βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Posts Tagged ‘ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ’

Λιβύη: Ο βομβαρδισμός της … «διεθνούς κοινότητας»

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 22 Μαρτίου 2011

 Παναγιώτης Ήφαιστος

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών,

Πανεπιστήμιο Πειραιώς http://www.ifestosedu.gr

 

Αν και μακάβρια τα γεγονότα της Λιβύης αποτελούν εν τούτοις «ευκαιρία» για να αποκρυσταλλωθούν ακριβείς εκτιμήσεις για το διεθνές σύστημα. Ο καθείς μπορεί να επιβεβαιώσει καθημερινά κατά την διάρκεια μιας κρίσεως όπως αυτή της Λιβύης τα αυτονόητα που συχνά λένε οι διεθνολόγοι της Θουκυδίδειας παράδοσης πλην πολλοί άνθρωποι νεφελοβατούν και τα λησμονούν τάχιστα αφήνοντας την πατρίδα τους να γίνει έρμαιο των θηρίων της διεθνούς πολιτικής:

i)        Παρά την αφελή και επικίνδυνα ασυνάρτητη παραφιλολογία της μεταψυχροπολεμικής εποχής για τον επερχόμενο παγκοσμιοποιημένο ανθόσπαρτο ενοποιημένο πλανήτη, το διεθνές σύστημα παραμένει εθνοκρατοκεντρικό. Η ειρήνη είναι συνάρτηση της ισορροπίας δυνάμεων και συμφερόντων και της αποτροπής των απειλών. Σε ζητήματα που αφορούν τον πόλεμο και τις ανακατανομές συμφερόντων, επιπλέον, οι διεθνείς θεσμοί είναι είτε αδρανείς είτε εξαρτημένες μεταβλητές της εκάστοτε δεσπόζουσας ηγεμονικής δύναμης.

ii)      Στο διεθνές σύστημα λόγω κατακερματισμένης εθνοκρατικής δομής και των εξ αυτής της πραγματικότητας εγγενώς ανταγωνιστικών εθνικών συμφερόντων, είναι ανέφικτο να υπάρξει μια νομιμοποιημένη πολιτική εξουσία λήψης αποφάσεων επί ζητημάτων ενδοκρατικής ή διακρατικής δικαιοσύνης και κατανομής συμφερόντων. Αυτή η νομοτέλεια προσδιορίζει και την συμπεριφορά των κυβερνήσεων.

iii)    Η απουσία διεθνούς εξουσίας και διεθνών κριτηρίων διανεμητικής δικαιοσύνης σημαίνει ότι στις διακρατικές σχέσεις κυριαρχούν τα διπλά κριτήρια, η υποκρισία, η εξαπάτηση και η κατάχρηση εξουσίας.

iv)    Βλάπτονται τα συμφέροντα όποιου δεν κατανοεί ότι οι διεθνείς θεσμοί δεν είναι θεσμοί διεθνούς δικαιοσύνης αλλά θεσμοί διεθνούς τάξης και ότι όταν τα συμφέροντα συγκρούονται και η τάξη αυτή διαταράσσεται για τους εμπλεκόμενους ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας. Στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, αν τα κράτη δεν μεριμνήσουν για την ασφάλειά τους, αργά ή γρήγορα θα έχουν την τύχη του κάθε Καντάφι τον οποίο σήμερα βομβαρδίζουν όσοι προχθές τον εναγκαλίζονταν με πάθος.

v)      Ο πόλεμος και τα τετελεσμένα λειτουργούν διανεμητικά βλάπτοντας όποιον δεν στηρίζει τα συμφέροντά του με επαρκή ισχύ. Μόνο γραφικοί δακρύβρεκτοι ιεραπόστολοι δεν μπορούν να κατανοήσουν τον ρόλο του πολέμου στο ιστορικό γίγνεσθαι, μας υπενθύμισε ο Λένιν σε αναφορά με όσους δεν κατανοούν τον ρόλο του πολέμου και τον «κινητήριων ιδιοτήτων του». Αν για παράδειγμα οι Επαναστάτες της Αμερικανικής Επανάστασης αποτύγχαναν θα ήταν σήμερα γνωστοί ως κάποιοι γκάγκστερ του 18ου αιώνα. Αν η Σοβιετική Ένωση δεν κατέρρεε θα ήταν σήμερα για τον μισό πληθυσμό της γης ο ηθικός ηγεμονικός άξονας. Όσο ο Καντάφι ενοχλούσε ήταν τρομοκράτης, όσο ο Καντάφι έκανε συμβόλαια εξόρυξης ενέργειας ήταν φίλος, όταν τα συμφέροντα άλλαξαν ο Καντάφι έγινε ένας εγκληματικός εχθρός και το ίδιο ισχύει για κάθε ένα όπως θα δούμε να εξελίσσονται τα πράγματα στην ευρύτερη περιφέρειάς μας. Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος διάβασε πως η ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία ήταν λάθος ειρωνικά είπε πως «κάθε εγχείρημα που δεν στέφεται με επιτυχία είναι λάθος».

vi)    Όσο υπάρχουν πολλά κράτη, όσο δεν υπάρχει παγκόσμια κοινωνία (δηλαδή για πάντα) και όσο αίτια πολέμου όπως η άνιση ανάπτυξη και οι ηγεμονικές στάσεις διαιωνίζονται, θα ισχύει η Θουκυδίδεια νομοτέλεια: Σε ένα τέτοιο σύστημα «δίκαιο υπάρχει όταν υπάρχει ίση δύναμη και όταν αυτό δεν ισχύει ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται». Ακόμη, ότι: «όσοι είναι ελεύθεροι το χρωστούν στην δύναμή τους».

vii)  Για όσους βιάστηκαν να μιλήσουν για «διεθνή κοινότητα» που συγκροτεί νομιμοποιημένες αρμοδιότητες διεθνών διανεμητικών προεκτάσεων ας παρακολουθήσουν προσεκτικά τις κυμάνσεις των εμπλεκομένων που επιτίθενται κατά της Λιβύης στο όνομα ενός κατά τα άλλα αμφίσημου και επεισοδιακού ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Θα προσέξουν ότι οι συμπεριφορές προσδιορίζονται όχι από κάποιο υψηλό παγκόσμιο σκοπό αλλά από ιδιοτελή δικά τους συμφέροντα, από τις επιθυμίες τους να διαδραματίσουν τον ένα ή άλλο ρόλο στην διεθνή πολιτική και από τους φόβους τους και τα διλήμματα ασφαλείας στην περίπτωση που άλλα κράτη πρωτοστατήσουν αυξάνοντάς έτσι την δύναμή τους.

viii)            Τα κράτη λειτουργούν ορθολογιστικά, δηλαδή είναι ευαίσθητα στην πλάστιγγα όπου στον ένα δίσκο είναι το όφελος και στο άλλο οι ζημιές εναλλακτικών στάσεων και συμπεριφορών. Η επίθεση κατά της Λιβύης εκτελέστηκε όταν τους δόθηκε ευκαιρία λόγω πρωτίστως εσωτερικής αστάθειας και δευτερευόντως λόγω ατολμίας άλλων δυνάμεων. Στις στάσεις και συμπεριφορές τους, επίσης, υποδηλώνεται πως ενώ για τη Λιβύη που βομβαρδίζεται οι προεκτάσεις είναι βαθύτατες, οι αποφάσεις των κυβερνήσεων που ασκούν βία επηρεάζονται από ιδιοτελή προσωπικά και μικροκομματικά συμφέροντα. Στην Γαλλία, και λόγω πολιτικού αναστήματος των ηγετών, σωστά αναφέρθηκαν και τα υποβόσκοντα Ναπολεόντια σύνδρομα ιστορικά ασήμαντων ηγετίσκων.

ix)    Όταν ένας κράτος χάσει την συνοχή και την δύναμή του γίνεται βορά των άγριων θηρίων και η τύχη του εξαρτάται από τις ιδιοτελείς και καταχρηστικές στάσεις και συμπεριφορές τρίτων. Τα λάθη του βέβαια συντελούν σε αυτό, πλην τα πράγματα ανεξαρτήτως αξιολογικών κρίσεων για τα καθεστώτα των ισλαμικών ή άλλων κρατών, τα πράγματα στην διεθνή πολιτική ποτέ δεν είναι πάντα ευθύγραμμα: Κρίσεις όπως της Λιβύης, χθες (ή αύριο) της Αιγύπτου, προχθές του Ιράκ, μεθαύριο της Συρίας ή της Σαουδικής Αραβίας, και τα λοιπά, έχουν ιστορική ουρά. Η ιστορία καταμαρτυρεί αναρίθμητα διαίρει και βασίλευε, γιγαντιαίες καταχρηστικές ανακατανομές πόρων για τις οποίες ευθύνονται όσοι τώρα υπόκεινται τους βομβαρδισμούς και αναρίθμητες εναλλαγές «εχθρών» και «φίλων» ανάλογα και αντίστοιχα με τις ανάγκες αυτοσυντήρησης και διεύρυνσης της ισχύος.

x)      Κύριο νόμισμα των διεθνών σχέσεων, μας λέει ο μέγας Kenneth Waltz (http://www.ifestosedu.gr/54waltzduo.htm), είναι η ισχύς και κύριος σκοπός των κρατών η κατοχύρωση της ασφάλειάς τους, δηλαδή η επιβίωση, η διατήρηση της εδαφικής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας ως του υπέρτατου και κοσμοθεωρητικά επικυρωμένου συμφέροντος. Υπέρτατου και κοσμοθεωρητικά επικυρωμένου καθότι οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου είναι πιο σοφές απ’ ότι οι καταχρηστικές ερμηνείες των ηγεμονικών κρατών και όσων διανοουμένων τα υπηρετούν. Υπευθυνότητα και ορθολογισμός, ακριβώς, απαιτεί προσεκτική και φειδωλή χρήση των όρων βαρβαρότητα, πολιτισμός και πολιτική. Πολιτική  ως πολιτισμός νοείται μόνο Αριστοτελικά στο πλαίσιο του πολιτειακού βίου όπου συγκροτείται κοινωνική ένωση και Πολιτικό γεγονός που παράγει κριτήρια δικαιοσύνης συμβατά με την ανθρωπολογική ετερότητα κάθε κοινωνικής οντότητας. Και στον Καταστατικό Χάρτη αυτό καταγράφηκε ρητά και σαφώς πως απαγορεύεται κάθε ενέργεια ή δράση που παρεμβαίνει στην εσωτερική δικαιοταξία (Κεφάλαιο Ι, άρθρο 2 παρά. 7).

 

Επειδή εδώ στην Ελλάδα τις δύο τελευταίες δεκαετίες πολλά λέχθηκαν για το τέλος της κυριαρχίας, για τους μη κυβερνητικούς δρώντες, για την «διεθνή κοινότητα» και για τα εθνικά συμφέροντα, απαιτείται να γραφτούν μερικά λόγια για τον «σκοπό» μιας διεθνούς επέμβασης.

Η διαφορά μεταξύ βαρβαρότητας και πολιτισμού είναι η διαφορά μεταξύ πολιτικά προσδιορισμένων σκοπών και σκοπών που προσδιορίζονται εκτός πολιτικής. Στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχει νομιμοποιημένος πολιτικός σκοπός πέραν αυτών των ελάχιστων που τα ίδια κράτη συμφωνούν υπογράφοντας διάφορες συμβάσεις όπως οι Συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα εγκλήματα πολέμου. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν μόνο να αποτελέσουν αντικείμενο νομικής διαδικασίας για όσους υπέγραψαν τις συμβάσεις και όχι στρατιωτικής όπως πολλοί πίστεψαν στην μεταψυχροπολεμική εποχή ξεχνώντας τα δύο μέτρα και δύο σταθμά, την εθνική ιδιοτέλεια, την αναπόδραστη κατάχρηση μιας υπερισχύουσας θέσης και το γεγονός ότι στον ΟΗΕ δεν συγκροτήθηκαν σταθεροί κανόνες έκτακτης ανάγκης καθολικής εφαρμογής.

Όπως ξεκάθαρα διαγράφεται ακόμη μια φορά την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, στην διεθνή πολιτική δεν υπάρχει κάποιος πολιτικός φορέας κοινωνικοπολιτικά νομιμοποιημένης δεσμευτικής ερμηνείας των «δικαιωμάτων» και ελέγχου των πάντοτε αδηφάγων διαθέσεων των ηγεμονικών δυνάμεων σε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης βίας εκ μέρους τους. Έτσι, στους διεθνείς θεσμούς όπου κυριαρχούν τα ηγεμονικά κράτη, ισχύει το ρηθέν «οι ελέφαντες είτε παλεύουν είτε κάνουν έρωτα υποφέρει το γρασίδι». Εδώ, δηλαδή, το γρασίδι είναι η λιβυκή κοινωνία που δεν συμμετείχε στις εναλλαγές εναγκαλισμών του Καντάφι με όλους τους άλλους.

Επειδή αυτά που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας είναι εκπληκτικά πλην δυσδιάκριτα για μερικούς κατ’ επάγγελμα προπαγανδιστές,  συντομογραφικά παρατηρούμε ότι μια απόφαση στην οποία δεν συμμετείχαν όλοι για αποκλεισμό πτήσεων πάνω από την Λιβύη, εξελίχθηκε τάχιστα στην καλύτερη περίπτωση σε κωμικοτραγωδία και στην χειρότερη σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες των τελευταίων χρόνων. Ρώσοι και Κινέζοι, εκτιμώ, μάλλον σκόπιμα, στο πλαίσιο της γνωστής στρατηγικής «κατατριβής του αντίπαλου», αφήνουν τους δυτικούς να βυθιστούν στην άβυσσο των μεσανατολικών εξεγέρσεων και να εμπλακούν στις επερχόμενες ατέρμονες αντιπαλότητες όλων εναντίον όλων. Κανένα δεν πρέπει να ξενίζει πάντως, ο κυκεώνας που ακολούθησε το αμφιλεγόμενο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Πριν καταλήξουν όπως έγινε και στο Ιράκ πριν λίγα χρόνια σε κάποιο διακανονισμό του ηγεμονικού πλιάτσικου των πλουτοπαραγωγικών πόρων, η πολυφωνία είναι εντυπωσιακή. Ακόμη και ο θολός σκοπός της επίμαχης απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας και η σπασμωδική συναίνεση κάποιων περιδεών κρατών της Μέσης Ανατολής, μεταλλάσσονται διαρκώς.

Ο πονηρός τούρκος ΥΠΕΞ Αχμέτ Νταβούτογλου, εξάλλου, ο οποίος από καιρό στο βιβλίο του Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες πρόβλεψε την κυριαρχία της ισλαμικής κοσμοθεωρίας στα Μεσανατολικά κράτη όπου «οι κρατικές δομές δεν είναι συμβατές με τις υποκείμενες μουσουλμανικές κοινωνίες», αφού αρχικά υιοθέτησε την πετυχημένη συνταγή του «επιτήδειου ουδέτερου», στην συνέχεια ελίσσεται, παζαρεύει και επιχειρεί να παρουσιαστεί ξανά ως ο προστάτης όλων των μουσουλμάνων.

Η Ευρώπη όπως και το ΝΑΤΟ διαιρέθηκαν ξανά σε πρόθυμους, απρόθυμους και ουδέτερους. Ενώ κρινόταν η τύχη μιας χώρας και ενός λαού θόλωσαν τα σύνορα μεταξύ σκοπών, άσκησης βίας, ρόλου περιφερειακών οργανισμών και ρόλου των κρατών που εμπλέκονταν.Η ιδιοτέλεια εκδηλώθηκε σε όλο της το μεγαλείο και οι δράσεις θηριωδών κρατικών και ιδιωτικών φορέων θόλωσαν, εξίσου γρήγορα, τα σύνορα μεταξύ μιας γιγαντιαίας δράσης που αλλάζει την εσωτερική πολιτειακή δομή και μιας περιορισμένης δράσης που θα μπορούσε σύμφωνα με την απόφαση του ΟΗΕ να αφορά μόνο τις πτήσεις πάνω από την Λιβύη. Η τύχη ενός κράτους κρίνεται από ρευστούς και αμφίσημους σκοπούς, στάσεις και συμπεριφορές που αφορούν πρωτίστως τον ηγεμονικό ανταγωνισμό και κυρίως το πλιάτσικο των πλουτοπαραγωγικών πόρων.

Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι μετά το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν ήταν καθαρό ποιος ασκεί μαζική αεροπορική βία, ποιος είχε «νόμιμο» δικαίωμα να ασκήσει μια τέτοια μεγάλης έκτασης βία, ποιος παρανομούσε κατάφωρα, ποιος ελέγχει την κλιμάκωση της βίας και κυρίως τι παζάρια γίνονται στα παρασκήνια εις βάρος της άτυχης λιβυκής κοινωνίας. Η διγλωσσία και υποκρισία, εξίσου αναμενόμενα, βυσσοδομεί. Το αίμα μιας ακόμη κοινωνίας ρέει στους λαβύρινθους του θολού βασιλείου της «διεθνούς νομιμότητας» το νόημα της οποίας ροκανίζεται όποτε και όταν υπάρχει ανισορροπία δυνάμεων και όποτε μια κοινωνία δεν κατορθώνει να διασφαλίσει την εσωτερική συνοχή και τάξη. 

Για ακόμη μια φορά, ο πόλεμος στην Λιβύη ξεδιπλώνει την θηριώδη ανθρώπινη φύση και τον τρόπο που εκδηλώνεται όταν δεν ελέγχεται πολιτικά. Κάθε φορά που η ανθρώπινη φύση διαφεύγει τους κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους στο εσωτερικό μιας πολιτείας, κάθε φορά που η κρυμμένη μέσα στα πανεπιστήμια διανοουμενίστικη θηριωδία μεταμφιέζει ηγεμονικά συμφέροντα με κοσμοπλαστικές ασυναρτησίες και κάθε φορά που η διακρατική θηριωδία δεν ελέγχεται με ισορροπία δυνάμεων, το αποτέλεσμα είναι να εξαπολύονται θηρία ανήμερα μπροστά στα οποία τα θεριά της ζούγκλας είναι μικρογραφία.

Το εθνοκράτος είναι ότι πιο πολύτιμο διαθέτει μια κοινωνία. Απαιτείται να είναι πάντοτε κοσμοθεωρητικά, ηθικά, πνευματικά και στρατιωτικά αταλάντευτα σιδερόφρακτο, ιδιαίτερα απέναντι σε αυτούς που το απειλούν. Έθνος, δημοκρατία και ελευθερία είναι οι κοσμοθεωρίες κάθε  λογικού και ορθολογιστή πολίτη κάθε κράτους. Για τους έλληνες αυτή είναι η μακραίωνη παράδοσή τους.

 

Αναρτημένο στο

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2011/03/blog-post_7816.html#more

και http://www.ifestosedu.gr/103Xalara2011.htm

Υστερόγραφο

Ανάλυση για το ζήτημα της επέμβασης υπάρχει στα εξής δοκίμια:

Πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος και των διεθνών θεσμών. http://www.ifestosedu.gr/12PolitikesOpseis.htm

Συλλογική Ασφάλεια, Διεθνές Δίκαιο και θανατηφόρες αιτιολογήσεις.

Μέσα μαζικής Καταστροφής

Διεθνής διακυβέρνηση, διεθνές σύστημα και ο ΟΗΕ http://www.ifestosedu.gr/35IRGovernance.htm

Κοινωνικοπολιτική δομή του κόσμου, διεθνής διακυβέρνηση και συλλογική ασφάλεια http://www.ifestosedu.gr/67CollectiveSecurity.htm

Για το βαθύτερο σκεπτικό της τουρκικής στρατηγικής στην Μέση Ανατολή:

Α.  Νταβούτογλου:  Στρατηγικό βάθος http://www.ifestosedu.gr/109%20Νταβούτογλου%20Στρατηγικό%20βάθος.htm

Α. Νταβούτογλου, Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες http://www.ifestosedu.gr/109ΝταβούτογλουΚοσμοθεωρίες.htm

Α. Νταβούτογλου, Στρατηγικό βάθος, πολιτική http://www.ifestosedu.gr/109ΣτρατηγικόβάθοςΠολιτική.htm

Posted in Μέση Ανατολή - Ανατολική Μεσόγειος - Βαλκάνια | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η ανάλυση του Θουκυδίδη ως το Παράδειγμα της θεωρίας διεθνών σχέσεων

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 19 Μαρτίου 2010

Δήμος Αλίμου – ημερίδα για τον Θουκυδίδη – 19.3.2010 

Παναγιώτης Ήφαιστος – Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

 Ένας επιστημονικός κλάδος θεμελιώνεται όταν είναι προικισμένος τόσο με ένα πλέγμα θεμελιωδών γενικών νόμων (το επιστημονικό Παράδειγμα) όσο και με αξιόπιστα θεωρητικά εποικοδομήματα (τις επιμέρους θεωρίες).

Επιστημονική επανάσταση έχουμε, όπως συνηθίζουμε να γράφουμε, όταν αυτοί οι γενικοί νόμοι πάψουν να υπάρχουν.

Στην περίπτωσή μας, το Θουκυδίδειο Παράδειγμα θα χάσει μέρος της αιτιολογικής του συνάφειας μόνο αν υπάρξει μια αδιατάραχτη παγκόσμια ανθρωπολογική δομή και κατ’ επέκταση δυνατότητες ύπαρξης μιας νομιμοποιημένης παγκόσμιας εξουσίας.

Το ίδιο ισχύει αν υπάρξουν μη ηγεμονικές κοσμοσυστημικές δομές, για παράδειγμα, αν αναπτύσσονταν  πνευματικές, υλικές και διοικητικές δομές παρόμοιες με αυτές της Βυζαντινής Οικουμένης, σύμφωνα όμως με τις προϋποθέσεις του σύγχρονου εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, δηλαδή, σύμφωνα με τα τετελεσμένα των διακρατικών σχέσεων όπως εξελίχθηκαν μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας.

 Στο ιστορικό-διεθνολογικό έργο Πελοποννησιακός Πόλεμος, ο Θουκυδίδης περιέγραψε με πληρότητα και οξυδέρκεια το σύνολο σχεδόν των διλημμάτων και των προβλημάτων ενός διακρατικού συστήματος κυριαρχίας-αναρχίας που περιέχει αίτια πολέμου.

Ως διεθνολόγος περιέγραψε με ακρίβεια τα παρεμβαλλόμενα αίτια πολέμου που αποσταθεροποιούν τις διακρατικές σχέσεις, καθώς επίσης και την ισορροπία δυνάμεων ως προϋπόθεση σταθερότητας και τον ρόλο της ισχύος στην κατανομή συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας.

Ο Θουκυδίδης, επιπλέον, δεν στάθηκε μόνο στις διακρατικές σχέσεις.

Συμπεριλαμβάνει πολύτιμες παρατηρήσεις και για τα άλλα δύο επίπεδα ανάλυσης, δηλαδή τον άνθρωπο και το κράτος.

Αναφερόμενος στην φύση του ανθρώπου υποβάλλει, αντίστοιχα με τον Αριστοτέλη, την αυτονόητη αλήθεια ότι η αστάθμητη ατομική ανθρωπολογική ετερότητα για να μην λειτουργεί θηριωδώς απαιτείται να είναι πολιτικά ενταγμένη.

 Αλλαγή παραδείγματος μπορεί να συντελεστεί σταδιακά εάν τρεις προϋποθέσεις εκπληρώνονται ολοένα και περισσότερο.

Πρώτον, εάν και όταν ενδοκρατικά η έμμεση αντιπροσώπευση αποκτήσει ιδιότητες έμμεσης τουλάχιστον δημοκρατίας με φορά και ρυθμό κίνησης που φέρνει τα πολιτειακά συστήματα κοντά σε μια κατάσταση άμεσης δημοκρατίας η οποία στην τεχνολογικά προηγμένη εποχή μας δεν είναι πλέον αδιανόητη.

Κύριο αιτούμενο μιας τέτοιας κίνησης είναι η ανθρωποκεντρική μετεξέλιξη των ανθρωπολογικών και πολιτειακών δομών, ζήτημα για το οποίο η στοχαστική συνεισφορά του συναδέλφου Γιώργου Κοντογιώργη που παρευρίσκεται εδώ είναι ανεκτίμητη.  

Δεύτερον, εάν και όταν κοσμοσυστημικά εκπληρωθούν προϋποθέσεις που θα αποδυναμώνουν την νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος, κατάσταση μέσα στην οποία είμαστε σήμερα εγκλωβισμένοι λόγω των κρατικών τετελεσμένων του μοντερνιστικού καθεστώτος της κυριαρχίας που επικράτησε μετά τον 16ο αιώνα.

Τρίτον, εάν και όταν εξαλειφτούν ή τουλάχιστον αποδυναμωθούν τα κύρια αίτια πολέμου, κυρίως της άνισης ανάπτυξης μεταξύ περιφερειών και κρατών, τετελεσμένα στα οποία οφείλονται, επίσης στο Βεστφαλιανό καθεστώς το οποίο ανάτρεψε τις κοσμοσυστημικές δομές που κτίστηκαν από την κλασική εποχή μέχρι την Βυζαντινή Οικουμένη.

Μέσα από τα τετελεσμένα αυτά γεννήθηκαν

i)             Ο συγκαιρινός ηγεμονισμός,

ii)            η αποικιοκρατία,

iii)           ο μοντερνιστικός διεθνιστικουλισμός (η ιδέα δηλαδή παγκόσμιας ενοποίησης υπό υλικές μόνο προϋποθέσεις, όπως υποστηρίζουν όλες οι μοντερνιστικές ιδεολογίες) και

iv)           η αδιέξοδη αλλά υπαρκτή και αληθινή ανελέητη ηγεμονική διαπάλη των ηγεμονικών δυνάμεων όπως προβάλλεται στο βάθος του ορίζοντα του 21ου αιώνα.

 Βέβαια, για να είμαι ακριβής και επιχειρηματολογικά συνεπής, θέλω να τονίσω ότι τα πορίσματα των δικών μου θεωρήσεων του συγχρόνου διεθνούς συστήματος είναι πως δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει με ευκολία ότι η άνιση ανάπτυξη ως κύριο αίτιο πολέμου θα μπορούσε να εξαλειφτεί, τουλάχιστον όσον αφορά τις επόμενες δεκαετίες.

Γι’ αυτό, και στα τελευταία μου κείμενα –και κυρίως στο Κοσμοθεωρία των Εθνών– παραφράζοντας τον Καβάφη και εδρασμένος στο Θουκυδιδειο στοχαστικό κεκτημένο, επιχειρώ να περιγράψω μια εθνοκρατοκεντρική πορεία του συγκαιρινού διεθνούς συστήματος προς μια μάλλον μακρινή Ιθάκη.

Σ’ αυτή την μάλλον μακρά πορεία οι αμείλικτες θεωρήσεις του Θουκυδίδη για τα αίτια πολέμου θα είναι ανελέητα αληθινές και οδυνηρές για όσους δεν τις λάβουν υπόψη και δεν μεριμνήσουν να διαφυλάξουν το  κεκτημένο της εθνοκρατικής της ανεξαρτησίας την οποία με κόπο κατάφεραν να αποκτήσουν αγωνιζόμενοι ενάντια στους αποικιοκρατικούς και νέο-ηγεμονικούς κατεξουσιασμούς.

 Το κύριο ζήτημα που τίθεται στην πορεία αυτή δεν είναι μια εσχατολογική υπόσχεση ενός μακάριου διακρατικού τερματικού, μια δηλαδή εσχατολογική υπόσχεση αντίστοιχη με αυτή όλων των υποκριτικών ή ουτοπικών διεθνιστικών ιδεολογιών περί ύπαρξης ενός τόπου χλοερού, αγαθοεργού, αλτρουιστικού και ανθρωπολογικά τρυφερού που τερματίζουν τους ανταγωνισμούς και όλα μας τα προβλήματα.

Το ζήτημα που πρωτίστως τίθεται είναι οι προϋποθέσεις της διαδρομής και ο προσανατολισμός της πορείας ενός διεθνούς συστήματος που αποκτά ολοένα και περισσότερο εθνοκρατοκεντρικές ιδιότητες.

Εδώ ακριβώς, έχουμε την λεπτή αλλά ουσιαστική διάκριση μεταξύ του κρατοκεντρικού συστήματος της Βεστφαλίας και του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, όρος που καταδεικνύει την ήδη ορατή τάση μιας ολοένα μεγαλύτερης ανάπτυξης της δημοκρατίας, μιας ολοένα βαθύτερης ανθρωποκενρικά διαμορφωμένης εθνικής ανθρωπολογίας και μιας ολοένα βαθύτερης αντί-ηγεμονικής εθνοκρατοκεντρικής διεθνούς δομής.

Φρόνιμο είναι να τονιστεί πως ακόμη και αν επιτυγχάνονται ολοένα υψηλότερες βαθμίδες συντελεστικών κοσμοσυστημικών προϋποθέσεων, στο ορατό μέλλον η εθνοκρατοκεντρική πορεία δεν μπορεί παρά να είναι μια τρικυμισμένη θαλασσοπορία από την οποία δεν θα λείψουν οι θυμωμένοι ηγεμονικοί Κύκλωπες και Ποσειδώνες, οι ουτοπικές διεθνιστικές σειρήνες, οι διεθνικοί Λαιστρυγόνες και κάθε είδους άλλα αίτια πολέμου που στο συγκαιρινό διακρατικό σύστημα αφθονούν.

Η σταθερότητα –υποστηρίζω δοκιμαστικά στο Κοσμοθεωρία των Εθνών– θα συναρτάται με ολοένα βαθύτερες κοσμοσυστημικές παραδοχές γύρω από δύο άξονες:

Πρώτον, πνευματικών και πολιτικών κατακτήσεων που θα αποδυναμώνουν την νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος που μας κληρονόμησε ο μοντερνισμός των πέντε τελευταίων αιώνων, με αποτέλεσμα να ενισχυθούν πάντοτε παρούσες ηγεμονικές ιστορικές τάσεις και να αποδυναμωθούν οι προαναφερθείσες πνευματικές και πολιτικές κατακτήσεις.

Δεύτερον, την εμβάθυνση των πνευματικών και  πολιτικών παραδοχών που ενισχύουν την εθνική ανεξαρτησία η οποία είναι σύμφωνη με το κλασικό ιδεώδες της ανεξαρτησίας ή αντίστοιχα τις υψηλές αρχές του συγχρόνου διεθνούς δικαίου: Η κοσμοθεωρία των εθνών είναι η θεμελιώδης παραδοχή περί εθνικής ανεξαρτησίας.

Δηλαδή, οι θεμελιώδεις πνευματικές και πολιτικές παραδοχές των εθνοκρατών και των πολιτών τους που εάν ενισχύονται λογικό είναι στο κοσμοσυστυμικό επίπεδο να ενισχύονται τα αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά και οι αντί-ηγεμονικές συσπειρώσεις.

Η κοσμοθεωρία των εθνών, υποστηρίζεται, θα είναι ολοένα και περισσότερο κοσμοσυστημικά συναφής εάν ολοένα και περισσότερο την υιοθετούν οι κοινωνίες μεγάλων εθνών και εάν αντί ηγεμονικής εξωστρέφειας αφοσιωθούν στην δημοκρατική ανθρωπολογική διαμόρφωσή τους και στην απόλαυση της ανθρωπολογικής ετερότητάς τους.

Για να το πούμε διαφορετικά μια ορθολογιστική ανάλυση του διεθνούς συστήματος απαιτείται να αποφεύγει τις εξωπραγματικές ωραιοποιημένες εσχατολογίες και να αποκλείει κάθε ιδέα περί ενός επερχόμενου «παγκοσμιοποιημένου» παραδείσου αμέριμνων πλανητικών γυρολόγων ή περί ύπαρξης ενός αγαθοεργού παγκόσμιου ηγεμόνα στις αγκάλες του οποίου θα μπορούσαμε να εναποθέσουμε το μέλλον μας.

Μια ορθολογιστική ανάλυση το μόνο για το οποίο μπορεί να μιλά για να είναι κοινωνικοπρακτικά συναφείς είναι για τον αγώνα δημοκρατίας, πολιτικής ελευθερίας και εθνικής ανεξαρτησίας που αναπόδραστα θα διεξάγεται εν μέσω τρικυμισμένης θαλασσοπορίας προς μια Ιθάκη απομακρυσμένη ή και αθέατη στο ορατό μέλλον.

Επίσης, για ολοένα και μεγαλύτερη εμπέδωση κοσμοσυστημικών προϋποθέσεων που θα μπορούσαν να συντελέσουν σε ολοένα μεγαλύτερη σταθερότητα.

Άλματα που αφελώς ή υποκριτικά κάνουν λόγο για κάποιο επικείμενο παραδεισένιο παγκόσμιο τόπο άκακων και αμέριμνων κατοίκων όπου η διανεμητική δικαιοσύνη και η κατανομή των πόρων θα επιτυγχάνεται μαγικά, οδηγούν αναπόδραστα σε τραγικά στοχαστικά και πολιτικά σφάλματα.

 Οι βασικές θεωρήσεις μέσα στον πυρήνα του Θουκυδίδειου Παραδοσιακού Παραδείγματος όπου παροικεί η καλή θεωρία διεθνών σχέσεων δεν προτείνει καμιά εξειδικευμένη ερμηνεία αναφορικά με το ένα ή το άλλο πρακτικό ζήτημα της καθημερινής διεθνούς πολιτικής.

Οι πολιτικός στοχασμός διεθνών σχέσεων περιγράφει την δομή, τους προσανατολισμούς, τις παθολογίες και τα διλήμματα σε αναφορά με τα οποία ο καθείς παίρνει τις αποφάσεις του.

Αυτό που έχει ανάγκη ο πολίτης  μέσα σε ένα δημοκρατικό περιβάλλον όπου αγωνίζεται να κατακτήσει μεγαλύτερο ρόλο ως εντολέας της εντολοδόχου εξουσίας είναι μια διαυγής αντίληψη και βαθιά κατανόηση της φύσης, του χαρακτήρα και των λειτουργιών του διεθνούς συστήματος όπως πραγματικά είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι ή όπως ο ένας ή άλλος πολιτικός θεολόγος υπόσχεται ότι θα είναι .

Οι πρακτικές αποφάσεις είναι υπόθεση των ίδιων των κοινωνιών και αυτό διδάσκει η αυστηρά περιγραφική και ερμηνευτική Θουκυδίδεια παράδοση.

Μέχρι να ανατραπεί ο μοντερνιστικός κρατοκεντρικός κόσμος όπως διαμορφώθηκε μετά την αντιστροφή των ιστορικών τάσεων που προκλήθηκε λόγω παρακμής και πτώσης του Κοσμοσυστήματος της Ανατολικής Ρώμης, η συνολική αντίληψη που αποπνέουν οι περιγραφές του βασικά αλάνθαστου Θουκυδίδειου Παραδοσιακού Παραδείγματος για τη φύση και τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος θα είναι πολύτιμες.

 Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι στο θεωρητικό κεκτημένο των μοντερνιστών αναλυτών της Θουκυδίδειας παράδοσης –ενίοτε ακούει στο όνομα Πολιτικός Ρεαλισμός, ο οποίος αφορά μόνο εκείνες τις αναλύσεις που εκπληρώνουν προϋποθέσεις περιγραφικής πληρότητας και αξιολογικής ελευθερίας–, αν και διαφορετικών θεωρητικών αφετηριών οδηγείται στο ίδιο βασικά συμπέρασμα με τον Γιώργο Κοντογιώργη και την πολιτική τυπολογία που διατυπώνει καθώς και τον τρόπο που συνδέει αυτή την τυπολογία με το κρατοκεντρικό σύστημα τόσο της κλασικής εποχής όσο και των Νέων Χρόνων.

Συντομογραφικά, η πολιτική ωρίμανση στο επίπεδο του ανθρώπου, του κράτους και του διεθνούς συστήματος δεν σχετίζεται με την μοντερνιστική κληρονομιά που νοηματοδοτεί την πολιτική με όρους ισχύος (βαφτίζοντάς την αυθαίρετα, μάλιστα, ως «δημοκρατική»).

Αντίθετα συναρτάται άμεσα αφενός με την εμβάθυνση αφενός της δημοκρατίας ενδό-Πολιτειακά και αφετέρου με κοσμοσυστημικές προϋποθέσεις που ο ΓΚ καθώς και μερικοί άλλοι αναλυτές συνδέουν με το Βυζαντινό πολιτικό, πνευματικό και οργανωτικό κεκτημένο.

Επιτρέψτε μου να υποστηρίξω ότι έτσι προσεγγίζοντας το σύγχρονο διεθνές σύστημα, χωρίς ακριβώς να υποτιμούνται τα ιστορικά τετελεσμένα της νεότερης κρατοκεντρικής εποχής, διανοίγεται ένα τεράστιο πεδίο στοχαστικού προβληματισμού συναφούς με την ανθρωπολογική και πολιτική συγκρότηση του κόσμου όπως αυτή πραγματικά είναι και όπως αυτή πραγματικά εξελίσσεται.

Θα ήταν παράλειψη να μην τονίσω ότι αυτή η κρατοκεντρική δομή των Νέων Χρόνων διαφέρει από τη κλασική στον βαθμό που κανένα σύγχρονο κράτος δεν διαθέτει τις βαθμίδες ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας που συναντούμε στην κλασική Πολιτεία. Η ανθρωπολογική, πνευματική, πολιτική διαφοροποίηση του συγχρόνου διεθνούς συστήματος και των μονάδων του είναι πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με την κλασική εποχή.

Εξ ου και η ανάγκη για μια βάσιμη διεπιστημονική προσέγγιση της οποίας οι έλληνες θα έπρεπε λογικά να είναι πρωτοπόροι και όχι ουραγοί.

——————

Εδώ λοιπόν τίθεται και ένα ζήτημα κλίμακας. Παρά το γεγονός ότι είχαμε ενδο-πολιτειακή αποκορύφωση της δημοκρατίας σωστά νοούμενης, μεταξύ άλλων, ως η άμεση σχέση, εντολέα πολίτη και εντολοδόχου εξουσίας, οι σχέσεις των δημοκρατικών πολιτειών παρέμειναν σχέσεις δύναμης, γεγονός που ερμηνεύει και τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Αυτό που έλειπε στην κλασική εποχή ήταν οι προϋποθέσεις μιας κοσμοσυστημικής πολιτικής και πνευματικής δομής, την οποία πολλοί πλέον αναζητούν στην Βυζαντινή Οικουμένη ως το κυριότερο ιστορικό παράδειγμα.

Βέβαια, εκτιμώ ότι, αν και ουσιαστικές και πρωτοπόρες, οι σχετικές μελέτες βρίσκονται ακόμη στην αφετηρία, εν μέρει τουλάχιστον λόγω κυριαρχίας των μοντερνιστικών ερμηνειών στον ακαδημαϊκό χώρο.

Η κυριαρχία των ξεπερασμένων πλέον μοντερνιστικών ιδεολογιών στην Ελλάδα, στην χώρα δηλαδή όπου κανείς θα ανέμενε να μελετήσουν αυτή την μεγάλη πολιτική, πνευματική και πολιτισμική κληρονομιά, όντως αποτελεί αλλόκοτο και αφύσικο παράδοξο.

Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι εισερχόμενοι στον 21ό αιώνα και στην φάση της αρχής του τέλους της ηγεμονίας των πρώην μοντερνιστικών αποικιοκρατικών και ηγεμονικών δυνάμεων, η ζήτηση πολιτικού στοχασμού με ιστορική θέαση θα είναι πολύ μεγάλη.

Η ζήτηση αυτή θα είναι μεγάλη για ένα ακόμη σημαντικό λόγο: δεν έχουμε μόνο τα τετελεσμένα μιας διαδεδομένης αντίληψης της πολιτικής με όρους ισχύος κύριοι φορείς της οποίας είναι τα μοντερνιστικά ηγεμονικά κράτη, αλλά και αναρίθμητα αίτια πολέμου πολύ μεγαλύτερα απ’ ότι στην  κλασική εποχή διαμέσου των οποίων το διεθνές σύστημα αναπόφευκτα θα πορευτεί.

Τα αίτια πολέμου σήμερα είναι πολύ περισσότερα και πολύ οξύτερα σε σύγκριση με αυτά που περιέγραψε ο Θουκυδίδης.

Κυρίως λόγω γιγάντωσης των αιτιών πολέμου που προκάλεσε το μακραίωνο φαινόμενο της αποικιοκρατίας και λόγω της  προαναφερθείσης καθολικής νοηματοδότησης της ενδοκρατικής και διακρατικής πολιτικής με όρους ισχύος.  

 

Σε όλο το φάσμα του σύγχρονου δήθεν θεωρητικού προβληματισμού των διεθνών σχέσεων πλην των αξιολογικά ελεύθερων θεωρήσεων του Πολιτικού Ρεαλισμού, έχουμε και μια ανίερη χρήση της Θουκυδίδειας ανάλυσης.

Ενώ δηλαδή ο Θουκυδίδης περιγραφικά και πραγματολογικά θεμελιωμένα παρατηρεί ότι σε ένα κρατοκεντρικό σύστημα όπου υπάρχουν αίτια πολέμου «ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται», πολλοί στηριγμένοι σε μοντερνιστικές δαρβινιστικές νοηματοδοτήσεις της πολιτικής στηρίζουν τις πολιτικές τους πράξεις στην αντεστραμμένη ρήση «οι ισχυρός πρέπει να επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος πρέπει να προσαρμόζεται».

Επιστημονικά και πολιτικά αυτό είναι απαράδεκτο καθότι στρέφεται κατά της ανθρώπινης οντολογίας και των ανθρωπολογικών-πολιτικών κεκτημένων που αυτή συνεπάγεται.

Σε ακόμη πιο διεστραμμένες εκδοχές σε λιγότερο ισχυρά κράτη στο όνομα της μιας ή της άλλης ιδεολογικής εσχατολογίας με την οποία η εκάστοτε ηγεμονική δύναμη μεταμφιέζει ψευτο-κοσμοϊστορικά σχέδια μερικοί υποστηρίζουν ότι «ο αδύναμος πρέπει να παραμένει αδύναμος, πρέπει να συμβιβάζει την εθνική του ανεξαρτησία και πρέπει να υποχωρεί και να προσαρμόζεται στις ηγεμονικές και αναθεωρητικές αξιώσεις».

Έτσι λοιπόν λέμε ότι ο Θουκυδίδης διέγνωσε τα αίτια του  πολέμου και τον διαμορφωτικό ρόλο της ισχύος.

Όπως και με την ιατρική επιστήμη, με την καλή διάγνωση και με το καλό φάρμακο κανείς μπορεί να θεραπεύσει ή αντίστροφα να συναγάγει λάθος συνειρμούς και να σκοτώσει τον ατυχή ασθενή.   

 Εμείς θεωρούμε ως πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων του συγχρόνου διακρατικού συστήματος τις θεωρίες εκείνες που κτίζονται πάνω στην αξιολογικά ελεύθερη και παραδειγματικά περιγραφική ανάλυση του Θουκυδίδη και πάνω στην ακλόνητη επιστημολογία του.

Μια ανάλυση η οποία όπως σωστά παρατηρεί η Jacqueline Rommilly στο βιβλίο της για την επιστημολογία του Θουκυδίδη:

·         «διακρίνεται για την σχεδόν απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή»,

·         την βάσιμη συνάρτηση της λεπτομέρειας με το σύνολο,

·         την μνημόνευση εκείνων  που είναι σημαντικά, καθολικά και διαχρονικά ανεξαρτήτως ατομικών περιπτώσεων και

·         την φροντίδα για αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας.

Προτερήματα δηλαδή που επιτρέπουν, όπως το θέτει η γαλλίδα ερευνήτρια, «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα: αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες».

Posted in Γεωπολιτική -Γεωοικονομία, Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

 
Αρέσει σε %d bloggers: