βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for the ‘Λογοτεχνικά κείμενα φίλων’ Category

2-5-1919

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 2 Μαΐου 2013

2-5-1919*

Ήταν μια γλυκειά Ιωνική Μαγιάτικη νύχτα όταν στην όμορφη Ελληνική πόλη την «Γκιαούρ Ιζμίρ» όπως την έλεγαν οι τούρκοι ψιθυρίζονταν από στόμα σε αυτί και από σπίτι σε σπίτι,η είδηση: «Έρχονται!Αύριο έρχονται». Το θωρηκτό Λήμνος,ήτανε στα ανοιχτά του λιμανιού της Σμύρνης στις 1 Μαϊου 1919. Χιλιάδες λαού αγρύπνησε εκείνη την νύχτα εκείνη την νύχτα στην προκυμαία, στην Αγία Φωτεινή, τελέστηκε εσπερινός και οι Σμυρνιοί δοξολογούσαν με την χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπα για την λευτεριά που έφτανε…. Οι τούρκοι σκύβουν το κεφάλι και….
μουρμουρίζουν…. «κισμέτ ξαναγυρίζουν στον τόπο τους οι γιουνάνηδες….» Μάταια κάποιοι δερβίσηδες στις τουρκογειτονιές του μπαχρή μπαμπά φανατίζουν τους ομόφυλους τους, ο μακελάρης νουρεντίν και ο αιμοδιψής νομάρχης ραχμή έχουν εξαφανιστεί, οι νεότουρκοι όμως μοιράζουν όπλα και μαχαίρια σ’όσους στρατολογούν από κοντά και οι Ιταλοί, συμβουλεύουν, καθοδηγούν, εμψυχώνουν όσους θέλουν να προκαλέσουν και όπως γίνονται σ’αυτές τις στιγμές,τα κατάλληλα χέρια, άνοιξαν τις φυλακές και πλήθος κακοποιών ξεχύνεται για να ενισχύσουν τους νεότουρκους. Οι πληροφορίες αυτές φτάνουν στον πλοίαρχο Μαυρουδή που βρίσκεται ήδη στην «Καραντίνα»και κάνει διορθώσεις στο δρομολόγιο της μονάδος που θα αποβιβαζόταν. Καθώς η νύχτα αρχίζει να φεύγει, η νηοπομπή που οι Σμυρνιοί, την είχανε ονομάσει «ΙΕΡΗ ΘΕΩΡΙΑ», πλησιάζει το λιμάνι της μεγαλύτερης Ελληνικής πόλης τότε, τα μεταγωγικά Θεμιστοκλής, Πατρίς, Συρία, Αθηνά, Ατρόμητος, Καλουτάς, Ρεπούλης, Αντιγόνη, Άρης, Ξενία, Ουρανία, Αργολίς, Δελφίν, Έλδα και τα αντιτορπιλικά Σφενδόνη, Λόγχη, Αλκιών και Αίγλη, προσεγγίζουν, πλησιάζουν τα πλοία της λευτεριάς… Στις 2 Μαϊου 1919 ο ήλιος της λευτεριάς φωτίζει την θάλασσα του Ερμαίου κόλπου, από ψηλα τα Μαστούσια όρη που ο θρύλος λέει ότι ήταν δύο αδέλφια που απολιθώθηκαν και έγιναν κορφές μετά την κατάκτηση της πόλης από τους τούρκους λάμπουν, χαμογελούν, όλη η πόλη λάμπει σήμερα……. 7:50 ο σαλπιγκτής του «ΠΑΤΡΙΣ»,σαλπίζει το ελευθερωτήριο και μέσα σε φρενίτιδα ενθουσιασμού, αποβιβάζονατι οι εύζωνοι του 1/38, ο πρώτος τσολιάς σκύβει και φιλά το χώμα της λεύτερης Σμύρνης, αγκαλιές ανοίγουν να υποδεχτούν,δάκρυα,φιλιά,κουνιέται η γή,χτυπούν οι καμπάνες της πόλης χαρμόσυνα, ο λαός φωνάζει «ΕΛΛΑΣ ΑΝΕΣΤΗ» και ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Χρυσόστομος της Σμύρνης γονατίζει με λυγμούς μπροστά στην λέσχη των κυνηγών και ευλογεί την σημαία ψέλνοντας «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», χιλιάδες λαού ψέλνουν «υπερμάχω στρατηγώ», οι σειρήνες των πλοίων δονούν την ατμόσφαιρα,πλήθος Ελληνικές σημαίες στα χέρια μικρών και μεγάλων,πως ράφτηκαν τόσες σημαίες σε μια νύχτα; Ποτέ δεν είχε σβήσει η ελπίδα! Οι Σμυρνιωτοπούλες ραίνουν με άνθη και ροδόνερο το τάγμα του Τζαβέλλα,οι Σμυρνιοί, στολίζουν με λουλούδια τα όπλα των τσολιάδων και η φωτογραφία του Βενιζέλου παντού στα χέρια όλων.Αυτή ήταν η Σμύρνη για τον στρατό που κατέβαινε από τα πλοία,μια μεγάλη αγκαλιά και αφού είδαν τον στρατό μας,έτρεξαν στο κοιμητήριο όπου εκτυλισσόντουσαν σκηνές που δεν είχε ξαναδεί ανθρώπινο μάτι: Με στεφάνια όπως στην ανάσταση πήγαν στους κεκοιμημένους προγόνους για ν’αναγγείλουν το μεγάλο γεγονός: «Σήκω Πατέρα ήρθαν…Ήρθαν Ξυπνήστε»…

 Μικρὰ Ἀσία, ὁ ἀπελευθερωτικός ἀγώνας 1919-1922, τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου

https://www.facebook.com/yannis.tachopoulos/posts/527586167298290

Advertisements

Posted in Ιστορία, Λογοτεχνικά κείμενα φίλων | Leave a Comment »

«ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ»

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 27 Μαΐου 2011

Χωρητικότητα

 Μια χούφτα στίχοι.

Τελείωσαν δυο πόλεμοι.

Και τρεις αγάπες.

 

 

————————————————–

Προωθούμε την ποίηση όπου μπορούμε !

Διασπείρουμε τον ιό της ποίησης παντού !

Ποιοί φοβούνται τάχα επιδημία ποίησης ;


 

Νίκος Σιδέρης

www.siderman.gr

nikos@siderman.gr

Posted in Λογοτεχνικά κείμενα φίλων | Leave a Comment »

Ο άνεμος κι ο βασιλιάς (σαν παραμύθι)

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 17 Ιανουαρίου 2011

Ο Γιάννης Ζαχάρος είναι ένας εξαιρετικός νέος άνθρωπος και γιατρός. Προσπαθεί να συνδιάσει μέσα στην τρέλλα της καθημερινότητας την αγάπη του για την οικογένεια του, την επιστήμη του και τα ταξίδια, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Διαθέτει πολλά χαρίσματα και ένα από αυτά είναι η άνεση που τον διακρίνει να εκφράζεται στον γραπτό λόγο. Διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο του, μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε αποφάσισα να το αναδημοσιεύσω απο το ιστολόγιό του. Σημειώστε πως ο Γιάννης έχει γράψει και άλλα κείμενα, τα οποία δεν υστερούν σε τίποτα, με όσα σωρηδόν μεταφράζουν και εκδίδουν οι έλληνες εκδότες.

  βιβλιοπωλείο «χωρίς όνομα»

του Γιάννη Ζαχάρου

Όλα τα παράξενα που ακολουθούν, συνέβησαν σ’ έναν τόπο που διόλου δεν κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστεί, γιατί θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε. Αυτά που θα μπορούσαν να ειπωθούν για τη συγκεκριμένη περιοχή, με κίνδυνο όμως να θεωρηθεί πως είναι μοναδική και πως εκεί φυσάει ένας διαφορετικός άνεμος, είναι ότι στα ανατολικά της υψώνεται ένα μεγάλο βουνό, στις ρίζες του οποίου ξεδιπλώνονται τετραγωνισμένα αγροκτήματα με σκόρπια λιόδεντρα και στάχυα στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση· από το οροπέδιο στα βόρεια κελαρύζει ένας ποταμός προς την εύφορη γη στα δυτικά, την κατάσπαρτη με οπωροφόρα δέντρα και λαχανόκηπους, και τριγύρω από τη στεριά, σαν λαμπερό δαχτυλίδι αρραβώνων, ξαπλώνει ήρεμο ένα πέλαγος, γεμάτο με υδρόβια ζωντανά και ψαροκάικα με ευτυχισμένους ψαράδες, κοκκινωπούς από τον ήλιο και ψημένους στην αλμύρα. Αν μάλιστα υποθέσουμε πως μπορείς να δανειστείς τα φτερά ενός γερακιού για να πετάξεις ψηλά, θα παρατηρούσες μικρές αγροικίες, σκορπισμένες μέσα στους κάμπους, με κοκκινωπά κεραμίδια να καλύπτουν τις στέγες και τοίχους βαμμένους στο κατάλευκο λευκό του αφράτου χιονιού, για να ανακλάται το φως του ήλιου και να διατηρούνται τα δώματα δροσερά.

Επιπρόσθετα, όλα τα παράξενα που ακολουθούν, συνέβησαν σε μία στιγμή του χρόνου, που και αυτή δεν κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστεί, γιατί εκείνη η μέρα δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία αυτού του ακαθόριστου τόπου, καθώς κανείς σημαντικός δεν απεβίωσε, ούτε σοφά λόγια ειπώθηκαν, μήτε κανένα ανδραγάθημα έλαβε χώρα.

Σε εκείνον λοιπόν τον τόπο, εκείνη τη στιγμή του χρόνου, ο άνεμος ξάφνιασε το πέλαγο και μαζί και τη στεριά μα και όλα τα ζωντανά· ενώ, από την προηγούμενη νύχτα, φυσούσε ένας ήρεμος βοριάς, μια δροσερή τραμουντάνα, ο άνεμος στριφογύρισε άξαφνα, άτσαλα και γρήγορα γύρω από τον εαυτό του, σαν μια σβούρα παιδική στο σβήσιμο των στροφών της· σταμάτησε να κινείται για λίγο και μετά ξεκίνησε πάλι, με κατεύθυνση από το νότο προς το βορά, αυτή τη φορά δυνατός, ταχύς και ακριβής σαν βέλος ριγμένο από ήρωα ημίθεο που θα σχίσει μία Στυμφαλίδα όρνιθα στα δυο· ύστερα καμπύλωσε δυτικά μασκαρεμένος σε ένα δυνατό Λεβάντε, και επέστρεψε πίσω πάλι, προς τα εκεί που η πυξίδα είναι ταγμένη να βλέπει σ’ ολάκερο το βίο της.

Αυτή η απρόβλεπτη συμπεριφορά του ανέμου δεν πέρασε από κανέναν και από τίποτα απαρατήρητη· τα σύννεφα άρχισαν να θρηνούν, επειδή χάλασαν τα σχήματά τους, και βάλθηκαν να μαζεύουν τα σκορπισμένα ρετάλια τους από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα· τα πουλιά κλαψούριζαν, γιατί έχασαν το δρόμο τους μέσα στα υπολείμματα των σύννεφων, και έπεφταν το ‘να πάνω στ’ άλλο τραυματίζοντας τα φτερά τους· τα κύματα καυγάδιζαν για το ποιο έχει προτεραιότητα, συγκρούονταν μεταξύ τους και έσπαγαν μεσοπέλαγα προτού φτάσουν στην ακτή· οι ψαράδες πίστεψαν πως ξέσπασε μπουρίνι και πιάσανε τα κουπιά για να γυρίσουν στα λιμάνια· τα στάχυα έχασαν τον προσανατολισμό τους και τα καλοφροντισμένα αγροκτήματα έμοιασαν τότε αχτένιστα.

Ο άνεμος, μετά το παιχνίδισμά του, που διέκοψε τη μονοτονία της ρότας του, εγκατέλειψε το υψομετρικά χαμηλό του σκίρτημα που δρόσιζε τα κουρασμένα πόδια των αγροτών, ανέβηκε ψηλά σαν ένας μικροσκοπικός τυφώνας κι έφτασε ίσαμε την κορυφή της ελιάς στη βορινή γωνιά της αυλής, δίπλα στο πηγάδι, όπου κούρνιαζε ένα ζευγάρι αποδημητικών πουλιών· στέκονταν πάνω στο κλαδί, γραπωμένοι γερά με τα μικρά γαμψά νυχάκια και ταράχτηκαν από τη μικρή ρουφήχτρα που τους διέκοψε τη συζήτηση.

«Ο αέρας παρανόησε μου φαίνεται», τιτίβισε το αρσενικό του ζεύγους, που μόλις είχε συναντήσει το θηλυκό μετά από μία εξουθενωτική διαδρομή πάνω από το βουνό και είχε σταθεί πλάι της να ξαποστάσει. «Αφέθηκα να με ταξιδέψει στις ριπές του και ζαλίστηκα από το λίκνισμά του», συνέχισε. «Έχει σαλέψει, θαρρώ, ο δυστυχής ο άνεμος, κι είναι από τη μοναξιά του υποθέτω».

Το θηλυκό παρέμεινε αμίλητο· ήταν βυθισμένο στις σκέψεις του, όπως όφειλε και όπως της έπρεπε, καθώς τα θηλυκά είναι που στοχάζονται και μετά πράττουν ενώ τα αρσενικά είναι που πράττουν και μετά στοχάζονται· έτσι ήταν τα πράγματα εκείνη την περασμένη εποχή και μάλιστα εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, την ξεχασμένη από αυτούς που διαφεντεύουν το παρελθόν, τους ιστορικούς μελετητές.

Το αρσενικό συνέχισε: «Μάλλον μπερδεύτηκε ο δυστυχής ο άνεμος και στριφογύρισε ως εδώ πάνω. Βλέπεις; Έχει φουσκονεριά σήμερα και τα βουνά μοιάζουν να βυθίστηκαν και να χαμήλωσαν και τα δέντρα φαντάζουν ψηλότερα». Ύστερα κάθισε και σκέφτηκε τα λόγια που ξεστόμισε και τα βρήκε ποιητικά· του άρεσαν πολύ. «Σίγουρα θα μπερδεύτηκε… σίγουρα… θα στοιχημάτιζα και δύο πούπουλα της ουράς μου».

Αυτά τα τιτιβίσματα συμπλήρωσε, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί πως τα πιο όμορφα λόγια είναι τα σύντομα κι αυθόρμητα, κι πως άμα πλατειάσουν καταντούν άσημα κι ανόητα. Μετά σώπασε και καμάρωσε για το λυρισμό των λεγόμενών του, μα το θηλυκό δεν του έδωσε τη δέουσα σημασία και το αρσενικό πικράθηκε, καθώς πίστευε πως η αγάπη αποδεικνύεται, κορυφώνεται και συντηρείται με λόγια αποδοχής και ενθάρρυνσης. Σταμάτησε τότε να προσμένει μια επιβράβευση για τα όσα ψέλλισε, που τα νόμισε σοφά, στράφηκε και κοίταξε ευθεία στον ορίζοντα, πέρα, καταμεσής στο πέλαγος, όπου δεν συνέβαινε τίποτε το ασυνήθιστο· ένα σμήνος από γλάρους ακολουθούσαν ένα ψαράδικο λαχταρώντας να βάλουν στο στόμα τους κάτι από τη λεία του· τρία σύννεφα σχημάτιζαν μια ιπτάμενη φλοκάτη και ταξίδευαν προβληματισμένα, συνομιλώντας ψιθυριστά για τα περίεργα του ανέμου.

«Μήπως δε μ’ αγαπάς;», ρώτησε το αρσενικό, και αμέσως μετάνιωσε για τον τρόπο που μίλησε επειδή φανέρωνε ηττοπάθεια και, αν μη τι άλλο, χαμηλή αυτοεκτίμηση.

«Σ’ αγαπώ», απάντησε η θηλυκιά, και, αν δεν ήταν απορροφημένη στους προβληματισμούς της, θα πρόσθετε πως η αγάπη δε χρειάζεται λόγια για να δηλωθεί η παρουσία της, γιατί πάντα είναι αντιληπτή και την νιώθεις άμα υπάρχει· και θα του έλεγε ακόμη, πως άμα ρωτάς για μια αγάπη που δε σου φαίνεται και δεν καταλαβαίνεις την παρουσία της, τότες δεν είναι αγάπη αυτό που λαμβάνεις.

«Ναι, μα δε ριγείς όταν σε αγγίζω», επέμεινε απερίσκεπτα το αρσενικό.

«Δεν είναι όλες οι αγάπες ίδιες», απάντησε εκείνη.

Δεν είναι όλες οι αγάπες ίδιες, επανέλαβε το αποδημητικό από μέσα του, και θαύμασε την συμβία του για τα βαρύγδουπα λόγια της. Τι στην ευχή σημαίνει αυτό, αναρωτήθηκε μετά, κι έκανε να πετάξει για να αποσοβήσει το σφάλμα που διέπραξε, το ν’ ανοίξει δηλαδή μια συζήτηση επιπέδου με την πολύξερη αγαπημένη του, μα τον σταμάτησε το άκουσμά της:

«Είναι θλιμμένη η κοπέλα», είπε το θηλυκό. «Την κοιτώ μισή μέρα, από τη στιγμή που έφυγες. Κάθεται εκεί κάτω στην αυλή και τη μία σφουγγίζει τα μάτια της, την άλλη τη μύτη της. Πέταξα κοντά της μα δε με κοίταξε, ούτε εκείνη ούτε ο σύντροφός της. Κάθισα στον ώμο της και δεν ενοχλήθηκε κανείς από τους δύο».

Το αρσενικό ξαφνιάστηκε από την τόλμη της συντρόφου του· ήταν αρχή τους να μην πλησιάζουν σε ανθρώπους· «οι άνθρωποι είναι απρόβλεπτοι» είχαν συμφωνήσει οι πρόγονοί τους και ήταν απαράβατη αρχή να μην τους προσεγγίζουν για κανένα λόγο. Σκέφτηκε για λίγο τα λόγια που άκουσε από το θηλυκό του και τα πήρε για πρόκληση· όφειλε να αποδεχτεί την πρόκληση τούτη, καθώς ο ανταγωνισμός των φύλων είθισται να συντηρείται και μέσα στις σχέσεις των, και, μολονότι πρόκειται περί εσφαλμένης τακτικής, είναι μία συνήθεια προπατορική που μεταλλάχθηκε σε έθιμο, ενσωματωμένο στο γενετικό υλικό των έμβιων όντων, και συντηρείται έκτοτε ως αυτοματοποιημένος μηχανισμός αντίδρασης. Άνοιξε λοιπόν τα φτερά του και άφησε το σώμα του να παρασυρθεί από το βάρος του προς τα κάτω. Στάθηκε στο πρεβάζι του παραθύρου, πάνω στη γλάστρα με τους πανσέδες, πίσω από την κοπέλα με τα μακριά, τα μαύρα μαλλιά. Δίστασε αλλά όφειλε να το κρύψει, καθώς πίστευε πως ο δημιουργός όρισε την ανδρεία ως προτέρημα των αρσενικών και άφησε τη σοφία ως απομεινάρι για τα άβουλα θηλυκά. Πέταξε στον ώμο της γυναίκας επιφυλακτικά και κορδώθηκε σαν έβλεπε να μην κινδυνεύει. Στάθηκε για λίγο, οσμίστηκε τις μυρωδιές της γυναίκας και επέστρεψε στο κλαδί τους.

«Μυρίζουν τα μαλλιά της γιασεμί», είπε στο θηλυκό, και το είπε ψιθυριστά, λες και ήταν της κοπέλας μυστικό που δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί.

«Και γαρύφαλλο μυρίζει και ρόδο», συμπλήρωσε εκείνη.

Και τούτο το πήρε σαν πρόκληση και πήγε να το επιβεβαιώσει.

«Έχεις δίκιο· και γιασεμί μυρίζει και γαρύφαλλο και ρόδο», ψιθύρισε σαν επανήλθε.

«Είναι θλιμμένη η δύστυχη. Κλαίει, και το αρσενικό της δεν της συμπεριφέρεται όπως πρέπει».

«Και ποιο είναι αυτό το άξεστο αρσενικό που φέρεται απρεπώς σε τούτη την πεντάμορφη;», ρώτησε το πουλί κι άρχισε να γυρίζει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας με το βλέμμα του ολόγυρα στο χώρο· οι κινήσεις της κεφαλής του ήταν έντονες, και τις έκανε σκόπιμα, με τρόπο επιδεικτικό, για να αποδείξει στη σύντροφό του πως τον ενδιέφεραν πραγματικά τα όσα του έλεγε.

«Τι σχέση έχει η ομορφιά με την ενδεδειγμένη συμπεριφορά;», ρώτησε εκείνη.

Το αρσενικό δεν περίμενε τούτη την ερώτηση και φάνηκε να τα χάνει. «Μα η κοπέλα τούτη δω είναι η πιο όμορφη που έχει αντικρίσει η φύση· μοιάζει με άγαλμα, σμιλεμένο από επιδέξια χέρια αρχαίου Έλληνα γλύπτη, ταλαντούχου εκ γενετής κι εμπνευσμένου με την απόλυτη ποιητική διάθεση», είπε αυθόρμητα, και η ποιητικότητά του ξάφνιασε ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Τώρα να δω τι θα μου πει, σκέφτηκε, και ένα αίσθημα περηφάνιας γουργούρισε στο πουπουλένιο του στήθος.

«Το να κάνει κανείς αυτά που πρέπει είναι συνυφασμένο με το ήθος του και οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε σε όλους καλά, ευγενικά, έστω· η σωστή συμπεριφορά δεν πρέπει να καθορίζεται από τα συναισθήματα μηδέ από την εξωτερική εμφάνιση κάποιου», του απάντησε τότε εκείνη και τον αποστόμωσε.

«Μήπως να πετάξω λίγες ώρες ακόμη μπας και το αποσοβήσω κι αυτό;», ψέλλισε καταρρακωμένο το αρσενικό με τρόπο ώστε να μην ακουστεί.

«Ο σύντροφός της! Να ‘τος, ξαναγύρισε! Κοίτα!», είπε το θηλυκό.

Κοίταξε. Ο άντρας με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά και το ηλιοκαμένο δέρμα πλησίασε την κοπέλα. Το λευκό του πουκάμισο έκανε το δέρμα του να μοιάζει πιο έντονα κόκκινο απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα και του πρόσθετε μια εκτυφλωτική λάμψη, μια αξιοζήλευτη αριστοκρατική πινελιά στο παρουσιαστικό του, μα αταίριαστη με την άκομψη συμπεριφορά του. Γονάτισε μπροστά στην πανέμορφη γυναίκα και της είπε πολλές άγνωστες λέξεις, και μετά ακούμπησε το χέρι του στο πόδι της και έψαξε με το βλέμμα του το πρόσωπό της συνεχίζοντας να ψελλίζει άγνωστες συλλαβές. Ύστερα του είπε κι εκείνη μερικές άγνωστες λέξεις κι εκείνος στη συνέχεια σηκώθηκε απότομα, χτύπησε τα χέρια του με βία πάνω στο κεφάλι του και απομακρύνθηκε θυμωμένος· ίσως να ‘κλαιγε κι αυτός, μα, κι αν το έκανε, το έκρυβε επιμελώς.

Το αρσενικό δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όσα έβλεπε, μα ντράπηκε να το πει, κι έψαξε να βρει έναν τρόπο να αποφύγει τούτο το άσκοπο παιχνίδι της συντρόφου του με τους ανθρώπους.

«Θα πάω να δω αν ο άνεμος ήρθε στα συγκαλά του», είπε στο τέλος, μα το θηλυκό άπλωσε το φτερό της και διέκοψε την πτητική του προσπάθεια στη γέννησή της.

«Κατάλαβες τι έγινε; Μάλλον, εκείνη του λέει πως θα φύγει κι εκείνος θύμωσε γιατί δε θέλει να την χάσει».

«Μου φάνηκε πως δάκρυα γέμισαν τα μάτια του», απάντησε το αρσενικό και δάγκωσε το ράμφος του όταν κατάλαβε πως είχε αρχίσει να συμμετέχει στο άσκοπο παιχνίδι.

«Έτσι είναι οι άνθρωποι. Κάτι της έκανε αυτός και τώρα το μετάνιωσε και δεν ξέρει πώς να πράξει».

Το αρσενικό έψαξε να βρει λίγο χρόνο για να καταλάβει και να απαντήσει· κατέβηκε στο χώμα και τσίμπησε ένα ψίχουλο· το κατάπιε με μιας και τσίμπησε άλλο ένα για να το προσφέρει στην αγαπημένη του.

«Για σένα», της είπε και της το έδωσε στο ράμφος, μα εκείνη το άφησε να πέσει.

«Πότε κάποιος είναι θλιμμένος και η θλίψη του γίνεται θυμός; Να δεις που κάτι της έκανε τούτος εδώ και τώρα ζητά συγχώρεση με δάκρυα, μα όταν δεν παίρνει την απάντηση που θέλει θυμώνει από την απελπισιά του. Ποτέ δεν περίμενα να δω τόσο ανώριμη συμπεριφορά από έναν άνθρωπο!»

Ο άντρας ξαναπλησίασε τη γυναίκα· της είπε μόνο μια άγνωστη λέξη, εκείνη του είπε άλλη μία, μόνο μία, και εκείνος κλείστηκε στο σπίτι.

«Βλέπεις τώρα τι έγινε; Οι λέξεις τους μειώθηκαν. Στην αρχή έλεγαν πολλά μα τώρα μόνο μία κουβέντα ο καθένας. Το πράμα φτάνει στο τέλος του. Μάλλον του είπε πως θα φύγει».

«Φεύγουνε τα θηλυκά;»

«Όλοι φεύγουνε».

«Εσύ γιατί δε φεύγεις;»

«Δε με κυνηγάει κανείς».

«Ο χειμώνας είναι κοντά και θα μας κυνηγήσει. Πρέπει να φύγουμε. Δεν το καταλαβαίνεις; Είμαστε οι τελευταίοι που απομείναμε».

«Δε φεύγω ακόμα. Πρώτα να φύγει η κοπέλα· θέλω να δω πού θα πάει· θέλω να ξέρω πού πάνε οι άνθρωποι άμα χωρίζουν. Άλλωστε, με την παρατήρηση μαθαίνεις».

«Δε σε καταλαβαίνω», απάντησε το αρσενικό. «Δεν έχουμε χρόνο. Ήρθε η στιγμή να αφήσουμε τον τόπο τούτο και να πετάξουμε στο χειμερινό λημέρι μας. Δεν είναι για μας τα παιχνίδια των ανθρώπων».

Η θηλυκιά του έριξε ένα βλέμμα απαξίωσης που τον χτύπησε δυνατότερα και από σκάγια κυνηγητικού όπλου. «Πόσο στενόμυαλη σκέψη! Άκουσέ με! Οι άνθρωποι δε φεύγουν το χειμώνα· μένουν στο ίδιο σπίτι και τους ζηλεύω γι’ αυτό. Κάτι ξέρουν αυτοί περισσότερο από εμάς. Γι’ αυτό θέλω να τους παρατηρήσω και να μάθω».

«Πάμε να φύγουμε…»

«Σε παρακαλώ! Η κοπελιά είναι θλιμμένη και εγώ υπέθεσα γιατί· αρχίζω να τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους, μα θέλω να επιβεβαιωθώ πως έχω δίκιο και να δω τι θα απογίνει στη συνέχεια».

Το αρσενικό θύμωσε μα δεν ήξερε ούτε από βία μήτε από παρακαλετά. Φούσκωσε, ξεφούσκωσε τα πνεμόνια του, και, βλέποντας πως δε θα βρει προκοπή, βάλθηκε να σκεφτεί ένα σχέδιο για το πώς να σταματήσει τον άνεμο ελπίζοντας να κερδίσει λίγο χρόνο για την καλή του. Στοχάστηκε· δεν είχε ξαναστοχαστεί· το έκανε όπως είχε δει τη σύντροφό του να κάμει φορές πολλές τους τελευταίους μήνες που συζούσαν· έκλεισε τα μάτια του για να συγκεντρωθεί και άφησε το θυμικό του ελεύθερο προσδοκώντας να τον οδηγήσει κάπου. Και τότε ήρθαν στο μυαλό του όλες μαζί οι εκδοχές και οι δυνατότητες σαν πολλές κόκκινες κλωστές δεμένες στην ανέμη τυλιγμένες, που ο ίδιος έπρεπε να τις ξεμπλέξει προκειμένου να βρει την άκρη· τις κοίταξε μία προς μία και στο κεφάλι του μέσα πήρε μορφή ένα σχέδιο, που του φάνηκε καλό για να πορευτεί μαζί του και να επιδιώξει την επίτευξή του. Κατέβηκε στον ώμο της κοπέλας, και, γοργά γοργά, έτριψε την κοιλίτσα του και το εσωτερικό μέρος των φτερών του στα μαλλιά της, για να πάρει τις μυρωδιές της. Η κοπέλα τρόμαξε και έκανε να αμυνθεί, μα το αρσενικό ήταν προετοιμασμένο από τις ουσίες του κινδύνου και της ετοιμότητας που, λένε, πως σκορπίζει ο σοφός εγκέφαλος στο αίμα για να προετοιμάσει τα ζωντανά για αγώνα ή για φυγή· το αρσενικό δεν το ‘χε να παλέψει· τράπηκε σε φυγή, άτακτη μα προμελετημένη· πέταξε γρήγορα ανοδικά, για να απαντήσει τον άνεμο και να ολοκληρώσει το σχέδιό του. Πετάρισε τα φτερά του δυνατά κι ανέβηκε ψηλά για να πάρει φόρα, και, ύστερα, αφέθηκε στο θερμό ρεύμα να τον ταξιδέψει χωρίς να φτεροκοπά, για να μη σπαταλά ενέργεια.

Λαχταρούσε να συναντήσει τον άνεμο, γιατί όσα πουλιά τον είχαν απαντήσει στο πέταγμά τους είχαν να λένε ιστορίες πολλές και γίνονταν το επίκεντρο του σμήνους σαν τις εξιστορούσαν· έλεγαν πως τα στοιχεία της φύσης δεν έχουν καθορισμένη μορφή αλλά πως, για χάρη της αναπάντεχης συνάντησης, μεταμορφώνονταν σε ανθρώπους για να φανούν τρομαχτικά, καθότι ο άνθρωπος είναι η πιο αναγνωρίσιμη και η πλέον φοβερή και τρομερή μορφή στην πλάση· έλεγαν επίσης πως ο άνεμος γινόταν ένας πανύψηλος και ιδιαίτερα ευτραφής γέροντας με μαλλιά και γένια μακριά, λευκά σαν τον αφρό στο ξέσπασμα του κύματος· το βλέμμα του ήταν αδύνατο να σταθείς και να το αντικρίσεις –πετούσε αστραπές και φεγγοβολήματα στα χρώματα του ουράνιου τόξου· η φωνή του ήταν βαθιά σαν από απύθμενο φαράγγι και τα λόγια του ξεστομίζονταν αργά, κελαρυστά, σαν ποταμού κύλισμα ανάμεσα σε βράχους. Τέτοια φοβερά είχε ακούσει και ζήλευε τη δόξα και τις τιμές των ομοίων του, που κατάφεραν να επιβιώσουν από το συναπάντημα και είχαν το θάρρος να γυρίσουν στη φωλιά για να τα περιγράψουν. Και τώρα ήλπιζε πως θα είχε την ευκαιρία τη δική του.

Δε χρειάστηκε να ψάξει πολύ· με το πλαϊνό του ματιού του είδε ένα σύννεφο με μορφή μεγαλόσωμου λιονταριού που πετούσε πιο γρήγορα από τα άλλα· πρόλαβε και στάθηκε μπροστά του και, καθώς το σύννεφο τον προσπερνούσε, έτριψε με τα φτερά του την παχουλή κοιλίτσα του για να σκορπίσει ολόγυρα τις μυρωδιές της κοπέλας. Το σύννεφο συνέχισε να γλιστρά για λίγο και μετά σταμάτησε, φανερά ενοχλημένο. Λίγες τούφες ξεκόπηκαν από τη χαίτη και συνέχισαν το δρόμο τους, μα σύντομα σταμάτησαν κι αυτές· έμοιαζαν με τολύπια από βαμβάκι που ξέφυγαν και συνέχισαν να αιωρούνται στο πουθενά, κοιτώντας τριγύρω σαν συνοδοιπόροι που μπέρδεψαν τις διασταυρώσεις των μονοπατιών· ήταν ένα θέαμα πρωτόγνωρο, και το αρσενικό πτηνό, εκστασιασμένο, το επιβράβευσε μ’ ένα επιφώνημα θαυμασμού αλλά κι ένα ασυγκράτητο γέλωτα που του ‘ρθε αυθόρμητα καθώς παρατήρησε το λιοντάρι που είχε απομείνει χωρίς χαίτη, φαλακρό! Ξάφνου, μέσα από τον κύριο κορμό του άσπρου όγκου, ξεπρόβαλε μία μορφή και ο γέλωτας σταμάτησε με μιας. Δεν είχε σαφή χαρακτηριστικά αλλά ήταν τρομακτική σε μέγεθος και δύναμη. Σιγά σιγά άρχισε να μορφοποιείται· έγινε σαν άνθρωπος -αυτό το τρομερό πλάσμα που το φοβάται κάθε γήινο ζωντανό με στοιχειώδη λογική· ακόμη και ο άνθρωπος φοβάται το συνάνθρωπο-, μα ο άνθρωπος που εμφανίστηκε μπροστά στο αρσενικό δεν είχε καμιά σχέση με όσα το πουλί είχε ακούσει· ήταν σαν έναν άντρα λεπτό, αψηλό και δυνατό, με κοντά μαύρα μαλλιά και πρόσωπο νεανικό κι αμούστακο αλλά με σώμα ευλύγιστο, που, μόλις εμφανίστηκε, αμέσως καμπυλώθηκε σαν να ήταν μπαλαρίνα που ξεπρόβαλε μέσα από κάποια λίμνη των κύκνων· το βλέμμα του ήταν σαν εφήβου –το ίδιο πάθος ακτινοβολούσε, την ίδια ασυγκράτητη ορμή, κι έμοιαζε –ο θεός να συγχωρέσει την ασέβεια του πουλιού- αλλοπαρμένο.

Ο άνεμος κοντοστάθηκε και άρχισε να οσμίζεται το πτηνό.

«Τι είσαι συ; Πετούμενο με μυρουδιά γιασεμιού, γαρούφαλλου και ρόδου δεν έχω ματαδεί», είπε στο μικρό πουλί.

Η φωνή του ήταν λεπτή και σφύριζε ενοχλητικά. Τα φαράγγια δε βγάζουν τέτοιους ήχους, σκέφτηκε το αρσενικό και του ‘ρθε μια ακατανίκητη επιθυμία να γελάσει και πάλι, γιατί κατάλαβε πως όσοι κόμπαζαν μέχρι τότε, πως είχαν, τάχα, απαντήσει τον άνεμο, ψεύδονταν για χάρη μιας περιστασιακής δόξας και τιμής που δεν την δικαιούνταν –θα τους ξεμπρόστιαζε στην πρώτη ευκαιρία.

«Ρώτησα κάτι! Τι είσαι ‘συ ποταπό πετούμενο περιχυμένο με μυρουδικά; Μήπως δραπέτευσες από την κατσαρόλα;», είπε πάλι ο άνεμος και άρχισε να χαχανίζει.

Το αρσενικό ξαφνιάστηκε με την παιδιάστικη ανωριμότητα του ανέμου και κατάλαβε πως δε θα ‘ταν δύσκολο να χειραγωγήσει τούτο το στοιχειό καθ’ όπως ήθελε· άρπαξε τη μοναδική ευκαιρία που του δινόταν· ήταν, αποδεδειγμένα πλέον, το μοναδικό ζωντανό στην ιστορία της φύσης που κατάφερνε να κοπάσει τον άνεμο με μία του κίνηση. Χωρίς να χάνει χρόνο του είπε παρακαλετά: «Αγέρα, εσύ, που τίποτα δε σε σταματά και διεισδύεις παντού, εσύ που ταξιδεύεις σε ολάκερη την πλάση και ξέρεις από ωκεανούς και ηπείρους, κι απ’ όλα ξέρεις δηλαδή, για πες μου κάτι αν το θες. Μπορείς να τρυπώσεις στις καρδιές των ανθρώπων και να μάθεις τα μυστικά τους;»

Ο άνεμος συνέχισε να περιεργάζεται το μικρό πετούμενο και σαν το αναγνώρισε, αμέσως κατάλαβε το κόλπο· γέλασε με την καρδιά του και είπε: «Χαράς το κουράγιο σου μικρό και άφοβο που βρήκες τον τρόπο να με ξεγελάσεις και έχεις και το θάρρος να αψηφάς τη δύναμή μου», του απάντησε. «Γίνε συγκεκριμένος και πες μου τι θες, γιατί έχω δρόμο να διανύσω», συμπλήρωσε ο άνεμος και φάνηκε διατεθειμένος να συζητήσει με ένα πλάσμα που η φύση όρισε ως κατώτερό του, κι ήταν αυτό από μόνο του ένα θαύμα, καθώς στη φύση ο δυνατότερος είναι ο επικρατέστερος, οι συνδιαλλαγές με τους αδύναμους δεν έχουν θέση και οι πονηριές δεν επιτρέπονται, αν και ενίοτε αποδίδουν, καθ’ όπως φάνηκε, άμα κάποιος τις χρησιμοποιήσει με σύνεση και σοφία ή με θράσος και καπατσοσύνη.

Το πουλί πήρε μια μεγάλη ανάσα, για να τα πει τα όσα ήθελε με μιας, χωρίς να χρονοτριβεί: «Είναι κοντά μία μέρα που η σύντροφός μου έχει γραπωθεί σε ένα κλαδί και δεν λέει να ‘ρθει να ταξιδέψει μαζί μου και μαζί σου. Φοβάμαι αγέρα ταξιδευτή γιατί πρέπει να φύγουμε, αλλιώς θα χάσουμε το σμήνος μας στο ταξίδι στο νότο. Παρακολουθεί, λέει, ένα θηλυκό άνθρωπο που κλαίει ολημερίς κι ολονυχτίς και αναρωτιέται τι συμβαίνει. Ό,τι και να της πω δεν με ακούει. Θα ξωμείνουμε άνεμε και θα παγώσουμε στα χιόνια του χειμώνα.»

«Είναι όμορφη η σύντροφός σου;»

«Η ομορφότερη είναι, μα τι το θες; Είναι άμυαλη καθώς φαίνεται».

«Και τι θες από εμένα δύστυχο αποδημητικό;»

«Θέλω να αφουγκραστείς τον άνθρωπο και να πεις στη σύντροφό μου τι του συμβαίνει για να ικανοποιήσεις την θηλυκιά της περιέργεια, ώστε να δεχτεί να πετάξει μαζί μου και μαζί σου στο χειμερινό μας καταφύγιο. Κι εγώ έχω μια περιέργεια, θα σου ‘μαι ειλικρινής, γιατί ο θηλυκός άνθρωπος είπε στον αρσενικό πως φεύγει».

«Φεύγουνε ορέ τα θηλυκά μοναχά τους;»

«Τι να σου πω εγώ αγέρα μου πολυταξιδεμένε; Δεν έχω καταλάβει το πώς σκέφτονται τα θηλυκά και τι είναι ικανά να επιτύχουν. Εγώ είμαι ένας αδαής, με γνώσεις αρκετές να ψάξω το νερό μου και την τροφή μου και ουχί για περισσότερα. Ο σκοπός της ζωής μου είναι να επιβιώσω, όχι να γίνω μέγας και τρανός. Είμαι ένα ταπεινό αποδημητικό και τίποτα παραπάνω. Το μόνο που θέλω τώρα δα, είναι να πάρω μαζί μου τη συμβία μου, για να φύγουμε μαζί σου όσο είναι καιρός. Μονάχα αυτό με ενδιαφέρει.»

Ο άνεμος μειδίασε και έριξε ένα λοξό βλέμμα στο πουλί γεμάτο απέχθεια. «Δύστυχο πετούμενο, αν η τεράστια μετριοπάθειά σου μετουσιωνόταν στον ίδιο βαθμό σε φιλοδοξία, αν δε σε ενδιέφερε μονάχα το να επιβιώσεις όπως όπως, αν είχες την προσοχή στραμμένη και σε άλλα ενδιαφέροντα, όπως το να μαθαίνεις από τους ανθρώπους, τότε θα ήξερες περισσότερα και θα βοηθούσες εσύ τη σύντροφό σου».

Το πουλί κατάλαβε πως το σχέδιό του θα πετύχαινε· είχε καταφέρει να φανεί αφελής στα μάτια του ανέμου και να κερδίσει τη συμπόνια του· και το κυριότερο, μόλις είχε καταφέρει να εξάψει την περιέργεια του ανέμου. Από νεογέννητο ακόμη, από τότε που ήταν καθηλωμένο στην ξύλινη φωλιά και τιτίβιζε με το στόμα ανοιχτό αναμένοντας το τάισμα από τους γονιούς του, ένιωθε τον άνεμο να αλλάζει συνέχεια τη ρότα του, να διεισδύει παντού απρόσκλητος, άλλοτε σιωπηλά και ύπουλα, κι άλλοτε με ορμή και βία, και να στριφογυρνά ανάμεσα στα ζωντανά και στ’ άψυχα ως δροσερό αεράκι χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Μέχρι πρότινος, θεωρούσε πως ο άνεμος είναι απλώς ένα στοιχείο της φύσης, που, εκμεταλλευόμενο τη δύναμή του, έπραττε ό,τι του ‘ρχόταν στο μυαλό αδιαφορώντας για τους αδύναμους, ως είθισται δηλαδή να κάνουνε οι δυνατοί· τώρα, που τον συζήτησε κατά πρόσωπο, κατάλαβε πως το αφεντικό των ουρανών δεν έστεκε καλά στα λογικά του, ήτανε σαλεμένος, και είχε περιέργεια μεγάλη· γι’ αυτό έκανε ό,τι έκανε τόσα και τόσα χρόνια, γι’ αυτό τρύπωνε παντού, για να μαθαίνει τα μυστικά των άλλων, αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν σε τρίτους.

«Οδήγησέ με», πρόσταξε ο άνεμος και μεταμορφώθηκε σε μαύρη καλλονή-ένα άλογο μεγάλο, όμορφο και δυνατό, με μία λευκωπή κηλίδα στη μουσούδα, γεμάτο καλοσύνη, πασίγνωστο στις παλαιές γενιές των ανθρώπων μα όχι και στο μικρό αποδημητικό, που τους ώμους του βάραιναν μόνο λίγα χρόνια ήρεμου βίου ταγμένα στην αναζήτηση τροφής και νερού.

Το πουλί σκαρφάλωσε με δυσχέρεια απάνω του, απορώντας με τη λανθασμένη σκέψη του ανέμου να γίνει άλογο προφανώς θεωρώντας, εσφαλμένως, ασυζητητί, πως τα πουλιά έχουν μια μορφή εξοικείωσης με τα τετράποδα. Σα σκαρφάλωσε στη ράχη, εντυπωσιάστηκε τα μέγιστα και κατάλαβε πως ο άνεμος δεν ήταν μονάχα ξέχειλος από περιέργεια αλλά είχε κι άλλα κουσούρια, μεταξύ των οποίων και μια μεγάλη υπεροψία αλλά και μία αδικαιολόγητη διάθεση να εντυπωσιάσει· αδικαιολόγητη, σκέφτηκε το αρσενικό, γιατί ο άνεμος είναι ήδη τρανός και θεοποιημένος, αναγνωρίσιμος και σεβάσμιος απ’ όλα τα ζωντανά μα και τα άψυχα, κι έχει πολλά περισσότερα απ’ όσα θα τολμούσε να επιθυμήσει κάθε θνητό πλάσμα· ίσως τελικά ο άνεμος να μοιάζει περισσότερο απ’ όσο νόμιζα με τον άνθρωπο, συμπέρανε το μικρό πουλί και βολεύτηκε με ασφάλεια πάνω στη σέλα, που φτιάχτηκε στη στιγμή από δύο πάλλευκα σύννεφα, νεογιλά, συνδεδεμένα στέρεα αναμεταξύ τους με δώδεκα ακτίνες του ήλιου· πιάστηκε γερά από ένα διχαλωτό χαλινάρι, που έφτιαξε ο άνεμος χρησιμοποιώντας την ουρά ενός περαστικού χελιδονιού, καταδικασμένου να γκρεμιστεί στο πέλαγος, και το ταξίδι τους ξεκίνησε ξαφνιάζοντας για πολλοστή φορά τη φύση.

Το παράξενο και αταίριαστο ζευγάρι, θαρρείς επινοημένο από έναν ελαφρόμυαλο άνδρα, που καμώνεται πως είναι συγγραφέας επειδή σκαρφίζεται τέτοια παράλογα συνταιριάσματα, από τα νότια καμπύλωσε στην ανατολή, και από εκεί ανέβηκε στο βορά πετώντας χαμηλά στο έδαφος. Ένας τσοπάνης στην πλαγιά του λόφου, εκεί που αγκυροβολούσε το ανατολικό βουνό στο έδαφος, άνοιξε την πουκαμίσα του για να δροσιστεί και σήκωσε το χέρι του για να σκουπίσει τον ιδρώτα που έσταζε στο μέτωπό του· στο πουλί, του έμοιασε σαν χαιρετισμός καλωσορίσματος· στο κτήμα, δίπλα στο ασβεστωμένο σπίτι της κοπέλας, οι αγρότες που αναμόχλευαν το ξερό χώμα ξεφύσηξαν με ανακούφιση υποδεχόμενοι τη δροσερή αύρα που συμπαρέσυρε προσωρινά την κόπωσή τους.

«Να την αφέντη μου η κοπέλα που σου ανέφερα», είπε το πουλί στον άνεμο σαν έφτασαν στο δέντρο του. «Να την και η σύντροφός μου».

Ο άνεμος ντύθηκε την αόρατη φορεσιά του και χάθηκε από τα μάτια του αποδημητικού, όχι όμως και από τη ματιά του φαντασμένου αφηγητή· κατέβηκε στην αυλή· κοντοστάθηκε στην εξώπορτα και μπήκε μέσα στο σπίτι από τις χαραμάδες· κανείς δε θα μπορέσει ποτέ να πει τι είδε και τι αφουγκράστηκε εκεί μέσα το απρόβλεπτο στοιχείο, γιατί τίποτα γνώριμο δεν έχει την ικανότητα του ανέμου να μπορεί να διαπεράσει δυο σφαλιστά παραθυρόφυλλα και μια κλειστή ξύλινη πόρτα, εκτός ίσως από το νερό, το οποίο όμως, τη συγκεκριμένη ανιστόρητη στιγμή, ήταν απασχολημένο στο να κελαρύζει στα ποτιστικά αυλάκια, πέρα, στους πέρα κάμπους. Δεν άργησε να βγει και πάλι στο φως και στάθηκε στον ώμο της κοπέλας. Οσμίστηκε το γιασεμί, το γαρύφαλλο και το ρόδο και βόγκηξε μια πνοή λάγνα· η γυναίκα ανατρίχιασε και μετακίνησε το άριστα σμιλεμένο σώμα της στο υφασμάτινο κάθισμα. Ο άνεμος συνέχισε να οσμίζεται τον ιδρώτα της και τις ουσίες του αίματος που ξέβραζε το σώμα της μαζί του. Το αρσενικό κοιτούσε και καταλάβαινε πως ο άνεμος εκμεταλλευόταν τη δύναμή του και φερόταν ξεδιάντροπα· βεβαιώθηκε γι’ αυτό σαν είδε την μπλούζα της γυναίκας να φουσκώνει και το στήθος της να διεγείρεται. Όσο κι αν δε συμφωνούσε με τα παιχνίδια τούτα, δεν το μπόρεσε να καταπιεί τη ζήλια που ένιωσε για το στοιχειό που απολάμβανε το σφρίγος της όμορφης· φαντάστηκε την ικανοποίηση που θα ένιωθε ο άνεμος, σαν έβλεπε πώς τα χάδια του είχαν επιδράσει στο νεανικό κορμί, και η ζήλια του έγινε ακόμη πιο έντονη· αναρωτήθηκε αν αυτό το ανατρίχιασμα της γυναίκας ήταν έρωτας πραγματικός, γιατί, αν ήταν, τότε όλα τα ζωντανά θα μπορούσαν να λυγίσουν στις δεξιότητες του ανέμου· έπρεπε να δει, να παρακολουθήσει και να μάθει κι αυτό.

Ο άνεμος ολοκλήρωσε το παιχνίδισμά του και, κατευθυνόμενος προς το κλαδί, ντύθηκε τη φορεσιά πουλιού· έγινε ένα εξωτικό πουλί με πολύχρωμο λοφίο στα χρώματα του ανοιξιάτικου κάμπου, φτερά λευκά σαν να ‘ταν χιονισμένα και ουραία πούπουλα μαλακά σαν σύννεφα, γκριζωπά στην όψη· εδώ κι εκεί ήταν ζωγραφισμένες πιτσιλιές κοκκινωπές που έμοιαζαν με σάρκα γινομένου ροδάκινου και κάποιες ακόμη, λιγότερο εμφανείς, σε ανοιχτό κιτρινοπράσινο σαν την αυγουστιάτικη σταφίδα. Στάθηκε ανάμεσα στο ζευγάρι των πουλιών, κορδώθηκε για να εντυπωσιάσει και καλησπέρισε τη θηλυκιά. Το αρσενικό ταράχτηκε μα σαν άκουσε τη φωνή του πουλιού αναγνώρισε τον άνεμο.

«Τι έχεις να μας πεις άνεμε ταξιδευτή;», ρώτησε.

«Δεν είμαι άνεμος εγώ δίχρωμε ξάδερφε με το λευκό το φρύδι», απάντησε ο άνεμος υποτιμητικά. «Στέκομαι από το πρωί σε εκείνη την ελιά απέναντί σας και κοιτώ την γυναίκα μία να σφουγγίζει τα μάτια της και μία τη μύτη της. Προσπαθούσα να καταλάβω τι της συμβαίνει γιατί άμα παρατηρείς τους ανθρώπους μαθαίνεις».

Το θηλυκό εντυπωσιάστηκε από τα λεγόμενα του νεοφερμένου και παρατήρησε πως μοιράζονταν κοινές ανησυχίες και προβληματισμούς παρόμοιους. Το αρσενικό ξαφνιάστηκε και θυμήθηκε πως, όταν επέστρεψε από τη μικρή του περιήγηση στο πλάι της συντρόφου του, εκεί, στην αρχή τούτης της ταπεινής ιστορίας, είχε νιώσει τον άνεμο να σκαρφαλώνει ανάμεσά τους σαν ένα δροσερό στριφογύρισμα· ίσως ο άνεμος να στεκόταν πράγματι εκεί, καθώς είπε, απέναντί τους και να τους παρακολουθούσε για λόγους που το μικρό πουλί δεν μπορούσε να κατανοήσει.

Ο άνεμος, απευθυνόμενος στο μικρό πουλί, συνέχισε: «Έβλεπα τη συντρόφισσά σου να παρατηρεί κι εκείνη, όπως κι εγώ, και να στοχάζεται προβληματισμένη, και τώρα, που έμαθα τι συμβαίνει στη γυναίκα, ήρθα να ανταλλάξουμε απόψεις και να μοιράσουμε εμπειρίες, ώστε να μάθουμε καλύτερα τους ανθρώπους προτού φύγουμε για το νοτιά».

«Θα φύγεις κι εσύ;», ρώτησε το θηλυκό το πλουμιστό πουλί, με ενδιαφέρον που αντικατοπτρίστηκε στο λάγνο βλέμμα της, και η καρδιά του αρσενικού δέθηκε θαρρείς κόμπο γόρδιο, που απαιτούσε το σπαθί ενός γενναίου βασιλιά για να τον κόψει και να λυτρώσει το μικρό πετούμενο από την ταραχή· αυτή θα ‘ταν μια ακραία λύση, οριστική μα αιματηρή, μα ήταν μάταιο να την επιζητήσει το αρσενικό, καθώς η αιφνίδια εμφάνιση ενός γενναίου βασιλιά που δίνει ακραίες λύσεις με το σπαθί του είναι αλλουνού συγγραφέα μοχθηρό τερτίπι.

Ο άνεμος απάντησε: «Όλοι θα φύγουμε, προτού μας βρει ο χειμώνας. Οι άνθρωποι ξέρουν πώς να προφυλαχτούν αλλά εμείς δε μάθαμε ακόμη. Ίσως τον επόμενο χρόνο εγώ να ξέρω· νιώθω σχεδόν έτοιμος. Το αποδημητικό που θα καταφέρει να μείνει ξοπίσω και να επιβιώσει από τις κακουχίες του χειμώνα, θα πρέπει να οριστεί βασιλιάς με όλες τις δόξες και τις τιμές που πρέπουν στους αξιοθαύμαστους ήρωες».

Το θηλυκό συγκατάνευσε με τρυφερότητα, που έκανε την ταραχή του αρσενικού να μοιάζει με ηφαίστειο λίγο προτού φτύσει λάβα καυτή. «Έχεις δίκιο. Το αποδημητικό που θα ξωμείνει και θα επιβιώσει θα πρέπει να οριστεί βασιλιάς», επανέλαβε εκείνη, και το βλέμμα της έμεινε να αιωρείται στην εικόνα μιας σταθερής φωλιάς, καλά προστατευμένης από το κρύο, με φαγητό και νερό σε ποσότητες επαρκείς μέχρι η άνοιξη να ανατείλει και πάλι· ήταν το όνειρό της, καθώς φαίνεται, να οριστεί εκείνη βασίλισσα, αν και θα μπορούσε να αρκεστεί στο να είναι η σύντροφός του τιμημένου βασιλιά.

Το αρσενικό στενοχωρήθηκε πολύ –τέτοιες και τόσο άσχημες στιγμές δε θα ευχόταν ούτε στους πιο μισητούς εχθρούς του, τους ανθρώπους κυνηγούς· ένιωσε τη φωνή του να βγάζει δικά της φτερά, αετίσια, και να δραπετεύει από το μελωδικό λαρύγγι του· η καρδιά του σκίστηκε σε δύο κομμάτια, στη φιλόδοξη και στην ταπεινή, και τα δύο μέρη άρχισαν να αντιμάχονται· το μυαλό του στριφογύρισε στην παιδική του ηλικία ψάχνοντας να βρει τα αίτια της ταπεινοφροσύνης του. Την έχασα, σκέφτηκε. Πρέπει να βρω τρόπο να την ανακτήσω. Αμήχανος, κατέβηκε στο έδαφος και βρήκε μία λιχουδιά, μα σαν επέστρεψε για να την προσφέρει στη συμβία του, οι εξηγήσεις του ανέμου είχαν ήδη αρχίσει και το θηλυκό είχε βυθιστεί στα λόγια του. Έφτυσε το μικρό σκουλήκι μακριά και κάθισε ανακούρκουδα να ακούσει κι αυτό.

Ο άνεμος κορδώθηκε και τέντωσε τα φτερά του, τάχα για να ξεπιαστεί, αγγίζοντας, λίγο τυχαία μα και λίγο επί τούτου, τη θηλυκιά στη ράχη της και εκείνη ερίγησε. Ήταν εμφανές πώς ο άνεμος φλέρταρε με το θηλυκό· μία δυνάμωνε τη φωνή του και την ανέβαζε ψηλά και μία τη χαμήλωνε για να βουτήξει στις χαμηλές σκάλες του πενταγράμμου, θυμίζοντας δελφίνι που παίζει με τα κύματα, μολονότι ο σκοπός εδώ δεν ήταν αθώος κι ανιδιοτελής μα δόλιος και ποταπός. Ο άνεμος έκλεισε για λίγο τα μάτια του σαν να επρόκειτο να ξεστομίσει δηλώσεις βαρύγδουπες, και, όταν τα άνοιξε, άφησε τη ματιά του να πλανηθεί στο πουθενά για να φανεί σπουδαίος και να τραβήξει την προσοχή. Τότε, άρχισε το λογύδριό του, με λόγια που ξεστομίζονταν με στόμφο και αργά.

«Αγαπητή μου φίλη και ταπεινέ φίλε μου, συνταξιδιώτες στην αποδημία και συγκάτοικοί μου στον πεπερασμένο ουράνιο θόλο, η όμορφη αυτή γυναίκα, αυτή που βλέπετε να στοχάζεται συννεφιασμένη, είναι παντρεμένη με τον άντρα που τώρα βρίσκεται κλεισμένος μέσα στο σπίτι και ψευτοκλαίει καθώς γεμίζει ένα σακίδιο με τα πράγματά του. Εκείνος ξεμυαλίστηκε με μία νεότερή της, όχι περισσότερο όμορφη -δε θα μπορούσε να υπάρξει ομορφότερη-, μα με μία τσαπερδόνα που αποδείχτηκε πιο ικανή και πιο καπάτσα! Αχ! Τι τα θέλετε φίλτατοι; Έτσι γίνεται πάντα με τα ασεβή τα ζωντανά, που στην πρώτη ματιά δείχνουνε αθώα και εγκρατή, κι αυτό γιατί δεν έχουν αποκτήσει εμπειρίες, μα, με το που βλέπουν κάτι τις φανταχτερό, ξεμακραίνουν και δε λογαριάζουν δυνατά συναισθήματα και ηθικές δεσμεύσεις και αφήνουν πίσω τους πληγές αθεράπευτες». Τούτο το τελευταίο, ο άνεμος το είπε κοιτώντας επιδεικτικά προς το αρσενικό. «Και το λοιπόν, η γυναίκα του το οσμίστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο να γίνει, γιατί τα θηλυκά έχουν διαίσθηση απαράμιλλη, τρομαχτική σε δύναμη, μεγαλύτερη κι από εκείνη του ίδιου του άνεμου, που όμοιό του δεν υπάρχει άλλο στοιχείο της φύσης· άμα το θηλυκό θελήσει, μπορεί να επιτύχει όλους του τους σκοπούς και να εκπληρώσει κάθε του όνειρο, ενώ το αρσενικό δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα μονάχο· πάντα χρειαζόταν και πάντα θα χρειάζεται τη συνδρομή μιας θηλυκής συντρόφου».

Το αρσενικό πουλί σκεφτόταν τι να πει. Τα είχε χαμένα από αυτήν την απρόσμενη συμπεριφορά του ανέμου και δεν μπορούσε να καταλάβει προς τι όλη τούτη η υποκρισία. Έβλεπε και την αγαπημένη του να έχει παρασυρθεί από τα θεατρινίστικα τα λόγια και πελάγωνε. Ήξερε πως έπρεπε να δράσει αλλά δεν ένιωθε ικανό· ίσως να είχαν δίκιο· έπρεπε τόσους μήνες να έχει τα μάτια του ανοιχτά, να παρατηρεί και να μαθαίνει· ίσως τότε να μην είχε απομείνει ένα πουλί που το μόνο που ξέρει να κάνει καλά είναι το να εντοπίζει μεζεδάκια στο χώμα.

Ο άνεμος συνέχισε: «Και τώρα η γυναίκα ζήτησε από τον άντρα της να φύγει και να την αφήσει αφού δεν μπορεί να τον έχει ολοκληρωτικά δικό της. Και ο άντρας θύμωσε με τον εαυτό του, και τη μία κλαίει ζητώντας έλεος και την άλλη στιγμή θυμώνει και πάλι και ξεσπά το θυμό του στην γυναίκα. Αν με ρωτήσετε, θα σας έλεγα πως όλα τούτα είναι αλλοπρόσαλλα πράγματα που δεν ταιριάζουν σε ζωντανά με τόση δύναμη! Φίλοι μου, ο άντρας δεν έχει μετανοήσει για την απιστία του! Είναι εμφανές αυτό που σας λέω! Αν είχε μετανιώσει θα έκλαιγε πραγματικά και δε θα είχε το θράσος να θυμώσει, μα ο άνθρωπος δεν ξέρει να τιμωρεί τον εαυτό του όταν του πρέπει· δεν είναι έτοιμος να αποδεχτεί τις συνέπειες των πράξεών του· αυτό το θεωρεί χάσιμο χρόνου. Βλέπετε, οι άνθρωποι βιάζονται· φοβούνται το θάνατο· έχουν συνέχεια, στην άκρη του μυαλού τους, πως οι μέρες τους είναι μετρημένες και προσπαθούν να αρπάξουν όσες εμπειρίες μπορούν βάζοντας στοίχημα για το ποιος θα αποκτήσει τις περισσότερες· και κανονίζουν μεταξύ τους να επιβραβεύονται οι ικανότεροι, αν βέβαια μπορεί κανείς να θεωρήσει ως ικανότερο κάποιον ακόρεστο, που δε διστάζει να κάνει το οτιδήποτε προκειμένου να ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία του και που δε λαμβάνει υπόψη του το πεπερασμένο της ζωής, που καθιστά άσκοπη την απληστία ως έννοια· για το λόγο αυτό, οι άνθρωποι, έχουνε φτιάξει βραβεία, πτυχία, μισθά, δώρα, παράσημα και άλλα τέτοια ανούσια και φθαρτά· ο χρόνος τους κυνηγά ασταμάτητα και τους μπερδεύει το νου και τους βάζει να πελαγοδρομούν με μικρά κι ασήμαντα, που σκοπό δεν έχουν κανένα και ποτέ κανείς λογικός δημιουργός δε θα σκεφτόταν να τα παρασκευάσει· μόνοι τους οι άνθρωποι έφτιαξαν τα μικρά κι ασήμαντα και καταδιώκονται τώρα απ’ αυτά. Για μας ο χρόνος είναι λέξη άγνωστη, γι’ αυτό η ζωή μας είναι πανηγύρι, εξόν απ’ όταν ασχολούμαστε με τα πολύ σοβαρά θέματα, όπως το να φάμε, να πιούμε, να κρυφτούμε από τους κυνηγούς, να προσευχηθούμε στο Δημιουργό μας, να τεκνοποιήσουμε, να επιβιώσουμε τέλος πάντων· γι’ αυτό εμείς, σε αντίθεση με τον άνθρωπο, ασχολούμαστε μοναχά με τα σπουδαία· κι αυτός είναι ο λόγος που τώρα, όλοι μαζί, θα πετάξουμε πάνω από τη θάλασσα και θα γευτούμε την αλμύρα της· θα καληνυχτίσουμε τον ήλιο, σα βυθιστεί στο πέλαγο για να σβήσει και να ξεκουραστεί, και θα τον καλημερίσουμε την ανατολή, σαν ξαναντυθεί τη φωτεινή του φορεσιά· θα χαρούμε το πέταγμά μας με τα συντρόφια μας πάνω από τους πολύχρωμους κάμπους και τα απάτητα βουνά, πάνω από γαλάζιες λίμνες και πολυσχιδείς ποταμούς, που βρέθηκαν στη Γη πριν από τους προγόνους μας κι έχουν να πουν πολλά σε μας που αφουγκραζόμαστε τα σοφά μουρμουρητά τους· θα επιλέξουμε από ένα σύννεφο, θα συνταξιδέψουμε μαζί του και περιστασιακά θα αναπαυόμαστε πάνω στα λευκά του μαξιλάρια συζητώντας και μαθαίνοντας· θα φτάσουμε στον προορισμό μας σοφότεροι, και άρα ικανότεροι, και, όταν επιστρέψουμε εδώ, θα καταφέρουμε να ταιριάξουμε σε τούτον το μαγικό τόπο και θα στεριώσουμε, ακόμη και για να ξεχειμωνιάσουμε αν το θέλουμε».

Το θηλυκό άπλωσε το φτερό του τρυφερά και άγγιξε τον άνεμο· ρίγησε και ανατρίχιασε και το στήθος της άρχισε να πάλλεται με ορμή. Το αρσενικό το παρατήρησε και τα μάτια του άρχισαν να βουρκώνουν· αυτό είναι έρωτας, συμπέρανε. Ήξερε πως ποτέ πια δε θα μπορούσε να διεκδικήσει την αγαπημένη του· ό,τι και να έπραττε, όσο σοφά λόγια και αν έλεγε, δεν είχε τις ικανότητες του ανέμου· πάντα εκείνη θα νοσταλγούσε τούτο το ξωτικό πουλί και θα ανάμενε με λαχτάρα και πάθος την επιστροφή του. Ήξερε πως ήταν καταδικασμένο να μείνει μονάχο του και ξέσπασε σε κλάμα βουβό, σπαραχτικό και θλιβερό, που όμοιό του δεν είχε ξανακούσει ο ακαθόριστος εκείνος τόπος.

Το ξωτικό πουλί πήρε αντάμα το θηλυκό και ανασηκώθηκαν. «Έλα κοντά κι εσύ», προσκάλεσε ο άνεμος το αρσενικό, που είχε μουσκέψει τα φτερά του από τα δάκρυα μιας αγάπης, που μάλλον δεν ήταν αγάπη, καθ’ όπως φάνηκε, αλλά ό,τι κι αν ήταν το έχασε, και είναι πάντα οδυνηρή η αίσθηση της απώλειας.

«Δε θα ‘ρθω», απάντησε εκείνο μέσα από τους μελωδικούς λυγμούς του.

Ο άνεμος τότε άφησε το θηλυκό να πετάξει λεύτερο και γύρισε κοντά στο αρσενικό. «Μα παρανόησες εντελώς; Εσύ δε μ’ έφερες εδώ χάμου για να πείσω τη σύντροφό σου να φύγει μαζί μας;»

«Ναι, μα σε ερωτεύτηκε κι εγώ την αγαπώ πιότερο κι από τη ζωή μου».

«Ανοησίες! Τίποτα δεν αγαπάμε περισσότερο από τη ζωή μας παρά μονάχα τα παιδιά μας. Άλλωστε, ας ήσουν ικανός να την κρατήσεις κοντά σου».

Το αρσενικό σκέφτηκε τις τελευταίες κουβέντες που άκουσε κι έδωσε δίκιο στον άνεμο, μα αυτό τον πόνεσε περισσότερο. Στιγμιαία ένιωσε πως όφειλε να υποκλιθεί στο νικητή, αλλά μέσα του ήξερε πως όσα αφορούν στις επιλογές της καρδιάς δεν έχουν να κάμουν με νικητές και ηττημένους και πως η αληθινή αγάπη, η πραγματική, και η συμβίωση, η ευτυχής, κερδίζονται μέσα από μικρές καθημερινές μάχες που δίνονται με όπλα το σεβασμό και την ανιδιοτέλεια. Βάλθηκε να στοχαστεί πώς να πράξει, μα ό,τι και να του ‘ρχόταν στο μυαλό δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να το αποφασίσει εν θερμώ, την ώρα δηλαδή που η λογική μάχεται με το συναίσθημα για το ποιος θα επικρατήσει.

Τελικά, όταν επικράτησε το συναίσθημα, σχολίασε θλιμμένα: «Μα έφυγε μονάχη της».

«Τότε δε ήταν αγάπη αυτό που έπαιρνες. Να βρεις άλλη αγάπη να σου ταιριάξει».

Και πάλι ο άνεμος είχε δίκιο· σοφά λόγια ειπωμένα από ένα σαλεμένο στοιχειό με συμπεριφορά αλλοπρόσαλλου έφηβου, σκέφτηκε το αρσενικό και οργίστηκε.

«Με γέλασες», είπε τότε το μικρό πουλί φωνάζοντας.

«Δεν το ‘χω ανάγκη να ξεγελώ κανέναν», του απάντησε αυστηρά ο άνεμος που άρχιζε σιγά σιγά να ασαφοποιεί τη μορφή του. «Δεν το ‘χω ανάγκη εγώ! Εσύ είσαι που έχεις ανάγκη να πιστέψεις περισσότερο στον εαυτό σου».

«Εγώ μπορώ να κάνω ό,τι θέλω και δε χρειάζομαι κανένα θηλυκό για στήριγμα· έχω τον εαυτό μου και τα πιστεύω μου. Αυτά που είπες πιο πριν ήταν λόγια ανόητα για να μας ξεγελάσουν. Ό,τι θέλω θα κάνω και θα το δεις. Εγώ θα κερδίσω την τελευταία μάχη».

«Ό,τι κι αν κάνεις χρειάζεσαι ένα θηλυκό για στήριγμα, ειδικά εσύ που είσαι άβγαλτο κι αδύναμο μέσα σου, αλλιώς θα λείπει η σοφία από τις πράξεις σου», απάντησε ο άνεμος ξαφνιασμένος από το θράσος του μικρού ζωντανού.

Το αρσενικό, ίσως ξεχνώντας ποιον είχε μπροστά του, ή μάλλον, παρασυρόμενο από τις γνώσεις που είχε αποκτήσει πια και από την αυτοπεποίθηση που έχτιζαν μέσα του άγνωστοι μηχανισμοί περιχαράκωσης της αξιοπρέπειας, βρήκε τη δύναμη -γιατί η γνώση και η αυτοπεποίθηση προσφέρουν δύναμη-, και έχοντας κατά νου την ξιπασιά του ανέμου, του είπε κάτι που τόσες ώρες το ‘χε μέσα του και το κρατούσε μυστικό: «Όλο τα θηλυκά σκέφτεσαι εσύ· θα ‘λεγε κανείς πως τα ζηλεύεις και τα φοβάσαι».

Ο άνεμος εξοργίστηκε και το μούτρο του αγρίεψε μα το μικρό δεν πτοήθηκε: «Το λοιπόν, θα βρω κι εγώ ένα θηλυκό. Θα βρω ένα θηλυκό που όμοιό του δεν έχει υπάρξει στη φύση δεύτερη φορά», είπε και το ‘ριξε πάλι στο δάκρυ. Η θλίψη του με μιας είχε γίνει θυμός μεγάλος· με τον εαυτό του τα’ χε, που έφτιαξε ολάκερο σχέδιο για να φέρει τον άνεμο στην αυλή· και τώρα ο θυμός του ξαναγινόταν θλίψη. «Δεν την είδες που πέταξε μακριά; Ούτε που νοιάστηκε αν την ακολούθησα».

Ο άνεμος έδωσε τόπο στην οργή για να φανεί μεγαλόκαρδος: «Έτσι είναι τα πουλιά, ελεύθερα. Κι αν δε σ’ αρέσει να ‘σαι λεύτερος, κάτσε εδώ να γίνεις άνθρωπος».

Το αρσενικό πουλί σπάραξε τότε ένα απελπισμένο ουρλιαχτό για να διώξει όλα εκείνα τα ανθρώπινα που είχε αρχίσει να αποκτάει με την παρατήρηση και την εκμάθηση. Έπειτα στράφηκε στον άνεμο και του ‘πε: «Είμαι λεύτερος τώρα και γι’ αυτό δε φοβάμαι τίποτα! Πάντα ήμουν ελεύθερος εγώ! Και για να μάθεις κι εσύ -να μην ξεχάσεις να το πεις και σε κείνη-, σου λέω πως λευτεριά δεν είναι να πετάς από το ένα κλαδί στο άλλο αλλά κάτι πολύ ανώτερο και πιο σύμπλοκο που η ανωριμότητά σου δε σου επιτρέπει να το κατανοήσεις· είναι η δυνατότητά μας να πραγματώσουμε όλα όσα θέλουμε σεβόμενοι το πού ζούμε και το ποιοι είμαστε. Αν το αρσενικό θέλει το θηλυκό του, καθ’ όπως λες, τότες και η λευτεριά θέλει κι εκείνη το αρσενικό της, θέλει το σεβασμό που από εσένα λείπει, είναι εμφανές, αξιοθρήνητο στοιχειό! Εγώ το λοιπόν θα μείνω εδώ για να βρω το θηλυκό μου».

«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις», απάντησε ο άνεμος και πέταξε μακριά και με ορμή.

«Του χρόνου θα με ορίσετε βασιλιά», φώναξε το πουλί.

«Τι είπες μικρό, σαχλό κι ανόητο πουλί;», ρώτησε ο άνεμος από ψηλά.

«Θα γίνω βασιλιάάάάς».

Το μακρόσυρτο γέλιο του αέρινου στοιχειού έσβησε σιγά σιγά στον ορίζοντα και το πουλί έμεινε μονάχο να στοχαστεί ένα σχέδιο, το πιο σημαντικό σχέδιο της ζωής του, αυτό της επιβίωσής του.

Μόλις ο άνεμος μπερδεύτηκε με τα μενεξεδιά χρώματα του ουρανού και άρχισαν και πάλι τα σύννεφα να κυλούν προς το νότο, το αρσενικό πουλί έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο που είχε ήδη σκαρφιστεί. Ήξερε πως δεν είχε πολλές επιλογές και πως θα έπρεπε να παίξει τη ζωή του κορώνα γράμματα αλλά γνώριζε πια πως η ζωή δεν έχει αξία αν δεν επιδιώκεις τη βελτίωσή σου σε όλα τα επίπεδα· κι εκείνο, το μικρό αποδημητικό είχε αποφασίσει να γίνει βασιλιάς. Δεν του είχαν απομείνει άλλες επιλογές.

Πήδηξε από το κλαδί και στάθηκε στο γόνατο της γυναίκας. Κόρδωσε την παχουλή κοιλίτσα του, άνοιξε τα φτερά του, κούνησε χαρούμενα την ουρίτσα του και άρχισε να τιτιβίζει το πιο γλυκό κελάηδημα που είχε βγάλει ποτέ το λαρύγγι του, για να αποχαιρετήσει την σύντροφό του που τον εγκατέλειψε για ένα μορφωμένο ξωτικό πουλί, για μια γεύση πλαστής ανωτερότητας και μία ιδέα πλασματικής ελευθερίας· δεν τον ενοχλούσε πια· «τι να την έχεις τη λευτεριά άμα δεν ξέρεις τι να την κάνεις;», αναρωτήθηκε και αναπτερώθηκε. Άλλωστε είχε πάρει τη σωστή απόφαση· θα έμενε πίσω να ξεχειμωνιάσει, και τον επόμενο χρόνο, όταν οι όμοιοί του θα τον έβρισκαν ζωντανό και ακμαίο, θα τον όριζαν βασιλιά, με δόξες και τιμές αξιοζήλευτου ήρωα.

Η όμορφη γυναίκα με τα μακριά τα μαύρα τα μαλλιά, το ομορφότερο θηλυκό απ’ όσα είχε δει ποτέ η φύση, γοητεύτηκε από τη μελωδία του αρσενικού και συγκινήθηκε από την τρυφερότητά του· έσκυψε μπροστά και άφησε το πουλί να ανέβει στην παλάμη της.

«Ξέμεινες καλό μου;», ρώτησε η γυναίκα με τρόπο γλυκό σαν να απευθυνόταν σε μωρό που έβγαλε από μέσα της. «Έλα! Εσύ θα ξεχειμωνιάσεις μαζί μου· θα ΄σαι η συντροφιά μου, κι όταν θα έρθει η άνοιξη θα καλωσορίσουμε μαζί τους όμοιούς σου και θα σ’ αφήσω λεύτερο», του είπε, τον χάιδεψε τρυφερά κι ύστερα τον έμπασε στο σπίτι της να τον περιποιηθεί.

Posted in Λογοτεχνικά κείμενα φίλων | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

«…μιά κραυγή για τα χαμένα χρόνια…»

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 29 Ιανουαρίου 2010

του Αντώνη Μπουντούρη

 
΄Στέρξε λιγο και θα δείς
πως εχει στρογγυλές γωνιές
των ιδεών ο κοσμος…
Δεν είναι ολα της εξαχρείωσης
καταμεσήμερα…
Δεν είναι παντα
ισκιοι βαρυτόνων…
Θα δείς.
 
———————————–
ΑΣΠΡΑ ΜΑΛΛΙΑ
 
Του πήρε καιρό
να βγεί απ το οστρακοφόρο
κρατώντας σφιχτά ενα στραγγισμένο γέλιο
μιά όψη σφίγγας
πίσσα στα μάτια
πηχτή την ανάσα
και,πανάθεμα,μιά κραυγή
για τα χαμένα χρόνια.
Στο έλιγος του φεγγαριού
γοργά εβρήκε τα κουράγια,
το μείζον κούρσεψε το τριμμένο του ρούχο
κι άρχισε τις βόλτες στα μουράγια.
Να δεί,να ξαναδεί
τα κόκκινα ,τα ρόζ ,τα λαβωμένα γύρω του γαλάζια…
Τα μαλλιαρά ,τ ασήμαντα
ποδοπατά με σθένος
δρασκελίζει με ορμή ανάπηρες ιδέες
η σφίγγα-όψη του πλατάγιασε
και νάτον πάλι εμπρός μου
να λιχνίζει σθεναρά,ντυμένος στα λευκά
λέξεις γνωστές απ τα παλιά
πούχουν(ξέρουμε εμείς)φουντωτά άσπρα μαλλιά.
 
———————————————– 
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ
 
Χαμήλωσε απότομα ο αέρας
με χτυπά στο ύψος του αφαλού
κι αφτέρουγες προσδοκίες με παγώνουν.
Μεσονύχτι κιόλας…
Βαθιά στο πρεσβυτέριο
λέω πως είναι μιά ασφαλής παρηγοριά.
Αλλά τέτοια ώρα πάλι
καλύτερα συγκόρμισσα γυναίκα νάβρισκα
κι ο νούς μου θάνοιγε πανιά.
Ξημερώνει σκληρά…
Μήπως λέω πάλι
όνειρα που να τρυγούνε πάθη
και να κεντάνε ιστορία απ την αρχή
να ήταν και το ασφαλέστερο…
Να λάμψει ενα τραγούδι μες στη νύχτα
έτσι για να σηκωθεί ψηλότερα ο αέρας.
Μήπως…
Ρίχνω στο πηγάδι αρμαθιά φωνές
να ζεσταθώ απ τον αντίλαλο
κι ίσως ακούσω κάτι…
Καντήλι δεν θα ξανανάψω.
Πρόβαλε κι ο ήλιος.Μαζί κι αγιάζι.
Αφήνω τις άδειες μπότες στη γωνιά
και περιμένω.
 
 
 
 

Posted in Λογοτεχνικά κείμενα φίλων | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: