­ω­τι­κὴ ἀ­γά­πη μου μοὶ ὑ­πα­γό­ρευ­σεν. Συγ­χω­ρή­σα­τέ με πρὸς τού­τοις, ἂν οὕ­τως σᾶς φα­νῇ εὔ­λο­γον, διὰ τὴν τόλ­μην καὶ θάρ­ρος, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ον σᾶς ὡ­μί­λη­σα, καὶ κά­με­τε μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά σας, νὰ σι­ω­πή­σῃ εἰς τὸ ἑ­ξῆς κά­θε χρι­στια­νὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ σᾶς συμ­βου­λεύ­ῃ. Μὴν κα­τα­δέ­χε­σθε πλέ­ον νὰ σᾶς κρά­ζουν προ­δό­τας καὶ λα­ο­πλά­νους. Ἐγ­κα­λι­α­σθῆ­τε τὴν ἀ­ρε­τήν (δ-54).
Αισθανόμενος, ίσως, την υπερβολή των επικρίσεών του, ζητάει να μην τον κρίνουν αυστηρά, «νὰ μὴν ὑ­πο­ψι­ά­ση­τε εἰς ἐ­μέ­να οὔ­τε ἀ­νευ­λά­βειαν, οὔ­τε κα­κο­ή­θειαν», διότι τα κίνητρά του είναι «ὁ ζῆ­λος τῆς πα­τρί­δος μου, ὁ ἔ­ρως τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, καὶ ἡ ἐ­λε­ει­νὴ ση­με­ρι­νὴ κα­τά­στα­σις τῶν Ἑλ­λή­νων». Εν τέλει δε, υπάρχουν πολλοί άξιοι κληρικοί, και ο ίδιος προσωπικά γνωρίζει «ἐμ­μέ­σως καὶ ἀ­μέ­σως πολ­λοὺς ἐ­να­ρέ­τους σο­φοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἀ­λη­θεῖς ἀ­πο­στό­λους τοῦ Χρι­στοῦ» (δ-55). Και, σε μια δραματική στροφή, αναθέτει στην Εκκλησία ένα ρόλο που μόλις πριν είχε απορρίψει: «ἡ Ἑλ­λὰς ζη­τεῖ ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρα­τεῖ­ον τὴν ἀρ­χὴν τῆς ἐ­λευ­θε­ρώ­σε­ώς της» και καλεί τους «εὐ­λα­βέ­στα­τους ἱ­ε­ρεῖς», οι οποίοι διαθέτουν  «τὴν ἀ­ρε­τὴν καὶ τὴν σο­φί­αν», να ανοίξουν «τοὺς οφθαλμοὺς τῶν Ἑλλή­νων», μιμούμενοι «τὸν ἀ­ξι­ά­γα­στον καὶ ἀ­λη­θῆ ἱ­ε­ρέ­α καὶ ὀ­πα­δὸν τοῦ Χρι­στοῦ, τὸν ἐν Κερ­κύ­ρᾳ, λέ­γω, κὺρ Παπ᾿ Ἀν­δρέ­α» (τον παπά Ανδρέα Ιδρωμένο) [δ-56, 57, 58].
Εν κατακλείδι, ο «Ανώνυμος», παρά τις ακραίες αντικληρικαλιστικές αποστροφές του, μένει πιστός στο κυρίαρχο σχήμα και της πιο ακραίας πτέρυγας του ελληνικού Διαφωτισμού, δηλαδή της ταυτόχρονης απόρριψης της «δεισιδαιμονίας» αλλά και της αθεΐας. Ο Ανώνυμος δεν ανήκει στους ανοικτούς οπαδούς του ντεϊσμού, όπως συμβαίνει με τον μοναδικό ίσως διακηρυγμένο ντεϊστή της Ελλάδας, τον Χριστόδουλο Παμπλέκη, παρότι στις τοποθετήσεις του για τη θρησκεία γενικώς, στα πρώτα μέρη του κειμένου και όχι σε αυτές που αφορούν στην ελληνική Εκκλησία, υπάρχουν απηχήσεις μιας ντεϊστικής τοποθέτησης16. Ο Ανώνυμος καλεί, προπαντός, σε μια επιστροφή στο ευαγγελικό πνεύμα και στην ανοικτή στράτευση του κλήρου στην υπόθεση της ελευθερίας των Ελλήνων, ενώ η χριστιανική θρησκεία και το Ευαγγέλιο παραμένει στα μάτια του ένα σχολείο φιλευσπλαχνίας και αλληλεγγύης:
Ἡ θρη­σκεί­α ὡ­σαύ­τως, τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τοῦ Χρι­στοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, κα­τα­σταί­νει τοὺς ὀ­πα­δοὺς του φι­λευ­σπλάγ­χνους, φι­λο­ξέ­νους καὶ συμ­πα­θη­τι­κούς. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ θρη­σκεί­α κά­μνει τὸν λα­ὸν μι­σάν­θρω­πον. Ἡ ὀ­θω­μα­νι­κή, τέ­λος πάν­των, τὸν κά­μνει αὐ­τό­μα­τον, καὶ οὕ­τως διὰ τὰς λοι­πάς (ε-27).

Η απόρριψη της ξενοδουλείας

Και αυτή η τοποθέτηση δεν μοιάζει να αποτελεί ένα προπέτασμα καπνού για να καλύψει τις πραγματικές απόψεις του, διότι αμέσως μετά επικρίνει τους Έλληνες της διασποράς, και κατ’ εξοχήν τους εμπόρους, όχι μόνο διότι λησμονούν εντελώς την πατρίδα τους αλλά και γιατί βυθίζονται στην «ἀσωτεία» και την «κακοήθεια τῶν ἀλλογενών» (δ-69), καθώς και στα θέατρα και «στὰ  ποι­ή­μα­τα χω­ρὶς νό­η­μα», αγνοώντας τον Πλούταρχο και τον Ξενοφώντα:
Εὐ­θύς, λοι­πόν, ὁ­ποὺ κερ­δί­σω­σι χρή­μα­τα, χω­ρὶς νὰ ἀλ­λά­ξω­σιν ἰ­δέ­ας, πί­πτου­σι εἰς τὴν λά­σπην τῆς ἀ­σω­τεί­ας καὶ κυ­λί­ον­ται μέ­χρι θα­νά­του ὡς οἱ χοῖ­ροι.[  ] Ποῦ πα­τρίς! Ποῦ Ἑλ­λὰς δι᾿ αὐ­τούς! Αὐ­τοὶ δὲν γνω­ρί­ζουν, πα­ρὰ τὴν κα­τοι­κί­αν τῆς παλ­λα­κί­δος των, καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα ἴ­σως τὴν νο­μί­ζου­σι ἀ­νά­με­σα εἰς τὰ νη­σί­α τῆς Ἰν­δί­ας. Ἂν κα­νεὶς ἀ­πὸ αὐ­τοὺς κα­τα­λαμ­βά­νῃ τὴν γλῶσ­σαν τὴν ἀλ­λο­γε­νῆ, τό­τε ἀ­να­γι­νώ­σκει μὲ εὐ­χα­ρί­στη­σιν τὰ δρά­μα­τα τοῦ θε­ά­τρου, ἢ διὰ νὰ εἰ­πῶ καλ­λί­τε­ρα, τὰ ποι­ή­μα­τα χω­ρὶς νό­η­μα, ἀλ­λὰ τὸν Πλού­ταρ­χον καὶ τὸν Ξε­νο­φῶν­τα ἴ­σως τοὺς νο­μί­ζου­σιν Ἀ­με­ρι­κά­νους (δ-69).
Σε αντίθεση με όλους εκείνους που παριστούν τον Ανώνυμο ως έναν εμμανή δυτικόφρονα –παρά τις αδιαμφισβήτητες επιρροές της γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού, από τον Ρουσώ και έως τον Μοντεσκιέ–, δείχνει μια τέτοια εμμονή στα «πάτρια» και την απόρριψη των ευρωπαϊκών ηθών, ώστε να θυμίζει κάποιες στιγμές όλους εκείνους, τους συντηρητικούς, όπως ο… Αθανάσιος Πάριος, που απέρριπταν τη μετάβαση στην Ευρώπη, ως βλαπτική για τα ήθη των νεαρών Ελλήνων. Γι αυτό και αυτή η παράμετρος της ιδεολογίας του Ανωνύμου θα υποτιμάται συστηματικά αν δεν αποσιωπάται εντελώς:
Τρέ­χου­σι μὲ κά­θε τα­χύ­τη­τα εἰς τὸ θέ­α­τρον, νὰ ἀ­κού­σω­σι τὸ τρα­γώ­διον μιᾶς γυ­ναι­κός, ἢ ἑ­νὸς ἀν­δρός, ἢ ἄλ­λου τι­νὸς εὐ­νού­χου, καὶ τοὺς ἐ­φη­μί­ζου­σι – ἀλλ᾿ ὅ­ποι­ος τοὺς δι­η­γη­θῇ τὰ βά­σα­να τῆς πα­τρί­δος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διον ὡ­σὰν νὰ τοὺς ἔ­δερ­νε, καὶ φεύ­γου­σι πά­ραυ­θα. Στέ­κον­ται μὲ ἄ­κραν ὑ­πο­μο­νήν, καὶ πολ­λά­κις χω­ρὶς εὐ­χα­ρί­στη­σιν, νὰ θε­ω­ρῶ­σι τοὺς χο­ροὺς εἰς τὸ θέ­α­τρον καὶ τὰ ἀ­γάλ­μα­τα τῆς ἀ­σω­τεί­ας τρι­γύ­ρω­θεν, ἀλλ᾿ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ ἐ­ξο­δεύ­σουν μί­αν ὥ­ραν εἰς ἀ­νά­γνω­σιν τῆς πα­τρι­κῆς μας ἱ­στο­ρί­ας. […] Ἀ­φα­νί­ζου­σι τὴν ὑ­γι­εί­αν των μὲ τὴν ἀ­κρα­σί­αν, φθεί­ρο­σι τὰ ἤ­θη των μὲ τὴν ἀ­σω­τεί­αν, καὶ γί­νον­ται ὄν­τως χοῖ­ροι, καὶ χει­ρό­τε­ροι ἀ­κό­μη (δ-70).
Ακόμα χειρότερα, «με­ρι­κοὶ νέ­οι μά­λι­στα, εὐ­θὺς ὁ­ποὺ ἀλ­λά­ξουν τὰ φο­ρέ­μα­τα τῆς πα­τρί­δος, θέ­λου­σιν ἐξ ἀ­πο­φά­σε­ως νὰ φα­νῶ­σιν ἀλ­λο­γε­νεῖς καὶ σχε­δὸν δὲν κα­τα­δέ­χον­ται οὔ­τε κἂν νὰ συ­να­να­στρέ­φων­ται εἰς τὴν ὁ­δὸν μὲ τοὺς ὁ­μο­γε­νεῖς των» (δ-71). «Εἶ­ναι με­ρι­κοὶ νέ­οι, ὁ­ποὺ χρω­μα­τί­ζου­σι τὸ πρό­σω­πόν τους ὡς αἱ πόρ­ναι» (δ-72α). Και αντί να σπουδάζουν «τὴν πο­λι­τι­κήν, τὰ νο­μι­κά, τὴν τα­κτι­κήν, τέ­λος πάν­των, τὰς ἀ­ναγ­καί­ας ἐ­πι­στή­μας διὰ τὸ γέ­νος μας», αυτοί αντίθετα «ἢ τὴν ἰ­α­τρι­κὴν σπου­δά­ζου­σι, ἢ τὰ μυ­θο­λο­γι­κὰ ποι­ή­μα­τα ἀ­να­γι­νώ­σκο­σι, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ροι τό­μοι εἰς τὴν Γαλ­λί­αν καὶ Ἰ­τα­λί­αν πα­ρὰ κο­λο­κύν­θια εἰς ὅ­λην τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον» (δ-71). Επί πλέον, μένουν συχνά στον ξένο τόπο και ξεχνούν την πατρίδα τους. Εδώ, ο Ανώνυμος βρίσκεται στην ίδια γραμμή με τον Καταρτζή, όταν καλεί τους Έλληνες νέους να παίρνουν από τη Δύση μόνο ό,τι χρειάζεται στην πατρίδα τους και να αναπτύσσουν μια δημιουργική σχέση με τους ξένους πολιτισμούς, κατά τον ίδιο τρόπο που έκαναν οι Έλληνες στην αρχαιότητα:
…φυ­λά­γον­τας ἐ­κεῖ­νο ποὺ ’­ναι καὶ μὴ βγά­νον­τας ἀ­πτὸ νοῦ του μή­τε μί­α στιγ­μὴ πὼς εἶ­ναι Ρω­μη­ὸς χρι­στια­νός, νὰ ξέ­ρῃ νὰ κυ­νη­γᾷ πάν­τα τῆς ἰ­δέ­αις ποὺ τὸν χρει­ά­ζουν­ται καὶ τὸν ὠ­φε­λοῦν, καὶ νὰ πα­ρα­βλέ­πῃ ἐ­κεί­ναις ποὺ εἶ­ναι σ’ αὐ­τὸν πε­ριτ­ταίς, ἢ ποὺ τὸν ἐ­βλά­φτουν. […]
Ὤν­τας λοι­πὸν κ’ ἐ­μεῖς ὄ­πω­σουν ἕ­να ἔ­θνος, κ’ ἔ­χων­τας πα­τρί­δα φί­λον ἔ­δα­φο­ς, πρέ­πει νὰ ’­χου­με οἰ­κεί­αις ἰ­δέ­αις ποὺ μας τε­ριά­ζουν, ἡ ὁ­ποί­αις κ’ εἲ­ν’ ἄλ­λαις κ’ ἀλ­λοι­ώ­τι­καις ἀ­πὸ τῆς τούρ­κι­καις, ἰ­τα­λι­καὶς ἢ φραν­τζέ­ζι­καις, καὶ γιὰ τοῦ­το χα­ρα­κτη­ρί­ζων­τας τὸ ἔ­θνος μας πρέ­πει νὰ σπου­δά­ζ’ ἕ­νας Ρω­μη­ὸς χρι­στια­νὸς νὰ τῆς ἀ­πο­χτᾷ καὶ ἢ σπου­δά­ζει καὶ δι­α­βά­ζει βι­βλί­α τούρ­κι­κα, ἢ ἐ­πέρ­χε­ται καὶ μα­θαί­νει βι­βλί­α φράγ­κι­κα, πρέ­πει σὰ μέ­λισ­σα ν’ ἀ­παν­θί­ζη τῆς οἰ­κεί­αις του, τό­σο διὰ νὰ τῆς φρο­νῇ, ὅ­σο καὶ διὰ νὰ τῆς κοι­νο­λο­γᾶ’ εἰς τὸ ἔ­θνος του, μὲ τὸ στό­μα του ἢ μὲ τὸ κον­τύ­λι  ὡ­σὰν ὀ­ποῦ μὲ τέ­τοι­ον τρό­πο κά­μν’ ἐ­κεῖ­νο πώ­κα­μαν καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες, Πλά­των καὶ ἄλ­λοι, ποὺ πη­γαί­νων­τας στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ Ἰν­δί­α, καὶ μα­θαί­νον­τας τὴ σο­φί­α τους, γύ­ρι­σαν πί­σου στὸ ἔ­θνος τους καὶ τὴν πα­τρί­δα τους, καὶ ἐ­κοι­νο­λό­γη­σαν κ’ ἐ­πα­ρά­δο­σαν σ’ αὐ­του­νοὺς τὰ πλού­τη ποὺ κέρ­δη­σαν. 
Λοι­πὸν κ’ ὅ­σοι μα­θαί­νουν ἀ­ποὺ μᾶς ξε­νι­καὶς γλώσ­σαις, καὶ τρό­πον τι­νὰ μὲ τοῦ­το ἀ­πο­δη­μοῦν σ’ ἄλ­λα ἔ­θνη, δὲν πρέ­πει να­πο­μέ­νου­νε εἰς αὐ­τὰ καὶ ναρ­νι­οῦν­ται τὴν πα­τρί­δα τους, νὰ λει­πο­τα­κτοῦν καὶ νὰ κα­τα­δι­κά­ζουν­ται μο­να­χοὶ τους σὲ ἀ­ει­φυ­γί­α, ἀλ­λὰ πά­λε νὰ γυ­ρί­ζουν στὸν τό­πο τους, ὃ ἐ­στὶ πα­ρα­βλέ­πον­τας τῆς ἄλ­λαις ἰ­δέ­αις, νὰ οἰ­κει­ο­ποι­οῦν­ται τῆς ἰ­δέ­αις ποὺ τε­ριά­ζουν στὸ ἔ­θνος τους καὶ τὸ ὠ­φε­λοῦν, κ’ ἐ­κεί­ναις μο­να­χὰ νὰ δο­ξά­ζουν καὶ νὰ ’­χουν πάν­τα στὸ στό­μα τους ἢ νὰ τῆς γρά­φουν καὶ νὰ τῆς με­τα­δί­δου­νε μὲ τὴν πέν­να17.       
Ο Ανώνυμος, στο πλαίσιο του αγώνα του ενάντια στην απορρόφηση από τους ξένους, καταδικάζει ως «ἄ­κραν ἀ­φρο­σύ­νην» και «ἐντροπὴν ἀνυπόφορον» την επιλογή να νυμφευθούν με «ἀλ­λο­γε­νῆ γυναῖκα» (δ-74), όταν μάλιστα οι Ευρωπαίες γυναίκες υποτιμούν το ελληνικό γένος, και απατούν τους άνδρες τους, κάποτε μάλιστα εν γνώσει των!
Πῶς θέ­λεις νὰ σὲ ἀ­γα­πή­σῃ ἡ συμ­βί­α σου καὶ νὰ σὲ τι­μή­σῃ, ὅ­ταν ἔμ­προ­σθέν σου κα­τη­γο­ρῇ τὸ γέ­νος σου, καὶ ἐ­σύ, ἀ­ναί­σχυν­τε, τὸ ἀ­κού­ῃς μὲ ἄ­κραν ἀ­δι­α­φο­ρί­αν;  Πῶς θέ­λεις νὰ εὕ­ρῃς τὴν ἀ­νά­παυ­σίν σου, ὅ­ταν αὐ­τὴ πω­λῇ τὴν τι­μήν σου καί, τὸ χει­ρό­τε­ρον, ὁ­ποὺ πολ­λά­κις ἐ­σὺ δὲν τὸ ἀ­γνο­εῖς; (δ-74)
Εν συνεχεία, με μια εκπληκτική και τόσο πρώιμη επίκριση της έννοιας του έρωτα στη Δύση, υποστηρίζει πως «αἱ γυ­ναῖ­κες τῶν ἀλ­λο­γε­νῶν» έχουν «καρ­δί­ας δι­ε­φθαρ­μέ­νας» και «προ­σπα­θοῦ­σι νὰ κα­τα­στή­σω­σι τὴν ἀ­γά­πην μί­αν τε­χνι­κὴν τρυ­φήν», αντί για την «θεί­α ἀλ­λε­πάλ­λη­λο κλί­σι καὶ φι­λί­α», που συνιστά τον αυθεντικό έρωτα. Και, εξ άλλου, η Ελλάδα δεν υστερεί καθόλου σε γυναικεία ομορφιά από τη Δύση:
Ὑ­στε­ρεῖ­ται ἡ Ἑλ­λάς, ἴ­σως, ἀ­πὸ κο­ρά­σια; Ἔ­φυ­γεν, ἴ­σως, ἡ Ἀ­φρο­δί­τη ἀ­πὸ τὸν πρῶ­τον της να­όν; Τὶ σὲ ἀ­πο­τύ­φλω­σε τό­σον, ὁ­ποὺ σοῦ φαί­νον­ται ὡ­ραι­ό­τε­ρα τὰ ζω­γρα­φι­σμέ­να ἀ­ναι­δέ­στα­τα πρό­σω­πα τῶν κα­κο­η­θε­στά­των ἀλ­λο­γε­νῶν, ὦ ἀ­ναί­σχυν­τε καὶ ὄν­τως γι­δο­κέ­φα­λε ἀ­πο­στά­τα τῆς πα­τρί­δος; (δ-76)
Επί πλέον, ο Έλληνας, όσο και αν πασχίσει, δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσει την επιδοκιμασία των «ἀλλογενῶν», οι οποίοι κατά βάθος «σὲ μι­σοῦν, σὲ κα­τα­φρο­νοῦν καὶ σὲ πε­ρι­γε­λοῦν παν­το­τι­νά».
Κα­θεὶς ἀ­πὸ αὐ­τοὺς λέ­γει: «ἰ­δὲ τὸν χοῖ­ρον, τὸν χυ­δαῖ­ον Ἕλ­λη­να, διὰ νὰ με­τριά­σῃ τὴν οὐ­τι­δα­νό­τη­τά του, ἠ­θέ­λη­σε νὰ λά­βῃ σύ­ζυ­γον ἀ­πὸ τὸ γέ­νος μας. Ἀλλ᾿ αὐ­τὸς εἶ­ναι πάν­το­τε ὁ ἴ­διος τὰ βάρ­βα­ρα ἤ­θη τῆς πα­τρί­δος του δὲν τὰ ἄλ­λα­ξεν» (δ-77).
Διότι τον αποστάτη και τον καταφρονητή της πατρίδας και των ηθών του οι πάντες τον αποστρέφονται, συνεχίζει ο Καταρτζής:
Καὶ τὶ Φραν­τζέ­ζος εἲ­ν’ ἕ­νας Φραν­τζέ­ζος, ἢ Ἐγ­γλέ­ζος ἕ­νας Ἐγ­γλέ­ζος νὰ φρο­νῇ τὰ τῶν Ἐγ­γλέ­ζων ἢ τὰ τῶν Φραν­τζέ­ζων πο­λι­τι­κὰ κ’ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά; Τὸν τέ­τοι­ον πάν­τα ὁ Ἐγ­γλέ­ζος τὸν λέ­γει σκυ­λί, κ’ ὁ Φραν­τζέ­ζος καλ­βί­νο καὶ προ­δό­τη τῆς πα­τρί­δας του. Λοι­πὸν κ’ ἕ­νας δι­κός μας, τὶ Ρω­μη­ὸς καὶ τὶ χρι­στια­νὸς εἶ­ναι σὰ συ­νά­ζ’ ἰ­δέ­αις ὀ­θνεί­αις, σὰν τῆς πρε­σβεύ­ῃ καὶ τῆς κη­ρύτ­τῃ ἐ­νάν­τια στῆς δι­καίς του πώ­πρε­πε νὰ ’­χη; Δὲν εἲ­ν’ τά­χα σε­ση­πὸς μέ­λος, λει­πο­τα­ξί­ας, αὐ­τό­μο­λος στοὺς ἐ­χθρούς μας, κ’ ἀ­νά­ξιος νά­χη τὰ ὀ­νό­μα­τά του, ποῦ γιὰ λό­γου του δὲν μπο­ρεῖ ναύ­ρῃ πο­τὲς του πιὸ τι­μη­μέ­να18;
Και επί τέλους οι Έλληνες και προπαντός οι «ξενιτευμένοι» θα πρέπει να έχουν υπόψη τους «ὅτι, ὅπου εἶναι ἡ πατρίς, ἐκεῖ καὶ ἡ εὐτυχία» (δ-81). Σε καμία περίπτωση δεν αρκούν τα χρήματα τα οποία πέμπουν, διότι «οἱ  Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν» τους. Σε μια βίαιη έκκληση σε άμεση επαναστατική δράση και απόρριψη των κάθε είδους «καταπραϋντικῶν», καλεί τους ευεργέτες να πάψουν «νὰ παρηγορῶσι τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν», η οποία, εάν αφηνόταν ελεύθερη να εκδηλωθεί, «ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος»! (δ-85) Το έθνος «ζητεῖ περισσότερον, παρὰ τὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας. Τὴν παρουσίαν σας, τὴν συνέργειάν σας ζητεῖ, ὦ  Ἕλληνες, καὶ ὄχι ἄλλην βοήθειαν» (δ-90). Όπως παρατηρεί εύστοχα ο Σπύρος Ασδραχάς, οι Έλληνες δεν θεμελιώνουν την υπόστασή τους και την ιστορική διεκδίκηση της ταυτότητάς τους με αναφορές στις αξίες της Δύσης, αλλά σε εκείνες των αρχαίων Ελλήνων και –όπως δείξαμε πιο πάνω– στη θρησκευτική τους ετερότητα:
Οι έλληνες του Ανωνύμου είναι γένος διακριτό από τους αλλογενείς, χριστιανούς ή μουσουλμάνους. Είναι ξένοι στις εξωελλαδικές ευρωπαϊκές κοιτίδες τους, μισητοί από φθόνο ή περιφρόνηση: οι ίδιοι παραδίδονται σε πολιτισμικές ωσμώσεις που διαιωνίζουν τη δουλικότητά τους, χάνουν την οικογενειακή τους τιμή, όπως τη χάνουν στην τυραννία. Βρίσκεται στους αντίποδες του Κοραή του Άμστερνταμ, όπως τον περιγράφει και απαξιώνει ο Σταμάτης Πέτρου19.
Αυτή η στάση απέναντι στους «ἀλλογενεῖς» επεκτείνεται και εις «τοὺς ἀλλογενεῖς δυνάστας», από τους οποίους οι Έλληνες δεν έχουν τίποτε να περιμένουν, διότι «ὁ κύριος στοχασμὸς τῶν ἀλλογενῶν δυνάστων εἶναι εἰς τὸ νὰ προσπαθήσουν νὰ κάμουν τὸ ἴδιόν των ὄφελος μὲ τὴν ζημίαν τῶν ἄλλων». Εξάλλου, εάν κάποιος από αυτούς «κατατροπώσει τὸν ὀθωμανόν», δεν πρόκειται να «μᾶς ἀφήσει ἐλευθέρους», όπως καταδεικνύει και «ἡ πολυποίκιλος στροφὴ τῆς γαλλικῆς στάσεως» (δ-95).  «Διότι οἱ  Ἕλ­λη­νες, εἰ μὲν εἶ­ναι πλού­σιοι καὶ ἄ­ξιοι, φθο­νῶν­ται πα­ρὰ τῶν ἀλ­λο­γε­νῶν, εἰ δὲ πτω­χοὶ καὶ ἀ­νά­ξιοι, κα­τα­φρο­νῶν­ται» (δ-74ε). Ο Ανώνυμος αρνείται το δίλημμα της επιλογής μεταξύ των Τούρκων και κάποιου ξένου, ίσως δυτικού, δυνάστη –πιθανότατα υπονοεί τη Γαλλία και τον Ναπολέοντα– για έναν επιπλέον λόγο: σε αυτή την περίπτωση, «οἱ Ἕλ­λη­νες δὲν θέ­λουν μεί­νει πλέ­ον Ἕλ­λη­νες, ἀλ­λὰ κατ᾿ ὀ­λί­γον ὀ­λί­γον θέ­λουν δι­α­φθα­ρῆ τὰ ἤ­θη των» (ε-44). Προφανώς, αναφέρεται στον κίνδυνο εκδυτικισμού των Ελλήνων, τον οποίο με τόση αποστροφή είχε διαπιστώσει και στηλιτεύσει στη συμπεριφορά των εκπατρισμένων Ελλήνων και ιδιαίτερα της νεολαίας. Και, σε μια τέτοια περίπτωση, οι Έλληνες κινδυνεύουν ακόμα περισσότερο να μείνουν «πά­λιν δοῦ­λοι» και, μάλιστα, «δοῦ­λοι […] ἀ­λευ­θέ­ρω­τοι διὰ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νας» (ε-44). Και, εξ άλλου, ποιος ο λόγος «νὰ θέλωμεν νὰ ἀλλάξωμεν κύριον, ὅταν μόνοι μας ἠμποροῦμεν νὰ ἐλευθερωθῶμεν;» (δ-97)
Και όλα αυτά σε μία στιγμή που, πλέον, οι Οθωμανοί καταρρέουν, ενώ οι Έλληνες βρίσκονται σε ανοδική πορεία. Εδώ επικεντρώνονται τα κυριότερα βέλη της κριτικής του,  σε όσους δηλαδή κηρύττουν την υποταγή στους Οθωμανούς:
Τί λέ­γου­σι, λοι­πόν, αὐ­τοὶ οἱ βρω­με­ροὶ καὶ χυ­δαι­ό­τα­τοι ἄν­θρω­ποι; «Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ νι­κη­θῇ ἓν τό­σον με­γά­λον βα­σί­λει­ον; Ἡ­μεῖς δὲν ἠμ­πο­ροῦ­μεν νὰ κυ­βερ­νη­θῶ­μεν μό­νοι μας. Ποῦ νὰ εὕ­ρω­μεν ἕ­να ἄλ­λον βα­σι­λέ­α τό­σον εὔ­σπλαγ­χνον, καὶ τό­σον κα­λόν; Τί εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α; Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α οὔ­τε ἐ­στά­θη, οὔ­τε θέ­λει στα­θῆ. Ποῦ νὰ χύ­σω­μεν τό­σον αἷ­μα! Οἱ ὀ­θω­μα­νοί, εὐ­θὺς ὁ­ποὺ κα­τα­λά­βουν, ὅ­τι ἔ­χο­μεν τοι­οῦ­τον σκο­πόν, θέ­λου­σι μᾶς ἀ­πο­κε­φα­λί­σει ὅ­λους, ὡς τό­σα πρό­βα­τα, καὶ ἔ­στω ἡ ἐ­σχά­τη πλά­νη χεί­ρων τῆς πρώ­της.­.. » καὶ ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α, τὰ ὁ­ποῖ­α […] δη­λο­ποι­οῦ­σι τὴν ἄ­ναν­δρον καὶ ὄν­τως ἑ­βρα­ϊ­κήν των καρ­δί­αν (ε-5).
Ο στόχος των επικρίσεών του είναι όλοι όσοι κηρύττουν την υποταγή στους Οθωμανούς και, μάλιστα, σε μία τουλάχιστον αποστροφή του, «Τί εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α; Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α οὔ­τε ἐ­στά­θη, οὔ­τε θέ­λει στα­θῆ», απευθύνεται ευθέως στον συγγραφέα της Πατρικής Διδασκαλίας, τον Αθανάσιο Πάριο, ο οποίος υποβάλλει σε κριτική, με ανάλογες εκφράσεις, την έννοια της ελευθερίας. Και αυτό, τη στιγμή που το «ὀ­θω­μα­νι­κὸν κρά­τος τὴν σή­με­ρον εὑ­ρί­σκε­ται εἰς τὰ ὀ­λοί­σθια (sic) τοῦ θα­νά­του» (ε-12) και αποσυντίθεται εσωτερικώς ενώ, αντίθετα, το ελληνικό έθνος ακμάζει. Και οι αιτίες αυτής της ακμής είναι πολλές: «πρώ­τη λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ προ­χώ­ρη­σις τοῦ γέ­νους μας εἰς τὰ μα­θή­μα­τα» (ε-15). Σε αντίθεση όμως με τους λόγιους διαφωτιστές, που εξαντλούν εις τον «φωτισμόν» την ακμή του γένους, το δεύτερο στοιχείο της είναι η αύξηση εκείνων «οἱ ὁ­ποῖ­οι μὴν ὑ­πο­φέ­ρον­τες τὰς φο­βε­ρὰς τυ­ραν­νί­ας τῶν ὀ­θω­μα­νῶν, […] φεύ­γου­σιν εἰς τὰ δά­ση, διὰ νὰ δι­αυ­θεν­τεύ­σουν τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν των» και οι οποίοι ξεπερνούν τους «δέ­κα χι­λιά­δας, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἀν­δρεί­α εἶ­ναι ἀ­δι­ή­γη­τος καὶ ἡ ἀ­γά­πη διὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν τους ἀ­πε­ρί­γρα­πτος» (ε-20). Και τέλος, το σημαντικότερο είναι η ίδια η φύση του ελληνικού λαού:
Τὰ ἤ­θη τῶν Ἑλ­λή­νων, πρὸς τού­τοις, εἶ­ναι ἄλ­λη με­γα­λει­τέ­ρα αἰ­τί­α, ὅ­τι εὔ­κο­λος εἶ­ναι ἡ ἐ­πα­νόρ­θω­σίς των. Ὅ­λοι οἱ Ἕλ­λη­νες, καὶ μά­λι­στα οἱ χω­ρι­κοί, ἔ­χου­σι με­γα­λω­τά­την κλί­σιν εἰς τὰ ἅρ­μα­τα. […] Εἶ­ναι δὲ γε­νι­κῶς πε­προι­κι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν φύ­σιν μ᾿ ἓν πνεῦ­μα γεν­νη­τι­κὸν καὶ ὀρ­θόν. Ἀ­νά­με­σα δὲ εἰς τὰς φυ­σι­κάς των ἀ­ρε­τάς, διὰ νὰ εἰ­πῶ ἔτ­ζι, ἡ φι­λο­ξε­νί­α εἶ­ναι εἰς αὐ­τοὺς γε­νι­κή. Τέ­λος πάν­των φι­λό­θρη­σκοι καὶ εἰς τὸ ἄ­κρον ἐ­ναν­τί­οι τῶν ὀ­θω­μα­νῶν (ε-22). […] Οἱ ὀθωμανοὶ δέ, […] δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι (ε-29).
Δεν λείπουν δε τα παραδείγματα και τα πρότυπα αυτού του «ὑπὲρ πάντων» αγώνα και μάλιστα «ἓν πα­ρά­δειγ­μα, καὶ με­γά­λον καὶ νέ­ον, τὸ ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι ἀρ­κε­τόν, διὰ νὰ σᾶς κα­τα­πεί­σῃ, χω­ρὶς νὰ ἔ­χω χρεί­αν νὰ ἀν­τι­γρά­ψω τοὺς ἱ­στο­ρι­κούς, […] οἱ Σέρ­βοι μᾶς δί­δουν αὐ­τὸ τὸ με­γά­λον πα­ρά­δειγ­μα, ὦ Ἕλ­λη­νες» (ε-31). Και αν ο Καραγεώργης κατόρθωσε μέσα σε έξι μήνες να απελευθερώσει τους Σέρβους, οι Έλληνες διαθέτουν πολύ περισσότερα όπλα και δυνάμεις, «τὸ παν­το­τι­νὸν πα­ρά­δειγ­μα τῶν θαυ­μα­στῶν Μα­νιά­των» (ε-32,33), τους κλέφτες, «ὁ­ποὺ κα­θη­με­ρι­νῶς πο­λε­μοῦ­σι καὶ νι­κοῦ­σι» (ε-37), καθώς και «τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων, ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς ἐχθρούς των πολεμοῦσι» (ε-37). Και οι Έλληνες θα είχαν ίσως προηγηθεί των Σέρβων, διότι «ποῖ­ος ἀμ­φι­βάλ­λει, ὅ­τι ὁ Ρή­γας ἤ­θε­λεν ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τὴν Ἑλ­λά­δα, ἂν ἡ φθο­νε­ρὰ τύ­χη μας δὲν ἤ­θε­λεν δα­νεί­σει τῆς προ­δο­σί­ας τὸ μια­ρὸν ξί­φος εἰς τὰς χεῖ­ρας τοῦ σκλη­ροῦ Οἰ­κο­νό­μου;» (ε-37) όταν, επί πλέον, οι Έλληνες υπερτερούν συντριπτικά, αριθμητικά, των Τούρκων στις κατακτημένες περιοχές (ε-35). Κατά τον Ανώνυμο, όπως είχε συμβεί και με τον Ρήγα, που αποτελεί πρότυπο και οδηγό του, σε αντίθεση με άλλους λογίους που επέμεναν περισσότερο –ή αποκλειστικά– στις αξίες της παιδείας, οι δυνάμεις της επανάστασης θα προέλθουν κατ’ εξοχήν από το σώμα του λαού και κυρίως από τα ένοπλα τμήματά του.
Με ποιες δυνάμεις όμως θα γίνει η επανάσταση; Το σχήμα τους το έχει ήδη υποδείξει από το 1782 ο Σουαζέλ Γκουφιέ το είχε ήδη χρησιμοποιήσει ο Ιωάννης Δονάς το 1797: συνδέεται άμεσα με το κύριο πρόβλημα του Ανώνυμου, δηλαδή την εσωτερίκευση της δουλείας. Γιατί ο Σουαζέλ Γκουφιέ δεν συμβολοποίησε μόνο το μοτίβο της ex ossibus ανάδυσης του εκδικητή, το μοτίβο των κοκκάλων που εξήραν ο Μαρτελάος και ο Σολωμός και σατίρισαν οι επτανήσιοι συντηρητικοί: έδωσε κυρίως το σχήμα και τη γεωγραφία, μαζί με ένα είδος πολιτειογραφίας, της ανυποταγής, δηλαδή της διατήρησης της ελευθερίας στις ορεινές κοινότητες της Ακαρνανίας, του Σουλιού, της Μάνης. Προσοχή: το σχήμα αυτό δεν συμπίπτει με εκείνο του Καταρτζή, ούτε έγινε από όλους αποδεκτό θυμίζω τις επιφυλάξεις του Ψαλίδα για τα όρια της αυτονομίας και της ανομίας, τα μάλλον ληστρικά συστήματα των αυτόνομων κοινοτήτων. Αυτό το σχήμα υιοθετεί ο Ανώνυμος για να δείξει την πολεμική ετοιμότητα της επανάστασης. Έχουμε να κάνουμε πάλι με τόπους που έγιναν κοινοί20.
Όσο για τα κηρύγματα της υπομονής μέχρις ότου το γένος εκπαιδευτεί και εκπολιτιστεί εξ ολοκλήρου, που είχαν ήδη αρχίσει να ακούγονται μετά την υποχώρηση της επαναστατικής έξαρσης της περιόδου της γαλλικής Επανάστασης, ιδιαίτερα στο περιβάλλον των λογίων και των Φαναριωτών, είναι απολύτως εσφαλμένα. Για τον Ανώνυμο, απελευθέρωση και παιδεία συμβαδίζουν, είναι ταυτόσημα:
Μὴν στο­χά­ζε­σθε λοι­πόν, ὅ­τι χρει­ά­ζον­ται αἰ­ῶ­νες, διὰ νὰ καλ­λω­πι­σθῇ τὸ γέ­νος μας κα­θὼς πρέ­πει. Οὐ­χί, ὦ Ἕλ­λη­νες! Τὸ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῇ καὶ νὰ καλ­λω­πι­σθῇ εἶ­ναι τὸ αὐ­τό, καὶ θέ­λει ἀ­κο­λου­θή­σει εἰς τὸν ἴ­διον και­ρόν (ε-47).
Στο τέλος του κειμένου του, ο Ανώνυμος επιχειρεί μια συνοπτική απαρίθμηση των παραγόντων που καθιστούν άφευκτη την απελευθέρωση των Ελλήνων. «Ὁ χα­ρα­κτήρ μας, ἡ πο­σό­της μας, τὰ ἤ­θη μας», η παρακμή της Τουρκίας, η ύπαρξη των επαναστατικών δυνάμεων («τὸ πλῆ­θος τῶν συν­δρο­μη­τῶν») και, τέλος, «ἡ φυ­γὴ τῆς ἀ­μα­θεί­ας», όλα αυτά από κοινού οδηγούν στην ωρίμανση των προϋποθέσεων της Επανάστασης (ε-54). Και ένας νέος Ρήγας θα βρεθεί για να φέρει το μήνυμα. Και θα ντροπιαστούν όσοι δεν πιστεύουν στην αναπόδραστη εμφάνισή του:
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ πάλιν ἄλλος, ἀπ᾿ ἐκείνους ὁποὺ κρίνουν τὰ πράγματα καθὼς τὰ βλέπουν, καὶ ὄχι καθὼς εἶναι, νὰ λέγῃ: «Ἔ! ἕνας ἦτον ὁ Ρήγας, καὶ ἄλλος δὲν εὑρίσκεται». Ὤ, πόσον λανθάνεται, ὅποιος ἔτζι στοχάζεται! […] Καὶ ἂν μέχρι τοῦ νῦν δὲν ἐφάνη, ὄχι διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς ὀλίγου; Μόνον οἱ ἀκατάπειστοι ἂς προσμείνουν νὰ ἰδοῦν εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐντροπήν τους (ε-38).


«Ανωνύμου» τύχες

Όπως κατέδειξε ο εκδότης της Νομαρχίας, ο Γιώργης Βαλέτας, το κείμενο της Νομαρχίας ήταν εν τέλει αρκετά διαδεδομένο στην προεπαναστατική Ελλάδα21, παρά το ότι επανεκδόθηκε μόλις το 1949, ενώ και ο συγγραφέας της παραμένει μέχρι σήμερα βυθισμένος στο σκοτάδι, παρά τις πολλές προσπάθειες να εντοπιστεί. Κατά καιρούς έχει αποδοθεί στον έμπορο Σπυρίδωνα Σπάχο, τον Ιωάννη Κωλέττη, τον Χριστόφορο Περαιβό, τον «ιατροφιλόσοφο» Γεώργιο Καλαρά, τον έμπορο και ιατρό Ιάννη Δονά Πασχάλη, στον… Αδαμάντιο Κοραή, αλλά και στον Αθανάσιο Ψαλίδα, τον πρόξενο της Αγγλίας στα Γιάννινα, Φορέστη, στον Ζακυνθηνό «ιατροφιλόσοφο», Διονύσιο Ταγιαπιέρα κ.ά22. Το βέβαιο είναι πως, μέχρι σήμερα, παρά τις προσπάθειες πολλών ερευνητών και ιστορικών να εντοπίσουν τον συγγραφέα της Νομαρχίας23, δεν έχει παρουσιαστεί κάποια οριστική ή έστω ικανοποιητική εκδοχή. Το μυστήριο εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστο.
Το ότι ο συγγραφέας της Νομαρχίας παρέμεινε εν τέλει άγνωστος, ενώ το ίδιο το κείμενο επανεκδόθηκε μόλις το 1949, σε δύο παράλληλες εκδόσεις, από τον Ν. Τωμαδάκη και τον Γ. Βαλέτα, είναι μάλλον συνέπεια του ίδιου του εκρηκτικού του περιεχομένου και της διαφορετικής πορείας που πήραν τα πράγματα στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά την Επανάσταση. Μια τέτοια καταλυτική κριτική, τόσο στις βάσεις του κοινωνικού καθεστώτος όσο και ενάντια στον κλήρο και τους κοτζαμπάσηδες, μετά μάλιστα από την εμπειρία μιας επανάστασης, στη διάρκεια της οποίας χιλιάδες κληρικοί και προεστοί, εκόντες ή άκοντες, θα θυσιαστούν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες σε έναν μακρόχρονο και αιματηρό επαναστατικό αγώνα, έμοιαζε πλέον εκτός τόπου και χρόνου. Αν μάλιστα υποθέσουμε, όπως είναι εξαιρετικά πιθανό, πως ο συγγραφέας, οι συγγραφείς, ή οι ομοϊδεάτες τους που γνώριζαν τους συγγραφείς, βρέθηκαν στη συνέχεια σε κάποιες θέσεις ευθύνης στις τάξεις των επαναστατών ή του μετεπαναστατικού καθεστώτος, τότε είναι μάλλον κατανοητή αυτή η καθολική αποσιώπηση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως η Νομαρχία δεν επηρέασε τους Έλληνες σε όλη την προεπαναστατική περίοδο μέχρι την Επανάσταση. Αντίθετα, οι επιρροές της είναι προφανείς τόσο στην ίδια τη σύλληψη και την αρχική ιδεολογία της «Φιλικής Εταιρείας», που είναι πολύ ριζοσπαστικότερη από τη συνέχειά της, όσο και στο έργο των μεγάλων ποιητών της Επανάστασης: Εδώ θα συναντήσουμε ίσως και την πηγή της εμπνεύσεως του Κάλβου. Γράφει ο Ανώνυμος: «Ὤ, κάλ­λιον ἕ­νας σει­σμὸς ἢ ἕ­νας κα­τα­κλυ­σμὸς νὰ μᾶς ἀ­φα­νί­σῃ ὅ­λους τοὺς Ἕλ­λη­νας, πα­ρὰ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω­μεν πλέ­ον εἰς ξέ­νον σκῆ­πτρον» (ε-45) και απαντά ο Κάλβος: «Τῆς θαλάσσης καλῄτερα φουσκωμένα τὰ κύματα / να πνίξουν τὴν πατρίδα μου ὡσὰν ἀπελπισμένην,     ἔρημον βάρκαν.»24.
Παραθέτει ο Ανώνυμος, στο προοίμιο της Νομαρχίας, μια φράση του Βιργιλίου: «Exoriare aliques nostris ex ossibus ultor»  (την οποία και μεταφράζει, «’Αναφανῆναί τις ἐκ τῶν  ὀστέων ἡμῶν ἔκδικος»), από την οποία είχε ήδη εμπνευστεί  ο Μαρτελάος25 και στην οποία αποκρίνεται ο Σολωμός: «Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά». Ίσως αυτή είναι η μοίρα τέτοιων κειμένων στην ιστορία: εμπνέουν, καθοδηγούν, αλλά μένουν εν τέλει στο περιθώριο και ξεχνιούνται όταν περάσει η επαναστατική φλόγα, για να ξαναφανούν και να αποτελέσουν και πάλι πηγή έμπνευσης πολύ αργότερα και σε νέες συνθήκες (όπως θα συμβεί με τη Νομαρχία στη διάρκεια της δικτατορίας των «συνταγματαρχών», το 1967-197426).
Ίσως η μοίρα της Νομαρχίας να συμβαδίζει με τη μοίρα της Επανάστασης του ’21, με την ίδια τη μοίρα της Ρωμιοσύνης. Θα συνταράξει όλη την Ευρώπη αρχικώς, προκαλώντας το κύμα του φιλελληνισμού, θα επιδιώξει την απελευθέρωση όλων των Βαλκανίων, για να περιοριστεί σταδιακώς στη Νότια Ελλάδα, και θα σωθεί in extremis από τα νύχια του Ιμπραήμ με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και την επιβολή της ξένης προστασίας. Θα ξεκινήσει με τα ριζοσπαστικότερα Συντάγματα της εποχής, συνέχεια εκείνου του Ρήγα, και θα  καταλήξει στην Αντιβασιλεία και τον Όθωνα.
Εν τέλει δε, στις μέρες μας, θα χρησιμοποιηθεί, κατά κόρον, μία πλευρά της και μόνον, εκείνη που στρέφεται κατά της Εκκλησίας, ενώ θα αποσιωπηθεί, σχεδόν παντελώς, η απόρριψη της ξενομανίας και της ξένης προστασίας. Ωστόσο, ο Ανώνυμος δεν υπήρξε μια δυτικομανής καρικατούρα, και παρ’ ότι έχει απανθίσει αναρίθμητα στοιχεία από την πιο προχωρημένη ευρωπαϊκή σκέψη της εποχής του, τις περισσότερες φορές το έχει κάνει με τρόπο δημιουργικό.
Η ιστορική θεμελίωση γίνεται με αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα, όχι στη φωτισμένη Δύση, στην οποία άλλωστε οφείλει την πνευματική του διάπλαση. Το νέο πολίτευμα θα πρέπει να στηριχτεί στις αρχαίες αξίες. Είμαστε μπροστά σε ένα εθνικό κήρυγμα που δεν προσφέρει το όνομά του, αναδεικνύει όμως τις συνεκτικότητές του, τις πιθανές συνεκτικότητες του Γένους που θα αναδυθούν με τη συνειδητοποίηση της ελευθερίας ως προϋπόθεσης της ευδαιμονίας, και με το σύνδρομο της συνειδητοποίησης αυτής, δηλαδή την επανάσταση. Η ελευθερία, συνεπώς, δεν θα δοθεί, αλλά θα κερδηθεί από τα διαφοροποιημένα υποκείμενάτης: παραφράζοντας, η Ελλάδα θα γίνει da se. Κοινός πλέον τόπος και στον Ρήγα και στον Ρωσσοαγγλογάλλο, και στις κατοπινές επαναστατικές εταιρείες27.
Σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης πραγματοποιεί δύο διαφορετικές αναγνώσεις της Νομαρχίας και της συνάφειάς της με τον Ρήγα και τις αντιλήψεις του. Στη διδακτορική του διατριβή, που υποβλήθηκε το 1978 στο Χάρβαρντ, ενώ μεταφράστηκε στα ελληνικά μεταγενέστερα (εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1996), γράφει για τη σχέση του Ανώνυμου με τον Ρήγα:
Το όραμα της ελευθερίας, ενσαρκωμένο στην επιστροφή της νομαρχίας, αποτελούσε την ενδεδειγμένη κατακλείδα της πολιτειακής θεωρίας του Ανωνύμου. Η κατάκτηση της ελευθερίας, ωστόσο, παρέμενε απλώς μια επιθυμία για το μέλλον, που μόνον η επαναστατική πρακτική μπορούσε να επιτύχει. Τα σημεία των καιρών και η θεώρηση των δυνατοτήτων της ελευθερίας δεν άφηναν καμία αμφιβολία στον νου του ανώνυμου πατριώτη. Το παράδειγμα ενός αδελφού βαλκανικού έθνους, των Σέρβων, έδειχνε καθαρά το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσουν οι Έλληνες. Η αναβίωση της σπαρτιατικής ανδρείας μεταξύ των Σουλιωτών και των Μανιατών δεν ήταν απλώς πηγή ελπίδας και υπερηφάνειας, αλλά και υπόμνηση των ηθικών υποχρεώσεων του κάθε πατριώτη. Ο δρόμος της επαναστατικής πάλης είχε ήδη χαραχθεί από τον Ρήγα, τον ήρωα που πρώτος πραγμάτωσε την αναγκαία ενότητα της θεωρίας του Διαφωτισμού και της πρακτικής της επανάστασης στην επιδίωξη της ελευθερίας. Το όραμα μιας νεοελληνικής νομαρχίας, που θα καθοδηγούσε τους αγώνες των νεότερων Ελλήνων, ήταν η απάντηση στην πρόσκλησή του και μνημείο στον μαρτυρικό του θάνατο.
Αποκαθιστώντας έτσι ρητά την ιδεολογική του συνάφεια με το έργο του Ρήγα, ο Ανώνυμος ο Έλλην δήλωνε απερίφραστα το περιεχόμενο της πολιτικής του συνείδησης. Η Ελληνική Νομαρχία ανήκε στην παράδοση του ελληνικού πολιτειακού ριζοσπαστισμού, που ξεπήδησε από την υποδοχή των γαλλικών επαναστατικών ιδεών στην ελληνική σκέψη. Ο Ρήγας υπήρξε ο πιο ηρωικός εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης του ελληνικού επαναστατικού Διαφωτισμού, ενώ ο Ανώνυμος ο Έλλην της πρόσφερε την πιο περιεκτική θεωρητική της έκφραση28.
Εδώ, πράγματι,  φωτίζεται ικανοποιητικά η ιδεολογική ταυτότητα του «Ανώνυμου» και οι πηγές της έμπνευσής του. Η «υποδοχή των γαλλικών επαναστατικών ιδεών στην ελληνική σκέψη», και προ παντός οι Σπαρτιάτες, οι Σουλιώτες, ο Ρήγας. Ωστόσο, στην πιο πρόσφατη αναφορά του στον «Ανώνυμο», το 2006, ο φωτισμός έχει μεταβληθεί ριζικά, ο «Ανώνυμος» επικρίνεται για «ξενοφοβία» (sic) και ο ρεπουμπλικανισμός του έχει μολυνθεί από τον «εθνικισμό»:
Προκειμένου να κινητοποιήσει τον τελευταίο, δηλαδή, τον λαό στο σύνολό του, χρειαζόταν κάτι παραπάνω από την ηθική του ρεπουμπλικανισμού και αυτή την ενίσχυση του συλλογικού συναισθήματος, της ηθικής βούλησης και της ψυχολογικής ισχύος, μπορούσε να την προσφέρει μόνο μια ισχυρή νέα κοινωνική δύναμη που συντηρούσε την εξάπλωση της νεωτερικότητας στην Ευρώπη: ο εθνικισμός. Το πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η μετάβαση αποτυπώνεται αρκετά αποκαλυπτικά στις σελίδες της Ελληνικής Νομαρχίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ρεπουμπλικανισμού προκειμένου ν’ αρθρώσει τα επιχειρήματά του εναντίον της τυραννίας και να εκθειάσει τις αρετές της Νομαρχίας. Αλλά, όταν πρόκειται για τον απελευθερωτικό αγώνα, στρέφεται προς το ηθικό μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδος προκειμένου να τονώσει τη συλλογική υπερηφάνεια και να βρει πρότυπα ηρωισμού. […]
Επί πλέον, ο συγγραφέας καταφεύγει σε μια ξενοφοβική ρητορική εναντίον των Οθωμανών κυρίαρχων, και επικαλείται τις αρετές και την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής. […]
Έτσι, η πολυπολιτισμική οπτική της ίδιας του της πηγής έμπνευσης, ο κοσμοπολίτικος ρεπουμπλικανισμός του Ρήγα, έχει χαθεί. Το παράδειγμα των Σέρβων, που εκείνη την εποχή ξεκινούσαν τη δική τους επανάσταση εναντίον των Οθωμανών, αναφέρεται από τον ανώνυμο συγγραφέα ως ένα πρότυπο ενός αγωνιζόμενου γειτονικού λαού, που θα πρέπει οι Έλληνες να μιμηθούν, αλλά οι Σέρβοι δεν προσκαλούνται να συμμετάσχουν σε μια κοινή νομαρχία, όπως είχε κάνει ο Ρήγας στη δική του επαναστατική έκκληση. Η απελευθέρωση υπό τη νομαρχία έγινε, μέσα σε πολύ λίγα χρόνια, ένα ζήτημα αμιγώς εθνικό, το οποίο επιδιώκουν ξέχωρες πολιτισμικές κοινότητες, που ορίζονται από τη γλώσσα τους και επιδιώκουν διακριτά ιστορικά πεπρωμένα. Η ρεπουμπλικανική κληρονομιά παρείχε τη γλώσσα της ελευθερίας και των συλλογικών επιδιώξεων, αλλά, μέσα στο καμίνι της Ναπολεόντειας Ευρώπης, η κοινότητα των πατριωτών είχε ενδυθεί τον χιτώνα του εθνικισμού, ώστε να αποκτήσει τη δυνατότητα να ιππεύσει πάνω στο κύμα του μέλλοντος29.
Ο «πολυπολιτισμικός» Ρήγας διαχωρίζεται από τον ανώνυμο μαθητή του, ο ρεπουμπλικανισμός του οποίου έχει πλέον στιγματιστεί από τον «ξενοφοβικό» εθνικισμό του! Τα δύο αυτά παραθέματα από το έργο του ίδιου συγγραφέα, για το ίδιο ακριβώς ζήτημα, καταδεικνύουν με ενάργεια τον δρόμο που έχει διανύσει τόσο ο ίδιος αλλά και μια ολόκληρη σχολή σκέψης από τη δεκαετία του 1970 μέχρι εκείνη του 2000. Μέσα σε τριάντα χρόνια, ο «ρεπουμπλικανισμός» αποσυνδέθηκε από τον ίδιο τον φορέα του, το… εθνικό κράτος.
Αν, στην πρώτη περίοδο, εκείνη του 1970, θα μπορούσε να προσάψει κανείς, στη σχολή της «νέας ιστορίας» στην Ελλάδα την υποτίμηση του Βυζαντίου και της Ορθοδοξίας και την υπερτίμηση των ταξικών ανταγωνισμών και των δυτικών επιρροών –χαρακτηριστική και της παραδοσιακής αριστερής ιστοριογραφίας, του Γιάννη Κορδάτου και άλλων–, ωστόσο, δεν θα διαπιστώσει ποτέ μια διχοτομία ανάμεσα στον «ρεπουμπλικανισμό» και το εθνικό κίνημα. Ο ρεπουμπλικανισμός αποτελεί την ιδεολογία του μαχόμενου έθνους, στην παράδοση της γαλλικής Επανάστασης.
Η «νέα ιστορία», στη δεκαετία του 1970, εξακολουθεί να κινείται στο εθνικό πεδίο. Έπρεπε να μεσολαβήσει η εποχή της «παγκοσμιοποίησης», η απόρριψη του έθνους-κράτους από τις κυρίαρχες πνευματικές και πολιτικές ελίτ, για να απαξιωθεί η έννοια του έθνους και να αποσυνδεθεί προκρούστεια από τον «ρεπουμπλικανισμό». Ως εάν να ήταν  δυνατή η ύπαρξη μια δημοκρατικής πολιτείας χωρίς τον εθνικό πολιτειακό της φορέα!  Η ρητή θέση του Κιτρομηλίδη πως ο «εθνικισμός» του «Ανώνυμου» διέστρεψε τον «κοσμοπολίτικο» ρεπουμπλικανισμό του Ρήγα, με την αντιοθωμανική του «ξενοφοβία», οδηγεί αβίαστα σε μία άλλη υπόρρητη: σήμερα, μπορούμε να αποκαθάρουμε αυτό τον αρχέγονο ρεπουμπλικανισμό (sic) από τον επιγενέστερο εθνικισμό και να επιστρέψουμε στο «πολυπολιτισμικό» πρότυπο μιας ρεπουμπλικανικής… Αυτοκρατορίας.
Επί πλέον, ο «Ανώνυμος» δεν ήταν «ξενοφοβικός» μόνο έναντι των Οθωμανών, αλλά, προπαντός, έναντι των Δυτικών – γεγονός που αποσιωπά εντελώς ο Κιτρομηλίδης σε αυτή τη δεύτερη επίσκεψή του στη Νομαρχία. Γι’ αυτό εξάλλου διαστρέφεται συστηματικά ο Ρήγας και μεταβάλλεται, ο πρωτομάστορας της ελληνικής Επανάστασης,  σε πολυπολιτισμική καρικατούρα30.
Σημειώνει με οξυδέρκεια ο Ευάγγελος Παπανούτσος, μετά την πρώτη επανέκδοση του Ανωνύμου, το 1948:
Οι σελίδες που αφιερώνει στον τρόπο που δημιουργήθηκαν οι πολιτείες και διαμορφώνονται τα πολιτικά καθεστώτα, στους λόγους που προκαλούν την ακμή και την παρακμή των εθνών, στους σκοπούς της παιδείας, στη θεωρία του χρήματος […] δείχνουν ότι εδώ μας μιλεί ένας άνθρωπος που δεν έχει μόνο από βιβλία αντλήσει τις γνώσεις του αλλά και ο ίδιος με την προσωπική του σκέψη έχει ξεκαθαρίσει και τακτοποιήσει τις ιδέες του. Πρωτότυπες φυσικά δεν είναι. Είναι εκείνες που κυκλοφορούσαν στην εποχή του […]. Αυτός όμως τις έχει προσωπικά αφομοιώσει, και επειδή ξέρει την κατάσταση της χώρας του […] μπορεί και να τις εφαρμόζει με οξύνοια, με δεξιοτεχνία και με θαυμαστή παρρησία31.
Προφανώς, στη Νομαρχία υπάρχουν στοιχεία παράταιρα ή «αχώνευτα», δανεισμένα από την ευρωπαϊκή ιδεολογία και λογιοσύνη [αναφέραμε ήδη τον αντικληρικαλισμό του], που οδηγούν σε αντιφάσεις μεταξύ της γενικής ιδεολογικής τοποθέτησης και της αναφοράς στα καθ’ έκαστα. Ωστόσο, αυτές οι αντιφάσεις δεν αναιρούν το γεγονός πως πρόκειται για την απόπειρα διαμόρφωσης μιας συνθετικής πρότασης, που ήθελε να είναι δημοκρατική, ριζοσπαστική, στην πρωτοπορία της ευρωπαϊκής σκέψης, και ταυτόχρονα εθνικοαπελευθερωτική, ριζωμένη στην ελληνική πραγματικότητα. Και αυτό συμβαίνει με κάθε αυθεντικό επαναστατικό «μανιφέστο».
Εν κατακλείδι, η Νομαρχία αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο κείμενο του ελληνικού διαφωτισμού και μάλιστα στην ακρότερη επαναστατική εκδοχή του, που ενέπνευσε τους επιγενέστερους και κατ’ εξοχήν τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας.

 1.Παρότι ο συγγραφέας που τόσο επηρέασε τους Έλληνες, ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ, δεν συμπεριλαμβάνεται στο κίνημα του Διαφωτισμού, με τη μηχανική και ορθολογική του στενότητα, αλλά αποτελεί μια πρόδρομη ρομαντική εκδοχή στο εσωτερικό του, ωστόσο ανήκει στο κίνημα του διαφωτισμού με την ευρύτερη έννοια του όρου, ιδιαίτερα εκείνη που εξέφραζε τους Έλληνες «διαφωτιστές», οι οποίοι ταύτιζαν τον «διαφωτισμό» με τον «φωτισμό» και κινούνταν μεταξύ ρομαντισμού και διαφωτισμού, και όχι με τις strictο sensu ιδιαίτερες αντιλήψεις του Διαφωτισμού.

 2.Το κομμουνιστικό κίνημα και οι ιδέες της οκτωβριανής Επανάστασης θα επεκταθούν σε όλο τον κόσμο έχοντας ως κυριότερο εκπρόσωπο και φορέα τους τη σταλινική Ρωσία, που είχε εξοντώσει το μεγαλύτερο μέρος των πρωτεργατών του Οκτώβρη και εν πολλοίς και το ίδιο του το πνεύμα. Και μήπως το ίδιο δεν είχε συμβεί, mutatis mutandis, με τον χριστιανισμό, που από κίνημα των αποκλήρων μεταβλήθηκε σε κρατική θρησκεία;

3. Για τον Φίλιππο Μπουοναρότι (Πίζα 1761  – Παρίσι 1837), το σημαντικότερο «ιδρυτικό στέλεχος» των Καρμπονάρων, βλ. Elizabeth Εisenstein (1959), The First Professional Revolutionist, Filippo Michele Buonarroti, Harvard University Press, Κέιμπριτζ Μασ. 1959. Για τον «δάσκαλό» του, Γράκχο Μπαμπέφ (1760 – 1797), ηγέτη της «Συνωμοσίας των Ίσων» στη γαλλική Επανάσταση, βλ. το βιβλίο του Μπουναρότι, Philippe Buonarroti, La Conspiration pour l’égalité, dite de Babeuf, Βρυξέλλες 1828,  επανέκδ. Les Classiques du peuple, Éditions Sociales, Παρίσι 1957, 2 τ., και Ηλία Έρενμπουργκ, Γράκχος Μπαμπέφ, Ο υπερασπιστής του λαού, Ηριδανός, Αθήνα χχ.

 4. Είναι πλέον γνωστό ότι ο Ανδρέας Κάλβος συμμετείχε στο κίνημα των καρμπονάρων. Βλ. σχετικά,  Κώστας Πορφύρης, Ο Ανδρέας Κάλβος ΚαρμπονάροςΗ μυστική δίκη των Καρμπονάρων της Τοσκάνης, Θεμέλιο, Αθήνα 1975, και Αθηνά Γεωργαντά, Τα θαυμάσια νερά, Ανδρέας Κάλβος. Ο ρομαντισμός, ο βυρωνισμός και ο κόσμος των Καρμπονάρων, Ερμής, Αθήνα 2011.

 5.Vittorio Alfieri, Ιταλός δραματικός ποιητής, ελληνιστής και θεατρικός συγγραφέας (1749-1803). Έγραψε πάνω από είκοσι τραγωδίες, πολλές από τις οποίες παίχτηκαν και στην Ελλάδα. Οι σπουδαιότερες ήταν οι: Ορέστης, Φίλιππος Β΄, Πολυνείκης, Σαούλ, Αγαμέμνων, Αντιγόνη, Βρούτος  κ.ά. Μέσα από το έργο του ξεπηδά η αγάπη για την ελευθερία και το μίσος για τους τυράννους. Ο Αλφιέρι αποτέλεσε και την κυριότερη πηγή της Ελληνικής Νομαρχίας,  μετά  τους αρχαίους ἑλληνες συγγραφείς.

 6. Κ. Θ. Δημαράς, Ο ρωσσαγγλογάλλος. Κριτική έκδοση με προλεγόμενα, Πορεία, Αθήνα 1999.

 7. Βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Ιδεολογικές συνέπειες της κοινωνικής διαμάχης στη Σμύρνη (1809-1810)», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τ. 3, Αθήνα 1982, όπου παρουσιάζεται στο μεγαλύτερο μέρος του ο λεγόμενος «Λίβελλος κατά των Αρχιερέων». Για το ευρύτερο πλαίσιο των διαμαχών της εποχής, βλ. Γιώργος Kαραμπελιάς, Κοινωνικές συγκρούσεις και Διαφωτισμός στην προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Κοραής και Γρηγόριος Ε΄, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2008.

 8. Βλ. Μιχαήλ Περδικάρης, Ερμήλος ή Δημοκριθηράκλειτος, Βιέννη 1817 Μ. Περδικάρης, «Ρήγας ή κατά ψευδοφιλελλήνων», επιμ. Λ. Βρανούσης, ΕΜΑ, Ακαδημία Αθηνών, τ. 11 (1961), Αθήνα 1997 Μ. Περδικάρης, Προδιοίκησις εις τον Ερμήλον ή Δημοκριθαράκλειτον, 1817.

9. Χρησιμοποιούμε την τέταρτη αναλυτική έκδοση του Γιώργη Βαλέτα (Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, εκδ. Αποσπερίτης, Αθήνα 1982), η οποία, εκτός από το κείμενο, τους προλόγους και την εισαγωγή του επιμελητή, περιλαμβάνει εκτενή σχόλια (βιβλιογραφικά, κριτικά, ερμηνευτικά, γλωσσικά, ιστορικά), καθώς και δύο σχετικές μελέτες, του Μαρίνου Σιγούρου («Ο Ανώνυμος Έλληνας», σσ. 1-7) και του Νίκου Βέη («Έρευνες και στοχασμοί γύρω στην “Ελληνική Νομαρχία” και τον συγγραφέα της», σσ. 8-41). Στην παράθεση των αποσπασμάτων, εξ αιτίας του μεγάλου πλήθους των, δεν παραπέμπουμε σε σημειώσεις, αλλά σε παρένθεση σημειώνουμε το μέρος και την παράγραφο, όπως αποτυπώνονται στη συγκεκριμένη έκδοση (π.χ. Ε-28), ή, όταν πρόκειται για σημείωση του Ανωνύμου, μετά την παράγραφο, ακολουθεί ο αύξων αριθμός της σημείωσης (π.χ. Δ-3α).
Με την Ελληνική Νομαρχία έχουν ασχοληθεί επίσης ο πρώτος εκδότης της, Ιω. Τωμαδάκης (Βαγιονάκης, Αθήνα 1948, σσ. ζ΄- κβ΄), ο G.P. Henderson [The Revival of Greek Thought 1620-1830, σσ. 159-169, ΝΥ State University of NY Press,, Ώλμπανυ, Νέα Υόρκη 1970, Η αναβίωση του ελληνικού στοχασμού 1620-1830: Η ελληνική φιλοσοφία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μετ. Φ. Κ. Βώρου], ο Τάσος Βουρνάς, που την εξέδωσε το 1982 (Τολίδης), καθώς και δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, άλλοι συγγραφείς. Ανάμεσά τους, ο Παναγιώτης Νούτσος (Ελληνική νομαρχία. Συμβολή στην έρευνα των πηγών της, Δωδώνη 1982), ο Π. Κιτρομηλίδης (ιδιαίτερα στο βιβλίο του Ελληνικός διαφωτισμός, ΜΙΕΤ 1996, σσ. 343-366, και στο Paschalis M. Kitromilides, «From republican patriotism to national sentiment, a reading of hellenic nomarchy»,  Εuropean journal of political theory, τ. 5, τχ. 1, 2006, σσ. 50-60),  ο Σπ. Ασδραχάς («Για την Ελληνική Νομαρχία», περ. Τα Ιστορικά, τχ. 46, Ιούν. 2007), ο Δ. Σωτηρόπουλος («Ελληνική Νομαρχία, Ήτοι λόγος περί του Ριζοσπαστικού Διαφωτισμού. Η Γέννηση της Νεοελληνικής Πολιτικής Σκέψης στις Απαρχές του 19ου Αιώνα», στο Π. Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Κέδρος, Αθήνα 2009, σσ. 104-118), προφανώς ο Γιάννης Κορδάτος και πολλοί άλλοι.

  10. Όντως, ο Ν. Βέης υποστηρίζει πως το κείμενο γράφτηκε από μια ομάδα συγγραφέων, δηλαδή μια «οργάνωση», της οποίας αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το «μανιφέστο». [Νίκος Βέης, «Έρευνες και Στοχασμοί γύρω στην “Ελληνική Νομαρχία” και τον συγγραφέα της», στο Ανωνύμου, ό.π., σσ. 38-39.]

 11. «Εἰς τὸν τύμβον τοῦ Μεγάλου καὶ Ἀειμνήστου Ἕλληνος Ρίγα, τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος, χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι» (προοίμιον).

 12. Μοντεσκιέ, Το πνεύμα των νόμων, Γνώση, Αθήνα 2006,  μετ. Κωστής Παπαγιώργης –  Παναγιώτης Κονδύλης.

13. Ο Γ. Βαλέτας παρουσιάζει αναλυτικά τα δάνεια του Ανωνύμου από τον Ρουσώ, καθώς  και από τον Μοντεσκιέ και τον Αλφιέρι. [Βλ. Ανωνύμου, ό.π., τα σχόλια του Γ. Βαλέτα, στο «Ξένα, Αναθυμήματα», σσ. 364-384 Μοντεσκιέ, σσ. 365-369, Ρουσώ, 369-371, Αλφιέρι 371-378, Βεκκαρίας, 378-379, και οι περιηγητές Choisseul Gouffier, William Eton, Sonnini, 379-384.]

14. Ο Gabriel Bonnot de Mably (1709–1785) και ο Étienne-Gabriel Morelly (1717–;) ήταν Γάλλοι φιλόσοφοι που κατατάσσονται στη «ριζοσπαστική» πτέρυγα του διαφωτισμού, μαζί με τον Ρουσώ, τον οποίο και υπερακοντίζουν, προτείνοντας μια μορφή κοινοκτημοσύνης. Ο Μαμπλύ ήταν γνωστός συγγραφέας και το εκδοθέν, το 1789,  μετά θάνατον, έργο του, Περί δικαιωμάτων και καθηκόντων του πολίτη, προκάλεσε ένα εκδοτικό και πολιτικό «σκάνδαλο» στο επαναστατημένο Παρίσι, ενώ συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της ιδεολογίας και των κατευθύνσεων της Επανάστασης. Ο Κώδικας της Φύσης του Μορελλύ, που κυκλοφόρησε το 1755, υπήρξε αντίθετα το μόνο γνωστό βιβλίο του συγγραφέα.

15. Το έργο του Μαμπλύ, Βασιλειάδα, είχε ήδη μεταφραστεί στα ιταλικά από το 1753, ενώ ο Κώδικας της Φύσης του Μορελλύ από το 1755. [Βλ. Χρ. Ευελπίδης, Ουτοπίες και πραγματικότητες, Αθήνα 1945.]

 16. Οἱ ἱ­ε­ρεῖς, ἀ­γα­πη­τοί μου, φυ­λάτ­τον­τες ἕ­να σκο­πὸν κα­θό­λου δι­ά­φο­ρον, ἀ­πὸ τοὺς λοι­ποὺς συμ­πο­λί­τας, πάν­το­τε ἐ­προ­σπά­θη­σαν, μὲ τὸ μέ­σον τῆς θε­ό­τη­τος, νὰ κα­τα­δυ­να­στεύ­σουν τοὺς συμ­πο­λί­τας των, κα­θὼς μέ­χρι τῆς σή­με­ρον, μὲ τὴν ἀ­μά­θειαν καὶ κα­κο­μά­θη­σιν ἐ­πέ­τυ­χον τοῦ σκο­ποῦ των. Αὐ­τοί, κα­λύ­πτον­τες μὲ τίτ­λον ἁ­γι­ό­τη­τος τὰ πλέ­ον φα­νε­ρὰ ψεύ­μα­τα, ἐ­γέ­μι­σαν τοὺς ἀ­δυ­νά­τους νό­ας τοῦ λα­οῦ ἀ­πὸ μί­αν το­σαύ­την δει­σι­δαι­μο­νί­αν, ὥ­στε ὁ­πού, ἀν­τὶ νὰ ὀ­νο­μά­σουν ψεῦ­μα τὸ ἀ­δύ­να­τον, τὸ ὀ­νο­μά­ζουν ἅγιον (Β-18).

 17. Δημήτριος Καταρτζής, Δοκίμια, επιμ. Κ. Θ. Δημαράς, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1974, σελ. 43-47, απόσπασμα από το: «Συμβουλὴ στοὺς νέους πὼς νὰ ὠφελιοῦνται καὶ νὰ μὴ βλάπτουνται ἀπτὰ βιβλία τὰ φράγκικα καὶ τὰ τούρκικα καὶ ποιὰ νὰ ’ναι ἡ καθ’ αὐτὸ τους σπουδή». Εμφανής η αναφορά στην παρόμοιου χαρακτήρα προτροπή του Μ. Βασιλείου προς τους νέους «ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων».

 18. Δημήτριος Καταρτζής, Δοκίμια, ό.π., σ. 43-47.

19. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Για την Ελληνική Νομαρχία», Τα Ιστορικά, τχ. 46, Ιούνιος 2007, Μέλισσα & Μουσείο Μπενάκη, σσ. 9-10.

 20. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ὀ.π., σσ. 8-9.

 21. Η διάσωση τουλάχιστον 15 αντιτύπων της «Νομαρχίας», σε αντίθεση με άλλα κείμενα της περιόδου –από τηνΑδελφική Διδασκαλία του Κοραή σώζονται μόνον πέντε ή από την Ιστορία Πάργας και Σουλίου του Περραιβού τρία– καταδεικνύει τη σημαντική διάδοση του βιβλίου. Βλ. Ελληνική Νομαρχία, ό.π., Γ. Βαλέτας, «Υπομνήματα Βιβλιογραφικά»,  σ. 239.

 22. Βλέπε τη σχετική λεπτομερειακή καταγραφή στο βιβλίο του Κ. Παπαχρίστου, Ποιος έγραψε την ελληνική Νομαρχία, εκδ. Εστία, Αθήνα 1987.  Σημειωτέον ότι ο ίδιος ο Κ. Παπαχρίστος υποστηρίζει την «εκδοχή Καλαρά».

 23. Ο Α.Π. Βρεττός, ο πρώτος που αναφέρει την ύπαρξη της Νομαρχίας στη Νεοελληνική φιλολογία, [Μέρος Β΄, Αθήνα 1857, σ. 141], αναφέρει ως συγγραφέα τον Σπ. Σπάχο.

 24. Ἀνδρέα Κάλβου, Ὠδαί, Κριτικὴ Ἔκδοση Filippo Maria Pontani, Ἴκαρος, Αθήνα 1988, σσ. 134-135.

25. Βλέπε τον Θούριο του Μαρτελάου:  «Ὅθεν εἶσθε τῶν Ἑλλήνων / παλαιὰ ἀνδρειωμένα, /κόκκαλα ἐσκορπισμένα, /τώρα λάβετε πνοήν». Γ.Θ. Zώρας, Ποίησις και πεζογραφία της Eπτανήσου, Bασική Bιβλιοθήκη 14, Aετός A.E. 1953.

 26. Πράγματι, το 1973, θα εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κάλβος» και θα  μεταβληθεί σε σάλπισμα κατά της τυραννίας των συνταγματαρχών.

27.  Σπ. Ι. Ασδραχάς, ό.π., σσ. 8-9.

28. Π. Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, ΜΙΕΤ, Αθήνα 21999, σσ. 365-366.

 29. Paschalis M. Kitromilides. «From republican…», ό.π., σσ. 57-58.

 30. Βλέπε διεξοδικά στο βιβλίο μου, Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011.

31.  Ε. Π. Παπανούτσος, «Νόμος και Ελευθερία», εφ. Το Βήμα, 25-11ου – 1948.

 

http://ardin-rixi.gr/archives/7013

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: