βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for 18 Αυγούστου 2013

Ελεγκτές και χωροφύλακες

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Αυγούστου 2013

Πολλοί φίλοι αναγνώστες μου έχουν ζητήσει να γράψω για τον θάνατο του 19χρονου Θανάση Καναούτη, μετά από έλεγχο εισιτηρίων σε τρόλεϊ. Αρκετοί μου έχουν στείλει βίντεο με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, για να τα ανεβάσω στο μπλογκ. Τώρα που έγινε η κηδεία του Θανάση Καναούτη, μπορώ να γράψω.

Πρώτα απ’ όλα, τα συλλυπητήριά μου στην οικογένεια και τους φίλους του Θανάση Καναούτη. Είναι άδικο να χάνεται ένας νέος άνθρωπος. Είναι ακόμα πιο άδικο να χάνεται με αυτόν τον τρόπο.

Δεν ξέρω ποιος είχε την ιδέα να γίνεται έλεγχος εισιτηρίων από εθελοντές που παίρνουν …bonus.

Εκείνο που ξέρω είναι πως γίνεται μια συστηματική και συστημική προσπάθεια να στραφούν οι Έλληνες πολίτες ο ένας εναντίον του άλλου.

Ξέρω ακόμα πως αυτή η προσπάθεια αποδίδει.

Τα χειρότερα ένστικτά μας αναδύονται -το ευνοεί η χρεοκοπία της χώρας- και, αντί να στραφούμε ενάντια σε αυτούς που οδήγησαν τη χώρα στον γκρεμό και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στην εξαθλίωση, πάμε ολοταχώς για να σκοτωθούμε μεταξύ μας.

Είναι εντυπωσιακό το μίσος που συναντάς στην κοινωνία. Είναι εντυπωσιακό το μίσος που συναντάς στο Διαδίκτυο. Κανείς δεν ακούει κανέναν. Ένα ατελείωτο βρισίδι.

Και όλοι έχουν δίκιο. Δια της αποδείξεως πως ο άλλος έχει άδικο, οι πάντες «δικαιώνονται».

Και κανείς δεν στέκεται μια στιγμή να σκεφτεί «ποιον συμφέρει αυτό;». Πάντως, όχι την ελληνική κοινωνία.

Οι πολίτες οδηγούνται σε ακραίες συμπεριφορές και, μετά, ένα ολόκληρο σύστημα τους ενοχοποιεί που οδηγούνται στα άκρα.

Αυτό είναι έγκλημα. Έγκλημα εκ προμελέτης.

Για να διασωθεί η πολιτική και η οικονομική ελίτ της χώρας, για να διασωθούν οι γνωστές οικογένειες, οδηγούνται στην αλληλοεξόντωση οι Έλληνες.

Οι Έλληνες που περιμένουν να τους σώσει η Παναγία. Η Παναγία σάπισε σαν την ελληνική κοινωνία. Δεν μπορεί να σώσει κανέναν. Δεν υπάρχει Παναγία στην ελεύθερη αγορά, ανόητοι. Την Παναγία την επικαλούνται πια τα καθάρματα. Όπως και την πατρίδα.

Ο μόνος έλεγχος που πρέπει να γίνει στην Ελλάδα μετά την χρεοκοπία είναι ο έλεγχος για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Να ενεργοποιηθεί η Επιτροπή λογιστικού ελέγχου για το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Η μόνη λύση και ελπίδα για την σημερινή Ελλάδα είναι η Δικαιοσύνη.

Γράφω εδώ και τρία χρόνια πως το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι η χρεοκοπία αλλά η απουσία Δικαιοσύνης.

Η απόδοση Δικαιοσύνης δεν είναι κεντρικό αίτημα. Καθόλου περίεργο, αν σκεφτείς πως κάθε Έλληνας ξεχωριστά αισθάνεται αδικημένος και πιστεύει πως αυτός -και μόνον αυτός- έχει απόλυτο δίκιο.

Ο θάνατος του Θανάση Καναούτη αντιμετωπίστηκε σαν μια ιδανική ευκαιρία για χιλιάδες ανθρώπους να αποδείξουν πως έχουν δίκιο και, κυρίως, πως οι άλλοι έχουν άδικο.

Ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου αντιμετωπίζεται σαν μια ευκαιρία για προσωπική εκτόνωση και ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Ελεγκτές όλοι. Έξαλλοι με τον ελεγκτή του τρόλεϊ οι ελεγκτές. Έξαλλοι οι ρουφιάνοι με τον ρουφιάνο.

Γέμισε η χώρα χωροφύλακες. Αν ξαναφτιαχτεί η Χωροφυλακή, λογικά θα υπάρχουν εκατομμύρια αιτήσεις για πρόσληψη.

Η χρεοκοπία της χώρας ανέδειξε την ένδεια της χώρας σε ανθρώπινο δυναμικό. Πολιτική και πνευματική ηγεσία είναι για τα μπάζα. Οι δικαστές διεφθαρμένοι και ανύπαρκτοι. Οι «υγιείς δυνάμεις» πιο άρρωστες από ποτέ. Του θανατά.

Και οι πολίτες; Οι πολίτες είναι σχεδόν έτοιμοι να αποδεχτούν ως «τζαμπατζή» τον άνεργο. Όχι τον εφοπλιστή, τον άνεργο.

Όταν γίνεσαι σκλάβος με την θέλησή σου, δεν υπάρχει ελπίδα για σένα.

Δικαιοσύνη ή κόλαση. Δεν θα βαρεθώ να το γράφω.

(Α ναι, και δεν είμαι σίγουρος πως έχω δίκιο. Μπορεί να κάνω και λάθος.)

 

http://pitsirikos.net/2013/08/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%84%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82/

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ο δρόμος της Ουγγαρίας,του Βασίλη Βιλιάρδου

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Αυγούστου 2013

Πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αδυνατούν να καταλάβουν το αυτονόητο – το ότι η εύκολη λύση του δανεισμού και η πολιτική των υποκλίσεων, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματικότητα, οδηγούν σε συνθήκες γαλλικής επανάστασης

Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πως είναι δυνατόν μία χώρα, σαν την Ουγγαρία, η οποία έχει πληθυσμό περίπου ίδιο με την Ελλάδα, μηδαμινό πλούτο και το μισό ΑΕΠ, να διώχνει το ΔΝΤ και να βάζει στη θέση της τη Γερμανία – ενώ η Ελλάδα, παρά τον τεράστιο υλικό και πολιτιστικό πλούτο της, καθώς επίσης τις απίστευτες φυσικές ομορφιές της, να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην παγίδα του χρέους.

Αδιανόητο είναι επίσης το ότι η πολιτική ηγεσία της πατρίδας μας, εφαρμόζοντας δουλικά τις εντολές των εισβολέων, συνεχίζει ανόητα να «παροπλίζει» τους Έλληνες – στοιβάζοντας όλο και περισσότερους πεινασμένους στα αμπάρια ενός βαποριού που πλέει ακυβέρνητο σε μία τρικυμισμένη θάλασσα, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως με τον τρόπο αυτό είναι σχεδόν βέβαιο ότι το πλοίο θα βουλιάξει“.

Σε μία συνέντευξη με την καγκελάριο της Γερμανίας, της ζητήθηκε η άποψη σχετικά με αυτά που είπε ο αρχηγός της αντιπολίτευσης – αναφερόμενος στο ότι η Ουγγαρία θα έπρεπε να «απομονωθεί» από την ΕΕ, εάν δεν συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις της Κομισιόν. Η απάντηση της γερμανίδας ήταν η εξής:

Θα έλεγα ότι δεν θα έπρεπε να στείλει κανείς αμέσως το ιππικό στη χώρα. Θα ήταν καλύτερα να συζητήσουμε μαζί και να αλλάξουμε τους νόμους, με τους οποίους δεν συμφωνούμε, στην Ουγγαρία. Η χώρα αυτή μας βοήθησε πολύ στα πλαίσια της επανένωσης της Γερμανίας – κάτι που δεν είναι σωστό να ξεχάσουμε.

Από την άλλη πλευρά βέβαια δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να μην επέμβουμε, εάν τυχόν βεβαιωθούμε ότι καλλιεργούνται αντισημιτικές ή άλλες επικίνδυνες τάσεις από την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Οφείλουμε όμως να επιλέξουμε την ανοιχτή συζήτηση, με την οποία είμαστε εξοικειωμένοι. Εν τούτοις, πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να επαναφέρουμε τους Ούγγρους φίλους μας στο σωστό δρόμο – να μην αποδεχθούμε λοιπόν να τους αποκλείσουμε (διώξουμε) από την ΕΕ. Εάν το κάνουμε, τότε δεν θα έχουμε πλέον καμία επιρροή σε όλα όσα συμβαίνουν εκεί“.

Η τοποθέτηση της καγκελαρίου εκνεύρισε, εξόργισε ουσιαστικά τον αρκετά υπερήφανο πρωθυπουργό της Ουγγαρίας – ειδικά όσον αφορά την έκφραση της να μην στείλει αμέσως το ιππικό στη χώρα του. Στα πλαίσια αυτά, παρομοίασε την απειλή της Μέρκελ με την «επιχείρηση Μαργαρίτα» (Margarethe) του Χίτλερ – ο οποίος, το 1944, έστειλε στρατεύματα, για να καταλάβουν την τότε σύμμαχο του Ουγγαρία. Ο πρωθυπουργός είπε τα εξής:

Οι Γερμανοί έχουν στείλει στο παρελθόν ξανά το ιππικό, με τη μορφή τότε των πολεμικών αρμάτων τους (τανκς).Θα τους παρακαλούσαμε να μην το επαναλάβουν – αφού, ακόμη και εκείνη την εποχή δεν ήταν καλή ιδέα, ενώ παράλληλα δεν λειτούργησε“.

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι έμμεσα η Γερμανία, καλυμμένη δηλαδή «από το μανδύα» της Κομισιόν, διεξάγει συζητήσεις με την κυβέρνηση της Ουγγαρίας, υπό την απειλή της χρήσης της παραγράφου 7 του ευρωπαϊκού συμβολαίου «περί απομόνωσης» μίας χώρας – κάτι με το οποίο δεν συμφωνούν όμως τα υπόλοιπα μέλη της Κοινότητας.

Σύμφωνα με αυτή τη «ρήτρα», είναι δυνατόν ορισμένα δικαιώματα ενός κράτους-μέλους να καταργηθούν (για παράδειγμα, το δικαίωμα ψήφου στο συμβούλιο), εάν τυχόν οι βασικές αρχές, επάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί η Ένωση (ελευθερία, δημοκρατία, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βασικές ατομικές ελευθερίες, Κράτος Δικαίου), «τραυματίζονται» σοβαρά, σε επαναλαμβανόμενη βάση.

Απλούστερα, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας κατηγορείται για χειραγώγηση των ΜΜΕ προς όφελος του (όπως επίσης ο Ρώσος πρόεδρος), για παρεμβάσεις στην ελεύθερη αγορά υπέρ των Πολιτών και εναντίον των τραπεζών (κρατική ρύθμιση των στεγαστικών δανείων), για την «άδικη φορολόγηση» των πολυεθνικών επί του τζίρου τους κλπ. – για την επιβολή νόμων γενικότερα, οι οποίοι είναι αντίθετοι με αυτούς που ισχύουν στην ΕΕ.

Με την αιτιολογία τώρα της αλλαγής του συντάγματος της Ουγγαρίας για πολλοστή φορά η Γερμανία, ως συνήθως μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θέλησε να συστήσει μία επιτροπή παρακολούθησης της χώρας – έχοντας την άποψη, με τη δικαιολογία καλύτερα ότι, η κυβέρνηση αποσκοπούσε στη «συγκέντρωση δύναμης», εις βάρος των δημοκρατικών θεσμών. Ουσιαστικά δηλαδή ο Ούγγρος πρωθυπουργός κατηγορούταν ότι ακολουθούσε το δρόμο της Ρωσίας – θέλοντας να επιβάλλει στο κράτος του τη «δικτατορία των νόμων», όπως αποκαλείται ο συγκεκριμένος τρόπος διακυβέρνησης* από το Ρώσο πρόεδρο.

Όπως είναι φυσικό (κάτι που δυστυχώς δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα), ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας αντέδρασε εξαιρετικά έντονα – λέγοντας ότι, η ίδρυση μίας ειδικής επιτροπής παρακολούθησης δεν είναι συμβατή με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, επειδή με τον  τρόπο αυτό διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ των Θεσμών της ΕΕ και των κρατών-μελών της. Παράλληλα, κατηγόρησε αυτούς που κατακρίνουν την κυβέρνηση του, ισχυριζόμενος ότι πίσω από όλα αυτά κρύβονται πολιτικές σκοπιμότητες.

Περαιτέρω, ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Ουγγαρίας, με επιστολή του προς τη διευθύντρια του ΔΝΤ, απαίτησε να εγκαταλείψει άμεσα το Ταμείο τη χώρα του – επειδή δεν υφίσταται πλέον κανένας λόγος διαρκούς παραμονής του εκεί. Σε τελική ανάλυση δε, ζήτησε να κλείσουν τα γραφεία του ΔΝΤ στη Βουδαπέστη – αναφέροντας ότι η κυβέρνηση κατάφερε να επιτύχει το στόχο μείωσης του ελλείμματος κάτω του 3% του ΑΕΠ, να καταπολεμήσει την ύφεση, να αναχαιτίσει την ανεργία, καθώς επίσης να περιορίσει το δημόσιο χρέος.

Οι στόχοι αυτοί επιτεύχθηκαν παρά το ότι, ή μάλλον επειδή η Ουγγαρία δεν εφάρμοσε ποτέ τα μέτρα που απαιτούσε το ΔΝΤ, έχοντας δανείσει το 2008 στη χώρα το ποσόν των 20 δις € – ένα ποσόν που εξόφλησε ήδη η Ουγγαρία, πριν ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμο, εξοικονομώντας τόκους 11,7 εκ. € (οι τελευταίες δόσεις, ύψους συνολικά 2,15 δις €, έληγαν το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 2013, καθώς επίσης το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 2014).

Ολοκληρώνοντας η Ουγγαρία (ΑΕΠ περί τα 97 δις €, εργαζόμενοι 4,38 εκ.), κατηγορούσε ανέκαθεν τόσο το ΔΝΤ, όσο και την Κομισιόν, σε σχέση με το ότι αναμιγνύονται υπερβολικά, σε θέματα που αφορούν την εθνική κυριαρχίατης χώρας – κάτι που η κυβέρνηση της, σε αντίθεση με την ελληνική, δεν θέλησε ποτέ να ανεχθεί

Ακριβώς για το λόγο αυτό, ο πρωθυπουργός έπαψε να εφαρμόζει ήδη από το 2010 το μνημόνιο που του είχε επιβληθεί από το ΔΝΤ, ακλουθώντας το δικό του δρόμο καταπολέμησης της κρίσης – μεταξύ άλλων, φορολογώντας όσο καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα τόσο τις τράπεζες, όσο και τις πολυεθνικές εταιρείες (επί του τζίρου τους, έτσι ώστε να μην  μπορούν να αποφεύγουν την πληρωμή φόρων, με τη βοήθεια υπεράκτιων «μορφωμάτων» ή άλλων μεθοδεύσεων).

Κατανοώντας λοιπόν οι Ούγγροι ότι «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία», καθώς επίσης πολύ δουλειά, θυσίες και ανιδιοτέλεια, κατόρθωσαν να διώξουν το ΔΝΤ από την πατρίδα τους – πριν οδηγηθούν στη λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, στην εξαθλίωση, καθώς επίσης στη χρεοκοπία.

Δυστυχώς πολλές άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αδυνατούν να καταλάβουν το αυτονόητο – το ότι δηλαδή ο εύκολος δρόμος του συνεχούς δανεισμού και η πολιτική των υποκλίσεων δεν οδηγούν πουθενά. Ακόμη περισσότερο, η κάθε μία ημέρα που παραμένει η Τρόικα στη χώρα μας, κοστίζει τεράστια ποσά – ενώ, εάν δεν εκδιωχθεί άμεσα, με κάθε τρόπο και με κάθε θυσία, το μέλλον της Ελλάδας θα γίνεται όλο και πιο σκοτεινό.

Βέβαια, αν και η Ουγγαρία κατόρθωσε τελικά να διώξει το ΔΝΤ, δίνοντας του ένα πολύ μεγάλο μάθημα, θα δυσκολευθεί αρκετά να αντιμετωπίσει την ΕΕ – την πρωσική Γερμανία δηλαδή, για να είμαστε αντικειμενικοί, η οποία την απείλησε ήδη με διακοπή των κοινοτικών επιδοτήσεων ύψους 2 δις €.

Γνωρίζοντας η καγκελάριος το αδύνατο σημείο της χώρας (χρηματοδότηση), αρνείται εκβιαστικά να επιτρέψει την πληρωμή των συμφωνημένων επιδοτήσεων – έτσι ώστε να την αναγκάσει να συμβιβαστεί με την αποστολή του ιππικού (επιτροπή παρακολούθησης), ακολουθώντας ίσως πιστά, αν και με οικονομικούς όρους, τα βήματα του Χίτλερ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι λαοί κυβερνώνται από το χαρακτήρα τους. Όλοι οι θεσμοί που δεν είναι προσαρμοσμένοι απόλυτα, με βάση αυτό το χαρακτήρα, δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα δανεικό ρούχο, κομμένο και ραμμένο σε λανθασμένα μέτρα – μία πρόσκαιρη μεταμφίεση, η οποία οδηγεί σε οδυνηρά μονοπάτια“.

Όπως συμπεραίνεται από την Ουγγαρία μία κυβέρνηση, ειδικά σε εξαιρετικά κρίσιμες περιόδους για τη χώρα της, κρίνεται εκ του αποτελέσματος – αφού αυτή είναι που αποφασίζει, που εφαρμόζει ή δεν εφαρμόζει δικά της ή ξένα μέτρα, που πείθει ή δεν πείθει τους κυβερνωμένους (να δουλέψουν, να επενδύσουν, να διατηρήσουν τα χρήματα τους στις εγχώριες τράπεζες, να καταναλώσουν, να πληρώσουν φόρους), που εμψυχώνει ή παρακινεί δημιουργικά το λαό, που διατηρεί ή δεν διατηρεί την τάξη και τη σταθερότητα, που διευκολύνει ή δυσκολεύει την είσοδο εξτρεμιστικών ομάδων στην πολιτική ζωή της χώρας κοκ.

Δυστυχώς για όλους μας, με βάση τα πρόσφατα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού που εξέδωσε η Τράπεζα της Ελλάδας**, καθώς επίσης με κριτήριο την ανασφάλεια που επικρατεί στο σύνολο σχεδόν των Πολιτών της χώρας, η σημερινή κυβέρνηση απέτυχε παταγωδώς – ενώ πάρα πολλοί Έλληνες αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι, “Ο πόλεμος θα διεξαχθεί το Φθινόπωρο…. Θα ψηφίσουμε τον ηγέτη της αντιπολίτευσης αλλά, εάν δεν τηρήσει και αυτός τις υποσχέσεις του ή εάν είναι επίσης ανίκανος και δεν τα καταφέρει, θα τον κρεμάσουμε κυριολεκτικά στο Σύνταγμα, θα τον σκοτώσουμε!“.

Κατά την άποψη μας, πρόκειται για μία εξαιρετικά επικίνδυνη εξέλιξη – πολύ περισσότερο επειδή ο άνθρωπος, όταν δεν καθοδηγείται σωστά, γίνεται πολύ πιο βλαβερός, απρόβλεπτα επικίνδυνος και καταστροφικός, παρά ωφέλιμος.

Εάν λοιπόν δεν υπάρξει κάποια σημαντική αλλαγή, εάν η Γερμανία παραμείνει αμετακίνητη στις θέσεις της, καθώς επίσης εάν η Τρόικα συνεχίσει την εγκληματική πολιτική της, προβλέπονται συνθήκες γαλλικής επανάστασης στηνΕλλάδα – με τρομακτικές συνέπειες για όλους όσους οδήγησαν ενδοτικά την πατρίδα τους στη χρεοκοπία***, καθώς επίσης για αυτούς που συνεχίζουν να ακολουθούν με δουλοπρέπεια την ίδια καταστροφική πορεία.  

http://ardin-rixi.gr/archives/13902

αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα casss.gr

Posted in Ευρώπη, Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Leave a Comment »

Το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Αυγούστου 2013

του Νίκου Ράπτη από το περιοδικό Άρδην (τ. 89)

Συνέντευξη στην ιστοσελίδα ppol.gr. Δημοσιεύθηκε στις 9/05/2008: http://www.ppol.gr/cm/index.php?LID=1&Datain=4514
Αναδημοσιεύεται κατόπιν αδείας του συγγραφέα

Ε: Αναφέρεστε στο δημογραφικό ως ένα από τα μεγάλα προβλήματα της χώρας! Άκου δημογραφικό! Τίποτα πιο συντηρητικό δε βρήκατε;
Α: Το ερώτημά σας θέτει αμέσως αμέσως ένα ενδιαφέρον ζήτημα: πώς να αξιολογούμε τη σημασία  των διαφόρων πολιτικών-κοινωνικών ζητημάτων; Το καθεστώς ελληνικό πολιτικό σύστημα αξιολογεί ως σημαντικό ότι αποφέρει ψήφους: τα αιτήματα των ισχυρών κοινωνικών ομάδων ή των ψηφοφόρων με επιρροή. Ως εκ τούτου σπανίως λαμβάνει «δυσάρεστες» αποφάσεις, παρά μόνο όταν είναι ολοφάνερο πως η παράταση της αδράνειας ή του λαϊκισμού θα σημάνει καταβολή ακόμα βαρύτερου πολιτικού κόστους: αν, ας πούμε, καταρρεύσει ο προϋπολογισμός ή/και ξαναμπούμε σε επιτήρηση, θα ζημιωθούμε εκλογικά περισσότερο από ότι αν αυξήσουμε τον ΦΠΑ. Οπότε….
Αυτή η αντίληψη έχει ένα «δημοκρατικό» επίχρισμα, που ίσως να παίζει και το ρόλο της «θεωρίας»: η πολιτική είναι για να «υπηρετεί τον πολίτη», να ασχολείται με όσα «νοιάζουν» τους ψηφοφόρους. Και ποιοι είμαστε εμείς για να πούμε πως σημαντικό είναι το ένα ή το άλλο; Ας το κρίνει αυτό η ίδια η κοινωνία! Εμείς εδώ «εκπροσωπούμε» την κοινωνία, τους πολίτες, τους συντοπίτες μας κ.ο.κ. Αυτοί εντέλει μας υπαγορεύουν τι θέλουν να αλλάξει -και τι όχι.
Δυστυχώς, από αυτήν την «συνταγή» απουσιάζουν εντελώς δύο πολύτιμα συστατικά: το πρώτο είναι η ισότητα. Η καθεστηκυία προσέγγιση «εκ κατασκευής» ισχυροποιεί τους ήδη ισχυρούς, που εξ ορισμού έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας, «βαραίνουν» περισσότερο εκλογικά (ιδίως σε ένα πολιτικό σύστημα όπου «ανταλλακτική αξία» έχει το χρήμα, η διασημότητα, η οικογενειακή παράδοση) κ.ο.κ. Το δεύτερο είναι η ευθύνη: λειτουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πολιτική εξουσία απορρίπτει μετά βδελυγμίας έννοιες όπως «πρόγνωση», «χρέος», «παιδαγωγικός ρόλος της πολιτικής». Απορρίπτει δηλαδή την ουσία της «ηγετικότητας», του αγγλοσαξονικού «leadership».
Προτείνω να αξιολογήσουμε τα πολιτικά μας προβλήματα αλλιώς: κριτήριό μας να είναι ποια από τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, εφόσον εξελιχθούν ανενόχλητα για μερικά ακόμα χρόνια, θα προκαλέσουν αμετάκλητες, ανεπίστρεπτες, ανεπανόρθωτες ζημιές. Πόσο μάλλον αν αυτές οι βλάβες θα είναι εις θέση να υπονομεύσουν ακόμα και την ίδια την ύπαρξη της Ελλάδας και του ελληνισμού, ως δημοκρατικού-εθνικού κράτους, μέσα σε έναν ορατό χρονικό ορίζοντα…
Κατ, αρχήν, υπάρχουν τέτοια ζητήματα; Ε, λοιπόν, υπάρχουν, και το ένα είναι το δημογραφικό! Δυστυχώς για μας βέβαια, είναι πράγματι ένα ζήτημα που στην τρέχουσα πολιτική αγορά δεν «πουλάει», δεν είναι, όπως λέγεται, «σέξι». Φταίει η πολιτική μας ιστορία γι’ αυτό, αλλά και η πολιτική σημειολογία της μεταπολίτευσης: για το δημογραφικό μιλάνε συνήθως «συντηρητικοί», «αντιδραστικοί», «εθνικιστές» κ.ο.κ (η Εκκλησία, οι οργανώσεις πολυτέκνων, κ.λπ). Άρα είναι ένα θέμα με το οποίο δεν ασχολούμαστε! Ανάλογα προβλήματα συναντώνται στη Βρετανία (όπου η γραμμή μεταξύ «ιδιωτικού» και «δημοσίου» είναι πολύ βαθιά και πολύ πλατιά και κάθε επιδίωξη παρέμβασης του κράτους στον ιδιωτικό χώρο, στο πόσα παιδιά π.χ. θα γεννά κάθε γυναίκα, θεωρείται τουλάχιστον άκομψη), στη Γερμανία προφανώς (όπου κάθε συζήτηση περί δημογραφίας αποπνέει μια αύρα «ευγονικής» «φυλετικής καθαρότητας» με παραπομπές στη ναζιστική περίοδο), στην Ισπανία και την Ιταλία (όπου είναι ακόμα νωπές οι αναμνήσεις των αντιπαραθέσεων για τη νομιμοποίηση του διαζυγίου ή των αμβλώσεων).
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στη Γαλλία, όπου η λεγόμενη «οικογενειακή πολιτική» είναι η πολιτική απάντηση της République στη φτώχεια, αλλά και στην επούλωση των τραυμάτων του Α, και κυρίως του Β, Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι στη Γαλλία το «δημογραφικό» έχει ένα «προοδευτικό» πρόσημο: δεν είναι τυχαίο από αυτήν την άποψη που η Γαλλία είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης στη γεννητικότητα. Με παρόμοιο τρόπο, στις σκανδιναβικές χώρες, οι πολιτικές υπέρ του παιδιού, υπέρ της απελευθέρωσης της γυναίκας κ.ο.κ συνέβαλαν αποφασιστικά στην υψηλή σχετικά γεννητικότητα.
Καταληκτικά: το δημογραφικό στην Ελλάδα θεωρείται συντηρητικό ζήτημα, δεν «πουλάει» κ.λπ. Και λοιπόν; Το ζητούμενο είναι να διαπιστώσουμε αν ένα πρόβλημα είναι σημαντικό και θα επηρεάσει το μέλλον της πατρίδας, αλλά και το δικό μας ή εκείνο των παιδιών μας! Όχι αν «πουλάει», αν είναι «δεξιό» κ.ο.κ.!

Ε: Αν, όπως λέτε, το «δημογραφικό» έχει συντηρητικό πρόσημο, αυτό οφείλεται στο ότι έχει πολύ συγκεκριμένα συμφραζόμενα: δεν κάνουμε πια τόσα παιδιά όσα στο παρελθόν, διότι άλλαξε ο τρόπος ζωής μας. Οι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες διαφυλάσσουν την ατομικότητά τους, δεν βιάζονται να κάνουν οικογένεια, θέλουν να σταδιοδρομήσουν, να καταναλώσουν, να χαρούν τη ζωή τους… Ανάπτυξη και μείωση της γεννητικότητας πάνε μαζί. Πίσω από την περίφημη αύξηση της γεννητικότητας, στην ουσία διακηρύσσεται η επιστροφή σε έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής, όπου η έννοια του καθήκοντος προς την πατρίδα, την οικογένεια, τη θρησκεία κ.λπ. συνθλίβει την ατομικότητα!
Α: Έχετε δίκιο προφανώς στο ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της ανάπτυξης καλύτερα της αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος και της γεννητικότητας (Total Fertility Rate, TFR). Οι δημογράφοι το λένε αυτό δημογραφική μετάβαση (από τις οικογένειες με 4, 5, 6 παιδιά σε εκείνες με 1, 2, ή 3).
Ωραία, αλλά εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό: προφανώς δεν μπορούμε να επανέλθουμε σε δείκτες γεννητικότητας της τάξης των 3 ή 4 παιδιών ανά Ελληνίδα. Δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας! Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι πως παρουσιάζει πολύ χαμηλό δείκτη γεννητικότητας, της τάξης του 1-1,3 παιδιά/γυναίκα, πολύ χαμηλότερο από πολλές χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα (που στην Ελλάδα, ανάλογα με τον οργανισμό που το υπολογίζει, κυμαίνεται ανάμεσα στα 28.000 και τα 32.000 δολάρια): σημειώνω τη Νορβηγία (TFR 1,9, κατά κεφαλήν εισόδημα $43-55.000) την Αυστραλία (1,8, $35-37.000), τη Δανία (1,7, $36-38.000), τη Φινλανδία (1,7, $35-38.000), την Ολλανδία (1,7, $36-39.000), τη Σουηδία (1,7, $35-37.000), την Ισλανδία (2, $38-42.000), την Ιρλανδία (1,9, $42-47.000), τη Γαλλία (2, $33-34.000), τις ΗΠΑ (2.1, 46.000) κ.ο.κ.. Προς αυτές τις χώρες θα πρέπει να λοξοκοιτάμε για να βρούμε λύσεις στο πρόβλημά μας και όχι βέβαια προς τις χώρες του Τρίτου Κόσμου!

Ε: Και τι πειράζει ο χαμηλός δείκτης γεννητικότητας;
A: Στο ερώτημα αυτό μπορεί να υπάρξει μια απάντηση πραγματολογική-αντικειμενική και μία πολιτική-υποκειμενική.
Ας ξεκινήσουμε από τα αδιαμφισβήτητα, τα αντικειμενικά γεγονότα: αποτελεί (απλό) μαθηματικό αξίωμα πως, για να αντικατασταθεί ο πληθυσμός μιας περιοχής (αφαιρούμε το στοιχείο της μετανάστευσης, για το οποίο θα μιλήσουμε πιθανότατα πιο κάτω), ο δείκτης γεννητικότητας θα πρέπει να είναι 2,1 (που λέγεται «όριο αναπαραγωγής των γενεών»). Εξίσου απλό είναι να υπολογίσουμε πώς θα εξελιχθεί ο πληθυσμός των Ελλήνων που απογράφηκε στην Ελλάδα το 2001 (ας τους αποκαλέσουμε Ε-2001) αν ο δείκτης γεννητικότητας μείνει «κολλημένος» στο 1…

Ε: Όσοι «είχαν απογραφεί στην Ελλάδα το 2001»; Αυτό είναι ρατσιστικό φάουλ…
Α: Αυτό είναι μεθοδολογικό στατιστικό εργαλείο που χρησιμοποιούν οι Βρετανοί («British Born Women»-«Overseas Born Women») οι Αμερικάνοι («White non-Hispanics») κ.λπ. Λοιπόν, σήμερα ο TFR στην Ελλάδα βρίσκεται στο 1,33, αλλά για τους Ε-2001 υπολογίζεται πως είναι στο 1 -ίσως και πιο κάτω! Από εκεί και πέρα, είναι σκέτα μαθηματικά: ξέρουμε τη σύνθεση του πληθυσμού ανά πενταετείς ηλικιακές ομάδες (από την ΕΣΥΕ)· ξέρουμε το μέσο όρο της ηλικίας τεκνοποίησης (είναι τα 29 έτη)· το προσδόκιμο επιβίωσης· το δείκτη γεννητικότητας. Αν βαριόμαστε να κάνουμε τους υπολογισμούς, ξέρουμε τι έχουν πει διάσημοι δημογράφοι για το τι συμβαίνει στους πληθυσμούς με TFR κοντά στο 1: η Κατίνκα Μπάρις (Katinka Barysch) του «Κέντρου για Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση» (CER) γράφει πως με δείκτη γεννητικότητας «κοντύτερα στο 1… κάθε γενιά θα φθάνει το 60% της προηγούμενης». Και ο Ράσελ Σόρτο (Russell Shorto) των Νιου Γιορκ Τάιμς γράφει πως «για τους δημογράφους ο αριθμός αυτός (σ.σ: TFR<1.3) έχει πολύ συγκεκριμένες μαθηματικές επιπτώσεις: σημαίνει πως ο πληθυσμός μιας χώρας θα μειωθεί κατά 50% μέσα σε 45 χρόνια, προκαλώντας ανεπανόρθωτη μείωση του πληθυσμού».
Τo συμπέρασμα λοιπόν είναι πως αν ο δείκτης γεννητικότητας στην Ελλάδα μείνει σταθερός (προς το παρόν βαίνει μειούμενος), στο κλείσιμο του αιώνα οι απόγονοι των Ε-2001 (των Ελλήνων ελληνικής καταγωγής) θα αριθμούν μεταξύ 2 και 3 εκατομμυρίων πιο κοντά μάλιστα στο 2, παρά στο 3 (ο ακριβής αριθμός Ε-2001 για το 2100 είναι 2.427.971 άτομα!).
Αυτά είναι τα δεδομένα. Συν πως η εξέλιξη του φαινομένου της δημογραφικής παρακμής έχει εκθετική μορφή. Το φαινόμενο ξεκινά αργά, με ανεπαίσθητες επιπτώσεις (οπότε δεν ευνοείται η πολιτική κινητοποίηση για την αντιμετώπισή του). Μετά εξελίσσεται γρήγορα, και τότε κανείς δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει. Στην ελληνική περίπτωση, αν ο TFR μείνει σταθερός γύρω στο 1, ο πληθυσμός θα μειώνεται αργά μέχρι το 2040 (οπότε θα φθάσει στα 8,56 εκατομμύρια, μια απώλεια δηλαδή της τάξης των 2,4 εκατομμυρίων (ή -22%) μέσα σε 40 χρόνια. Μετά όμως, καθώς οι γενιές που θα φτάνουν στην ηλικία της αναπαραγωγής θα είναι ολιγάριθμες, η διαδικασία θα επιταχυνθεί: τα επόμενα σαράντα χρόνια, από το 2040 έως το 2080, η απώλεια θα φθάσει τα 4,73 εκατομμύρια ή κοντά στο… 55% του ελληνικού πληθυσμού του 2040! Και τα επόμενα είκοσι μόνο χρόνια χάνεται άλλο ένα 45% του πληθυσμού του 2080!
Το φαινόμενο αυτό, που οι δημογράφοι το αποκαλούν «δημογραφική φάκα» (fertility trap) έχει άμεσο πολιτικό αποτέλεσμα: σημαίνει πως το «παράθυρο ευκαιρίας» για όποιον θέλει να παρέμβει στο πρόβλημα είναι «ανοικτό» μόνο, ενώ το πρόβλημα δεν έχει ακόμα καταστεί άμεσα αντιληπτό από τους ίδιους τους πολίτες. Καλώς ήρθατε στον κόσμο της πρόγνωσης, της διαπαιδαγώγησης, των δύσκολων αποφάσεων!

Ε: Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει τις γυναίκες να κάνουν παιδιά…
Α: Σύμφωνα με όλες τις έρευνες, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες επιθυμούν να κάνουν πολύ περισσότερα παιδιά από όσα κάνουν τελικά. Μια έρευνα του ΕΚΚΕ έδειξε πως ο «επιθυμητός» δείκτης γονιμότητας είναι 2,3, πολύ πάνω από το «όριο αναπαραγωγής των γενεών» και υπερδιπλάσιος σε σχέση με τα όσα παιδιά κάνουμε τελικά στην πραγματικότητα! Αυτή η διάσταση επιθυμίας-πραγματικότητας επαναλαμβάνεται (αν και όχι στην έκταση που έχει στη χώρα μας) σε ολόκληρη την Ευρώπη, με την εξαίρεση της Γερμανίας. Για να το πω αλλιώς: στην Ελλάδα κάτι συμβαίνει και τεκνοποιούμε τα μισά παιδιά από όσα θα θέλαμε! Το ζήτημα είναι να κάνουμε ότι πρέπει ώστε να διαφυλάξουμε το δικαίωμα των ανθρώπων σε όσο πολυάριθμες οικογένειες θέλουν!

Ε: Παρακολουθώ εδώ και ώρα την απέλπιδα προσπάθειά σας να παρεμβάλετε στη συζήτηση ορισμένες σοφιστείες προκειμένου να κατευθύνετε τα συμπεράσματα εκεί που εσείς επιθυμείτε. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή «η μετανάστευση… μπορεί να αντισταθμίσει τις συνέπειες της χαμηλής γονιμότητας και της επιμήκυνσης της διάρκειας ζωής». Ύστερα εισάγετε αυτές τις κατηγορίες «Έλληνες εκ γενετής», «Έλληνες εξ… αγχιστείας» που στη ζωή δε θα πουν τίποτα. Αποτελεί στοιχείο της άμεσης εμπειρίας του κάθε Έλληνα πως οι μετανάστες, που εσείς δεν τους εντάσσετε όλους στους «Ε-2001» σας, κατά κανόνα ενσωματώνονται πλήρως στην ελληνική κοινωνία και δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα από τους υπόλοιπους. Η έννοια του έθνους είναι πολιτικό φαινόμενο -όχι φυλετικό!
Α: Ας το δούμε λοιπόν πρώτα σ’ ό,τι αφορά τη δυνατότητα της μετανάστευσης να «αναπληρώσει» απώλειες σαν αυτές που συζητούμε, της τάξης του 60, του 70, του 80%, που ένας Αμερικανός δημογράφος τόνισε πως μπορούν να συγκριθούν «μόνο με αυτές που προξένησε η επιδημία της πανώλης το μεσαίωνα» (μόνο που τότε η ασθένεια έπληττε όλες τις ηλικιακές ομάδες, όχι μόνο τα παιδιά!). Σε ό,τι αφορά τους μετανάστες, υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των δημογράφων πως, όπως το θέτει ο (φιλελεύθερος και κατά τα άλλα οπαδός της άποψης πως δεν αξίζει τον κόπο να ανησυχούμε για το δημογραφικό), Άλαστερ Μουρέι (Alastair Murray), «υπάρχουν πολλά σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της μετανάστευσης -και η μακροπρόθεσμη επίλυση του δημογραφικού προβλήματος της Ευρώπης δεν συγκαταλέγεται σε αυτά». Ο καθηγητής του Χάρβαρντ Ντέιβιντ Μπλουμ (David E. Bloom) και ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Στοκχόλμης Μπο Μάλμπεργκ (Bo Malberg) το είπαν αλλιώς: «Με δεδομένο τον ταχύ ρυθμό της γήρανσης του ευρωπαϊκού πληθυσμού, ακόμα και μία μαζική αύξηση της μετανάστευσης δεν μπορεί να αντισταθμίσει παρά μόνο εν μέρει -στην καλύτερη περίπτωση- τη μείωση του ευρωπαϊκού πληθυσμού». Είναι πολύ απλό γιατί συμβαίνει αυτό: (α) διότι και οι μετανάστες εντέλει γερνάνε κι αυτοί με τη σειρά τους και (β) διότι σταδιακά υιοθετούν τα αναπαραγωγικά σχήματα της χώρας υποδοχής τους (ή δεν τα υιοθετούν, οπότε σημαίνει πως δεν εντάσσονται στην κοινωνία, με όλα τα συμπαρομαρτούντα).
Ο ΟΗΕ υπολόγισε επακριβώς πόσοι μετανάστες θα χρειάζονταν στις ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου η μετανάστευση να διατηρήσει σταθερή τη σχέση εργαζομένων/συνταξιούχων σε διάφορες χώρες έως το 2050. Η Γερμανία (με TFR ανάλογο με τον ελληνικό) θα χρειαζόταν… 188 εκατομμύρια μετανάστες (με πληθυσμό 80-85 εκατομμυρίων), η Ιταλία 120 εκατομμύρια μετανάστες (με πληθυσμό 60 εκατομμυρίων)! Κατ’ αντιστοιχία, η Ελλάδα θα χρειαζόταν τουλάχιστον… 20 εκατομμύρια μετανάστες έως το 2050 (και θυμίζω πως η δημογραφική κατάρρευση κλιμακώνεται μόλις μετά το 2040!) για να κρατήσει σταθερή τη σχέση ενεργού πληθυσμού-συνταξιούχων!
Αλλά δεν τελειώσαμε με την ερώτησή σας για τις επιπτώσεις της χαμηλής γεννητικότητας… Είπαμε ορισμένα πράγματα για τα αντικειμενικά δεδομένα, να δούμε λίγο και τις υποθέσεις εργασίας των επιπτώσεων αυτών των δεδομένων:
Πρώτη επίπτωση: οικονομική δυσπραγία, μεγάλες πιέσεις στο κοινωνικό κράτος.
Δεν τονίσαμε ίσως αρκετά πως ο χαμηλός TFR δε σημαίνει απλά πως ο πληθυσμός των Ε-2001 θα μειωθεί· σημαίνει επίσης πως θα είναι ένας πληθυσμός γέρων. Ήδη από το 2040 οι άνω των 60 ετών θα ξεπεράσουν το 40% του συνολικού πληθυσμού και γύρω στο 2060 θα φθάσουν το 50% (σήμερα βρίσκονται στο 25%). Το γεγονός αυτό από μόνο του οδηγεί στην εκπτώχευση της κοινωνίας. Όπως το έθεσε στον Ομπσέρβερ, ο Αντριου Ρόνσλεϊ (Andrew Ronsley): «Ο πόλεμος των γενεών ξεκίνησε -οι νέοι χάνουν από τους γέρους». Ο καθένας κατανοεί τι σημαίνει αυτό για τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα έξοδα υγειονομικής περίθαλψης κ.λπ.
Πέρα όμως από τους συσχετισμούς ηλικιωμένων-νέων που διαμορφώνονται, η γήρανση του πληθυσμού οδηγεί στη γενική εκπτώχευση των κοινωνιών: σύμφωνα με ένα δημοσίευμα της γαλλικής Λε Μοντ, ήδη σήμερα οι ρυθμοί ανάπτυξης στη Γερμανία πλήττονται από την κακή δημογραφική εικόνα της χώρας.
Αλλά υπάρχει και μία άλλη επίπτωση των δημογραφικών εξελίξεων, στην ανάπτυξη της κοινωνικής συνοχής. Σε έναν πληθυσμό που θα προκύπτει από πανσπερμία φυλών, που θα έχουν την αίσθηση πως ξεχωρίζουν φυλετικά, εθνοτικά, θρησκευτικά, γλωσσικά κ.ο.κ. ένα από τα πρώτα πράγματα που πλήττονται είναι το αίσθημα της αναγκαιότητας της κοινωνικής αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας κ.λπ. Ένας από τους λόγους που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος είναι αυτός: οι αντιστάσεις στη φορολόγηση για υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, επιδόματα αλληλεγγύης κ.λπ. εντείνονταν από την πολυφυλετική σύνθεση του πληθυσμού: κοντολογίς, οι εύποροι «λευκοί Αγγλοσάξονες προτεστάντες» δεν έδειχναν καμία προθυμία να πληρώνουν για την υγεία, την παιδεία, τα επιδόματα ανεργίας των Ιταλών, των Ιρλανδών, των μαύρων κ.ο.κ. Είναι χαρακτηριστικό πως οι πιο ομοιογενείς πληθυσμιακά πολιτείες είναι επίσης αυτές που έχουν καλύτερες κοινωνικές παροχές. Αντίστοιχα φαινόμενα έχουμε και στην Ευρώπη, από τη δεκαετία του ’70, του ’80 και μετά.
Δεύτερη επίπτωση: μειωμένα κοινωνικά αντανακλαστικά στις εξελίξεις της εποχής.
Η γήρανση όμως του πληθυσμού δεν είναι ένα φαινόμενο στατικό, αλλά ανατροφοδοτούμενο. Έτσι, π.χ., καθώς οι ηλικιωμένοι πολλαπλασιάζονται, επιβάλλουν την πολιτική τους ατζέντα: οι μεσήλικες και οι ηλικιωμένοι ψηφίζουν περισσότερο από τους νέους· είναι πιο πολυάριθμοι· καλύτερα συνδεδεμένοι με τα κέντρα εξουσίας· η γνώμη τους θεωρείται πιο έγκυρη. Από την άλλη, η περιθωριοποίηση των νέων τροφοδοτεί την απογοήτευση στις τάξεις τους, που με τη σειρά της τους οδηγεί στην πολιτική απόσυρση, που τους εξασθενεί και άλλο κ.ο.κ. Για να μη μιλήσουμε για την πολιτική-ιδεολογική «αποικιοποίηση» των νέων από τα ιδεολογικά-πολιτικά στερεότυπα των μεσήλικων και των ηλικιωμένων. Δημιουργείται ένας ακόμα φαύλος κύκλος, που ισχυροποιεί πολιτικά τους δυνατούς μεσήλικες και ηλικιωμένους κι εξασθενεί τους αδύναμους νέους.
Στην Ελλάδα π.χ. έχουμε χαμηλές συντάξεις, της τάξης των 500-600 ευρώ (που βέβαια δεν είναι ακριβώς συντάξεις, αλλά «επιδόματα γήρατος», αφού συχνά οι δικαιούχοι ουδέποτε κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές). Έχουμε όμως κι εξευτελιστικά επιδόματα τέκνου (που φθάνουν ακόμα και τα… 8,22 ευρώ/μήνα). Έχουμε ουρές στο ΙΚΑ. Έχουμε όμως και απουσία βρεφονηπιακής εκπαίδευσης. Ποιο από τα δύο κάνει πρωτοσέλιδα;
Φυσικά αυτή η κυριαρχία των μεσηλίκων και των ηλικιωμένων ευνοεί την προσκόλληση στις πολιτικές αναμνήσεις του παρελθόντος, παρά την εξερεύνηση των πολιτικών προκλήσεων του μέλλοντος· την επιδίωξη της ασφάλειας έναντι της ανάληψης ρίσκου· το συντηρητισμό έναντι της προοδευτικότητας κ.ο.κ. Σας αφήνω να αποφασίσετε αν αυτή η στάση ευνοεί ή υπονομεύει τη θέση της χώρας στον κόσμο…
Τρίτη επίπτωση: αύξηση της μετανάστευσης των πιο μορφωμένων-δυναμικών στοιχείων από τη χώρα.
Μία πλευρά της ανατροφοδότησης της γήρανσης του πληθυσμού, που ήδη πλήττει εδώ και μερικά χρόνια τη χώρα μας, αν και ευρισκόμαστε ακόμα στην αρχή αρχή του φαινομένου και είναι λογικό να αναμένουμε τη μεγάλη του κλιμάκωση για τη συνέχεια, είναι η μετανάστευση Ελλήνων, ιδίως νέων, μορφωμένων, δυναμικών κ.λπ. στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες. Όπως έγραψε η εφημερίδα Το Βήμα: «Μια νέα γενιά Ελλήνων μεταναστών, πάνω από 5.000 την τελευταία τριετία, αυτήν τη φορά όχι ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, αλλά επιστήμονες όλοι και μάλιστα υψηλής ειδίκευσης με πολλά προσόντα και πανεπιστημιακούς τίτλους, αναζητεί την τύχη της στο εξωτερικό».
Κοιτάξτε τι κάνουμε: προσφέρουμε αναγνωρισμένους τίτλους ανώτατων σπουδών σε χιλιάδες νέους· ταυτόχρονα δεν διευκολύνουμε την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας. Όλα αυτά σε ένα περιβάλλον όπου η «κινητικότητα» και πιο εύκολη είναι, και καλλιεργείται κιόλας ως επίσημη ευρωπαϊκή πολιτική. Μόνο το εισιτήριο στο χέρι που δε δίνουμε στη νέα γενιά μας. Επιπλέον, η μετανάστευση συνδέεται με το αίσθημα της απουσίας προοπτικής στη χώρα προέλευσης (βασικό γνώρισμα της «γενιάς των 700 ευρώ») και αφορά πάντα τα καλύτερα στοιχεία μιας γενιάς (τους πιο μορφωμένους, ανήσυχους, κινητικούς, ριψοκίνδυνους κ.λπ.).
Τέταρτη επίπτωση: δυσκολία στην κοινωνική ένταξη-ενσωμάτωση των μεταναστών.
Το ζήτημα των ορίων πέραν των οποίων ένας πληθυσμός μπορεί να ενσωματώσει έναν άλλον διατηρώντας βασικά στοιχεία της ταυτότητάς του (π.χ. τη γλώσσα, τον ιστορικό του αυτοπροσδιορισμό κ.λπ) είναι εξαιρετικά ευαίσθητο, πολύπλοκο και ιδεολογικά γλιστερό. Ας πούμε πάντως πως ελάχιστοι θα διαφωνήσουν πως η ενσωμάτωση (ένταξη) των μεταναστών στην κοινωνία υποδοχής τους εξαρτάται:
(α) από τους αριθμούς των αντίστοιχων πληθυσμών.
(β) από τη διάθεση των μεν να ενσωματωθούν, των δε να ενσωματώσουν.
(γ) από τη διαθέσιμη τεχνολογία πληροφόρησης και μετακίνησης.
Σήμερα και οι τρεις αυτοί παράγοντες εμφανίζονται να λειτουργούν εις βάρος της δυνατότητας των Ελλήνων να ενσωματώσουν έως το 2050 (πόσο μάλλον έως το 2100) τόσους μετανάστες ώστε να λυθεί το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα.
Ως προς το πρώτο, η κατάσταση λίγο-πολύ εκτέθηκε παραπάνω: αν θέλουν να λύσουν το δημογραφικό τους πρόβλημα με την εισροή ξένων μεταναστών, οι Έλληνες θα πρέπει να ενσωματώνουν 350-400.000 μετανάστες το χρόνο, τα επόμενα πενήντα χρόνια!
Ως προς τη διάθεση των πληθυσμών να ενσωματώσουν και να ενσωματωθούν, η μέχρι σήμερα ελληνική εμπειρία, κυρίως ως προς τους Αλβανούς, είναι εντελώς ιδιόμορφη: τα τελευταία τριάντα χρόνια, σπάνιοι είναι οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί που έδειξαν τόσο πραγματικό πάθος να ενσωματωθούν όσο οι Αλβανοί μετανάστες στην Ελλάδα την περίοδο 1990-2010. Οι άνθρωποι αυτοί απαρνήθηκαν ευχαρίστως τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά τους, τα ονοματεπώνυμά τους, ακόμα και τη θρησκεία τους (!) από λαχτάρα να ενσωματωθούν σε μία κοινωνία που τους απέκρουε με πολλούς τρόπους. Το ρατσιστικό σύνθημα «δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ…» δείχνει ανάγλυφα από τη μια την επιθυμία των Αλβανών να «γίνουν Έλληνες», από την άλλη την απροθυμία της χώρας υποδοχής να τους βοηθήσει σε αυτό τους το εγχείρημα.
Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να είναι άσχετο με την πολύ χαρακτηριστική στις κομμουνιστικές χώρες, πόσο μάλλον στον ιδιόμορφο κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό του Ενβέρ Χότζα (Enver Hoxha) αλλοτρίωση των υπηκόων από τα κοινά και την ολοκληρωτική τους εξατομίκευση. Ούτε από την -επίσης συνδεδεμένη με τον κομμουνισμό- εξιδανίκευση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής (που η Ελλάδα κατ’ εξοχήν εξέφραζε στα μάτια των Αλβανών).
Μπορούμε έτσι να υποστηρίξουμε βάσιμα πως τα όποια προβλήματα κοινωνικής ένταξης των μεταναστών στη σημερινή Ελλάδα δεν οφείλονται τόσο στους «από βορράν» μετανάστες που (λόγω του διπλού φαινομένου «κομμουνιστική αλλοτρίωση»-«εξιδανίκευση της καπιταλιστικής Ευρώπης») ήταν πρόθυμοι να ενταχθούν πλήρως στη χώρα υποδοχής, όσο από την αμηχανία, θεσμική ανετοιμότητα και απροθυμία με την οποία τους συμπεριφέρθηκε η Ελλάδα ως χώρα υποδοχής.
Η ελληνική αυτή εμπειρία είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που γνωρίζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που δέχονται κυρίως μετανάστες από αραβικές-μουσουλμανικές, ασιατικές και αφρικανικές χώρες. Στην περίπτωση αυτή οι μετανάστες δείχνουν απρόθυμοι να εγκαταλείψουν πολλά στοιχεία της θρησκευτικής, πολιτιστικής, ιστορικής τους ταυτότητας, ακόμα και όταν η θέλησή τους αυτή δημιουργεί εντάσεις με τους πληθυσμούς των χωρών υποδοχής. Βλέπουμε έτσι πως χώρες απείρως πιο έτοιμες να υποδεχτούν ξένους από ό,τι η Ελλάδα, όπως π.χ. η ατομοκεντρική-ανεκτική Ολλανδία, η Βρετανία κ.λπ. συναντούν σήμερα δυσεπίλυτα προβλήματα στη συμπεριφορά τους προς τους ανθενωτικούς τους μετανάστες: όπως λέγεται, «η μουσουλμανική μετανάστευση στην Ευρώπη δολοφόνησε την πολυπολιτισμικότητα».
Πράγματι, για την Ελλάδα το καλάθι των «βολικών» μεταναστών εξαντλήθηκε. Όπως ήδη δείχνουν τα σχετικά στοιχεία, η Ελλάδα αποτελεί τη βασική πύλη εισόδου λαθρομεταναστών στην ΕΕ, που κυρίως προέρχονται από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Στο σημείο αυτό να προσθέσουμε μερικές παρατηρήσεις:
Πρώτον, η διάθεση ενός μετανάστη να ενταχθεί στην χώρα υποδοχής εξαρτάται από το συμβολικό κύρος της χώρας αυτής (είναι πολύ πιο εύκολο π.χ. να «ενσωματωθεί» ένας Έλληνας στις ΗΠΑ, παρά ένας Έλληνας στην Τανζανία). Από αυτήν την άποψη, η ελκυστικότητα της Ελλάδας βαίνει μειούμενη. Ποιος αλήθεια και γιατί θα κατέβαλλε τον κόπο να ενταχθεί πολιτιστικά και κοινωνικά σε μία παρακμιακή χώρα γερόντων χωρίς μέλλον (όπως θα είναι η Ελλάδα σε μερικές δεκαετίες αν το δημογραφικό πρόβλημα αφεθεί ανεξέλεγκτο), όταν θα μπορούσε να διεκδικήσει την έντονη αυτόνομη παρουσία του ως δυναμικό και νεανικό μουσουλμανικό, αφρικανικό κ.ο.κ. στοιχείο;
Δεύτερον, η ενσωμάτωση σε μία κοινωνία δεν γίνεται άπαξ διά παντός. Οι συλλογικές ταυτότητες είναι πάντα υπό διαπραγμάτευση. Εφόσον λ.χ. τη σημερινή Αλβανία αντικαταστήσει σε λίγα χρόνια μία Αλβανία νεανική, ισχυροποιούμενη, αναγνωρισμένη από τις δυτικές δυνάμεις, επεκτεινόμενη κ.λπ. θα ήταν λογικό να αναμένουμε πως πολλοί από τους σημερινούς ενσωματωμένους μετανάστες -ή οι απόγονοί τους- θα επανεκτιμούσαν και θα επαναδιεκδικούσαν τις «ρίζες» τους. Αυτό και θεμιτό θα ήταν, και λογικό. Τέλος, η κοινωνική ένταξη υπονομεύεται παντού από την εξέλιξη των ΜΜΕ και των μέσων μεταφοράς. Σήμερα ο μετανάστης μπορεί να εξακολουθήσει να μεταφέρει εν πολλοίς τη χώρα προέλευσής του και στη χώρα υποδοχής: να ακούει τις τελευταίες μουσικές επιτυχίες της πατρίδας του, να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο την κάθε είδους επικαιρότητα, να συνομιλεί με οπτική επαφή τακτικά κι εύκολα με όλους τους συγγενείς του κ.ο.κ. Τα ΜΜΕ ράγισαν για τα καλά (για να μην πούμε θρυμμάτισαν) το «melting pot». Καθώς οι τεχνολογίες αυτές της «εικονικής παρουσίας» θα βαίνουν τελειοποιούμενες, ίσως σε λίγα χρόνια το αίτημα της εγγυημένης συμμετοχής των μεταναστών στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας προέλευσής τους να τους ενδιαφέρει πολύ περισσότερο από εκείνο της πολιτικής-κοινωνικής τους παρουσίας στη χώρα υποδοχής τους…
Πέμπτη επίπτωση: καλλιέργεια αποσχιστικών διαθέσεων.
Το σημείο αυτό αποτελεί μία παραλλαγή του αξιώματος πως οι συλλογικές ταυτότητες δεν αποδίδονται άπαξ διά παντός, αλλά, αντιθέτως, βρίσκονται πάντα υπό διαπραγμάτευση. Αυτό σημαίνει πως σε ορισμένες πιο ανθηρές, ή απομονωμένες, ή πολιτιστικά ιδιαίτερες περιοχές του εθνικού ελλαδικού χώρου ίσως να δημιουργούνταν εναλλακτικές συλλογικές «ταυτότητες διαφυγής» από την παρακμιακή-γηράσκουσα κοινή ελληνική ταυτότητα.
Σημερινοί γραφικοί «τοπικισμοί» θα ήταν δυνατό, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις όπου έχουν μεγαλύτερο βάθος από τη μια, θα είχαν ικανούς υλικούς όρους από την άλλη, να μετεξελιχτούν σε «εθνικισμούς», οδηγώντας ακόμα και σε αποσχιστικά προτάγματα από τον γηράσκοντα, εκπτωχευόμενο και εξασθενούμενο ελλαδικό κοινωνικό σχηματισμό…
Έκτη επίπτωση: δυσκολία στην προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.
Φυσική συνέπεια όλων των προηγουμένων είναι η τροποποίηση των συνόρων (ακόμα και χωρίς πόλεμο), κάτω από την πίεση διεκδικήσεων από πιο ανθηρά, ισχυρά, πολυάριθμα έθνη. Αν μάλιστα σε ορισμένες περιοχές είχαμε και την ανατροπή της εθνοτικής σύνθεσης του πληθυσμού (μου έρχονται στο μυαλό η Θράκη ή τα νησιά του Αιγαίου, ιδίως σε περίπτωση που απελευθερωθεί η μετανάστευση από τη γειτονική Τουρκία, κι ας μην ξεχνάμε πως όλο το Αιγαίο Πέλαγος σήμερα έχει τόσο πληθυσμό όσο μια μάλλον μεσαία γειτονιά της Κωνσταντινούπολης), η αποκοπή τμημάτων της χώρας προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση θα έπρεπε να θεωρείται ως μία εξέλιξη τόσο φυσιολογική, που στη συγκυρία της εποχής κάθε αντίσταση θα μοιάζει με «τυχοδιωκτισμό», «αδυναμία αναγνώρισης των νέων πραγματικοτήτων» κ.ο.κ. Αλλά ακόμα κι αν υπήρχε αντίδραση, πόση τύχη θα είχε μια φτωχή, γερασμένη, αποθαρρημένη χώρα απέναντι σε μία ακμάζουσα, νεανική, διεκδικητική δύναμη;

Ε: Έστω πως τα πράγματα είναι έτσι. Και λοιπόν τι έγινε; Τα κράτη γεννώνται και πεθαίνουν!
Α: Υπάρχει ένα ζήτημα χρέους ασφαλώς, προς το παρελθόν, και το μέλλον. Αυτή η πατρίδα γεννήθηκε χάρη σε ένα παθιασμένο απελευθερωτικό κύμα, που δημιούργησε το πατριωτικό-ελληνικό κίνημα του 18ου, του 19ου, του 20ού αιώνα, υπέρ του οποίου θυσίασαν οικογενειακή γαλήνη, επαγγελματική σταδιοδρομία, περιουσία, σωματική ακεραιότητα αλλά και τη ζωή τους ακόμα οι πατεράδες και οι παππούδες μας. Η ελληνική μας πατρίδα όμως γεννήθηκε επίσης από ένα μεγάλο φιλελληνικό κίνημα, και από την άποψη αυτή ήταν ένα κράτος-έθνος που δημιουργήθηκε έξω από τα εθνικά του όρια τουλάχιστον όσο και μέσα σε αυτά! Προφανώς ένα έθνος-κράτος που συνεχίζει να διαλέγεται, μέσω της γλώσσας, της θρησκείας, των ηθών και των εθίμων, της ιστορικής του αυτοσυνειδησίας κ.λπ. με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, αλλά και το Βυζάντιο, με την αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και τα Ευαγγέλια ή τα πατερικά κείμενα, έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, θα έλεγα οντολογική, υπαρξιακή, για την ίδια τη δύση…
Σε ότι αφορά το μέλλον, όλα αυτά που περιγράφονται εδώ, με τη μορφή ανώδυνων λέξεων, φυσικά και θα μετουσιωθούν σε τραγικά, βίαια, αλλοτριωτικά βιώματα. Η μεταβατική περίοδος από τον ελληνικό ελλαδικό χώρο στον μη-ελληνικό, θα συνδυασθεί με καταπίεση αντί για δημοκρατία, φτώχεια αντί για ευημερία, βία αντί για νόμο κ.ο.κ. Πράγματα που θα τα βιώσουν οι άμεσοι απόγονοί μας τα παιδιά και τα εγγόνια μας, όχι από κακοτυχία, αλλά λόγω των δικών μας, ελευθέρων και συνειδητών επιλογών. Μπορεί εσάς να μη σας νοιάζει να ανήκετε στη γενιά εκείνη που έβαλε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή της κάτω από τη θανατική καταδίκη της Ελλάδας και του ελληνισμού, αλλά και της δημοκρατίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, του κράτους δικαίου στον ελλαδικό χώρο, εμένα όμως με νοιάζει, και θα ήθελα να κάνω ό,τι μπορώ για να αποτραπεί τελικά αυτός ο εφιάλτης.

 

Ο Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός

 

http://ardin-rixi.gr/archives/7032

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Leave a Comment »

Εθνική και κοινωνική Συνείδηση

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Αυγούστου 2013

του Κ. Μοσκώφ απ’ο το Άρδην τ. 74 

 

Μια παραγωγική εμπορευματική δραστηριότητα διασώζεται ανάμεσα στον 16ο και 18ο αιώνα, στον ελεύθερο από τα αντικίνητρα του οθωμανικού φεουδαλισμού νεοεποικισμένο ορεινό χώρο, ή στις όμοιας ιστορικής γένεσης νησιώτικες κοινωνίες του Αιγαίου, αποκλειστικά σχεδόν εκεί.

Η οικονομική ενότητα της ελλαδικής κοινωνίας έχει διασπαστεί τώρα: Οι αστικές σχέσεις αναπτύσσονται στα εμπορευματικά βουνίσια αυτά κέντρα, διεισδύουν σταδιακά στην περίοική τους αγροτιά, δεν διοχετεύονται όμως και προς τον φεουδαλοποιημένο πεδινό χώρο. Όχι ότι μια ανάπτυξη της οικονομίας δεν πραγματοποιείται και στα μέρη αυτά. Οι καινούργιες καλλιέργειες, η σταφίδα κυρίως, αλλά και το βαμβάκι, ο καπνός, το καλαμπόκι, ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη ολοένα ζήτηση της Ευρώπης, κι έστι η παραγωγή αυξάνεται σημαντικά από τα τέλη του 17ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο σαν σύνολο.

Όμως, τα πλεονάσματα στον κάμπο δημιουργούνται κυρίως με διοικητικό τρόπο από φορολογίες, ιδίως από τη δεκάτη, από τον ισστιρά, την υποχρέωση πώλησης μέρους της παραγωγής σε χαμηλές τιμές προς το κράτος. Η εξαγωγική δραστηριότητα που θα αναπτυχθεί δίνει στους εξαγωγείς, μεγάλους φεουδαλικούς άρχοντες κυρίως, και στην κεντρική διοίκηση, ένα σημαντικό εισόδημα σε νόμισμα «σκληρό», ευρωπαϊκό, αλλά στην τέτοια οικονομική διαδικασία οι καλλιεργητές ελάχιστα θα συμμετέχουν. Η αγορά, στον πεδινό αυτό χώρο, δεν θα διαμορφωθεί παρά μέσα από θύλακες, «comptoirs», που αφομοιώνουν στον διεθνή χώρο τα πιο προσοδοφόρα τμήματα της πεδινής αγροτικής οικονομίας σε μια κατευθείαν σύνδεση άρχουσας τάξης και εισαγωγέων της Ευρώπης· η σταφιδοπαραγωγή, ιδίως, μέσα σε τέτοια πλαίσια αναπτύσσεται· μέσα σε τέτοια πλαίσια, πάνω σε μια φεουδαλική και μεταπρατική βάση, θα διαμορφωθούν κοινωνικά και οι ασχολούμενοι με τις καλλιέργειες αυτές πληθυσμοί.

Αντίθετα, τα παραγωγικά πλεονάσματα δεν θα δημιουργηθούν στα ορεινά κέντρα, παρά μόνο περιθωριακά μέσα από την αγροτική παραγωγή. Βέβαια, η εισαγωγή νέων καλλιεργειών θα προκαλέσει, και εδώ, το πολλαπλασιαστικό φαινόμενο· το καλαμπόκι, το βαμβάκι βοηθούν στο να αξιοποιηθεί καλύτερα η γη στο βουνό, όπου η ύδρευση, σύμφωνα με τα τεχνικά μέσα της εποχής, είναι πιο πρόσφορη· η κάποια ανάπτυξη όμως της αγροτικής παραγωγής, που επακολουθεί, δεν οδηγεί προς την εξαγωγή αλλά προς την εξασφάλιση μεγαλύτερης αυτάρκειας απέναντι στην πεδιάδα σε ό,τι αφορά τα εδώδιμα, στη σημαδιακή στροφή προς τη βιοτεχνία, προς τα υφαντικά ιδίως προϊόντα. Η νηματουργία βαμβακιού και μαλλιού, η μεταξουργία και η βαφική θα αποτελούν τους κυριώτερους πόλους της οικονομικής ανάπτυξης μέσα σ’ αυτόν τον ορεινό ελλαδικό χώρο.

Καινούργιοι όροι, αυτοί εξωγενείς, θα ωθήσουν την παραγωγή προς μια νέα, επιταχυνόμενη ανάπτυξη· η συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, που τερματίζει τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, στα 1774, δίνει τη δυνατότητα σε όλους τους χριστιανούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να χρησιμοποιήσουν τη ρωσική προστασία, εξασφαλίζοντάς τους από το αυθαίρετο της διοίκησης, αλλά και εξομοιώνοντάς τους, από φορολογική άποψη, με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές, θέτοντάς τους ακόμα σε μια θέση πιο ευνοϊκή από αυτήν που κατέχουν οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι συντοπίτες τους. Η διάνοιξη της Μαύρης Θάλασσας και της ρωσικής αγοράς στο ελληνικό εμπόριο, ο ηπειρωτικός αποκλεισμός και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, προσφέρουν καινούργιες δυνατότητες στην ελλαδική οικονομία· η οικονομική απογείωση αγκαλιάζει, από τα 1780-1790, τα εμπορευματικά κέντρα του βουνού, από τα 1790 το σύνολο του ελλαδικού χώρου. Η οικονομική δραστηριότητα θα συγκεντρωθεί σε τρεις τομείς· στα βιοτεχνικά κέντρα, στα ναυτικά νησιά, στις πλουσιώτερες σταφιδοπαραγωγικές πεδινές εκτάσεις.

Τα βιοτεχνικά κέντρα είναι, όπως είδαμε, δημιουργήματα της διαφοροποιημένης αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής του νεοεποικισμένου ορεινού χώρου· μοναδική εξαίρεση στον τομέα αυτόν, η περίπτωση της υφαντουργίας του θεσσαλικού Τυρνάβου(1)· η μεταξοβιοτεχνία γίνεται η κύρια παραγωγική απασχόληση στα Πηλιορίτικα χωριά και στην περιοχή της δυτικής Μάνης, ενώ στον βορεινό Κίσσαβο και στα χωριά του Κάτω Ολύμπου αναπτύσσεται η βαφική, η νηματουργία και η υφαντική· μια σειρά άλλα ορεινά κέντρα συγκεντρώνουν την κατεργασία του μαλλιού και των δερμάτων. Στα 1800 η βιοτεχνία απασχολεί ένα σύνολο 40.000-50.000 ατόμων και κινητοποιεί κεφάλαια το λιγώτερο 50.000.000 χρυσών φράγκων, με ένα ετήσιο κέρδος κυμαινόμενο από 12% ως 30%(2).

Τα νησιά είναι ο άλλος πόλος της νεοελληνικής αναγέννησης· άλλα στο χρώμα της ώχρας του ξερού τοπίου τους, και άλλα στο χρώμα της ελιάς, γεννούν ανάλογα με την υφή της γης τους και δική τους μορφή κοινωνίας. Τα πλουσιώτερα νησιά, αυτά της μικρασιατικής ακτής, βρίσκονται στην ελληνική ιστορία από τα πιο αρχαία χρόνια, όπως η Λέσβος της αιολικής ποίησης και του αθηναϊκού λαδιού, όπως η Σάμος, η Χίος, η Ρόδος· πλούσια όμως και άγονα, θα μοιραστούν την κατάπτωση που προκαλούν οι διαρπαγές και η πειρατεία στα υστερώτερα χρόνια· η Σάμος δεν κατοικείται παρά από λίγες εκατοντάδες βοσκούς στα χρόνια του Σουλεϊμάν, η Λέσβος και η Ρόδος, από 10.000 η καθεμιά τους πενόμενους αγρότες, και η Δήλος, κάποτε κέντρο ιερό ή μέγιστο σκλαβοπάζαρο της Μεσογείου, καταντά στα ίδια αυτά χρόνια και για αιώνες πολλούς βοσκοτόπι της γειτονικής Μυκόνου. Αν η Χίος διατήρησε, χάρη στα προνόμιά της και στην εύνοια της Γαλλίας, τη θέση της μέσα στο Αιγαίο και αν η βενετσιάνικη ως τα 1715 κατοχή στην Τήνο διατήρησε στο νησί έναν πληθυσμό πυκνό, 28.000 στα 1780, ωστόσο δεν είναι τα πλούσια αυτά ελαιοφόρα νησιά που βγαίνουν θριαμβευτικά στο προσκήνιο της νεοελληνικής ιστορίας, αλλά τα άλλα, τα ξεχασμένα και μικρά, που η λειτουργία τους προσομοιάζει με αυτήν των βουνών της ηπειρωτικής χώρας και που γίνονται, μετά τα 1700, καταφύγια, από την ανασφάλεια, το στερνό κύμα φεουδαλοποίησης των κάμπων, της αλλαγής στο επαχθέστερο της αγροτικής φορολογίας. Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, αλλά και ο Πόρος, η Μύκονος, η Κάσσος, η Σύμη, η Σκιάθος, βράχια του Μυρτώου και του Αιγαίου ακατοίκητα, συγκεντρώνουν έναν πληθυσμό που φτάνει τις 15.000-20.000 ήδη την εποχή των Ορλωφικών· οι μετά τα 1774 ευνοϊκές συνθήκες θα αυξήσουν παραπέρα τον πληθυσμό τους, που θα φτάσει στα 1820 στις 20.000 για την Ύδρα, 8.000 για τις Σπέτσες, 6.000 για τα Ψαρά, κάπου 100.000 για όλα τα μη γεωργικά νησιά του Αρχιπελάγους(3). Το ειδικό βάρος του νησιωτικού αυτού χώρου δεν φαίνεται μόνο από τη δημιουργημένη μέσα σε 30 χρόνια κραταιή ναυτιλία του -πάνω από 300 καράβια άνω των 100 τόννων, συνολικού εκτοπίσματος 61.500 τόννων στα 1819-, αλλά από την εμπορική και τραπεζιτική λειτουργία, που ασκεί για το σύνολο του ελλαδικού χώρου η συσσώρευση του ναυτιλιακού κεφαλαίου στα κυριώτερα από αυτά, κάπου 50.000.000 χρ. φράγκα σε νομίσματα, ένα ανάλογο ποσό επενδυμένο σε καράβια(4).

Όσο και αν ο οικονομικός διχασμός του ελλαδικού χώρου γίνεται μέσα στα χρόνια της οικονομικής απογείωσης ολοένα και εντονώτερος, ωστόσο από τα τέλη του 18ου αιώνα θα εμφανιστούν και στη φεουδαλική οικονομία του κάμπου τα επακόλουθα των ευνοϊκώτερων όρων που η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή παραχώρησε.

Ο μεταπρατικός αγροτικός χώρος θα απλώνεται σε όλη τη δυτική πλευρά του Μωρηά, από την Κόρινθο ως την Καλαμάτα. [ ] Οι καλλιέργειες αρχίζουν βαθειά στα ενδότερα, στους πρόποδες των λόφων, όπου η ελιά, το αμπέλι και η συκιά δίνουν σταδιακά τη θέση τους στη σταφίδα· τα 5 ή 6 καράβια φόρτωμα, που μας πληροφορούν τα περιηγητικά κείμενα του 17ου αιώνα ότι αποτελούσαν την τότε παραγωγή, γίνονται εκατοντάδες, εκατό χρόνια πιο μετά· στα 1800 ένα προϊόν αξίας 4.000.000 φράγκων κατευθύνεται προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια ή τα βρεττανικά νησιά(5).

Η αγορά τα χρόνια αυτά έχει απόλυτο κυρίαρχο τον χριστιανό μεγαλοκτηματία, έμπορο και φοροεισπράκτορα μαζί, σαράφη ακόμα και προύχοντα της κοινότητάς του(6). Στα 1820, μετριούνται σε εκατοντάδες αυτοί οι πλούσιοι έμποροι και κτηματίες στον δυτικό Μωρηά· μεταξύ τους μοιράζονται κεφάλαια αξίας πάνω από 20.000.000 χρ. φράγκα· η Πελοπόννησος συγκεντρώνει 97.118 άτομα στα 1687, 259.564 στα 1719 και η αύξηση συνεχίζεται και μετά τη λήξη της δεύτερης βενετικής κατοχής· στα πρόθυρα της εξέγερσης του ’21 ο πληθυσμός θα έχει υπερδιπλασιασθεί ακόμα στα 504.000 άτομα(7).

Η οικονομική διαφοροποίηση, προχωρώντας μετά τα 1770 με ολοένα και πιο γοργό ρυθμό, έχει οδηγήσει και εδώ σε μια κοινωνική ιεράρχηση. Στην Πελοπόννησο, η πρώτη φορολογική τάξη, μεγαλοκτηματίες και μεγαλέμποροι, καραβοκυραίοι, σαράφηδες και ανώτεροι κληρικοί, οι «αϊλάδες», όπως αποκαλούνται στην οθωμανική δημοσιονομία, αποτελούν τα 3%-5% του χριστιανικού πληθυσμού· η μεσαία τάξη, κτηματίες κυρίως των βορειοδυτικών περιοχών, οι «εσσατλάρ», αποτελούν τα 30%-35% του πληθυσμού, αλλά 50% περίπου οι μεγάλες μάζες, ενώ οι άποροι, οι «φουκαριλάρ» των κειμένων, άλλα 10%-15% του πληθυσμού, εξαιρούνται, σύμφωνα με το Σεριάτ, από φόρους. Στην Κεντρική Μακεδονία, αντίθετα, η ανώτερη τάξη αποτελεί τα 6%-9% του πληθυσμού, τα 70%-75% η μεσαία, τα 15%-19% η κατώτερη· η διαφοροποίηση εδώ είναι πιο προχωρημένη, αλλά και τα εισοδήματα σημαντικά ανώτερα· είναι χαρακτηριστικοί οι αριθμοί για την πόλη της Θεσσαλονίκης· μέσα στην ελληνική κοινότητα των 2.175 οικογενειών, που σε σημαντικό βαθμό διατηρούν μιαν αγροτική λειτουργία, οι σχέσεις είναι: 7% η ανώτερη, 60% η μεσαία, 30% περίπου η κατώτερη τάξη· ανάμεσα στις 3.671 οικογένειες τής αποκλειστικά με τη βιοτεχνία και το εμπόριο απασχολούμενης ισραηλιτικής κοινότητας, οι ίδιες σχέσεις είναι αντίστοιχα: 5%, 20% και 70% περίπου(8).

Η οικονομική απογείωση ολοκληρώνεται έτσι στις αρχές του 19ου αιώνα, πρόκειται όμως για μια απογείωση ανώμαλη, που όχι μόνο δεν πραγματοποιεί, αλλά εντείνει ακόμα περισσότερο τη διάσπαση της ενότητας της ελλαδικής αγοράς· με την Ελλάδα του ξερικού κάμπου, την εγκαταλελειμμένη στην ελονοσία και τον υποπληθυσμό της, θα συνυπάρχει τώρα η Ελλάδα των ορεινών βιοτεχνικών κέντρων, των ναυτικών νησιών, των μεταπρατικών κοιλάδων του Μωρηά· η Ελλάδα της σύνθετης ήδη και προηγούμενης στον καιρό της -σε ό,τι αφορά τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τουλάχιστο- βιοτεχνικής παραγωγής, θα έχει τώρα να υποστεί όλες τις συνέπειες της έλλειψης μιας δικής της ενδοχώρας, τις συνέπειες ίσως, να έλεγε κανείς, της τραγικής της «ύβρεως», που θα αποτελέσει ο εποικισμός και η πραγμάτωση, παρά τις τόσες αντιξοότητες, μιας οικονομικής ανάπτυξης στο βουνό. Η αδιαφιλονίκητη μετά το Βατερλώ κυριάρχηση της διεθνούς αγοράς από την βρεττανική βιομηχανία θα υπαγορέψει τώρα τους όρους ενός δύσκολου θανάτου· η ελληνική βιοτεχνία θα πεθάνει μέσα στην πιο σφριγηλή της εφηβεία, ανυπεράσπιστη από την πολιτική ηγεσία του τόπου, οπού θα κυριαρχήσει ο μεταπρατικός κόσμος.

Τα Αμπελάκια, όπου έχουν συσσωρευτεί κεφάλαια 30.000.000 χρ. φράγκων στα 1807, αποδυναμωμένα από την αυστριακή χρεωκοπία του 1811, που εξανεμίζει τα 2/3 των σε βιεννέζικες τράπεζες κατατεθειμένων διαθεσίμων τους, θα επιζήσουν επώδυνα ως τα μέσα του 19ου αιώνα· στα 1850 θα υπάρχουν ακόμα εκεί 300 περίπου παραγωγικές ομάδες υφαντικής και βαφής από τις 1.500 που υπήρχαν 20 χρόνια προτήτερα(9). Στον Τύρναβο της Θεσσαλίας, παρ’ όλες τις απανωτές κρίσεις ανάμεσα 1811 και 1818, παρ’ όλες τις δηώσεις των δύο πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, θα επιζούν στα 1830 κάπου 400 από τους 2.500 αργαλειούς του 1812(10). Η ελληνική βιοτεχνία πεθαίνει, αλλά πεθαίνει δύσκολα και αργά.

Η ακόμα πιο μεγάλη διαφοροποίηση της ελλαδικής αγοράς, που φέρνει η ανεξαρτησία των μεσημβρινών επαρχιών, η καλπάζουσα αποικιοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα βόρεια, θα δώσουν το χαρακτηριστικό κτύπημα εκεί ανάμεσα 1830 και 1850. Η οικονομική απογείωση των τελευταίων χρόνων του 18ου αιώνα βοηθά στο να εμφανιστεί για μια ακόμα φορά ο Έλληνας στον πανάρχαιο ρόλο του· η ίδια η εντελέχεια της κοινωνίας του θα τον έχει σπρώξει μέσα στην ζέση της ενεργητικότητάς του προς τον ορεινό χώρο πρώτα, προς τον εξωτερικό χώρο έπειτα· η μοίρα του θα είναι για τα μεγάλα και όχι για τα μικρά της ιστορίας· ενώ το εσωτερικό της εθνικής αγοράς του θα βρεθεί να κατακλύζεται, να αλλοτριώνεται, στην οικονομία της ανεπτυγμένης Ευρώπης, αυτός θα συνεχίζει κοντοτιέρος της εμπορευματικής ανάπτυξης και του νεωτερικού πνεύματος στα βορειότερα Βαλκάνια, τον Εύξεινο και την Μικρασία, να διοργανώνει τις αστικές σχέσεις στον γύρω χώρο του, σπέρνοντας εκεί, όπου άλλα έθνη με το πλήρωμα του χρόνου θα δρέψουν…

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ

Τίποτα δεν χαρακτηρίζει περισσότερο αυτή τη διάχυτη υφή της ελληνικής δομής, από την ανάπτυξη που παίρνει μετά τον 17ο αιώνα η παροικιακή εξάπλωση του ελληνισμού σε όλον τον χώρο της οικονομικής του δράσης· το φαινόμενο δεν αποτελεί βέβαια παρά έξαρση μιας κατάστασης που ενυπάρχει στις ελλαδικές κοινωνίες από τον πρωταρχικό σχηματισμό τους, φθάνει όμως την φορά αυτή σε τέτοιο μέγεθος, που τείνει να γίνει ένα από τα κυριαρχικά στοιχεία του ελλαδικού συστήματος στα μεταξύ 1800 και 1900 χρόνια(11).

Η παροικία στην αρχή είναι το αποτέλεσμα μιας φυγής· άλλη μορφή στο ίδιο φαινόμενο που προκαλεί τον εποικισμό του ελλαδικού βουνού, πιο ολοκληρωμένη αυτή, καθώς διακόπτει, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ή και οριστικά, κάθε επαφή του πάροικου με τον γενέθλιό του τόπο· ωστόσο, με την παραπέρα ανάπτυξη των αστικών παραγωγικών σχέσεων, η λειτουργία της παροικίας θα αλλάξει· τα μέλη της γίνονται οι προσωπικοί φορείς της επαφής της ελληνικής αγοράς με τον εξωτερικό χώρο, αλλά και οι φορείς συνάμα προς τον εσωτερικό χώρο του νεωτερικού πνεύματος.

Ενδεικτικός είναι σχετικά ο τρόπος που σχηματίζεται, το παροικιακό πληθυσμιακό στρώμα σε μια τυπική, για την ανάπτυξη του φαινομένου στις ευρωπαϊκές χώρες, περίπτωση στην πόλη της Τεργέστης(12).

Η παροικία της Τεργέστης, όπως όλες οι ανάλογες της Δύσης, στην καινούργια αυτή περίοδο θα λειτουργήσει σαν πρακτορείο της ελλαδικής αγοράς· οι πάροικοι θα μείνουν περιθωριακά στοιχεία του εξελιγμένου ήδη τόπου εγκατάστασης· φροντίζουν για την τοποθέτηση των αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων του τόπου τους στην ξένη αγορά, είναι και διάμεσοι συνάμα της εισαγωγής των ξένων προϊόντων στην χώρα τους. Η παροικία θα έχει 16 οικογένειες μέλη στα 1774, 27 στα 1782, πάνω από 200 στα πρόθυρα της Ελληνικής Επανάστασης.

Στα βορεινά Βαλκάνια, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στο εσωτερικό της Μικρασίας -οι ακτές της, αυτή την εποχή, αποτελούν ακόμα εθνικό χώρο του Ελληνισμού- η παροικία αποκτά μια λειτουργία πρόσθετη· πρακτορεύει από τη μία πλευρά τις ανταλλαγές με τον ελλαδικό χώρο, αλλά από την άλλη πλευρά γίνεται και ο διοργανωτής της αγοράς μέσα στις ξένες και καθυστερημένες αυτές οικονομίες, που διανύουν το πατριαρχικό ή το πρώτο φεουδαλικό τους στάδιο.

Στα πριν την Επανάσταση χρόνια το παροικιακό είναι ακόμα ένα νέο φαινόμενο· οι παλαιότεροι παροικιακοί -προσφυγικής γένεσης- πληθυσμοί μόνο μετά τα 1750 θα αποκτήσουν μια κάπως άνετη οικονομική υπόσταση. [ ]

Από τα 1805 ήδη μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικές τάσεις στην διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης των παροικιών, ανάλογα με το ειδικό βάρος που στο εσωτερικό της κάθε μιας έχει παίξει ο καθένας από τους παραπάνω παράγοντες. Οι Δυτικές παροικίες, ιδιαίτερα οι ιταλικές, γαλλικές και της Τεργέστης, ηγεμονεύονται ιδεολογικά από το Παρίσι, μέσα από τον κύκλο που δημιουργείται γύρω στον Κοραή· η επίδραση της γαλλικής πολιτικής και ιδεολογικής ζωής είναι στον κύκλο αυτό πιο άμεση, ίσως και πιο μηχανιστική και άκριτη· εδώ θα είναι το προπύργιο της φιλελεύθερης τάσης, όχι όμως πάντοτε και του αστικού ριζοσπαστισμού.

Στις Ανατολικές παροικίες, αντίθετα, ηγεμονεύει το Βουκουρέστι, αν και λιγώτερο αποκλειστικά απ’ ό,τι στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο η γαλλική πρωτεύουσα. Εδώ υπάρχει μια κρατική παράδοση, δημιουργημένη στις καλύτερες στιγμές του Φαναριωτισμού, και η προέλευση των παροίκων από τα ορεινά βιοτεχνικά κέντρα θα δώσει μια πιο λαϊκιστική, εθνικιστική, πιο ριζοσπαστική κάποτε χροιά στην ιδεολογική τους στάση. Αλλά και εδώ η διαμόρφωση του παροικιακού πνεύματος δεν θα είναι ομοιόμορφη· τα Βαλκάνια, οι Μαυροθαλασσίτικες ακτές, η Ανατολή, ζούνε ακόμα τότε μες στην πληθώρα των εθνικών ομάδων ταυτόχρονα πολλές κοινωνικοϊστορικές εποχές. Το παρόν, το μέλλον, το παρελθόν, διαχέονται στον ίδιο τόπο· δεν έχεις παρά να μετακινηθείς από το ένα χωριό στο άλλο, στις πόλεις από τον ένα στον άλλο μαχαλά, για να βρεθείς από το ένα στάδιο της ιστορικής εξέλιξης σε ένα άλλο· στο καθένα το άτομο κρατά και άλλη πολιτιστική στάση. Η παροικία, κάτω από την αλληλοεπίδραση των γύρω της καταστάσεων, στα καθένα φορεί κι ένα διαφορετικό ηθικό και υλικό προσωπείο.

Μπορεί να μιλήσει κανείς για αλλαγή θεμελιακή στην δεύτερη και τρίτη γενιά του παροικιακού κόσμου· ανεξάρτητα από την τοπική προέλευση, η παροικία τείνει να καταστεί τώρα φορέας πάντοτε μεταπρατικής ιδεολογικής επίδρασης· από εδώ θα ξεκινήσουν στα χρόνια του Αγώνα χιλιάδες οι πάροικοι με τις πιο καλόβουλες προθέσεις, εδώ όμως θα πρέπει να αναζητηθεί και η μεγαλύτερη πηγή του κοσμοπολίτικου πνεύματος, η απαρχή της κατεστημένης μας λεβαντίνικης ιδεολογίας.

Ο Κοραής και ο κύκλος του, ο Ά. Γαζής και ο δικός του κύκλος της Βιέννης, οι Σμυρνιοί έμποροι -χιώτικης οι περισσότεροι ή καραμανλήδικης προέλευσης-, ο κύκλος της «Νέας Ημέρας» της Τεργέστης, οι Ψυχάρηδες, οι Αιγυπτιώτες βαμβακέμποροι -μια γενιά πιο μετά- θα είναι φορείς μιας τέτοιας πνοής.

Η ανάπτυξη στα νοτιώτερα της Ελλάδας ενός κράτους ανεξάρτητου δεν θα θέσει σε περιθωριακό επίπεδο την επίδραση της παροικίας. Οι μεγάλοι πάροικοι, όπως θα δούμε, θα είναι η ισχυρότερη οικονομική δύναμη μέσα στην αθηναϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα, και στον πολιτικό κόσμο θα καταλάβουν καίριες θέσεις. Η ιδεολογική τους επίδραση, μέσα από τέτοια πόστα, θα μείνει πάντοτε δυνατή, στήριγμα της ντόπιας μεταπρατικής τάξης. Έτσι, οι παροικίες, ως ένα σημείο, θα γυρίσουν πίσω την οφειλή, ένα κομμάτι από την εθνική ενέργεια που είχαν απορροφήσει· η είσπραξη όμως θα γίνεται με τη μορφή ελεημοσύνης και δωρεάς· ο τόπος θα έχει για πάντα στερηθεί την εργασία και τα κεφάλαιά τους σαν στοιχεία μιας δικής του οργανικής ζωής, τη συμβολή τους σε μια εθνοτική, αυτόνομη προοπτική ανάπτυξης. Και στην δική τους ύπαρξη θα έρθει άλλωστε καιρός -στη Ρουμανία από τα 1904, στην Βουλγαρία από τα 1907, από τα 1908 ήδη στις έξω από τον εθνικό χώρο περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αργότερα στην Αίγυπτο-, που η άρνηση των παροικιακών πληθυσμών να μεταβληθούν από ξένα σώματα σε μειονότητες εθνικές της χώρας όπου έχουν ανθήσει, οδηγεί στην καταπίεσή τους και στην παρακμή. Θα είναι οδυνηρή η στιγμή που για μιαν ακόμα φορά ένα κομμάτι της εθνικής μας ζωής θα εκμηδενίζεται, οδηγημένο από την εντελέχεια της ελλαδικής δομής, δίχως δυνατότητες αντίστασης· θα είναι η ώρα της τραγικής Αλεξάνδρειας του Καβάφη.

* Από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1972.

Σημειώσεις

1. Βλ. Α. Βακαλόπουλου, έ.α., τόμ. Β΄1, σελ. 96.

2. Βλ. ιδίως Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 167-170.
3. Βλ. Ι. Κοντογιάννη, Οι Έλληνες κατά τον Α΄ Ρωσσοτονρκικό πόλεμο, Αθήναι, 1952, σελ. 235-236, που αναφέρεται σε σχετική απογραφή του λοχαγού Α. Κρίνεν· επίσης Α. Μάμουκα, Στατιστική…, ΙΑ΄, σελ. 230, και J. Hasluck, De Population in the Aegean Islands and the turkish conquest, «Annual of the British School of Athens», τόμ. 17 (1910-1911), σελ. 156-181.
4. Α. Andreades, La marine marchande grecque, «Alcan», Paris, 1916, σελ. 36-37.
5. Pouqueville, έ.α., τόμ. Ill, σελ. 171.
6. Συχνή είναι η χρησιμοποίηση του κοινοτικού ταμείου, ή και του επισκοπικού, για τη διευκόλυνση και επέκταση των εμπορικών συναλλαγών. Ο Pouqueville αναφέρεται σχετικά στην Μητρόπολη Καστοριάς, στο ταμείο της οποίας κατέθεταν και μωαμεθανοί ακόμα γαιοκτήμονες ή πραματευτάδες, και τα κεφάλαια του οποίου αξιοποιούνται με τόκο 10%-12% μέσω των μεγαλεμπόρων, κάτω από την αλληλέγγυο ευθύνη της Μητρόπολης. Βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 1-2.
7. Η Πελοπόννησος συγκεντρώνει τα χρόνια αυτά τα 25% του πληθυσμού του ελλαδικού χώρου, σε σύγκριση με 10% σήμερα. Για δημογραφικά την εποχή της απογείωσης βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 192-195.
8. Βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. VI, σελ. 225-261, και Ι. Βασδραβέλλη, Οθωμανικά αρχεία Θεσσαλονίκης, τόμ. Ι, σελ. 526.
9. L. Heuzey, Excursion dans la Thessalie turque, Paris, «Belles Lettres», 1927, σελ. 23.
10. L. Heuzey, έ.α., σελ. 24.
11. Τη σπουδαιότητα της λειτουργίας του παροικιακού φαινόμενου μέσα στην νεοελληνική ιστορία επισημαίνουν οι περισσότεροι ιστοριογράφοι· βλ. ιδίως Π. Καρολίδη, Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος, τόμ. Β΄, σ. 109-110, Αθήνα, 1892, Κ. Ντίτριχ, Ο εν διασπορά Ελληνισμός, «Εμπορεία Αθηνών», τεύχ. 33, 1920, Γ. Κορδάτου, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τόμ. Α΄, σ. 214, Αθήνα, 1957, και τη μονογραφία του Ν. Ψυρούκη, Το παροικιακό φαινόμενο, Αθήνα, 1965.
12. Βλ. Σ. Λάμπρου, Περί το συνοικισμού των γραικών εν Τεργέστη (παρουσίαση χειρόγραφης μελέτης του Χ. Φιλητά), «Δελτίον Εθνολογικής Αρχαιολογικής Εταιρείας», 1897, σελ. 370-376.

http://ardin-rixi.gr/archives/13888

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Leave a Comment »

Οι «πνευματικοί άνθρωποι»

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Αυγούστου 2013

Είναι σχεδόν αδύνατον να βρεις έναν «πνευματικό άνθρωπο» που να έχει ασκήσει κριτική στην ελληνική πολιτική και οικονομική ολιγαρχία, μετά από την χρεοκοπία της χώρας. Τουλάχιστον εγώ δεν ξέρω κανέναν.

Οι «πνευματικοί άνθρωποι» ασκούν έντονη κριτική στους πολίτες, στους συνδικαλιστές, στους δημοσίους υπαλλήλους, στους ιδιωτικούς υπαλλήλους, στους διαδηλωτές, σε αυτούς που δεν έχουν να πληρώσουν εισιτήριο στο Μετρό αλλά την Μαφία της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας, προφανώς, την θεωρούν αθώα.

Αλήθεια, γιατί είναι τζαμπατζής ένας άνεργος που δεν έχει να πληρώσει εισιτήριο στο Μετρό και δεν είναι τζαμπατζής ο Λάτσης, αφού το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε πριν από λίγες ημέρες πως το Mall είναι παράνομο;

Γιατί ο «πνευματικός άνθρωπος» νιώθει την ανάγκη να κατηγορήσει τον άνεργο και όχι τον Λάτση;

Διαβάσατε εσείς την δήλωση κάποιου «πνευματικού ανθρώπου» για το Mall; Όχι, δεν διαβάσατε.

Εντάξει, καταλαβαίνω πως, όταν ανάμεσα στις υποχρεώσεις κάποιων ‘πνευματικών ανθρώπων» είναι να γεμίζουν το ποτήρι του χοντρού πολιτικού που θα έπρεπε να είναι στην φυλακή και να τον συνοδεύουν στην τουαλέτα για να του την τινάξουν -επειδή δεν την βλέπει ο καημένος-, είναι κάπως δύσκολο να ασκήσεις κριτική σε αυτόν και στους ζάπλουτους φίλους του.

Αλλά, τουλάχιστον, πρέπει να έχεις την εξυπνάδα να σωπαίνεις.

Όταν έχεις περάσει τα μισά απογεύματα της τελευταίας δεκαπενταετίας στην Δεξαμενή, πίνοντας ουζάκια με υπουργούς του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, δεν βγαίνεις να κατηγορήσεις τους δημοσίους υπαλλήλους και τους μετανάστες για την κατάντια της χώρας.

Ούτε εξαντλείς την αυστηρότητά σου στα ζόμπι της Χρυσής Αυγής ή ασκώντας κριτική αφ’ υψηλού σε σκυλοπόπ τραγουδιστές με τους οποίους χαριεντιζόσουν στα πάνελ των ιδιωτικών καναλιών τα χρόνια της ευμάρειας. Άλλωστε, κι εσύ μια «Καιτούλα» είσαι. Με πιο άσχημες γάμπες. Και λιγότερη ειλικρίνεια.

Το πιο ωραίο με τους «πνευματικούς ανθρώπους» είναι πως, εσχάτως, βοσκάνε στον χώρο της ΔΗΜΑΡ, στον χώρο του παλιού Συνασπισμού δηλαδή.

Είναι ο χώρος που η Μαλβίνα Κάραλη είχε περιγράψει τη δεκαετία του ’90 ως «δέκα κώλοι γυρεύουν καρέκλα». Και την βρίσκουν, θα πρόσθετα. Σε όλες τις συγκυρίες. Ακόμα και σήμερα.

Όλο και σε κάποια επιτροπούλα θα τους βολέψουν τα φιλαράκια τους.

Εν τω μεταξύ, δεν τους φτάνει που εξαγοράστηκαν, τώρα θέλουν και λαϊκή αποδοχή.

Και κάνουν προσπάθειες να ξεχαστεί το παρελθόν τους. Παρθένες όλοι.

Κάποια στιγμή θα σκάσει το πρώτο payroll. Και οι πανίβλακες που δεν έχουν αντιληφθεί ακόμα τον ρόλο των «πνευματικών ανθρώπων» θα πέσουν από τα σύννεφα.

Δεν είναι ούτε πνευματικοί, ούτε άνθρωποι.

(Επειδή δεν είμαι τόσο αθώος, έχω γράψει ξανά για το θέμα:«Ούτε μια φορά»)

 

http://pitsirikos.net/2013/08/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CE%B9/

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: