βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Posts Tagged ‘ΕΡΓΑΣΙΑ’

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΣΠΟΙΕΙΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΦΥΛΑΞΕΙ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ?

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 17 Μαΐου 2011

Επί 20 χρόνια τρώμε ένα παραμύθι των εκάστοτε υπουργών ότι προσπαθούν αλλά δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα κύματα των <<μεταναστών>> εισβολέων.

Όλα τα ΜΜΕ μας αποβλάκωναν με παραπλανητικές εικόνες και ψεύτικη πληροφόρηση. Διατεταγμένα στελέχη αμερικανο-τραφείς οικονομολόγοι επι χιλιάδες ώρες μας ανέλυαν τα καλά της φτηνών εργατικών χεριών για την ανάπτυξη της χώρας.

Χιλιάδες αγρότες μας παρασύρθηκαν από το δόλωμα του πρόσκαιρου μικρο- οφέλους και έστειλαν τα παιδιά τους στην ανεργία με πτυχίο. Εκατοντάδες εργολάβοι οικοδομών έχτισαν σπίτια με μικρότερο εργατικό κόστος και άνοιξαν εμπορικά μαγαζιά στα παιδιά τους που σήμερα έχουν μόνο χρέη και κρύβονται από την εφορία. Χιλιάδες έλληνες εργαζόμενοι έχασαν τις εργασίες τους και

ΟΛΟΙ έχασαν τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν καλλίτερες συνθήκες εργασίας , ωράρια, ασφάλιση και αξιοπρεπείς μισθούς. Δεκάδες δημοσιογράφοι έκαναν λαμπρές καριέρες με ρεπορτάζ συμπάθειας προς τους κακόμοιρους μετανάστες , τα ενδιαφέροντα έθιμά τους και την ανθρώπινη αλληλεγγύη που πρέπει να επιδείξουμε… Εκατομμύρια (ίσως δις) ευρώ δαπάνησε το κράτος για τη χρηματοδότηση ΜΗΚΥΟ που είχαν αποκλειστικό έργο τη <<προσαρμογή>> των εποίκων στην ελληνική πραγματικότητα.

Πόσα δις ευρώ δαπάνησαν οι κυβερνήσεις μας , από τη φορολογία των ελλήνων πολιτών για να διασώζουν ναυαγούς, χτίζουν υποδομές υποδοχής, να παρέχουν δωρεάν ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη ?

Η στρατευμένη στην δυτικών προτύπων καπιταλιστική ανάπτυξη <<διανόηση>>, έγραψε χιλιάδες άρθρα κατά του κακού δήθεν ρατσισμού κλπ.

Τα σχολικά βιβλία ξαναγράφτηκαν και η νέα γενιά εκπαιδεύτηκε να δείχνει ανοχή στον ξένο συγκάτοικο – συμμαθητή … Μας έπεισαν ότι προοδευτικό είναι να αγαπάμε τους διαφορετικούς νέους κατοίκους της γειτονιάς μας….

ΚΑΝΕΝΑΣ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΡΩΤΗΣΕ ΠΟΤΕ ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΡΘΟΥΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΣΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΑΛΛΙΣΤΑ 3 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ….

ΟΥΤΕ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΣ ΕΡΩΤΟΥΝ – ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΜΑΣ ΒΑΖΟΥΝ ΤΑΜΠΕΛΕΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΩΝ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΤΩΝ – ΡΑΤΣΙΣΤΩΝ ΑΝ ΤΟΛΜΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ ΔΙΑΦΩΝΟΥΜΕ. Και δυστυχώς έχουν αφορμές από πρακτικές ασήμαντων μειοψηφιών τις οποίες προβάλουν ως κακό παράδειγμα και μπαμπούλα…

Όμως πλέον ΔΕΝ πείθουν …. Τα εγκλήματα και οι ξεχασμένες ασθένειες βοούν κάθε μέρα…

Ο άνεργος νέος που ψάχνει έστω και μια προσωρινή θέση εργασίας και βλέπει τους αλλοδαπούς να την έχουν καταλάβει , εξεγείρεται.

Ο ασθενής πολίτης που περιμένει στα κρατικά νοσοκομεία στην ουρά πίσω από εκατοντάδες αλλοδαπούς με χαρτί απορίας χάνει την υπομονή του…

Ο μαθητής που φοβάται στο <<ελληνικό>> σχολείο τη βία των συνομηλίκων του οργανωμένων σε <<συμμορίες>> παιδιών των μεταναστών, αντι- οργανώνει αμυντικά τις παρέες του…

Χιλιάδες συνταξιούχοι , πρώην κρατικοί λειτουργοί, στρατιωτικοί και απλοί πολίτες ανησυχούν για τη ακεραιότητα και την ασφάλεια της χώρας.

Η ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΕΝ ΠΕΙΘΕΙ ΠΛΕΟΝ..

Το επόμενο μέσον … η επιβολή με τη βία. Δεν θα παραξενευτώ να δώ νέους νόμους προστασίας των αλλοδαπών κατοίκων της Ελλάδος, μαζική εκχώρηση δικαιώματος ψήφου κλπ. Δεν είναι τυχαίο το νομοσχέδιο Καστανίδη κατά της πρόκλησης με σχόλια <<της εχθροπάθειας>> και την απαγόρευση ακόμα και στο διαδίκτυο <<εμπρηστικών>> σχολίων .

ΕΛΛΗΝΑ ΣΥΜΠΟΛΙΤΗ ΜΗ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΠΛΕΟΝ – ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΣΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ…

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Posted in Ελλάδα | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Το καθήκον έγι­νε άγνωστη λέξη

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 10 Νοεμβρίου 2010

του Σαράντου Καργάκου, συγγραφέα-φιλόλογου-ιστορικού

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η … εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλιά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενεια­κή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώ­νει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων»…

παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές. Κι ας βρίσκεται μέ­σα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετι­κό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνα­κτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυ­ναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε…

Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιο­δικού αυτού, που δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέ­ρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυ­σθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετα­νάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτρο­πία του «White color workers». Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακό­μη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσό­ντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονι­κούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασα­φείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμό­τητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπί­δες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δη­μόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.

Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυ­χίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κα­τσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώ­σουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ρα­διόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρο­νικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβά­ζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφό­ρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλ­λιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυ­μία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δου­λειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερι­κά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παι­διά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυ­πία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πως να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο.

Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο.

Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγ­γέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλ­λιεργεί την απέχθεια. Που πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πως να πάει, όταν με τη ναυτι­λία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχο­λείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τί είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε την θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυ­μες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγ­ματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμή­νου -και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μα­θήματα- απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέ­τοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτι­κές θεατρικές σχολές- που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δου­λειά τα παιδιά αυτά;

Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλ­λιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βρά­βευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακό­μη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγά­ρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.

Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέ­ρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πα­τρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δου­λειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τί­ρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακό­γουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτι­κά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.

Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρε­ώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν άλλου. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου! Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε … αγροτι­κό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθά­σουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρ­κία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υπο­τάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κρι­τήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημά­των. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομί­σουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!

Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμη­θούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δου­λειά, θα μου πείτε, τί δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί -ακόμη στο Δημοτικό- μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρ­ταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολε­μοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον».

Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύ­τερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμί­ζουν… Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοί­ρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε δια­κοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερεις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθή­να δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα…

Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτε­ψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγι­νε άγνωστη λέξη.

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

H ανάγκη κοινωνικής ειρήνης επέβαλε τον πελατειακό χαρακτήρα του ελληνικού κράτους

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 17 Αυγούστου 2010

«….Γιατί άραγε να πρέπει να δούμε τα –όντως εκτεταμένα– κομματικά-πελατειακά φαινόμενα της ημεδαπής κρατικής οργάνωσης ως αποτέλεσμα μιας «αυθαιρεσίας» κι όχι μιας «κανονικότητας» που έχει τις ρίζες της σε πραγματικά και ερμηνεύσιμα αίτια; Γιατί να αντιμετωπίζουμε φαινόμενα όπως το ρουσφέτι και τη διαφθορά σαν «ανατολικού τύπου» στρεβλώσεις του «δυτικού προτύπου», κι όχι απλώς σαν τα εγχώρια παράγωγά του, τα οποία έχουν συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική καταγωγή;»

ΝΙΚΟΣ ΖΑΡΤΑΜΟΠΟΥΛΟΣ Στους πολιτικούς επιστήμονες της χώρας μας είναι διαδεδομένη η πεποίθηση ότι η Ελλάδα αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση, όπου οι γενικευμένες πελατειακές σχέσεις οδήγησαν στη δημιουργία ενός υπερτροφικού, υπερβολικά γραφειοκρατικού και ταυτόχρονα θεσμικά αναιμικού και κοινωνικά ελλιπούς κράτους. Η επικράτηση του «κομματοκεντρικού – πελατειακού» μοντέλου ερμηνείας είναι κι αυτή ένα σύμπτωμα της νόσου την οποία υποτίθεται ότι περιγράφει: Ορίζεται στην ουσία με βάση την «καθυστέρηση» της ελληνικής κρατικής οργάνωσης σε σύγκριση με τα «πρότυπα» δυτικοευρωπαϊκά κράτη.

Αυτή η προσέγγιση παραλείπει να αναφερθεί στο γεγονός ότι, τόσο στα «κράτη – πρότυπα» όσο και στα ανά τον κόσμο κακέκτυπά τους, οι μορφές κρατικής οργάνωσης και κορπορατιστικής ρύθμισης, καθορίστηκαν ιστορικά από τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις, με κριτήριο την επίτευξη της «κοινωνικής ειρήνης». Γιατί άραγε να πρέπει να δούμε τα –όντως εκτεταμένα– κομματικά-πελατειακά φαινόμενα της ημεδαπής κρατικής οργάνωσης ως αποτέλεσμα μιας «αυθαιρεσίας» κι όχι μιας «κανονικότητας» που έχει τις ρίζες της σε πραγματικά και ερμηνεύσιμα αίτια; Γιατί να αντιμετωπίζουμε φαινόμενα όπως το ρουσφέτι και τη διαφθορά σαν «ανατολικού τύπου» στρεβλώσεις του «δυτικού προτύπου», κι όχι απλώς σαν τα εγχώρια παράγωγά του, τα οποία έχουν συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική καταγωγή;
Αν περιοριστούμε στη στενά «κομματική» – πελατειακή οπτική, χάνουμε τη σημαντικότερη κοινωνική διάσταση του ελληνικού κρατικού και κορπορατιστικού μοντέλου, δηλαδή τη συμβολή του στην εδραίωση του ελληνικού καπιταλισμού. Για παράδειγμα, η υπερδιόγκωση του αριθμού των δημόσιων υπαλλήλων, αν εξεταστούν οι ιστορικές περίοδοι όπου αυτή καταγράφεται, φαίνεται ότι δεν υπήρξε επιλογή κάποιων «ανεύθυνων» πολιτικών, αλλά ενστικτώδης τάση όλου του πολιτικού συστήματος, με σκοπό να δημιουργηθούν γρήγορα κοινωνικές συμμαχίες, μια εσωτερική αγορά, και μια καταναλωτική «μεσαία τάξη» προερχόμενη από τα βιαίως αστικοποιημένα στρώματα, στοιχεία που κρίνονταν απαραίτητα για τη στήριξη της αστικής εξουσίας, η οποία παρέπαιε διαδοχικά από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής, του Εμφυλίου, της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Το ίδιο μπορεί να διαπιστώσει κανείς και για άλλες περιπτώσεις κραυγαλέου ανορθολογισμού στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους: Ότι είχαν δηλαδή κατά περιόδους μια οικονομική, πολιτική και κοινωνική λειτουργικότητα προς όφελος της εδραίωσης του ελληνικού καπιταλισμού, των αναγκών του για συσσώρευση κεφαλαίου και για συγκρότηση συμμαχιών. Ακόμη, η ειδική μεταχείριση, με θεσμικό ή παραθεσμικό τρόπο, διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων (και όχι μόνο των δημόσιων υπαλλήλων) λειτουργούσε ως αντιστάθμισμα ή αναπλήρωση του ισχνού ή ανύπαρκτου κράτους πρόνοιας, ήταν δηλαδή μια παραθεσμική υποκατάσταση της κοινωνικής πολιτικής. Με βάση αυτά τα δεδομένα, ήταν απολύτως αναμενόμενο ο δημόσιος υπάλληλος να θεωρεί ότι όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την υπαλληλική του καριέρα, με τις εργασιακές του σχέσεις αλλά και με το περιεχόμενο της εργασίας του, να εξαρτώνται από την άμεση πολιτική εύνοια. Το ίδιο άλλωστε έκαναν και οι υπόλοιποι πολίτες αυτής της χώρας, μόνο που αυτό δεν συνιστά φυσικά «συνδημιουργία» του συστήματος, ούτε «συνυπευθυνότητα». Αλληλεπίδραση οπωσδήποτε υπάρχει, και φυσικά δεν πρεσβεύουμε εδώ κάποια εξιδανίκευση του «λαού». Όμως η όποια ευθύνη των εργαζόμενων για την κατάστασή τους, για την ανοχή τους απέναντι στις συνθήκες εκείνες που τους καταπιέζουν ή τους εξαθλιώνουν –ή και για τη συμβολή τους στην επιδείνωση αυτών των συνθηκών– είναι ζήτημα εντελώς διαφορετικής τάξεως από την ευθύνη του κράτους και των κυρίαρχων τάξεων που επιβάλλουν τους όρους του παιχνιδιού.
Οι διάφοροι κλάδοι υπαλλήλων της διοίκησης, ασφαλώς και διαπραγματεύονταν και συναλλάσσονταν με τους πολιτικούς, είτε άτυπα –μέσω των υπαλληλικών ελίτ– είτε μέσω των κατακερματισμένων και κρατικά ελεγχόμενων σωματείων τους, λειτουργώντας μέσα στο συντεχνιακό πλαίσιο των κορπορατιστικών ρυθμίσεων. Δεν θα περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό. Τη δράση τους καθόριζε η κυρίαρχη αντίληψη περί του ρόλου τους ως κρατικών λειτουργών αφενός και ο εν πολλοίς εκτελεστικός ρόλος που επεφύλασσε γι’ αυτούς ο τρόπος συγκρότησης του ελληνικού κράτους αφετέρου. Γι’ αυτό και επιδίωκαν την ισχυροποίηση του κοινωνικού τους ρόλου, οχυρωνόμενοι συστηματικά πίσω από το κύρος του κράτους, ενώ παράλληλα επιζητούσαν, όχι τόσο τη διεύρυνση, αλλά τον αυτοπεριορισμό των αρμοδιοτήτων τους σε τυπικότερα καθήκοντα. Πέρα από το βάρος της τυπολατρικής και προσανατολισμένης στη νομιμότητα παράδοσης, εδώ υπήρχε συχνά και ένα είδος σιωπηρής συναλλαγής ή αλλιώς παθητικής διεκδίκησης: Επιδιώκονταν μόνο τα οικονομικά ή εργασιακά οφέλη τα οποία παραχωρούσε με ημινόμιμους ή αδιαφανείς τρόπους η πολιτική εξουσία –υπό τη μορφή επιδομάτων, εξαιρετικών καθεστώτων κ.λπ.– με αντάλλαγμα όχι μόνο την εργασιακή ειρήνη, αλλά και τη συστηματική αποφυγή ανάμιξης της διοίκησης στα χωράφια της πολιτικής.

Ο διττός χαρακτήρας του δημόσιου υπάλληλου
Αν και τα πρώτα συνδικαλιστικά σωματεία και ενώσεις των δημόσιων υπαλλήλων συγκροτήθηκαν με την επίγνωση ότι το κράτος είναι κι αυτό ένας εργοδότης, στη συνέχεια αυτή η επίγνωση υποχώρησε σημαντικά. Τη σχέση εργαζόμενου – εργοδότη, ως σχέση αντιτιθέμενων συμφερόντων στο Δημόσιο, την υποκατέστησαν άλλες αντιλήψεις που συνταύτιζαν τα συμφέροντα των δημόσιων υπαλλήλων με το κράτος και ανέπτυσσαν με αυτό μια σχέση προστατευόμενου – προστάτη.
Η αντίληψη περί ιδιαιτερότητας της σχέσης του δημόσιου υπαλλήλου με το κράτος – εργοδότη είναι συνδεδεμένη με το «διφυές» του πρώτου, ως μισθωτού εργαζόμενου από τη μια και κρατικού λειτουργού –που ασκεί κάποια δημόσια εξουσία ή αρμοδιότητα– από την άλλη. Ακόμη κι ένας υπάλληλος πίσω από ένα γκισέ που διεκπεραιώνει την πληρωμή συντάξεων ή που σε ένα οικονομικό τμήμα υπογράφει ένα παραστατικό, είναι ταυτόχρονα μισθωτός και εκπρόσωπος του κράτους, καθώς ασκεί μια κατά παραχώρηση δημόσια εξουσία ή μια νόμιμη αρμοδιότητα.
Μια ακόμη ιδιαιτερότητα της εργοδοσίας στο Δημόσιο είναι ο πολιτικός και αφηρημένος της χαρακτήρας: «Αφεντικό» των δημόσιων υπαλλήλων δεν είναι απλά κάποια πρόσωπα ή κόμματα, αλλά το κράτος ως νομικό πρόσωπο που διαφέρει αισθητά από τη νομική προσωπικότητα των εταιρειών του ιδιωτικού τομέα: Στηρίζεται σε έναν –υποτίθεται– καθολικό ορισμό του γενικού συμφέροντος, ορισμό που εκπηγάζει από τα συνταγματικά κείμενα και τις καταστατικές αρχές λειτουργίας του κράτους. In extremis και βάσει της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, εργοδότης των δημόσιων υπαλλήλων στα δημοκρατικά καθεστώτα θεωρείται ο λαός (είτε ως αποφασίζων, είτε ως εκείνος που πληρώνει για τους μισθούς τους μέσω της φορολογίας). Ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι αυτός ο εργοδότης – λαός έχει την παραμικρή ανάμιξη στο περιεχόμενο της δράσης των δημόσιων υπαλλήλων: Συνήθως η επίκληση αυτού του «μακρινού» εργοδότη έχει ιδεολογικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στο να προσδίδει νομιμοποίηση και υποχρεωτικότητα στις εκάστοτε κυβερνητικές αποφάσεις και πολιτικές.
Εν ολίγοις, το ερώτημα ποιος είναι τελικώς ο εργοδότης των δημόσιων υπαλλήλων, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στους όρους και τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες διαμορφώνεται η έννοια του γενικού ή δημόσιου συμφέροντος σε μια πολιτική κοινωνία. Διότι ακριβώς, εφόσον οι κρατικοί υπάλληλοι λειτουργούν με γνώμονα αυτό το δημόσιο συμφέρον, πραγματικός εντολέας τους είναι εκείνος που μπορεί κάθε φορά να επιδρά αποφασιστικά στον καθορισμό του.

Το τοτέμ του δημόσιου βίου

Τα παραπάνω φαινόμενα μεταδίδονταν από κλάδο σε κλάδο, εφόσον το κράτος με τις παραχωρήσεις αυτού του είδους «έκλεινε το μάτι» στους δημόσιους υπαλλήλους να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο ως το μόνο αποτελεσματικό. Με τον τρόπο αυτό όμως, τα φαινόμενα αυτά σταδιακά αποσπάστηκαν από το πεδίο των εργασιακών σχέσεων και εντάχθηκαν στο πεδίο των καθαρά διοικητικών προβλημάτων: Άρχισαν δηλαδή να γίνονται αντιληπτά από την κοινή γνώμη ως συναφή με τις γενικότερες στρεβλώσεις στην κρατική λειτουργία και ειδικότερα με τα φαινόμενα ευνοιοκρατικών προσλήψεων, ανορθολογικής κατανομής του προσωπικού, παρασιτισμού, αργομισθίας και διαφθοράς. Όλα ετούτα, όχι μόνο διέσυραν τους δημόσιους υπαλλήλους, αλλά και συντέλεσαν στο να αναχθεί το Δημόσιο σε αμφιλεγόμενο πρότυπο για την ελληνική κοινωνία, μισητό και ταυτόχρονα επίζηλο, σε ένα αληθινό τοτέμ του δημόσιου βίου, πράγμα που επέτεινε δραματικά την περιχαράκωση της δημοσιοϋπαλληλίας από τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Ας σημειωθεί δε ότι η οικειοθελής ταύτιση των δημόσιων υπαλλήλων με το κράτος ως κοινωνικό πρότυπο επιδεινωνόταν και από το γεγονός ότι αυτό το κράτος – τοτέμ συνέχιζε να παρέχει συνολικά ισχνές κοινωνικές υπηρεσίες στο λαό, άρα κατέληγε να ενισχύει αντικειμενικά, όχι την εικόνα του ευσυνείδητου «λειτουργού», αλλά το στερεότυπο του «περιττού» και αντιπαραγωγικού υπαλλήλου.
Όσο νοσηρά βέβαια κι αν είναι τα παραπάνω, δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε ότι το κοινωνικό πρότυπο του «βολέματος στο Δημόσιο» (το πρότυπο ενός κράτους που ναι μεν δεν προσφέρει πολλά στην κοινωνία, παραμένει ωστόσο διαχειρίσιμο από τους πολίτες του λόγω της πληθώρας των παραθεσμικών διεξόδων που αφήνει) δεν «κατασκευάστηκε» από τους δημόσιους υπαλλήλους. Είναι αλήθεια ωστόσο, ότι τα συνδικάτα αποδέχτηκαν στην πλειονότητά τους αυτό το πλαίσιο λειτουργίας, επιχαίροντας μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις για την «ισχύ» τους και για την ικανότητά τους να καθίστανται έτσι «προνομιακοί συνομιλητές» της εξουσίας. Ο ήχος της παγίδας που έκλεινε γύρω τους με όλες αυτές τις πρακτικές μόλις τώρα αρχίζει να ακούγεται…

http://www.prin.gr/2010/08/pelateiakos-xaraktiras.html

Posted in Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η πολυτέλεια της μισθωτής δουλείας

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 22 Ιουνίου 2010

του Περικλή Κοροβέση

Την εποχή όπου η δουλεία ήταν νόμιμος και αποδεκτός θεσμός, ο δούλος είχε μια αξία.

Ο κύριός του για να τον αποκτήσει είχε καταβάλει ένα αντίτιμο και ήταν ένα πολύτιμο τμήμα της περιουσίας του. Και για να αβγατίσει κάποιος την περιουσία του, πρέπει να την προσέχει και να τη φροντίζει. Και ο δούλος είχε πάντα στέγη, τροφή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ηταν ένα είδος ζώου και απολάμβανε όλα τα δικαιώματα του ζώου. Αυτό που έλειπε από τον δούλο ήταν η ελευθερία του. Δεν μπορούσε να ορίσει τη ζωή του. Θα έκανε όποια δουλειά και να του λέγανε και θα έμενε σαν φυλακισμένος στον τόπο που του είχαν επιβάλει άλλοι.

Σήμερα η δουλεία έχει επισήμως καταργηθεί, άσχετα αν σαν θεσμός ζει και βασιλεύει σε πολλά μέρη του κόσμου. Τι γίνεται όμως σήμερα στον λεγόμενο ελεύθερο κόσμο; Εχουμε όλοι τη δυνατότητα να επιλέξουμε μια εργασία που να ταιριάζει με τις δημιουργικές μας ικανότητες; Μπορούμε να επιλέξουμε κάποιον τόπο διαμονής που να μην είναι κάτεργο, αλλά σπίτι; Εχουμε τη δυνατότητα να μετακινηθούμε σε κάποιον επιθυμητό προορισμό; Σίγουρα όχι. Κάνουμε τη δουλειά που βρίσκουμε, μένουμε εκεί όπου μπορούμε να πληρώσουμε το νοίκι και πάμε εκεί όπου βρίσκουμε μια προσφορά. Και ύστερα κάνουμε και τον σταυρό μας. Και λέμε: «Τυχεροί είμαστε. Εχουμε ακόμα δουλειά». Και αυτό πια είναι πολυτέλεια.

Και αν υποθέσουμε πως αυτές οι σκέψεις έχουν κάποιον ειρμό, τότε θα μπορούσαμε να τις τραβήξουμε στα άκρα. Αν κάποιος σκλάβος στοίχιζε στον ιδιοκτήτη του το ίδιο με ένα αυτοκίνητο, ή με ένα άλογο, σήμερα ο εργαζόμενος δεν στοιχίζει τίποτα. Τζάμπα τον παίρνει, τζάμπα τον απολύει. Και αυτό λέγεται ελεύθερη αγορά. Και όλοι μας τρέχουμε να υπερασπιστούμε τις θέσεις εργασίας που χάνονται, καλώς βέβαια, αλλά ποτέ δεν σκεφτόμαστε πως ίσως υπερασπιζόμαστε ένα καθεστώς δουλείας. Αυτό της μισθωτής εργασίας. Προυντόν, Μαρξ, Ενγκελς, Μπακούνιν, Κροπότκιν και πολλοί άλλοι είχαν γράψει γι’ αυτά. Τα θυμάται κανείς σήμερα; Ή έχουμε γίνει όλοι μέρος του συστήματος;

Και αυτά τα ονόματα οδηγούν αναγκαστικά στην Αριστερά. Σε μια εποχή συνολικής καταστροφής, ποια είναι η σκέψη της Αριστεράς; Τι λένε τα κόμματά της; Ποια η σχέση τους με την κοινωνική πραγματικότητα; Ο Μανώλης Γλέζος μέτρησε 49 κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς. Δεν ξέρω αν μέσα σε αυτές βάζει και τους αναρχικούς ή αν αυτός ο αριθμός αφορά μόνο τις κομμουνιστογενείς οργανώσεις. Οπως και να έχει η κατάσταση, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Η μια Αριστερά αναιρεί την άλλη. Αλλιώτικα δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Πιστεύουν πως το δίκαιο και το σωστό βρίσκεται με το μέρος τους και οι υπόλοιπες είναι λάθος. Είναι ακριβώς η ίδια λογική της ποδοσφαιρικής ομάδας. Το μόνο που μετράει είναι το πρωτάθλημα. Δηλαδή οι εκλογές και τα κουκιά.

Και δεν είναι λίγοι αυτοί οι αριστεροί, οργανωμένοι ή ανοργάνωτοι, που θεωρούν τον εαυτό τους μέλος κάποιου κλαμπ ή ότι ανήκουν σε μια ελίτ που τους επιτρέπει να σχολιάζουν τα πάντα χωρίς οι ίδιοι να κάνουν τίποτα. (Κατά κανόνα έχουν καλές δουλειές και αισθάνονται την Αριστερά σαν κάποιο κληρονομικό τίτλο τιμής.) Αλλά η κοινωνία είναι ένα περίεργο μείγμα που δεν έχει ιδεολογική καθαρότητα. Οι περίφημοι Ταλιμπάν σήμερα θεωρούνται αξιόπιστοι συνομιλητές και τους προσφέρεται μερίδιο στην εξουσία. Και ίσως η λύση στο Αφγανιστάν να προέλθει από έναν τέτοιο συμβιβασμό, δεδομένου ότι ο πόλεμος για το ΝΑΤΟ έχει χαθεί. Αυτό μπορεί να μη σημαίνει Δημοκρατία, αλλά δείχνει πώς διαμορφώνονται τα κοινωνικά φαινόμενα. Η αγανάκτηση και η δυσαρέσκεια των πολλών θα εκφραστούν από αυτόν που θα εκφέρει έναν πειστικό λόγο. Ασχετα αν είναι αληθινός ή ψεύτικος. Εξάλλου, δεν είναι πολλοί αυτοί που ψάχνουν την αλήθεια. Οι περισσότεροι μια πίστη ψάχνουν. Και θρησκείες υπάρχουν πολλές που μπορεί να μην έχουν σχέση με κανένα θεό. Αρκεί ο φανατισμός.

perkor29@gmail.com

Posted in Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Σχεδιάζοντας το μέλλον

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 7 Ιουνίου 2010

Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένη η ικανοποίηση δύο ερωτευμένων ανθρώπων έπειτα από μια ώρα εντατικού σεξ. Αυτή είναι κουρνιασμένη στην αγκαλιά του κι αυτός δεν έχει ακόμη αναζητήσει το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης ούτε έχει ανάγκη για τσιγάρο. Στο δωμάτιο για κάμποσα λεπτά δεν ακούγονται παρά μόνο οι ανάσες τους. Οι ήχοι του πολυσύχναστου δρόμου, έξω από το ρολό της μπαλκονόπορτας, δεν τους αφορούν, κι ας βρίσκονται σε ένα βασίλειο ηχορύπανσης, κάπου στο κέντρο της πόλης. Οι σιωπές τους μοιάζουν σαν συμφωνία που επεκτείνει στο μέλλον τη διάρκεια της στιγμής. Αλλά το μέλλον είναι η αιτία που προκαλεί το πρώτο ρήγμα στη σιωπή.

Ο ΘΗΛΥΚΟΣ ΝΟΥΣ παίρνει τη θέση του στην πλευρά του ορθολογισμού. «Πρέπει να μιλήσουμε για το μέλλον», λέει αυτή, αλλά αυτός δεν αιφνιδιάζεται, συγκατανεύει απλώς μ’ ένα «ναι». «Σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς», συνεχίζει αυτή -κι αυτός δεν έχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό- «είμαστε μαζί δυο χρόνια, περνάμε καλά, αλλά πώς θα είμαστε σε δυο, σε πέντε, σε δέκα χρόνια, όταν θα ’χουμε περάσει τα τριάντα;». «Για γάμο μιλάμε τώρα;», τη διακόπτει αυτός. «Δεν είναι ο γάμος το θέμα…αλλά… ποιο είναι το σχέδιο για τη ζωή μας, αν είμαστε μαζί; Θα μείνουμε μαζί; Πού, από πότε; Θα κάνουμε παιδιά; Πότε; Θα αποκτήσουμε ένα δικό μας σπίτι; Πώς; Κι από δουλειά; Δεν έχεις όνειρα για μια καλή καριέρα; Πήρες το πτυχίο, κάνεις ένα σπουδαίο μεταπτυχιακό, αλλά με τι σκοπό;».

ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΜΙΑ πρόθεση για σοβαρή συζήτηση μέχρι τη στιγμή που αυτή άγγιξε την ευαίσθητη χορδή – η λέξη «καριέρα» ήταν το κλειδί. Η ερωτική έξαψη που ζέσταινε το δωμάτιο εξαφανίστηκε κι αυτός, αιφνιδιάζοντας την αγαπημένη του και κατακόκκινος και εκπέμποντας θυμό, άρχισε σχεδόν να παραληρεί:
«Λοιπόν… Με βάση το καλό σενάριο, κι αν υποθέσουμε ότι η κωλοχώρα που έχουμε την ατυχία να ζούμε δεν έχει χρεοκοπήσει, σε δυο χρόνια θα έχω τελειώσει από σπουδές… Δηλαδή, δεν θα υπάρχει τίποτε παραπάνω να κάνω, εκτός κι αν θέλω να μάθω και τέταρτη και πέμπτη γλώσσα, αν οι τρεις θεωρούνται λίγες. Με βάση πάντα το καλό σενάριο, στα 27 μου, κι έπειτα από μια λαμπρή καριέρα ως ντιλιβεράς και ως βοηθός λογιστή στην κατασκευαστική του θείου μου που βάζει λουκέτο, θα μπορώ να διεκδικήσω την πρώτη μου κανονική δουλειά ως κάτοχος διδακτορικού. Θα με προσλάβουν μετά χαράς με 500 ευρώ, θα με πετάξουν πίσω από ένα γκισέ τράπεζας και σε δυο τρία χρόνια, εκτιμώντας τα φοβερά μου προσόντα, θα με αναβαθμίσουν στην έγκριση χορηγήσεων ή ακόμη -πού ξέρεις;- και στο private banking με το φοβερό ποσό των 700 ευρώ και με πλήρη ασφάλιση, να μετράω τα εκατομμύρια να περνούν μπροστά στα μάτια μου. Έτσι, στα τριάντα μου, θα ξεκινάει ο κανονικός εργασιακός βίος των 40 ετών πλήρους ασφάλισης που θα χρειάζομαι για να φτάσω κάποτε στη σύνταξη – αν στο μεταξύ δεν έχει ξαναλλάξει το ασφαλιστικό και τα 40 δεν έχουν γίνει 45…

…ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ να με πανικοβάλει αυτό, είναι βέβαιο ότι θα ζήσω μέχρι τα 80 και τα 85, ίσως και τα 90 για να έχω τη μικρή ικανοποίηση ότι πήρα και 10 -15 χρόνια σύνταξη. Στο μεταξύ, όμως, η τράπεζα που θα μου έχει κάνει την τιμή να με προσλάβει μπορεί να έχει καταρρεύσει ή απλώς να έχει συγχωνευτεί με μια άλλη ευρωπαϊκή -ίσως γερμανική ή γαλλική- που φυσικά θα υποσχεθεί στους μετόχους της εξυγίανση, δηλαδή συρρίκνωση κόστους, δηλαδή απολύσεις. Φυσικά, θ’ αρχίσει από τους πιο φτηνούς, τους φερέλπιδες νέους υπαλλήλους με τις γλώσσες και τα διδακτορικά που η αποζημίωσή τους θα στοιχίζει τρίχες, αν βέβαια υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης. Με κάνα δυο χρόνια ανεργία θα έχω εξασφαλίσει την παράταση του εργασιακού βίου στα 42 χρόνια, αν όμως κρατήσει περισσότερο μπορεί να αναγκαστώ να σκεφτώ μια μετανάστευση στη Γερμανία, τη Γαλλία ή στην Κίνα – πού ξέρεις; Τι διάολο τις μάθαμε τις γλώσσες; Εσύ στο μεταξύ θα συνεχίζεις τη λαμπρή σου σταδιοδρομία ως πωλήτρια στου Zara με 670 ευρώ, αλλά κάπου στα τριάντα σου οι προϊστάμενοί σου θα παρατηρήσουν ότι η κορμάρα σου αρχίζει να μπαταλεύει, το κωλαράκι σου δεν είναι τόσο σφιχτό όσο την πρώτη μέρα που το εκτίμησαν σαν προσόν κι ότι επίσης έχεις αρχίσει να παραμελείς το μακιγιάζ σου. Θα σου προτείνουν, λοιπόν -επειδή είναι γενναιόδωροι- να μετατρέψετε τη συνεργασία σας σε part time, δυο τρεις φορές την εβδομάδα, φυσικά με τα μισά λεφτά. Εσύ θα τα πάρεις στο κρανίο και θα φύγεις χωρίς καν να πάρεις την αποζημίωση και θα αναζητήσεις δουλειά σε άλλο πολυκατάστημα ρούχων, με το φοβερό όπλο της συστατικής επιστολής που θα σου δώσουν πρόθυμα. Θα φας πόρτα, όμως, στα περισσότερα μαγαζιά του κέντρου που θα ψάξεις, όπου θα δουλεύουν αποκλειστικά καλοφτιαγμένα γκομενάκια το πολύ 25 ετών που πεθαίνουν να πάνε στο next top model και θα αναγκαστείς να πας σε σούπερ μάρκετ όπου μια τριαντάρα είναι αποδεκτή, τουλάχιστον για part time απασχόληση. Στο μεταξύ, θα έχουμε παντρευτεί, με τη βοήθεια των γονιών μας φυσικά, που χάρη στην εκατοστή μεγάααααλη, πολύ μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση θα έχουν ψωνίσει άλλα δέκα-δεκαπέντε χρόνια δουλειάς εκτός σχεδίου. Αλλά, τουλάχιστον θα παίρνουν τους μισθούς τους από τους οποίους θα μας τσοντάρουν κάθε μήνα ένα πεντακοσάρικο για να ενισχύουν το φοβερό μας οικογενειακό εισόδημα των 1.200 ευρώ που θα φτάνει για το νοίκι και τα κοινόχρηστα σ’ ένα αχούρι 60 τετραγωνικών, το οποίο πάντως θα έχεις διακοσμήσει με το καλό σου γούστο. Για τα ξίδια κι τις κραιπάλες του Σαββατοκύριακου δεν θα μένει σάλιο, τηλεορασίτσα και πολύ είναι και με τους φίλους θα έχουμε κόψει τα πολλά-πολλά…

…ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ θα στενοχωριούνται που θα τα φέρνουμε στριμόκωλα, θ’ αρχίσουν να σκέφτονται πώς να βοηθήσουν κι άλλο – “την υγειά μας να χουμε συμπεθέρα”, θα λέει η μάνα σου στη μάνα μου, “αλλά πρέπει να τα βοηθήσουμε τα παιδιά”. Κι έτσι θα μπει σ’ εφαρμογή το σχέδιο “αγορά σπιτιού”. Θα πουλήσουν κάτι οι δικοί σου, θα τσοντάρουν κάτι κι οι δικοί μου από το κομπόδεμά τους, αλλά κι εμείς θα συμβάλουμε μ’ ένα δανειάκι, γιατί μια φορά παίρνεις σπίτι, μην είναι και στρούγκα. Έτσι, θα κληρονομήσουμε και μια δόση δανείου τον μήνα. Κάπου στα 35 μας θα ξυπνήσουν μέσα μας τα γονεϊκά φίλτρα – εσύ θα θέλεις να γίνεις μάνα, κι εγώ θα το θέλω, αλλά στην ιδέα θα με λούζει κρύος ιδρώτας. Γιατί στο μεταξύ η τρόικα, η Κομισιόν, το ΔΝΤ, η κυβέρνηση Παπανδρέου ή η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη -δεν ξέρω τι απ’ όλο αυτόν τον αχταρμά θα υπάρχει σε πέντε-δέκα χρόνια- θα έχουν καταργήσει οτιδήποτε ακούει στη λέξη επίδομα. Μπορεί να έχουν καταργήσει ακόμη και τα δημόσια σχολεία – για παιδικό σταθμό δεν το συζητώ. Εμείς όμως θα το τολμήσουμε, θα το κάνουμε, αγόρι θα θέλεις εσύ, κορίτσι εγώ, αλλά ό,τι κι αν βγει θα το μεγαλώσουμε με τη βοήθεια του μόνου κράτους πρόνοιας που θα υπάρχει: με τη μαμά σου και τη μαμά μου, αν βέβαια έχουν καταφέρει να βγουν στη σύνταξη. Στο μεταξύ, επειδή η ζωή μας δεν θα μας αφήνει να πλήξουμε ποτέ, μόνο εκπλήξεις θα μας επιφυλάσσει, εγώ κάπου στα σαράντα θα αναλάβω μία ακόμη μεγάλη πρόκληση: τα είκοσι χρόνια σπουδών θα είναι άχρηστα, η ειδικότητά μου θα έχει γίνει περιττή, οι τράπεζες μπορεί να μην έχουν καν υποκαταστήματα, όλα θα έχουν γίνει ψηφιακά. Οπότε, εγώ ο μαλάκας θα βγω άχρηστος, αλλά το σύστημα θα μου δώσει την ευκαιρία της διά βίου κατάρτισης. Ξανά στα θρανία για να γίνω δεν ξέρω κι εγώ τι – έτσι είναι η αγορά εργασίας, θα μου πουν, οι τεχνολογικές εξελίξεις πάντα την ξεπερνούν. Εσύ θα ξεκολώνεσαι στη σκυταλοδρομία παιδιού μετ’ εμποδίων -σπίτι, σχολείο, μαμά, πεθερά, δουλειά- και το βράδυ, όταν θα μαζευόμαστε στο σπίτι μετά το δεκάωρο -το οκτάωρο ξέχνα το, στο ’πα αυτό;- θα κοιμίζουμε το παιδί, θα σωριαζόμαστε στο κρεβάτι και θα βυθιζόμαστε στον ύπνο, πλάτη-πλάτη, φυσικά… Θα αγαπιόμαστε, αλλά και θα μισιόμαστε, αλλά ακόμη κι αν θέλουμε να χωρίσουμε, θα το αποφεύγουμε. Ακριβό σπορ. Με βάση πάντα το καλό σενάριο -αν δεν έχει χρεοκοπήσει η Ελλάδα, αν δεν μας έχουν αγοράσει οι Κινέζοι ή οι Ρώσοι, αν δεν έχουμε μεταναστεύσει στη Ρουμανία ή στο Καζακστάν- θα φτάσουμε στα 50 μας, θα φορτώνουμε με ακριβοπληρωμένα προσόντα το παιδί και θα ονειρευόμαστε ότι κάποια στιγμή θα βγούμε στη σύνταξη… Μεγάλη δουλειά! Εσύ, έχεις κανένα καλύτερο σχέδιο;».
Αυτή έχει ανασηκωθεί στο κρεβάτι. Έχει εκνευριστεί από το παραλήρημά του, της έρχεται να τον χαστουκίσει, αλλά όταν τον κοιτάζει κατάματα αλλάζει γνώμη, ξαναχώνεται στην αγκαλιά του και του λέει: «Το σχέδιό μου είναι… να ξεχάσουμε αυτή τη συζήτηση. Μαλακία μου που την άνοιξα».

Posted by ΚΙΜΠΙ- ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ

Posted in Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: