βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Οθωμανοί-Νεότουρκοι και Μακεδονία

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 7 Νοεμβρίου 2012

Οθωμανοί-Νεότουρκοι και Μακεδονία

Τα στοιχεία για την κατάσταση των Μακεδόνων στα τελευταία 80-90 χρόνια της Τουρκοκρατίας έχουν ληφθεί από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μείζονος Μακεδονίας (1350-1950) (Σταμούλης).

Μετά τη λήξη της επανάστασης του 1821 «η αυθαίρετη φορολογική πολιτική των τοπικών Τούρκων μπέηδων, που επεκτεινόταν πέρα από τη δεκάτη, το φόρο της υποτιθέμενης ατομικής περιουσίας (Vergi) και το χαράτσι, είχε εξουθενώσει οικονομικά τις χριστιανικές κοινότητες και τις είχε οδηγήσει στην εξαθλίωση». Γίνονταν «συνεχιζόμενες προσπάθειες των Τούρκων μπέηδων να εφαρμόζουν βίαια μέτρα και να εξισλαμίζουν χριστιανούς νέους. Πολυάριθμοι εξισλαμισμένοι Έλληνες σκλάβοι ζούσαν διασκορπισμένοι στα σαντζάκια της Θεσσαλονίκης, των Σερρών και Δράμας και επιδίωκαν με κάθε τρόπο ν’ απελευθερωθούν. Το όλο ζήτημα του βίαιου εξισλαμισμού των χριστιανοπαίδων της Μακεδονίας και της Θράκης πήρε στις αρχές της δεκαετίας του 1830-1840 μεγάλες διαστάσεις» (σελ. 110). Διάφορα μέτρα που πήρε η Πύλη έπειτα από συστάσεις των δυτικών πρέσβεων «συναντούσαν την άκαμπτη αντίδραση των ντόπιων μπέηδων» (σελ. 111). Την εποχή εκείνη οι μουσουλμάνοι μπέηδες και γαιοκτήμονες «συνέχιζαν να μεταχειρίζονται τους καλλιεργητές των γαιών τους σα σκλάβους. Το καθεστώς της δουλοπαροικίας αποτελούσε μια μόνιμη πηγή συσσώρευσης δεινών στους υπόδουλους χριστιανούς της Μακεδονίας». Λίγα χρόνια μετά το Τανζιμάτ (1856) «επανήλθε πάλι το παλαιότερο φορολογικό σύστημα, το οποίο εφαρμόστηκε με χειρότερες επιπτώσεις για το ντόπιο στοιχείο. Η πολυπόθητη κατάργηση της αγγαρείας, την οποία υποσχόταν η Πύλη, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ» (σελ. 112). Στα διοικητικά συμβούλια των βιλαετιών «οι μη μουσουλμάνοι διαδραμάτιζαν διακοσμητικό ρόλο». Παράλληλα, «η μαρτυρία των χριστιανών δεν γινόταν δεκτή στα πολιτικά δικαστήρια, ενώ σ’ εκείνα που είχαν μικτή σύνθεση, η αναλογία χριστιανών-μουσουλμάνων υπήρξε τόσο δυσανάλογη ώστε ουσιαστικά οι αποφάσεις λαμβάνονταν τελικά μόνο από τους Τούρκους. Στα κοινοτικά συμβούλια η αριθμητική αναλογία των χριστιανών προς τους μουσουλμάνους υπήρξε 1:5». «Αληθινή μάστιγα για το χριστιανικό στοιχείο αποτελούσε ο φόρος της υποτιθέμενης περιουσίας (βεργκή), ο οποίος υπήρξε βασισμένος σε αόριστα στοιχεία, και η δεκάτη. Ο φόρος του βεργκή αντιστοιχούσε περίπου με 10%, αλλά συχνά υπερέβαινε κατά πολύ το ποσοστό αυτό». Οι Μουσουλμάνοι εξακολουθούσαν να πληρώνουν λιγότερους φόρους, ακόμη κι όταν αντικαταστήθηκε ο βεργκή από έναν ετήσιο φόρο: «Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του Μοναστηρίου πλήρωναν για το φόρο αυτό μόνο 36.000 πιάστρα το χρόνο, οι χριστιανοί της ίδιας πόλης 92.000 και οι Εβραίοι 12.000», παρ’ όλο που πληθυσμιακά Μουσουλμάνοι και μη Μουσουλμάνοι ήταν περίπου ισόποσοι (σελ. 113). «Το χαράτσι γνώρισε αλλεπάλληλες διακυμάνσεις. Συχνά διπλασιαζόταν και τριπλασιαζόταν». Εκτός αυτών επιβαλλόταν κι άλλοι φόροι, όπως «ο ihtissab, που επιβαλλόταν στο μεταπρατικό εμπόριο, ο φόρος στα επαγγέλματα και στο εμπόριο (temettu), ο στρατιωτικός φόρος (bedel) και, από τις αρχές της δεκαετίας του 1860-1870, ο μητροπολιτικός φόρος». Οι Τούρκοι διοικητές ιδιοποιούνταν τον στρατιωτικό φόρο παρουσιάζοντας στις στατιστικές τους μειωμένο τον αριθμό του χριστιανικού πληθυσμού (σελ. 114). Με τις διάφορες επαναστάσεις των Αλβανών στα 1844, των Ελλήνων στα 1854 και την αναταραχή από την κρητική επανάσταση του 1841 η καταπίεση εντάθηκε. «Οι κατά τόπους διοικητές επέβαλαν βαρύτατους φόρους (ακόμη και σε μικρά παιδιά)Οι βίαιοι εξισλαμισμοί χριστιανόπαιδων αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο και από παντού έφταναν ειδήσεις για αρπαγές κοριτσιών από τους ντόπιους μπέηδες» ειδικότερα στο βόρειο μακεδονικό χώρο. Οι μουσουλμανικές μάζες «συχνά εκτρέπονταν σε βίαιες ενέργειες και σε πυρπολήσεις χριστιανικών συνοικιών στα μικρότερα και στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα του μακεδονικού χώρου», ενώ «η αγροτική αστυνομία (ispahis) αποτελούσε τη μάστιγα του χριστιανικού στοιχείου της υπαίθρου» (σελ. 116). Όταν οι Τούρκοι τσιφλικούχοι γνώρισαν μια βαθιά κρίση, άρχισαν «να εκποιούν τις περιουσίες τους στους εκπροσώπους του ελληνικού και εβραϊκού κεφαλαίου», με αποτέλεσμα «στις αρχές της δεκαετίας του 1860-1870 η Πύλη πήρε αυστηρότατα μέτρα για να εμποδίσει τις αθρόες πωλήσεις τουρκικών τσιφλικιών» θέτοντας αυστηρότερους όρους για την πώληση (σσ. 118-9). Στον τομέα της παιδείας, «Από το τελευταίο τέταρτου του 19ου αιώνα η Πύλη πέτυχε σε μεγάλο βαθμό να ελέγχει τα προγράμματα σπουδών των ελληνικών σχολείων, να αμφισβητεί το περιεχόμενο των ελληνικών διδακτικών εγχειριδίων και ν’ αναστέλλει την κυκλοφορία τους, ν’ απαγορεύει σε Έλληνες δάσκαλους και καθηγητές ν’ ασκούν τα καθήκοντά τους, να φυλακίζει πολλούς απ’ αυτούς και να τους καταδιώκει με κάθε τρόπο» (σελ. 387).

Μετά την επανάσταση των Νεότουρκων του Ιουλίου του 1908, πέρα από τις αναδιανομές των εκλογικών περιφερειών ώστε να μην προκύπτουν εκλογικά συμπαγείς χριστιανικές περιοχές, από τους Νεότουρκους «άρχισαν να εφαρμόζονται πρωτόγνωρες μέθοδοι εισβολής σε σπίτια χριστιανών για την ανακάλυψη όπλων και πολεμοφοδίων, εξονυχιστικές έρευνες και αλλεπάλληλες συλλήψεις. Το φαινόμενο αυτό διογκώθηκε εκπληκτικά μετά την άνοιξη του 1910 και πήρε τεράστιες διαστάσεις με ανυπολόγιστες συνέπειες για τις συνθήκες διαβίωσης των χριστιανών κατοίκων, οι οποίοι οδηγούνταν σε πλατείες χωριών και κωμοπόλεων, κακοποιούνταν αφόρητα και εκβιάζονταν με κάθε τρόπο για να παραδώσουν τα όπλα τους ή να καταγγείλουν τις κινήσεις των ανταρτικών σωμάτων», ενώ παράλληλα εξοπλίζονταν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί (σελ. 381). Η διαμάχη μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων για διαμφισβητούμενα σχολεία και εκκλησίες οδήγησε στο κλείσιμό τους από τους Τούρκους (σελ. 382). Με νομοσχέδιο της οθωμανικής βουλής στα τέλη του 1910, οι Νεότουρκοι θέσπισαν ότι «η οθωμανική ιστορία και η τουρκική γλώσσα έπρεπε να διδάσκονται υποχρεωτικά: όχι σαν ξένη γλώσσα αλλά σαν εθνική όπως και στα κυβερνητικά σχολεία». «Την 1η Μαρτίου του 1909 καταργήθηκε ο στρατιωτικός φόρος και οι μη μωαμεθανοί Οθωμανοί υπήκοοι που είχαν την ανάλογη ηλικία όφειλαν να υπηρετούν στον τουρκικό στρατό» (σελ. 390) και ειδικότερα «παρουσιάστηκαν σε εκπαιδευτικά κέντρα μακριά από τους τόπους καταγωγής και διαμονής τους…και υπέφεραν τα πάνδεινα κατά τη συμμετοχή τους σε μακρινές εκστρατείες μέσα στα όρια της αχανούς οθωμανικής αυτοκρατορίας» (σελ. 391). Η κατάργηση του στρατιωτικού φόρου συνοδεύτηκε από νέους φόρους, «το φόρο επιτηδεύματος, το φόρο ελαιοτριβείων και τις υποχρεωτικές εισφορές για τον οθωμανικό στόλο» (σελ. 391).

Μετά την επίσημη παραίτηση της Τουρκίας από τα εδάφη της Βοσνίας, οι Νεότουρκοι σκέφτηκαν την δυνατότητα μαζικής μετανάστευσης βόσνιων Μουσουλμάνων στη Μακεδονία ώστε να αλλοιωθεί η εθνολογική της σύνθεση. Επιτροπή που διορίστηκε από το ιδρυτικό μέλος των Νεότουρκων, τον Ναζήμ μπέη αποφάσισε «να προκληθεί αθρόα μετανάστευση συμπαγών μουσουλμανικών πληθυσμών όχι μόνο από τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη αλλά και από τη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Τουρκία κυρίως προς τη Μακεδονία, για να γίνει αισθητή η αριθμητική υπεροχή του μουσουλμανικού στοιχείου, να εξαναγκαστεί κάθε Τούρκος γαιοκτήμονας της Μακεδονίας να αντικαταστήσει τους καλλιεργητές του με μουσουλμάνους μετανάστες, να παραχωρηθούν σ’ αυτούς οι δημόσιες γαίες ή να διανεμηθούν αγροτικές εκτάσεις». Ο Ναζήμ μπέης «αγόρασε στα 1910 αγροτικές εκτάσεις στη Μακεδονία για την εγκατάσταση Βοσνίων μεταναστών». «Τον Δεκέμβριο του 1910 είχαν ήδη εγκατασταθεί στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης 2.300 μουσουλμανικές οικογένειες από τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη, περίπου 9.000 άτομα, 150 από τα οποία προέρχονταν από τη Βουλγαρία…Η σπουδαιότερη εγκατάσταση Βοσνίων μεταναστών έγινε στον καζά της Κατερίνης, στο Ελευθεροχώρι…Ανάλογοι εποικισμοί μουσουλμάνων παρατηρήθηκαν στο Αρκουδοχώρι του καζά της Βέροιας, στο Γιουντζιλάρ της Θεσσαλονίκης, στο Κουτουκερί των Βοδενών, στα Γκιουλμπασή του Αβρετ Χισάρ, στο Πετρίτσι, στο Καρασούλι, το Κριβολάκ, στα Βασιλικά της Θεσσαλονίκης και στους λόφους του Βίτατς στο Τίκφες. Στο βιλαέτι του Κοσόβου είχε δοθεί μάλιστα η άδεια να εγκατασταθούν περισσότεροι από 3.000 μουσουλμάνοι από τη Βοσνία» (σσ. 392-3). Όπως ήταν αναμενόμενο (και ίσως προσδοκώμενο) οι μετανάστες αυτοί «συμπεριφέρονταν βάναυσα στους ντόπιους και άρπαζαν αυθαίρετα τη γη τους. πολλοί Βόσνιοι μετανάστες επιδόθηκαν στη ληστρική δραστηριότητα (στο νότιο μακεδονικό χώρο)» (σελ. 394). Τα παραπάνω είναι ψιλά γράμματα για τους «αντιεθνικιστές» που, (εν γνώσει τους ή όχι) μαζί με σύγχρονους «εθνικά Μακεδόνες» (αλλά και τον γνωστό Μισίρκωφ στα 1925), βγαίνουν από τα ρούχα τους αγανακτώντας εξαιτίας της εγκατάστασης στη Μακεδονία στα 1923 των (σε αντίθεση με τους Βόσνιους – βαλκάνιους Κουίσλιγκ) διωκόμενων και μισο-σφαγμένων «Ασιατών» (όπως τους αποκαλούσε ο Μισίρκωφ), δηλαδή Μικρασιατών και Ποντίων. Φαίνεται ότι η οργή τους κατά των εποικισμών εξαντλείται μόνο στα εθνικά κράτη κι όχι στις αυτοκρατορίες αλλά και ειδικότερα όσον αφορά στο ελληνικό εθνικό κράτος.

Σε άλλα νομοσχέδια του 1910 στην οθωμανική βουλή οι Νεότουρκοι ψήφισαν τον νέο οργανισμό των δικαστηρίων, «ο οποίος περιόριζε αισθητά τον αριθμό των εκπροσώπων-δικαστών των μη μουσουλμανικών-τουρκικών εθνοτήτων», ώστε όταν οι χριστιανικοί πληθυσμοί διεκδικούσαν την επιστροφή της γης τους από τους μουσουλμάνους εποίκους, τα δικαστήρια θα εξέδιδαν σίγουρα αποφάσεις υπέρ των καταπατητών (σσ. 304-5). Τροποποιώντας άρθρο του οθωμανικού συντάγματος του 1876 οι Νεότουρκοι στράφηκαν κατά των ελληνικών γυμναστικών, μουσικών και φιλανθρωπικών συλλόγων. «Απαγόρευσαν ακόμη και τη διενέργεια εράνων και εισφορών για την ανέγερση ή συντήρηση εκκλησιών και σχολείων» (σελ. 395). Τέλος, από τα 1910 προχώρησαν σε «αλλεπάλληλες δολοφονίες δασκάλων, ιερέων και προκρίτων» καθώς και «των σπουδαιότερων στελεχών της ελληνικής αντίστασης της χρονικής περιόδου 1904-1908» παρ’ όλο που είχαν παράσχει αμνηστία σε όλους (σελ. 397). Χάρη στην αλλαγή των εκλογικών περιφερειών με νομοσχέδιο του Ιανουαρίου του 1911 και με διάφορες βιαιοπραγίες, στις βουλευτικές εκλογές του 1912 ο αριθμός των Ελλήνων βουλευτών μειώθηκε από 26 (των εκλογών του 1908) σε 18 (σελ. 405).

Με βάση τα παραπάνω, είναι πολύ εύκολο να γίνει αντιληπτό το ανεκτικό και πολυπολιτισμικό καθεστώς προ του 1912 των Μακεδόνων Ελλήνων, και ίσως να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους δεν υπήρξε στα 1912 απελευθέρωση αλλά ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο ελληνικό εθνικό κράτος.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: