βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Posts Tagged ‘ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΠΑΝ.’

In Memoriam Γιάννου Κρανιδιώτη

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 7 Απριλίου 2010

Ειρηνική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και ο Γιάννος Κρανιδιώτης

Δημοσιευμένο στο Στ. Περράκης (Επιμ.), In Memoriam Γιάννου Κρανιδιώτη (Εκδ. Σιδέρη, Αθήνα 2010)

 Παναγιώτης Ήφαιστος

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πειραιώς www.ifestosedu.gr

 

Μιλώντας για τις θέσεις και τον ρόλο του αείμνηστου Γιάννου Κρανιδιώτη στην ελληνική εξωτερική πολιτική η εισροή μιας κάποιας δόσης προσωπικού τόνου είναι αναπόφευκτη. Σμίγουν, κατά κάποιο τρόπο τα καπέλα του αξιολογικά ελεύθερου ακαδημαϊκού, του δημόσιου λειτουργού ο οποίος κατά την διάρκεια μιας ολόκληρης δεκαετίας συμμετείχε στην διπλωματική αποστολή στις Βρυξέλλες προωθώντας την Τελωνειακή Ένωση και στην συνέχεια την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και του δημόσιου ακτιβιστή που συνεισέφερε για ακόμη μια δεκαετία με εκατοντάδες δημοσιευμένες σελίδες αναλύσεων υπέρ της ένταξης ως μέσο ειρηνικής επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών. Τις δύο αυτές δεκαετίες, αδιάλειπτα, μέχρι και τον θάνατο του Γιάννου Κρανιδιώτη, είτε συμφωνούσα είτε διαφωνούσα μαζί του, η επιδίωξη αμφοτέρων όπως και πολλών άλλων ήταν η ίδια: Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ με σκοπό την ειρηνική επίλυση του κυπριακού και η συνεπακόλουθη σταθεροποίηση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας σε όλο το φάσμα των σχέσεών τους.

            Γόνος ταγών της πολιτικής και της διπλωματίας βρισκόταν πάντοτε μέσα στον πυρήνα των διπλωματικών αποφάσεων. Η τριβή του, η αμεσότητα της γνώσης του διακυβεύματος, ο βαθμός συνειδητοποίησης των  προβλημάτων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και η γνώση των αποχρώσεων του κυπριακού ζητήματος, καθιστούσαν τον Γιάννο Κρανιδιώτη ένα ανθρωπότυπο που πλέον σπανίζει αν όχι σταδιακά εξαφανίζεται από το πολιτικό πεδίο της Ελλάδας και της Κύπρου. Σε αυτό ίσως να οφείλεται και η ρηχότητα πολλών θέσεων περί την ελληνική διπλωματία. Επιπλέον, ο σπάνιος συνδυασμός διεθνονομικής και πολιτικής κατάρτισης του Γιάννου Κρανιδιώτη επέτρεπε ευρεία θέαση των πολιτικών πτυχών των διεθνών θεσμών και της ΕΕ. Πριν και μετά την θητεία του ως νομικός σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα την δεκαετία του 1980, –και σε αντίθεση με πολλούς άλλους που εκτέθηκαν με δημόσιες τοποθετήσεις ακόμη και στην απλή υποβολή αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ–, ο ΓΚ καταμαρτυρείται ότι γνώριζε βαθύτατα τις βασικές παραμέτρους της στρατηγικής που αυτός και μερικοί άλλοι εισηγούνταν την δεκαετία του 1980 και αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο σκοπός ήταν η ειρηνική επίλυση των διαφορών που θα εκπληρωνόταν στο τέλος μιας πορείας με ενδιάμεσα αλληλένδετα στάδια: Την Τελωνειακή Ένωση, την υποβολή αίτησης ένταξης, τους χειρισμούς στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ, τον τρόπο που αυτή η πορεία συνδεόταν με τις τουρκικές ευρωπαϊκές επιδιώξεις και την καίρια διπλωματική σημασία μιας ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Κοινότητα.

            Ο Γιάννος Κρανιδιώτης ήταν μια στοχαστική και πολιτική προσωπικότητα που δεν ενδείκνυται να τυγχάνει πολιτικής εκμετάλλευσης, όπως δεν ενδείκνυνται συναισθηματικές στάσεις ή πονηρές υποθέσεις για το τι θα έκανε ή δεν θα έκανε αν δεν πέθαινε. Δεοντολογικά και ορθολογιστικά μιλώντας, είναι σωστό να στεκόμαστε σε θέσεις, εκτιμούμενες μάλιστα υπό το πρίσμα της εκάστοτε συγκυρίας και υπό το φως πραγματολογικά επαληθευμένων αντικειμενικών κριτηρίων. Ακριβώς, επειδή απομακρυνόμαστε χρονικά από τις αφετηρίες των διπλωματικών υποθέσεων στις οποίες πρωτοστάτησε ο Γιάννος Κρανιδιώτης, τείνει να λησμονηθεί ότι τα θεμέλια της στρατηγικής πάνω στην οποία πορεύτηκαν Ελλάδα και Κύπρος την δεκαετία του 1990 τέθηκαν την δεκαετία του 1980 με κρισιμότερη την περίοδο 1988-1992. Πρόκειται για στάσεις, θέσεις και δημόσιες τοποθετήσεις στο πλαίσιο μιας οξύτατης δημόσιας και ακαδημαϊκής αντιπαράθεσης που έκρινε το κατά πόσο θα κυριαρχήσει η μια από τις δύο κάθετα διαφορετικές και αποκλίνουσες προσεγγίσεις επιστημονικών, επιστημολογικών, πολιτικών και πνευματικών παραδοχών:

Από την μια πλευρά, μετά την δικτατορία, μετά τον κατήφορο του κυπριακού που προκάλεσε το πραξικόπημα και η εισβολή του 1974, μετά την όξυνση των τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων, μετά το αποδεδειγμένο αδιέξοδο των ενδοκυπριακών συνομιλιών και ενόψει των διεθνών αλλαγών στον κόσμο και στα Βαλκάνια, γράφτηκαν αναλύσεις που υποστήριζαν ότι είναι ανάγκη να υιοθετηθεί μια προσέγγιση που θα ένωνε όλα τα νήματα μιας καλά σχεδιασμένης και εφαρμοσμένης εθνικής στρατηγικής η οποία θα προήγαγε την ειρήνη και την σταθερότητα στην περιφέρειά μας και θα επιδίωκε τον σκοπό της εφαρμογής της διεθνούς νομιμότητας. Μια τέτοια στρατηγική προϋπόθετε σωστή ανάλυση του διεθνούς συστήματος, σωστή ανάλυση των προϋποθέσεων εκπλήρωσης της διεθνούς νομιμότητας και στάσεις και αποφάσεις δυναμικής διπλωματικής και αμυντικής ισορροπίας που θα επέτρεπε περιεκτικές και γόνιμες διαπραγματεύσεις ειρηνικής επίλυσης των διαφορών στην περιφέρειά μας. Κατά  κάποιο τρόπο, οι θεμελιώδεις προσανατολισμοί των Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου τις δεκαετίες του 1970 και 1980 –και παρά το γεγονός ότι πολλά μπορούν να ειπωθούν για πισωγυρίσματα, αντιφάσεις και αποτυχίες αυτών των δύο πολιτικών ηγετών–, οδηγούσαν, εν τέλει, σε μια τέτοια στρατηγική.

Από την άλλη πλευρά, ως και τίποτα να μην είχε συμβεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο –ως δηλαδή και η Ελλάδα να μην έχει ανασυνταχθεί κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά–, βρισκόταν η πεπατημένη του κατευνασμού αντί της αποτροπής των απειλών, της μοιρολατρίας του είδους «μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα» αντί των λελογισμένων διεκδικήσεων, της καταστροφολογίας σε κάθε βήμα διεκδίκησης εφαρμογής της διεθνούς νομιμότητας αντί της πρόταξής της και της παραφιλολογίας περί «χαμένων ευκαιριών» που δικαιολογούσαν, δήθεν, χείριστες ζημιογόνες αποφάσεις στο όνομα μιας φανταστικής αναγκαιότητας που συνηγορούσε υπέρ κυριαρχικών συρρικνώσεων. Η τελευταία παραδοχή συνδεόταν και με ασαφείς μέχρι και ασυνάρτητες διεθνιστικές παραδοχές που σχετίζονται με την ιδεολογικοπολιτική σύγχυση της μεταψυχροπολεμικής εποχής και τον πνευματικό αποπροσανατολισμό μέρους των πολιτών όταν διατυμπανιζόταν μια κάποια απροσδιόριστη μεν αλλά δήθεν επερχόμενη δε μεταεθνική εποχή που θα καθιστούσε την κρατική κυριαρχία περιττή. Έτσι, παρά το γεγονός της ανασύνταξης της Ελλάδας, της κοινωνίας της, της οικονομίας, των Ενόπλων Δυνάμεων και της συμμετοχής σε όλο το διεθνές θεσμικό φάσμα, η συζήτηση για το κυπριακό και το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όπως επίσης και συναφείς συζητήσεις για τα Βαλκάνια, κατέδειξαν την διαιώνιση της ισχυρής διπλωματικής παράδοσης που θεμελιώθηκε τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια και που ήθελε την Ελλάδα παθητική, διπλωματικά ασθενική και προσκολλημένη σε εξαρτησιακές λογικές αντί σε μια δυναμική εξωτερική πολιτική. 

Αν και δεν είναι του παρόντος, είναι αυτονόητο ότι οι προαναφερθείσες κάθετα αντιθετικές παραδοχές αφορούσαν και συνεχίζουν να αφορούν κάθετα αντιθετικές πολιτικές φιλοσοφίες διεθνών σχέσεων. Επίσης, αφορούσαν και συνεχίζουν να αφορούν κάθετα διαφορετικές εκτιμήσεις για τον χαρακτήρα και την πορεία του διεθνούς συστήματος και κάθετα διαφορετικές πνευματικές στάσεις περί πατρίδας, εθνικού συμφέροντος και εθνικής ύπαρξης. Αυτά δεν είναι μόνο ελληνικά φαινόμενα αλλά και ευρύτερα και οφείλονται στην παρακμή του μοντερνισμού και στην άγονη και άσκοπη ιδεολογικοπολιτική ηγεμονομαχία του 20ου αιώνα. Είναι φαινόμενα, επίσης, που συναρτώνται με την διολίσθηση, μετά την ουσιαστική εκπνοή των διεθνιστικών ιδεολογιών, στον μεταμοντερνισμό, ζήτημα το οποίο εξετάστηκε εκτενώς σε πρόσφατη δημοσίευση[1].

Όπως κάθε άλλος που στήριξε την στρατηγική της αποτροπής των διαπραγματεύσεων από θέση ισορροπίας διπλωματικής και αμυντικής ισορροπίας τις δεκαετίες του 1980 και 1990, ο Γιάννος Κρανιδιώτης έγινε στόχος οξύτατων δημόσιων επιθέσεων που εύκολα κανείς μπορεί να αναζητήσει σε αναρίθμητα άρθρα, δοκίμια, επιφυλλίδες, παραπολιτικά και βιβλία γνωστών ιδρυμάτων που αντιτάχθηκαν στην υποβολή αίτησης ένταξης. Ο φωτισμός της δημόσιας διαμάχης –γιατί περί οξύτατης δημόσιας αντιπαράθεσης μιλάμε– είναι αναγκαίος και μη εξαιρετέος για ένα τουλάχιστον σημαντικό λόγο: Τόσο στην δημόσια πολιτική ζωή όσο και στην ακαδημαϊκή ζωή η απώλεια μνήμης είναι ζημιογόνα και ενίοτε θανατηφόρα. Όταν τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα οι δράστες των λαθών ανερυθρίαστα τα επαναλαμβάνουν συνειδητά και η χαρακτηριστικότερη όλων των περιπτώσεων της ύστερης νεοελληνικής πορείας είναι το σχέδιο Αναν το οποίο, όπως ορθότατα επισήμανε ήδη ο Πρέσβης Καραϊτίδης πριν από λίγο σε προγενέστερο πάνελ, αν ζούσε ο Γιάννος Κρανιδιώτης, ποτέ δεν θα είχε προκύψει ή ποτέ δεν θα είχε αυτό το περιεχόμενο. Το έχω ήδη υποστηρίξει και εγώ σε άλλη ημερίδα που διοργάνωσε ο Στέλιος Περράκης, τα πρακτικά της οποίας δημοσιεύτηκαν από τις εκδόσεις Σάκκουλα.

 

Από την μια πλευρά λοιπόν κείνται οι παραδοχές για μια εθνική στρατηγική συμβατή με το υπάρχον διεθνές σύστημα και εδρασμένη τόσο σε φιλειρηνικές παραδοχές –δηλαδή προσκόλληση στην διεθνή νομιμότητα– όσο και σε εμπράγματες διπλωματικές και αμυντικές στάσεις. Στην άλλη πλευρά κείνται άλλοτε συγκλίνουσες και άλλοτε αποκλίνουσες συνονθυλευματικές παραδοχές που αναμειγνύουν εκφυλισμένους διεθνισμούς του παρελθόντος, θεωρήματα περί παγκοσμιότητας, μεταμοντέρνες εκλογικεύσεις και λανθάνουσες ηγεμονικές παραδοχές που τείνουν να ταυτίζονται της μιας ή άλλης δεσπόζουσας μεγάλης δύναμης. Εκατέρωθεν της κοίτης της ελληνικής διπλωματικής ανηφόρας των δεκαετιών 1980, 1990 και 2000 –περίοδος που στην Ελλάδα συμπίπτει με την άνθηση των διεθνών σπουδών, δηλαδή την επίκληση εγκυρότητας από όσους φέρουν ακαδημαϊκούς τίτλους σε αυτό το γνωστικό πεδίο– βρέθηκαν σχεδόν τα ίδια πολιτικά πρόσωπα και οι ίδιοι κάτοχοι επιστημονικών τίτλων: Διαδοχικά είχαμε δημόσιες συζητήσεις που καταμαρτυρούν την ύπαρξη των προαναφερθέντων παραδοχών και που αφορούσαν ζητήματα κορυφαίας διπλωματικής σημασίας, συγκεκριμένα, την υποβολή αίτησης ένταξης, την ελληνική αποτρεπτική στρατηγική, το ζήτημα της ισορροπίας στρατιωτικών δυνάμεων στο κεντρικό μέτωπο και στην Κύπρο, το ζήτημα της ανάγκης ένταξης της Κύπρου ανεξαρτήτως λύσης και στην συνέχεια το περιεχόμενο του περιβόητου πλέον σχεδίου Αναν.

Δική μου άποψη είναι ότι τιμούμε την μνήμη προσωπικοτήτων που εξέλειπαν όπως του Γιάννου Κρανιδιώτη, αν εξετάζουμε σωστά και ορθολογιστικά στάσεις και συμπεριφορές αυτών των φάσεων της ελληνικής πολιτικής και αν τις προβάλλουμε στο παρόν και στο μέλλον. Ένα καίριο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το εξής: Πρέπει να έχουμε ή δεν πρέπει να έχουμε αναλυτική και πολιτική μνήμη; Αν συμφωνούμε ότι πρέπει να έχουμε αναλυτική και πολιτική μνήμη και αν λογικά σκεφτούμε ότι αφορά ζωτικά τις μελλοντικές αποφάσεις, τότε οι αναφορές στον Γιάννο Κρανιδιώτη απαιτείται να εκτιμήσουν θέσεις και παραδοχές τις δύο τελευταίες δεκαετίες και να τις προβάλουν στο μέλλον υπό το πρίσμα των εμπειριών μας τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Εδώ, δεν θα επεκταθούμε, γιατί το είδος της επετειακής μας εκδήλωσης δεν το επιτρέπει και γιατί προσωπικά επί χρόνια διεξάγω έρευνα που θα καταλήξει σε σχετικές εξειδικευμένες δημοσιεύσεις. Ακριβώς, μια ψύχραιμη, αντικειμενική και τίμια αποτίμηση είναι χρήσιμη για το παρόν και για τις μελλοντικές διπλωματικές επιλογές σε όλο το φάσμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

 

Στο παρόν σύντομο κείμενο, λοιπόν, αφού παραθέσω –κυρίως εντός σημειώσεων– μικρά αποσπάσματα θέσεων του Γιάννου Κρανιδιώτη που υποδηλώνουν τον σκοπό, τις προσεγγίσεις και τις μεθοδεύσεις, θα υπογραμμίσω συντομογραφικά την διαδρομή και την κατάληξη των προσπαθειών ειρηνικής επίλυσης των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Τρία είναι τα σκέλη της εθνικής στρατηγικής στην οποία ο Κρανιδιώτης μαζί με άλλους πρωταγωνίστησε στον στοχαστικό, στον πολιτικό και στον διπλωματικό στίβο. Πρώτον, επιδίωξη μιας βιώσιμης λύσης. Δεύτερον, δημιουργία των προϋποθέσεων παραγωγικών και αποτελεσματικών διαπραγματεύσεων που οδηγούν σε μια βιώσιμη λύση. Τρίτον, διπλωματικές επιλογές εφαρμογής αυτών των σκοπών.

Ο Γιάννος Κρανιδιώτης, πρωταγωνιστώντας και ευθυγραμμισμένος με όσους υποστήριζαν την ευρωπαϊκή λύση, υποστήριζε παράλληλα την στρατιωτική[2] και διπλωματική ισορροπία που θα επέτρεπε την εφαρμογή μιας τέτοιας στρατηγικής. Είναι απολύτως αναγκαίο να κατανοήσουμε τον τρόπο που οι θέσεις του Κρανιδιώτη για το περιεχόμενο μιας βιώσιμης λύσης και της προσεγγίσεις εκπλήρωσής της σχετίζονται με την περίοδο 2000-2004 αλλά και την σημερινή, μια δηλαδή δεκαετία μετά τον θάνατό του. Τα δύο κρίσιμα ερωτήματα που απαιτείται να τύχουν ενδελεχούς και ορθολογιστικής απάντησης είναι η εξής: Πρώτον, γιατί στην Ελλάδα καταπολεμήθηκε η υποβολή αίτησης ένταξης, η ένταξη ανεξαρτήτως λύσης και η αμυντική ενίσχυση της ελληνικής πλευράς που θα επέτρεπε την επιτυχία αυτής της στρατηγικής. Δεύτερον, όταν παρά τις αναμενόμενες αντιξοότητες ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ με ειλημμένη απόφαση να ενταχθεί την 1η Μαίου 2004 «ανεξαρτήτως λύσης», γιατί η ελληνική πλευρά δεν αξίωσε από τα Ηνωμένα Έθνη όπως οι προτάσεις που θα υποβάλλονταν θα ήταν σύμφωνες με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα;

Τα ερωτήματα τίθενται γιατί επιτυχία θα είχαμε αν όχι μόνο εντασσόταν η Κύπρος στην ΕΕ αλλά και αν αυτό είχε ως συνέπεια διαπραγματεύσεις που θα οδηγούσαν σε μια βιώσιμη λύση στην Κύπρο και σε ευρύτερες διαπραγματεύσεις σταθεροποίησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ακόμη πιο σημαντικό, οι πρώτες εκδοχές του σχεδίου Αναν που γράφτηκε ως και εάν ελληνική πλευρά την περίοδο 2000-2004 να μην διαβουλευόταν με τα Ηνωμένα Έθνη, προνοούσαν την αναίρεση της ένταξης αν οι κύπριοι το απέρριπταν (η τελευταία παράγραφος που στις επόμενες εκδοχές απαλείφθηκε). Το τελικά απορριφθέν σχέδιο Αναν οδήγησε σε παρατεταμένο διπλωματικό αδιέξοδο τις συνέπειες του οποίου ακόμη βιώνουμε παρά τις νέες διαπραγματεύσεις μετά την αποχώρηση του Τάσου Παπαδόπουλου οι οποίες, επισημαίνουμε, μέχρι στιγμής δεν διεξάγονται στην βάση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας αλλά υπό το πρίσμα της «φιλοσοφίας» του σχεδίου Αναν η οποία πριν την ένταξη όλοι απόρριπταν καθολικά. Η ένταξη σκοπό είχε να αποκλείσει τέτοια πρωτόγνωρα πειράματα και όχι να τα καταστήσει βάση διαπραγματεύσεων όπως σήμερα ισχύει.

 Δική μας θέση είναι ότι η ένταξη θα ήταν μεγάλη επιτυχία μόνο αν μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων πλήρους ένταξης της ΚΔ «ανεξαρτήτως λύσης» θα καταφέρναμε αυτό το σημαντικό γεγονός να συνοδευτεί από ένα σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών που θα προνοούσε μια βιώσιμη λύση συμβατή τόσο με την διεθνή όσο και με την ευρωπαϊκή νομιμότητα, στην οποία η Τουρκία επιδίωκε να ενταχθεί (και συνεπακόλουθα υιοθετήσει)[3]. Αυτό δεν επιτεύχθηκε, γεγονός που αποτελεί μεγάλη αποτυχία και που ίσως αναιρεί παντελώς τα οποιαδήποτε οφέλη της πλήρους ένταξης της ΚΔ στην ΕΕ. Επιπλέον, για την Αθήνα, όλες αυτές οι προσπάθειες επί δύο δεκαετίες –και οι αναρίθμητες παραχωρήσεις προς την Άγκυρα– θα είχαν πολιτικό νόημα μόνο αν επιλυόταν το κυπριακό αλλά και επιπλέον εάν παράλληλες διαπραγματεύσεις επιτύγχαναν μια μακρόχρονη σταθεροποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο σύνολό τους. Η εκπλήρωση τέτοιων σκοπών ήταν θεμελιώδης επιδίωξη της στρατηγικής που είχε ως άξονα την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Επειδή στην γραμμή αυτή κινήθηκαν όχι μόνο διαδοχικές κυβερνήσεις της Κύπρου και της Ελλάδας επί μια δεκαετία αλλά και πλήθος άλλων υποστηρικτών στον χώρο των δημόσιων συζητήσεων, η κατανόηση της αποτυχίας είναι εξαιρετικά σημαντική υπόθεση.

Για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία του τι επιδιώκαμε, δείγμα μόνο των δημόσιων τοποθετήσεων του Γιάννου Κρανιδιώτη είναι διαφωτιστικές. Μεταξύ άλλων τόνισε, για παράδειγμα: «Η λύση θα [πρέπει να] κατοχυρώνει, προκειμένου να είναι βιώσιμη, την πλήρη εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, στο σύνολο του κυπριακού εδάφους μετά την παρέλευση ορισμένου σύντομου χρόνου εφαρμογής των μεταβατικών ρυθμίσεων. Με το θέμα αυτό συνδέονται και οι λύσεις που θα δοθούν στο συνταγματικό και κυρίως στο ζήτημα της αναγνώρισης αρνησικυρίας στην τουρκοκυπριακή πλευρά. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να είναι απόλυτα περιορισμένο ώστε να μην απονευρώνει, τόσο την εκπροσώπηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στα κοινοτικά όργανα, όσο και τη λειτουργία των κοινοτικών θεσμών και διαδικασιών…»[4]. Επίσης, «ζητήματα όπως η εθνική, πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η διασφάλιση του πλουραλισμού ιδεών και δράσεων, θα είναι εγγυημένα στο πλαίσιο της Ε.Ε. και ο σεβασμός τους από όλα τα μέρη θα τελεί υπό το μόνιμο έλεγχο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων…»[5]. Αυτά, σημειώνω, εμπεριέχονται σχεδόν κατά λέξη στην νομικοπολιτικά πιο εξειδικευμένη «Έκθεση εμπειρογνωμόνων για μια Ευρωπαϊκή λύση του κυπριακού», που γράφτηκε το 2004-5 και της οποίας ο υποφαινόμενος και ο προεδρεύων συνάδελφος Στέλιος Περράκης υπήρξαν συν-συγγραφείς μαζί με άλλους συναδέλφους από το εξωτερικό και την Ελλάδα[6].

 

Όσον αφορά την βιωσιμότητα της λύσης και τον τρόπο που αυτή συναρτάται με τις διεθνοπολιτικές προεκτάσεις, οι θέσεις του Γιάννου Κρανιδιώτη δεν αφήνουν περιθώρια για υποθέσεις και ερωτήματα. Έβλεπε σωστά ότι η πολιτική αποτροπή, ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και ειρηνική επίλυση των διαφορών, αφορούσε πολλούς άλλους και κυρίως την περιφέρεια στην οποία ανήκει η Ελλάδα, η Τουρκία και η Κύπρος: «Η ένταξη της Κύπρου θα αποβεί επωφελής για ολόκληρο τον πληθυσμό, και τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους. Θα συμβάλει στη σταθερότητα και την ειρήνη, στη βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας, στη βελτίωση των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ. Η πορεία που ξεκινάει τώρα θα βοηθήσει όλους, ιδιαίτερα τις χώρες της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό είναι που πρέπει να ενταχθούν και οι πρωτοβουλίες των ΗΠΑ αλλά και της Ε.Ε. Θα πρέπει να δοθεί το μήνυμα ότι η λύση της συνομοσπονδίας, των δύο χωριστών κρατών, της διπλής ένωσης σε τελευταία ανάλυση θα οδηγήσει σε περαιτέρω ένταση και αναστάτωση, χειροτέρευση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας και θα οδηγήσουν σε αστάθεια και απειλή της ειρήνης στην περιοχή κάτι που δεν συμφέρει κανέναν»[7].

Αυτή η θέση, εκτιμώ, έπρεπε όταν η ένταξη ήταν ήδη πραγματικότητα, να είναι η διαπραγματευτική σημαία της ελληνικής πλευράς. Αυτό όχι μόνο για ιδιοτελείς λόγους που αφορούν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα αλλά κυρίως επειδή είναι μια συνεπής και ορθολογιστική στάση ενός κράτους που είναι φιλειρηνικό και που υιοθετεί διπλωματικές επιλογές που αναζητούν σε διακρατικές ρυθμίσεις οι οποίες δεν προκαλούν αναπαραγωγή και όξυνση των διενέξεων. Η βιωσιμότητα της λύσης και η εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας έπρεπε και πρέπει να είναι η σημαία της ελληνικής διαπραγματευτικής θέσης αν θέλουμε η διπλωματία μας να είναι ορθολογιστική και λογική.

Ο Βάσος Λυσσαρίδης, στενά και ποικιλοτρόπως συνδεδεμένος με τον Γιάννο Κρανιδιώτη, σωστά επισημαίνει ότι δεν ευνοούσε μια ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας a la carte, όπως τελικά έγινε μετά τον θάνατό του, αλλά με σαφήνεια και προφητικά καθόρισε τις προϋποθέσεις. Αναφερόμενος στις θέσεις του Γιάννου Κρανιδιώτη υπενθυμίζει δηλώσεις του όπως: «Αν η Τουρκία δεν εναρμονισθεί με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο θα πρέπει με τη δική μας τακτική να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Ευρώπη», «Αν η Τουρκία δεν εναρμονισθεί με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο θα πρέπει με τη δική μας τακτική να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Ευρώπη». Υπενθυμίζει επίσης τον ολιστικό και όχι αποσπασματικό τρόπο που έβλεπε τις διπλωματικές μας επιλογές: «Έθετε τρις προϋποθέσεις για την Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας: (α) επίλυση του Κυπριακού στη βάση μιας δίκαιης, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης, (β) τερματισμό της επιθετικότητας στο Αιγαίο και (γ) διασφάλιση των δημοκρατικών ελευθεριών. Προϋποθέσεις που εκκρεμούν.) «Δεν είναι νοητό να μεταφράζουμε σε ομαλοποίηση την αποδοχή κατοχής και την παρασιώπηση προκλήσεων στο Αιγαίο». Ο Λυσσαρίδης προχωρώντας σε εκτιμήσεις επί αυτών συνεχίζει: «Σήμερα συχνά ο δήθεν ρεαλισμός ταυτίζεται με την προσαρμογή προς πιέσεις πλανηταρχών και δορυφόρων και οι έννοιες ελευθερία και αξιοπρέπεια λοιδορούνται. Ο Γιάννος Κρανιδιώτης, τόνισε ακόμη ο Λυσσαρίδης, πίστευε στην απαγκίστρωση από την ένταση ως εφαλτήριο για τη διεύρυνση του ρόλου της Ελλάδας αλλά σε καμιά περίπτωση ως κατολισθητού παράγοντα προς τις αξιώσεις της Τουρκίας. Το όραμα Μεσανατολικής πολιτικής του που θα αναβαθμίζει τη σημασία της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι παραμένει ορφανό. Κάτω από το μειλίχιο ύφος υπήρχε ένας ασυμβίβαστος αγωνιστής σε θέματα αρχών και εθνικών συμφερόντων[8].

 

Ολοκληρώνοντας, και υπενθυμίζοντας την προγενέστερη θέση μου ότι η συζήτησή μας εδώ αφορά ζητήματα βαθύτατων προεκτάσεων τις οποίες θα κατανοήσουμε καλύτερα αν συνεχίσουμε την κριτική μας έρευνα γύρω από το επίμαχο ζήτημα, θα συνοψίσω τις κύριες πτυχές, τις εκατέρωθεν θέσεις και την προβολή τους στο παρόν και στο μέλλον. Οι δύο κάθετες πολιτικοστοχαστικές και πνευματικές παραδοχές τις οποίες υπαινιχθήκαμε πιο πάνω και οι οποίες οδήγησαν σε οξύτατες δημόσιες αντιπαραθέσεις, είναι, περιληπτικά, οι εξής:

Στην μια πλευρά είναι η παραδοσιακή θεώρηση η οποία κυριαρχεί διεθνώς τόσο στον πολιτικοστοχαστικό χώρο όσο και στο πεδίο της πολιτικής των κυβερνήσεων. Αναλύει το γεγονός ότι το διεθνές σύστημα και οι διεθνείς θεσμοί είναι εθνοκρατοκεντρικού χαρακτήρα και ότι η διπλωματία απαιτείται να είναι ορθολογιστική και συμβατή με την φύση του διεθνούς συστήματος και τα εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων κρατώ. Όχι βέβαια όλα τα διακηρυγμένα συμφέροντα αλλά μόνο αυτά που είναι συμβατά με την διεθνή νομιμότητα. Η διεθνής νομιμότητα απαιτείται να στηρίζεται από επαρκή διπλωματική και στρατιωτική ισχύ. Βασικές παραδοχές[9] είναι οι εξής: α) Τα κράτη είναι οι βασικοί δρώντες της διεθνούς πολιτικής και οι διεθνείς θεσμοί που αυτά ορίζουν και αποδέχονται. β) Το Διεθνές σύστημα τιμωρεί τα κράτη τα οποία είτε υπερεξαπλώνονται είτε παραλείπουν να στηρίξουν τα ζωτικά τους συμφέροντα. γ) Η κυριαρχία (εσωτερική-εξωτερική αυτοδιάθεση και μη επέμβαση εκτός των διεθνών θεσμών όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο) και η συνεπαγόμενη διεθνής αναρχία (απουσία κυβέρνησης των κυβερνήσεων) διαμορφώνουν τις δομές και υποχρεώνουν υιοθέτηση συγκεκριμένων στάσεων και αποφάσεων στην διεθνή πολιτική. δ) Υπό συνθήκες απουσίας «κυβέρνησης των κυβερνήσεων» και της συχνής αδυναμίας των διεθνών θεσμών να επιλύσουν ειρηνικά τις διαφορές μεταξύ των κρατών, τα κράτη μεριμνούν για την ασφάλειά τους και επιδιώκουν διαπραγματεύσεις υπό συνθήκες ισορροπίας. ε) Τα κράτη, ακόμη και εντός συμμαχιών, όταν συνεργάζονται με άλλα κράτη δεν νοιάζονται μόνο για τα απόλυτα κέρδη που θα αποκομίσουν αλλά και για τα σχετικά κέρδη. στ) Με δεδομένα και καταμαρτυρούμενα τα αίτια πολέμου, στις διακρατικές σχέσεις δημιουργούνται διλήμματα ασφαλείας. Οι θεσμοί που τα ίδια ορίζουν συχνά καθίστανται εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος[10]. ζ) Θεμελιώδης συμπεριφορά των κρατών είναι η επιδίωξη ισορροπίας, συμμετρίας και αμοιβαιότητας. Συναφώς, ένας μεγάλος κλάδος των στρατηγικών σπουδών τις τελευταίες δεκαετίες, είναι η ανάλυση των πελατειακών σχέσεων (patron-client relations). Κυρίως, τις στάσεις, συμπεριφορές και στρατηγικές μικρών και μεσαίων δυνάμεων όταν  επιχειρούν να σταθεροποιήσουν συμμετρικές συναλλαγές με ισχυρότερα κράτη παρά την ασυμμετρία ισχύος.

 

Η κατανόηση αυτών των παραδοχών διευκολύνεται αν αναφερθούμε και στις πολυσυζητημένες θέσεις ενός ταγού της διεθνούς θεωρίας, του Hans Morgenthau[11]. Αναφερόμενος σε θεμελιώδεις στάσεις των φιλειρηνικών κρατών τονίζει 

α) το εθνικό συμφέρον ως υπέρτατο και έσχατο κριτήριο των διεθνών συναλλαγών και διαπραγματεύσεων,

β) τις διπλωματικές στάσεις και συμπεριφορές που διέπονται από σύνεση, αυτοσυγκράτηση, σωφροσύνη, υπευθυνότητα και προνοητικότητα,

γ) τις εκατέρωθεν εκτιμήσεις των  εθνικών συμφερόντων και όχι τις αισθητικές ή συναισθηματικές στάσεις,

δ) την μέριμνα για ισορροπία ως προϋπόθεση εφαρμογής των συνθηκών και των υποσχέσεων αλλά και ως προϋπόθεση διαπραγματεύσεων,

ε) ορθολογιστική συνεκτίμηση όταν χαράσσεται μια στρατηγική των θέσεων, απόψεων και των εθνικών συμφερόντων των άλλων κρατών (που είναι, ασφαλώς, συμβατά με την διεθνή νομιμότητα) και

στ) ετοιμότητα να ικανοποιήσεις, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα συμφέροντα των άλλων κρατών που είναι συμβατά με το διεθνές δίκαιο.

 

Αυτές και οι συμπαρομαρτούσες εκτιμήσεις και παραδοχές, σημειώνω, εμπεριέχονται στις αναλύσεις και άλλων ταγών των διεθνών σπουδών όπως οι Carr, Gilpin, Bull, Rawls et al[12].

 

Η δημιουργία προϋποθέσεων ειρηνικής επίλυσης των διαφορών είναι, επίσης, κάτι που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Όπως συχνά έγραφε ο Hans Morgenthau, tο δίλημμα της ηθικής στις διεθνείς σχέσεις είναι μεταξύ εθνικών συμφερόντων ασύνδετων με την πολιτική πραγματικότητα και εθνικών συμφερόντων που απορρέουν από την πολιτική πραγματικότητα. Δηλαδή, απαιτείται να δημιουργούνται προϋποθέσεις πολιτικών πραγματικοτήτων από τις οποίες μπορούν να αντληθούν, εκατέρωθεν, πολιτικά συμπεράσματα που οδηγούν σε βιώσιμες διαπραγματεύσεις και σταθερές διευθετήσεις συμβατές με την διεθνή νομιμότητα. Ο Morgenthau σταθεροποίησε τέσσερα κριτήρια διπλωματίας μεταξύ των κρατών[13]: 1) Η διπλωματία πρέπει να στερείται ιεραποστολικής και ιδεαλιστικής προαίρεσης. 2) Η διπλωματία πρέπει να ορίζεται με όρους εθνικού συμφέροντος και να στηρίζεται σε επαρκή ισχύ. 3) Η διπλωματία πρέπει να αναλύει την διεθνή πολιτική χωρίς να παραλείπει να συμπεριλάβει τις παραστάσεις εθνικού συμφέροντος των άλλων κρατών. 4) Τα κράτη πρέπει να είναι έτοιμα να συμβιβαστούν επί όλων των θεμάτων που δεν θίγουν τα ζωτικά συμφέροντα. Επιπλέον, οι πέντε προϋποθέσεις συμβιβασμού, όπως συμπεραίνει ο Morgenthau, είναι: 1) Αποφυγή νομικίστικων και προπαγανδιστικών θέσεων ή άσκοπων για την διεθνή πολιτική εκκλήσεων για δίκαια και δικαιοσύνη. 2) Ποτέ μην βάλεις τον εαυτό σου σε θέση από την οποία δεν μπορείς να υποχωρήσεις χωρίς να χάσεις την αξιοπρέπειά σου και την οποία δεν μπορείς να εκπληρώσεις χωρίς να διατρέξεις θανάσιμους κινδύνους (Σημείωση. Γι’ αυτό έπρεπε να πείσουμε την Τουρκία μέσα από μια συνδυαστική χρήση διπλωματικών μέσων και αποτρεπτικών αμυντικών μέσων). 3) Ποτέ μην επιτρέπεις σε ένα αδύναμο σύμμαχο να λαμβάνει τις (στρατηγικές) αποφάσεις για εσένα. (Σχόλιο. Γι’ αυτό και σε όλες τις ακαδημαϊκής αναλύσεις για την σύζευξη Ελλάδας-Κύπρου αναφερόταν ότι απαιτείται το στρατηγικό πρόσταγμα να το έχει η Αθήνα όπως και την στρατηγική ευθύνη – ο από κοινού προσδιορισμός των σκοπών είναι άλλη υπόθεση). 4) Οι Ένοπλες δυνάμεις είναι το μέσο και όχι ο αφέντης της πολιτικής (γι’ αυτό ο «πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», σύμφωνα με την Κλαουζετζιανή ρήση, και όχι το αντίθετο) 5) Η κυβέρνηση είναι ο επί κεφαλής της δημόσιας γνώμης όχι ο σκλάβος της.

 

Πως τα πιο πάνω προεκτείνονται στις επίμαχες υποθέσεις στις οποίες ο Γιάννος Κρανιδιώτης τυγχάνει να είχε βρεθεί στο μέσο των δημόσιων και κυβερνητικών συζητήσεων και αποφάσεων; Κατ’ αρχάς, θα πρέπει οι πιο πάνω θέσεις να συγκριθούν με τις ακριβώς αντίθετές τους που κυριάρχησαν στον ελληνικό πολιτικοστοχαστικό διάλογο. Συγκεκριμένα, αντικρούστηκαν, ενίοτε μάλιστα με ασυνήθιστη βιαιότητα επιχειρημάτων, οι θέσεις για την τριπλή στρατηγική που προαναφέραμε και που προνοούσε υποβολή αίτησης ένταξης, επιδίωξη ισορροπίας, δημιουργία «κινήτρων» αξιοπρεπούς συμβιβασμού όλων των εμπλεκομένων κρατών με τρόπο που ήταν συμβατός με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα και διαπραγματεύσεις που θα εκπλήρωναν αυτούς τους σκοπούς. Πρόκειται για τις επιλογές γύρω από τις οποίες έγινε μεγάλη συζήτηση, στην οποία ο Γιάννος Κρανιδιώτης, αρχικά ως στοχαστής και στην συνέχεια ως λειτουργός του κράτους και πολιτικός ηγέτης, πρωτοστάτησε.

            Εξετάζοντας τα διαμειφθέντα και τις δημόσιες συζητήσεις, η τριπλή στρατηγική[14] στην οποία ο Γιάννος Κρανιδιώτης τελικά βρέθηκε να είναι κεντρικός συντελεστής, περιστρεφόταν γύρω από τις εξής θέσεις: 1) Διαπραγματεύσεις ειρηνικής επίλυσης και ανατροπής των τετελεσμένων χωρίς ισορροπία δυνάμεων και συμφερόντων είναι ανέφικτη. 2) Απαιτείται να είναι πάντα διασφαλισμένη μια ισορροπία δυνάμεων στο κεντρικό επίπεδο και τοπικά στην Κύπρο με προεκτεταμένη αποτροπή (extended deterrence). Έτσι μόνο θα μπορούσαν να δημιουργηθούν «κίνητρα ορθολογιστικών συμπεριφορών και διαπραγματεύσεων»[15]. Η υποβολή αίτησης ένταξης της Κύπρου με την ΕΕ θα δημιουργούσε δυναμική διπλωματικών διεργασιών που θα διασύνδεαν την τουρκική συμπεριφορά. Διαρκής και έμμονη αξίωση έπρεπε να ήταν η ειρηνική επίλυση των διαφορών στην Κύπρο και στις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις σύμφωνα με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα.

Τα «κίνητρα» προς την Τουρκία για μια «αξιοπρεπή διέξοδο» σήμαινε επιλογές που δημιουργούσαν: α) Υψηλό κόστος σε περίπτωση επιχείρησης κατάληψης Κύπρου, β) υψηλότατο κόστος επίθεσης κατά της Ελλάδας ή σε περίπτωση επέκτασης της διένεξης διμερώς λόγω σύγκρουσης στην Κύπρο (casus belli Ελλάδας από 1983 και εντεύθεν), γ) «καρότο» θα ήταν η χείρα βοηθείας στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας (όχι βεβαίως «δώστα όλα» παραμένοντας έτσι χωρίς διαπραγματευτικά όπλα) υπό τον όρο ειρηνικής επίλυσης σύμφωνα με την διεθνή νομιμότητα των «διαφορών» στην Κύπρο και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δ) το «ραβδί» θα ήταν το φάσμα αδιεξόδου και εγκλωβισμού Τουρκίας στην Κύπρο. Μια τέτοια αξιόπιστη παράσταση θα καθιστούσε την αποχώρηση της Τουρκίας από την Κύπρο (με ταυτόχρονη αποχώρηση της Ελλάδας) πολιτικά λογική και πολιτικά εφαρμόσιμη (και στην Άγκυρα πολιτικά πειστική για όσους θα κατανοούσαν την σημασία για τα δύο κράτη λόγω σταθεροποίησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων). Ακόμη, μια τέτοια δυναμική και μια στρατηγική εναρμονισμένη με τα διεθνή δεδομένα, σημαίνει, δημιουργία, α) παραστάσεων στους τρίτους ενδιαφερόμενους ότι η εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας είναι διέξοδος για όλους και ότι συνάδει με τα εθνικά τους συμφέροντα και β) κατάρριψη των υποκριτικών ισχυρισμών περί κινδύνων γιατί η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει θεμελιώδη δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες που απορρέουν από τις διεθνείς συμβάσεις, την ευρωπαϊκή έννομη τάξη και από τα εθνικά συντάγματα: «Τα ανθρώπινα δικαιώματα παίζουν έναν κρίσιμο ρόλο στο διεθνές δίκαιο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δεσμεύει την Κύπρο και την Τουρκία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει υποστηρίξει σε αρκετές περιπτώσεις ότι από το 1974 η Τουρκία είναι άμεσα υπεύθυνη για συνεχείς παραβιάσεις βασικών θεμελιωδών δικαιωμάτων με την κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου, την παρεμπόδιση εκτοπισμένων Ελληνοκύπριων πολιτών να επιστρέψουν στα σπίτια και στην ιδιοκτησία τους ή να έχουν πρόσβαση σε αυτά και να τα απολαμβάνουν, με την έλλειψη έρευνας για τη τύχη των χιλιάδων αγνοουμένων και με την αποτυχία της να προστατέψει την ανεξιθρησκία και την ελευθερία έκφρασης. Αυτές οι αποφάσεις, των οποίων το εύρος και η βαρύτητα είναι πρωτοφανή, δεν έχουν υλοποιηθεί ακόμη. Επιπλέον, τα δικαιώματα που βρίσκονται ενσωματωμένα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα και στο κράτος δικαίου. Η Ευρωπαϊκή έννομη τάξη, κατά συνέπεια, τόσο μέσα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όσο και μέσα από το κοινοτικό κεκτημένο, μας εφοδιάζει με το πιο αυστηρό και πιο αποτελεσματικό σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των μειονοτήτων διεθνώς. Επιπλέον, τόσο η Κύπρος όσο και η Τουρκία μετέχουν στη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη, της οποίας το άρθρο 1 κατοχυρώνει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, και στη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων»[16].

Ένα ακόμη καίριο ζήτημα αφορά την ένταξη και τον τρόπο που θα επηρέαζε θετικά τις ενδοκυπριακές διαπραγματεύσεις επειδή θα καθιστούσε άχρηστες προγενέστερες αδιέξοδες πολιτικές επιλογές που επιβλήθηκαν εξαναγκαστικά αμέσως μετά την τουρκική εισβολή το 1977 και το 1979. Από καιρό είχαν καταστεί βαρίδιο των διαπραγματεύσεων και η επίκλησή τους προγραμματικά οδηγούσε σε αδιέξοδο: Η ευρωπαϊκή έννομη και πολιτική τάξη προεκτεινόμενη σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθιστά τις διχοτομικές «συμφωνίες» του 1977 και 1979 ανενεργές και ξεπερασμένες και σωστή πρόταξη της ευρωπαϊκής νομιμότητας και διαπραγματεύσεις σε όλα τα διπλωματικά επίπεδα, σε συνδυασμό με τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει το 2000-2004 προϋποθέσεις για μια διέξοδο για όλους προς μια βιώσιμη λύση την οποία τόσο καλά περιέγραφε ο Γιάννος Κρανιδιώτης στις θέσεις που προαναφέραμε. Με βάση την αδρομερή και συνοπτική παράθεση θέσεων και θεωρήσεων σε αναφορά με πραγματολογικά επαληθευμένα γεγονότα, συμπεραίνουμε ότι το παρελθόν είναι διδακτικό. Η ειρηνική επίλυση των διαφορών και συνάμα η εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας προαπαιτούσε τόσο μια δυναμική στρατηγική –η οποία υποστηρίχθηκε από πολλούς και η οποία ενόσω ζούσε ο Γιάννος Κρανιδιώτης λίγο πολύ εφαρμοζόταν– όσο και μια πρόταξη θεμελιωδών αρχών ως αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση βιώσιμων λύσεων.

Το γεγονός ότι αυτό δεν έγινε μετά τον θάνατο του Γιάννου Κρανιδιώτη μας οδηγεί στην θέση του Πρέσβη Καραϊτίδη που προηγήθηκε στο πάνελ, ότι δηλαδή αν ζούσε ο Γιάννης Κρανιδιώτης και στην βάση των στάσεων και θέσεών του, είτε δεν θα υπήρχε το σχέδιο Αναν είτε θα είχε ένα άλλο περιεχόμενο. Παραμένει το γεγονός ότι η υποβολή του σχεδίου αυτού και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και την εκτρωματική φιλοσοφία που το χαρακτήριζε, παρ’ ολίγον να είχε ανατρέψει την ένταξη. Στην συνέχεια, το αναπόφευκτο ΟΧΙ της κυπριακής κοινωνίας τον Απρίλιο του 2004 καθήλωσε την κυπριακή και ελληνική διπλωματία σε μια μειονεκτική θέση ενώ λογικά θα έπρεπε να είχαμε επιτύχει το αντίθετο, δηλαδή την δημιουργία προϋποθέσεων για διαπραγματεύσεις στην βάση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας. Πολλά υποδηλώνουν ότι τα πράγματα κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση με ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο για την Κύπρο, όσο και για την ίδια την Ευρώπη αλλά και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως εύστοχα προειδοποιούσε ο Γιάννος Κρανιδιώτης ότι θα συμβεί σε περίπτωση μη βιώσιμων κρατικών πειραματισμών. Αν λοιπόν θέλουμε να διεξάγουμε ορθολογιστικές και λογικές συζητήσεις περί το επίμαχο ζήτημα οι οποίες θα είναι διδακτικές για τα μελλοντικά βήματα, απαιτείται να δούμε την αλήθεια κατάματα: Δεν υπήρξε «επιτυχία» επειδή εντάχθηκε η Κύπρος στην ΕΕ γιατί όπως ισχυριστήκαμε πιο πάνω με έμφαση «η ένταξη ανεξαρτήτως λύσης» προβλέφτηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίες του 1990. Επιτυχία θα είχαμε αν η διπλωματία εκπλήρωνε τον κύριο σκοπό της στρατηγικής μας, δηλαδή βιώσιμες διευθετήσεις στην Κύπρο και ευρύτερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αυτό είχε αρκετές πιθανότητες να εκπληρωθεί, επαναλαμβάνουμε, αν σθεναρά προτασσόταν η διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ένταξης γύρω στο 2001. Τώρα, γιατί αυτό δεν έγινε από την ελλαδική και κυπριακή πλευρά είναι ένα πολύ μεγάλο ερώτημα. Αν δεν το απαντήσουμε είμαστε στο σκοτάδι και αυτό βλάπτει. Το ερώτημα ποτέ δεν έπρεπε να ήταν κατά πόσο το σχέδιο Αναν όπως προτάθηκε είναι καλό ή κακό. Ήταν το χειρότερο δυνατό γιατί παραβίαζε συλλήβδην την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα και αναπόδραστα θα προκαλούσε μύρια δεινά σε όλους. Για να το πούμε διαφορετικά, ενώ η ένταξη θα μπορούσε να γίνει η μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία του νεοελληνικού κράτους οι χειρισμοί την περίοδο 2000-2004 την κατέστησαν μια μεγάλη αποτυχία η οποία στον βαθμό που οι τάσεις δεν αντιστραφούν ενδέχεται να εξελιχθεί στην μεγαλύτερη καταστροφή μετά το 1922 (αυτό θα ισχύσει αν όπως προειδοποίησε ο Γιάννος Κρανιδιώτης μια εκτρωματική λύση οδηγήσει σε αιματοχυσίες, εκτοπισμούς, διεύρυνση της διένεξης και κατάρρευση των προσδοκιών για σταθεροποίηση της περιφέρειάς μας. Όσον αφορά το σχέδιο Αναν, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: Γιατί δεν απετράπη η υποβολή του και γιατί δεν επιτύχαμε ένα άλλο με αποδεκτό περιεχόμενο και γιατί πολλά χρόνια μετά την απόρριψή του δεν αξιώνουμε ανένδοτα και ανυποχώρητα κάτι που άλλοι δεν μπορούν να απορρίψουν, δηλαδή την εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας ως την μόνη διέξοδο ειρηνικής επίλυσης του κυπριακού ζητήματος και των ελληνοτουρκικών προβλημάτων.

 
 


[1] Τα θέματα αυτά, αν και όχι ρητά σε αναφορά με την πορεία του νεοελληνικού κράτους, έχουν αναλυθεί εκτεταμένα στο Κοσμοθεωρία των Εθνών, Συγκρότηση και συγκράτηση των κρατών, της Ευρώπης και του κόσμου (Ποιότητα, Αθήνα 2009)

[2] Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο ΓΚ συνταυτιζόταν απόλυτα με την αντίληψη ότι γόνιμες και περιεκτικές διαπραγματεύσεις απαιτούν ισορροπία δυνάμεων. Έτσι, για την αμυντική κάλυψη της Κύπρου, δήλωνε: «Για την ανωμαλία στην Κύπρο δεν ευθύνεται  η αμυντική προσπάθεια της κυπριακής κυβέρνησης. Έχει προκληθεί από τη συνεχή στρατικοποίηση των κατεχομένων από την τουρκική πλευρά, με όπλα αμερικανικής προέλευσης κατά παράβαση και της αμερικανικής νομοθεσίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει το δικαίωμα και την ευθύνη να ενισχύει την αμυντική της ικανότητα για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Αρωγός της Κύπρου προς την κατεύθυνση αυτή παραμένει  η Ελλάδα, της οποίας η αποφασιστικότητα να συμβάλει στην ενίσχυση  των αποτρεπτικών  δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας αντανακλάται μέσα από το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα».  Γ.Κρανιδιώτης, Τρεις διπλωματικοί δίαυλοι για προώθηση του Κυπριακού, ομιλία στο «Σπίτι της Κύπρου» το 1998, δημοσιευμένη και αναρτημένη σε πολλούς δικτυακούς τόπους, βλ. http://www.cyprusnet.gr/ske/SkePages/PAGE72.html και http://infognomonpolitics.blogspot.com/2009/09/blog-post_7678.html. Όπως ήδη αναφέραμε, είναι σωστό και ορθολογιστικό να εξεταστούν οι θέσεις και οι στάσεις για το ίδιο θέμα όλων των εμπλεκομένων κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και 1990.

[3] Ο υποφαινόμενος σε πολλές δημοσιεύσεις και υπηρεσιακά σημειώματα ως δημόσιος λειτουργός ή ακαδημαϊκός την περίοδο 1988-1992 ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ θα γινόταν «ανεξαρτήτως λύσης». Όπως υποστήριζα, συντρέχουν οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι συμβάσεις των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι αποφάσεις άλλων διεθνών θεσμών και οι δημόσιες θέσεις πολλών δεκαετιών της ΕΕ για το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ευρωστία της οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας, εξάλλου, καθιστούσε τα κεφάλαια των οικονομικών τομέων σχετικά εύκολη υπόθεση. Οι εκτιμήσεις αυτές που έγιναν την περίοδο 1989-1991 επαληθεύτηκαν πλήρως. Με αυτά τα δεδομένα και δεδομένου ότι η ΕΕ είναι πρωτίστως ένας νομικός δρων και λιγότερο ένας συλλογικός διπλωματικός ή πολιτικός δρων, καθιστούσε την αποδοχή της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας μονόδρομο και αλλόκοτο ή αδύνατο την απόρριψή της. Πολλές θέσεις συνοψίστηκαν στο δικό μου πρώτο μέρος του  βιβλίου Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΟΚ (Παπαζήσης 1991) που γράφτηκε για να αντικρούσει το βιβλίο του ΕΛΙΑΜΕΠ με τίτλο Η ένταξη της Κύπρου στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, χρονικό και αποτίμηση μιας πρότασης Ελληνικό Ίδρυμα Αμυντικής και Εξωτερικής Πολιτικής – ΕΛΙΑΜΕΠ). Στο βιβλίο γίνεται εκτενέστατη ανάλυση των θέσεων του Γιάννου Κρανιδιώτη και του Θεόδωρου Πάγκαλου την περίοδο αυτή και αιτιολογημένη κριτική αυτών που αντέκρουαν την υποβολή αίτησης ένταξης, καθώς και παραπομπές στην σχετική συζήτηση στον Οικονομικό Ταχυδρόμο τέλος της δεκαετίας του 1980 και αρχές της δεκαετίας του 1990 –βλ. για παράδειγμα τα τεύχη 9.11.2009 και 11.07.2009– που επεκτάθηκε στην συνέχεια και στα υπόλοιπα μέσα πληροφόρησης, σε άρθρα και βιβλία. Λίγο πριν την δημοσίευση των προαναφερθέντων βιβλίων προηγήθηκε συζήτηση κατ’ αντιπαράθεση σε ημερίδα που διοργάνωσε το ΕΛΙΑΜΕΠ με τον υποφαινόμενο στο κτίριο της ΕΕ στην Βασιλίσσης Σοφίας στις 13.6.1990, με τον υποφαινόμενο από την μια πλευρά και τους συντελεστές του ΕΛΙΑΜΕΠ που αντέκρουαν την υποβολή αίτησης ένταξης, από την άλλη. Τονίζεται ακόμη κάτι πολύ σημαντικό: Ανάγνωση των εκτεταμένων πολιτικοστοχαστικών θέσεων και στάσεων γύρω από αυτό το ζήτημα την περίοδο 1988-1992 ετίθετο και ένα ακόμη καίριο ερώτημα της ελληνικής διπλωματίας: Κατά πόσο η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ αποτελούσε σταθμό για μια πολιτική ανάδειξης των εθνικών συμφερόντων σύμφωνα με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα ή κατά πόσο, αντίθετα, η ΕΕ θα εκλαμβανόταν ως ένας Ενιαίος Πολιτικός και Διπλωματικός δρων (που ποτέ δεν υπήρξε και καμιά τάση τότε ή τώρα δεν έδειχνε ή δείχνει ότι τεκμηριώνει μια τέτοια θέση). Όπως πιο πάνω και επανειλημμένα τονίσαμε στο παρελθόν, η ΕΕ είναι πρωτίστως και κυρίως ένας εξαιρετικά σημαντικός νομικοπολιτικός δρων που εδραιώνει την ευρωπαϊκή νομιμότητα ως ένα επισφαλές μεν αλλά υποδειγματικό δε μετανεοτερικό παράδειγμα. Για αποκρυστάλλωση αυτής της θέσης στα ύστερα κείμενα του υποφαινόμενου βλ. το κεφ. 6, Κοσμοθεωρία των Εθνών, ό.π. Στο υπό συζήτηση θέμα της Κύπρου στην ΕΕ, τα εκατέρωθεν επιχειρήματα αφορούσαν καίρια το εξής: Επιδιώκουμε την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ανεξαρτήτως λύσεως και λίγο πριν ή λίγο μετά την ένταξη διεκδικούμε την εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας ως προσέγγιση ειρηνικής επίλυσης; Ή, αντίθετα, θεωρούμε την Ελλάδα ως περίπου αδιαφοροποίητο συντελεστή ενός κοινωνικά και πολιτικά ενοποιημένου ευρωπαϊκού χώρου εντός του οποίου η διεκδίκηση των εθνικών συμφερόντων –για παράδειγμα η ένταξη της ΚΔ στην ΕΕ– είναι περίπου απαγορευμένη στάση. Περιττό να πω ότι ακούστηκαν και χονδροειδή επιχειρήματα του είδους «η υποβολή της αίτησης ένταξης είναι αντιευρωπαϊκή στάση που θα μας καθιστούσε μαύρο πρόβατο», «η επιδίωξη ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Κύπρο είναι εθνικιστική ή και πολεμοκάπηλη στάση» και η επιδίωξη της εφαρμογής της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας περίπου εξωπραγματική και ριψοκίνδυνη αν όχι άκρως επικίνδυνη.   ΄ΓΉ

[4] Γ.Κρανιδιώτης, Λευκωσία Απρίλιος 1997, αναρτημένο στην διεύθυνση http://www.opek.org.cy/kranidiotis_tools/kranidiotis_bio.htm.

[5] Γ.Κρανιδιώτης, Αθήνα, Δεκέμβριος 1997, αναρτημένο στην διεύθυνση http://www.opek.org.cy/kranidiotis_tools/kranidiotis_bio.htm. Παρομοίως, σε άλλη περίπτωση, απαντώντας στον κ Θοδωρή Κουλουμπή σε ημερίδα του ΕΛΙΑΜΕΠ, ο ΓΚ σημειώνει ότι «Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά μεταξύ λύσης του Κυπριακού και κλεισίματος… Ένα κλείσιμο του Κυπριακού ασφαλώς δεν λύνει το πρόβλημα, το διαιωνίζει και το περιπλέκει. Υποθηκεύει την τύχη του Κυπριακού ελληνισμού, και στην συνέχεια επηρεάζει και την τύχη του υπόλοιπου ελληνισμού. Μια κακή λύση του Κυπριακού που θα δώσει δικαιώματα επικυριαρχίας στην Τουρκία επί της Κύπρου θα μεταβάλει την Τουρκία σε μια μεγάλη δύναμη της περιοχής. Η εξέλιξη αυτή θα δημιουργήσει γενικότερους κινδύνους και απειλές για όλα τα κράτη της περιοχής και ειδικότερα για την Ελλάδα. Οι συνέπειες για το Αιγαίο και τη χώρα θα είναι μοιραίες. Υπάρχει λοιπόν άμεση σύνδεση μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας. Σύνδεση η οποία έχει σχέση και με την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας.». Συνεχίζει, «Όσον αφορά, τέλος, τα θέματα που έθεσε ο κύριος Κουλουμπής, για το δίλημμα του είδους «μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα», , «ναι, είναι δύσκολη η σημερινή φάση. Το δίλημμα όμως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο κίνδυνος να υπογράψουμε κάτι το οποίο να δεσμεύει τον ελληνισμό για πάντα, δηλαδή να καταδικάσουμε τον κυπριακό ελληνισμό, και από την άλλη πλευρά, αν δεν υπογράψουμε, ενδεχομένως να έχουμε αναγνωρίσεις του ψευδοκράτους του Ντεντκάς. Να έχουμε ίσως κρίση στο εσωτερικό μέτωπο και τις διεθνείς πιέσεις. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ψευτοδίλημμα διότι με το να αποδεχτώ το σχέδιο δεν αποφεύγω τίποτα. Αντίθετα, είναι σαν να αναγνωρίζω πρώτος εγώ το ψευδοκράτος του Ντενκτάς». Για τις προτάσεις Γκουεγιάρ που τότε βρίσκονταν στο προσκήνιο ο Γιάννος έγραψε: «οι ρυθμίσεις που προβλέπει ο Κουέγιαρ στο σχέδιό του είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορέσουν να εφαρμοστούν ούτε να φέρουν ειρήνη στο νησί. Αντίθετα, θα οδηγήσουν σε νέα αδιέξοδα και νέες προστριβές τόσο μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας όσο και μεταξύ των εμπλεκομένων μερών στην Κύπρο. Το ζητούμενο είναι ότι η οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να ικανοποιεί τις επιταγές του δικαιούχου και να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητά της. Είναι κακή λύση του Κυπριακού αυτή που θα «νομιμοποιεί» στα χαρτιά λεπτές και εύθραυστες ισορροπίες που θα πυροδοτούν συνεχώς στην πράξη νέες αμφισβητήσεις και οξύτητες». Στην ίδια συνάντηση ο αείμνηστος Κρατερός Ιωάννου τόνισε τους αναμενόμενους κινδύνους αν εξουδετερωθεί η κυριαρχία της ΚΔ ενώ παρέπεμψε στον Κώστα Οικονομίδη που είχε δηλώσει με νόημα πως «αν αποδεχθούμε την εμπλοκή μας σε διαπραγματεύσεις που προτείνει ο γ.γ. απεμπολούμε πλέον και τον τελευταίο μας σύμμαχο και μένουμε εντελώς άοπλοι». Βλ. αφιέρωμα του «Επενδυτή», 8-11  Απριλίου 2004, αναρτημένο στην διεύθυνση http://www.antibaro.gr/anan/ependuths.htm.

[6] Βλ. «Πλαίσιο Αρχών για μια δίκαιη λύση και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο», από το Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογμωμόνων συκληθέν από την Πανελλήνια Επιτροπή για Ευρωπαϊκή Λύση του Κυπριακού», δημοσιευμένη στην Καθημερινή το 2005. Αναρτημένη σε 5 γλώσσες στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/32RuleofLaw.htm. Ο προεδρεύων της ημερίδας Στέλιος Περράκης και ο υπογράφων υπήρξαν συνσυγγραφείς αυτής της Έκθεσης, μαζί με άλλους συναδέλφους τους από την άλλη και το εξωτερικό. Το κείμενο αυτό αποτελεί και μια πρωτότυπη και ακριβή μελέτη για την έννοια «διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα». Δεν αντικρούστηκε παρά μόνο με αξιολογικές θέσεις ιδεολογικοπολιτικού χαρακτήρα και σε επιφυλλίδες εφημερίδων. Παραμένει όμως το καίριο ερώτημα που ήδη θέσαμε εντός κειμένου: Γιατί η ελληνική πλευρά την περίοδο 2000-2004, αντί να αποδεχθεί την σύνταξη του σχεδίου Αναν από πολιτικά μη ελεγχόμενους υπαλλήλους του ΟΗΕ και αξιωματούχους της Μεγάλης Βρετανίας, δεν αξίωσε και δεν απαίτησε την σύνταξη σχεδίου συμβατού με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα; Γιατί δεν συνέταξαν μια τέτοια νομικοπολιτικά ακλόνητη θέση οι υπηρεσίες του ελληνικού και κυπριακού κράτους και γιατί πλήθος νομικών, συνταγματολόγων και διεθνολόγων αντί με δεοντολογική αυστηρότητα να κρίνουν τα πολλά σχέδια Αναν υπό το πρίσμα της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας, διατύπωσαν δημοσίως λανθασμένες επιστημονικές θέσεις στολισμένες με ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις που συνταυτίζονταν με την διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την παντοτινή καθυπόταξη της ανεξαρτησίας ενός κράτους μέλους της ΕΕ. Αν έχει κάποιο νόημα να προβληματιζόμαστε για την πορεία του Γιάννου Κρανιδιώτη αν δεν πέθαινε, είναι να προβάλουμε την πιθανή στάση του στις προτάσεις που ακολούθησαν την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ένταξης, στην βάση των θέσεων που είχε διατυπώσει την περίοδο του 1980 και 1990.

[7] Ό.π.

[8] Τα εντός εισαγωγικών και ta verbatim από την ιστοσελίδα του Βάσου Λυσσαρίδη, http://www.lyssarides.com/main.shtml.

[9] Μερικές πτυχές αυτής της συνόψισης των εκατέρωθεν παραδοχών αντλεί κυρίως από το Grieco Joseph, «Anarchy and the limits of Cooperation: a Realist Ctitique of the Newest Liberal Institutionalism», International Organization, vol. 42, no 3, Summer 1988. Επαυξάνονται και με δικές μου επισημάνσεις και αναφορές σε άλλους στοχαστές.

[10] Τα ζητήματα αυτά έχουν εξεταστεί και επαληθευτεί σε αναρίθμητες μελέτες που κτίζουν την επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων πάνω στα θεμέλια του Παραδοσιακού Παραδείγματος. Εδώ σημειώνω μόνο ότι η εκκόλαψη, προώθηση και προσπάθεια επιβολής του σχεδίου Αναν ενάντια στην διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα αποτελεί μοναδική περίπτωση στο πλαίσιο της οποίας μπορούν να ελεγχτούν οι πλείστες υποθέσεις για τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες του διεθνούς συστήματος και τα παρεμβαλλόμενα αίτια πολέμου που εμποδίζουν την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Πιο πάνω σημειώθηκε ήδη ότι στον ελληνικό πολιτικοστοχαστικό χώρο η εξέταση θέσεων, στάσεων και συμπεριφορών που αφορούσαν την εθνική στρατηγική της Ελλάδας μπορεί να φωτίσει πλήρως αυτές τις πτυχές που αφορούν τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες του διεθνούς συστήματος.

[11] Βλ. Morgenthau J. Hans, Politics Among Nations: The Strunggle for Power and Peace (Alfred Knopf, NY, 1948,1978, 5th ed.). Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά (εκδόσεις Ποιότητα) το 2010.

[12] Μερικά από αυτά τα εμβληματικά βιβλία έχουν κυκλοφορήσει στα Ελληνικά. Βλ. Bull Hedley, Η Άναρχη Κοινωνία, Μελέτη της Τάξης στη Παγκόσμια Πολιτική (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2001)

Carr H. Edward, Η Εικοσαετής Κρίση, Εισαγωγή στη Μελέτη των Διεθνών Σχέσεων (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2000), Gilpin Robert, Πόλεμος και Αλλαγή στην διεθνή πολιτική (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2004), Rawls J. Το Δίκαιο των Λαών (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2002).

[13] Η ανάλυση βρίσκεται στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του Morgenthau, ό.π.

[14] Για δοκίμια του υποφαινόμενου που αναλύουν αυτή την στρατηγική βλ. το δοκίμιό μου στο βιβλίο Αλεξάνδρου Χρ. / Μαλκίδης Θ. (επιμ),  Προκλήσεις Ασφαλείας για την Ελλάδα και την Κύπρο (|Εκδόσεις Παπαζήση 2008). Επίσης το επεξεργασμένο δοκίμιο παρέμβασης σε ημερίδας τα πρακτικά της οποίας δημοσιεύτηκαν στο στο Περράκης Στέλιος (Επιμ.) Μνήμη Γιάννου Κρανιδιώτη (Εκδόσεις Σάκκουλα – Πάντειον Πανεπιστήμιο 2005), σελ. 35-44. 

[15] Στις στρατηγικές σπουδές και στην θεωρία της αποτρεπτικής στρατηγικής τα εντός εισαγωγικών είναι κεντρικές έννοιες που εξετάζονται νυχθημερόν υπό το πρίσμα του χαρακτήρα και των λειτουργιών του διεθνούς συστήματος και των προϋποθέσεων ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Στην ελληνική βιβλιογραφία βλ. Π. Ήφαιστος / Αθ. Πλατιάς, Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική (Εκδόσεις Παπαζήση 1992).

[16] Έκθεση εμπειρογνωμόνων ό.π., στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/32RuleofLaw.htm

 

Posted in Ελλάδα | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός VΙΙΙ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 19 Ιανουαρίου 2010

του καθηγητή Παν. Ηφαιστου

8.    Η δύσκολη θαλασσοπορία του εθνοκρατοκεντρικού κόσμου του 21ού αιώνα

 Αναμφίβολα, η πορεία προς ένα εθνοκρατοκεντρικό κόσμο και ενδεχομένως στο βάθος του μέλλοντος ένα εθνοκεντρικού μη κυριαρχικά οριοθετημένου κόσμου (μετεξελιγμένο παράδειγμα της Βυζαντινής Οικουμένης;) είναι μια θαλασσοπορία προς μια ίσως άφθαστη Ιθάκη. Όμως, σωστά, προσανατολισμένη. Ακριβώς, η εσχατολογία είναι ιδεολογικό προϊόν που απαιτείται να σιγά σιγά να ξεχάσουμε. Τόσο εντός των εθνοκρατών του μέλλοντος όσο και στις μεταξύ τους σχέσεις, η ειρήνη, η σταθερότητα, η αντιμετώπιση μεγάλων προβλημάτων όπως η άνιση ανάπτυξη, τα μέσα μαζικής καταστροφής και τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα θα αντιμετωπίζονται με δυσκολία θαλασσοπορώντας εν μέσω τρικυμίας, Κυκλώπων, Λαιστρυγόνων, Σειρήνων και θυμωμένων Ποσειδώνων. Το ζήτημα είναι, όπως σοφά λέει ο μέγας Αλεξανδρινός ποιητής (μας): «Τι κουβανούμε και τι κτίζουμε μες την ψυχή μας». Αυτά για εμένα ως διεθνολόγο έχουν δύο κυρίως προεκτάσεις:

Πρώτον, προσκόλληση μέχρι εσχάτων στο κοσμοθεωρητικό δόγμα της Εθνικής Ανεξαρτησίας ως Κοσμοθεωρία των Εθνών. Τονίζω ξανά ότι αυτό προνοούν και οι μη νομικίστικα νοούμενες υψηλές αρχές του διεθνούς δικαίου. Δηλαδή, του διεθνούς δικαίου που δεν εξυπηρετείται από τα κροκοδείλια δάκρυα των υποστηρικτών των μεταμοντέρνων μεταψυχροπολεμικών επεμβάσεων.

Δεύτερον, ανθρωπολογική ανάπτυξη μη μοντερνιστικά νοούμενη υπό το πρίσμα των πραγματικοτήτων της εθνοκρατοκεντρικής πλέον δομής του κόσμου (και υπό αυτό το πρίσμα απαιτείται να δούμε και το μέγα ζήτημα της διαλεκτικής σχέσης μετανάστευσης-λαθρομετανάστευσης που αποδεσμεύει τεράστιες αποσταθεροποιητικές δυναμικές λόγω των αποικιοκρατικών και νεοαποικιακών αβαριών των τελευταίων αιώνων). Μια τέτοια πορεία παράλληλα με την προσκόλληση στην κοινή για όλα τα έθνη κοσμοθεωρία της Εθνικής Ανεξαρτησίας προϋποθέτει ανάδειξη, καλλιέργεια και προσκόλληση των πολιτών κάθε εθνοκράτους στις εθνικές τους κοσμοθεωρίες.

Γιατί τέτοιες παραδοχές συμβατές με τα κοινωνικοοντολογικά γεγονότα είναι η μόνη λογική προσέγγιση αποκόλλησης από τις δεσποτικές δομές της έμμεσης αντιπροσώπευσης και κίνησης με φορά προς εξεζητημένες δομές άμεσης δημοκρατίας. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες-εντολείς θα ασκούν ολοένα και μεγαλύτερη εποπτεία πάνω στην  εξουσία στο εσωτερικό κάθε εθνοκράτους και πάνω στους διεθνείς θεσμούς του ολοένα και πιο αναπτυσσόμενου εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος (το ίδιο ισχύει και για την ΕΕ η οποία λογικό και ορθολογιστικό είναι να διαφυλαχθεί από τα κοσμοπολίτικα υλιστικά δόγματα του παρελθόντος, καθώς επίσης και από το ενδεχόμενο οι εντολοδόχοι υπερεθνικοί θεσμοί να λειτουργούν εκτός των οριοθετήσεων των διακυβερνητικών θεσμών με αποτέλεσμα να αυξάνει το δημοκρατικό έλλειμμα).

 

Καταληκτικά παρατηρούμε ότι εξορθολογισμός της πολιτικής ενδοκρατικά και διακρατικά σημαίνει πολλά πράγματα μαζί.

Πρώτον, κατανόηση του γεγονότος ότι παγκοσμιοποίηση δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο πλανητικοποίηση. Εξορθολογισμός της πολιτικής σημαίνει εμπέδωση της δημοκρατίας εθνοκρατοκεντρικά αυστηρά στο πλαίσιο διακυβερνητικών διεθνών θεσμών όπου η εφαρμογή των υψηλών αρχών του διεθνούς δικαίου περί διακρατικής ισοτιμίας και εσωτερικής-εξωτερικής αυτοδιάθεσης θα είναι αναγκαστικά ένα μόνιμο στοίχημα που θα κερδίζεται καθημερινά. Ακριβώς το ίδιο ισχύει για το παραδειγματικό μετά-νεοτερικό εθνοκρατοκεντρικό σύστημα της ΕΕ.

Δεύτερον, εξοστρακισμό όλων των ιδεολογιών στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και επάνοδο της πολιτικής Αριστοτελικά νοούμενης. Δηλαδή της κλασικής και διαχρονικά δοκιμασμένης κοινωνιοκεντρικής θεμελίωσης του Κοινωνικού και του Πολιτικού υπό συνθήκες μιας διαρκώς και πιο στενής σχέσης πολίτη εξουσίας και με δεδομένο το θέσφατο της εθνικής ανεξαρτησίας. Πρόοδοι του πολιτικού πολιτισμού αυτού του είδους στο πολιτειακό επίπεδο και διακρατικά σημαίνει ότι οι μοντερνιστικές αντιλήψεις της πολιτικής που τόσο αρνητικά επηρέασαν την ιστορική διαδρομή των τελευταίων αιώνων, θα οδηγηθούν σταδιακά, και αυτές, στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Τρίτον, απαιτείται να τονιστεί ότι, αυτονόητα, μια τέτοια τάση θα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη ενόσω μεγάλα έθνη όπως η Ρωσία και πολλά άλλα μεγάλα αναδυόμενα έθνη αφήσουν κατά  μέρος τις αδιέξοδες μοντερνιστικές ηγεμονικές αντιλήψεις που τους τελευταίους αιώνες τράφηκαν από τα μοντερνιστικά ιδεολογικά δόγματα. Λογικά αυτό σημαίνει εγκατάλειψη κοσμοϊστορικών διεθνιστικών σχεδίων και προσκόλληση στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου που στηρίζουν την εθνική ανεξαρτησία. Η εθνική ανεξαρτησία ως κοσμοθεωρία και οι Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου είναι αντί-ηγεμονικού χαρακτήρα.

            Τέταρτον, όλοι οι ευγενείς στόχοι θα τιναχτούν στο αέρα αν μεγάλα προβλήματα όπως η άνιση ανάπτυξη και τα κατάλοιπα των διενέξεων της αποικιακής και νεοαποικιακής εποχής δεν αντιμετωπιστούν. Και πάλιν, όμως, ενέχει μεγάλη σημασία κατά πόσο το εθνοκρατοκεντρικό σύστημα κινείται με φορά προς την Ιθάκη ή αντίστροφα προς την επαναφορά του ιδεολογικού φαινομένου. Για όσους δεν το έχουν κατανοήσει θαλασσοπορώντας στον 21 αιώνα κύριο πρόβλημα είναι ο ηγεμονισμός. Όπως πρέπει να έχει γίνει αντιληπτό, ένα κύριο στήριγμά του είναι οι εθνομηδενιστικές παραδοχές.

 

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός VΙΙ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 17 Ιανουαρίου 2010

του καθηγητή Παν. Ηφαιστου

7.    Το αναπόδραστο πολιτικό και ανθρωπολογικό κατηφόρισμα των μοντερνιστικών και μεταμοντέρνων ιδεολογιών

 Για να κατανοήσουμε τα πιο πάνω και άλλα συναφή ζητήματα, απαιτείται να γνωρίζουμε –αν δεν γνωρίζουμε η συζήτηση είναι άσκοπη– το βασικό δίλημμα των Νέων Χρόνων. Στην Κοσμοθεωρία των Εθνών, ανέλυσα εκτενώς αυτές τις πτυχές, υπό διεθνολογικό όμως πρίσμα. Σύντομες, αλλά αναγκαίες και μη εξαιρετέες συνοψίσεις είναι οι εξής:

α) Ανεξαρτήτως διακηρύξεων όλες οι υλιστικές ιδεολογίες είναι μορφικά πανομοιότυπες. Αρχίζουν και τελειώνουν λέγοντας ότι στην ιδιωτική σφαίρα ο καθείς μπορεί να είναι ότι θέλει αλλά μέσα στην δημόσια σφαίρα θα πρέπει να προσέρχεται ως ιδιώτης που θα συμμετέχει υλιστικά-ωφελιμιστικά στις λειτουργίες του κράτους. Κάθε συνεπής μοντερνιστική υλιστική νοηματοδότηση του δημόσιου βίου απαιτεί και επιδιώκει μια υλιστική δημόσια σφαίρα. Το άτομο μέσα στην δημόσια σφαίρα θεωρείται έτσι άθροισμα αδιαφοροποίητων ιδιοτήτων, αποστερημένος των ανθρωπολογικών προϋποθέσεων που συγκροτούν την ετερότητά του. Αυτές οι ιδιότητες αρχίζουν από τα «ψυχόρμητά του» και φθάνουν μέχρι την ιστορική του συνείδηση, τις ιστορικές μνήμες, τις αντιλήψεις για τις άλλες κοινωνίες, τις ιστορικές του ταυτότητες, τις παραστάσεις για την εχθρότητα άλλων κρατών και κάθε άλλο που τον καθιστούν αστάθμητη και «ανορθολογική» προσωπικότητα. Τονίζουμε ξανά ότι ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει μια τόσο τερατώδης κοινωνική κατασκευή.

β) Κατά την γνωστή διατύπωση του Γκίτενς, βασική παραδοχή των μοντερνιστικών ιδεολογιών είναι ότι το κράτος είναι ένα «δοχείο ισχύος». Ουσίες και νοήματα μειονεκτούν ως κριτήρια κοινού βίου και προτάσσονται λειτουργιστικοί υλιστικοί κανόνες συνύπαρξης των ατόμων. Πέραν των κανόνων συνύπαρξης οι προσδοκίες διίστανται. Οι πολιτικά αφελείς πιστεύουν, και διαρκώς διαψεύδονται, ότι η απέραντη ανθρώπινη ετερότητα μπορεί να εγκλωβιστεί μέσα στις προϋποτιθέμενες ασφυκτικές νομικοθεσμικές δομές που θα διασφαλίζουν μια νομικοπολιτικά προσδιορισμένη ομοιόμορφη συμπεριφορά. Οι πιο υποψιασμένοι αντιλαμβάνονται ότι η ανθρώπινη ετερότητα μέσα στην νομικοθεσμική δομή απαιτεί ασφυκτικούς μηχανισμούς ελέγχων και μηχανισμών καταστολής που θα διασφαλίζουν την υλιστική νομικοπολιτική «συμμόρφωση». Βασικά, αυτό το γεγονός αποτελεί τον μοναδικό σημαντικότερο παράγοντα που ερμηνεύει το διαδοχικό άνοιγμα-κλείσιμο της δεσποτικής και αυταρχικής διακυβέρνησης των μοντερνιστικών καθεστώτων από τον 17ο αιώνα και εντεύθεν. Ερμηνεύει τις γενοκτονίες, τις εθνοκαθάρσεις, τις καταναγκαστικές αφομοιώσεις, την διολίσθηση του κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ στην βία και στο μαζικό έγκλημα, τους μηχανισμούς καταστολής των καθεστώτων έμμεσης αντιπροσώπευσης όποτε χαλαρώνει η κοινωνικοπολιτική δομή λόγω εσωτερικής ανθρωπολογικής διαφοροποίησης και την επιμελημένη αδιαφορία των πολιτικών ελίτ έμμεσης αντιπροσώπευσης στις αξιώσεις βαθέματος και επέκτασης της άσκησης «λαϊκής» κυριαρχίας με φορά κίνησης προς ένα αδιασάλευτο σκοπό συνθηκών άμεσης δημοκρατίας.

γ) Ενώ οι εκδοχές και αποχρώσεις των βαθμίδων βίαιης και καταναγκαστικής συμμόρφωσης της νεότερης εποχής είναι απροσμέτρητες, απαιτείται να γίνει κατανοητό ότι ο ρατσισμός ήταν η λογική και συνεπέστερη μοντερνιστική κοινωνικοπολιτική εκδοχή. Οι παραδοχές φιλοσόφων όπως οι La Mettrie και de Sade αποτελούν τις συνεπέστερες στοχαστικές διατυπώσεις του φιλοσοφικού περιεχομένου κάθε υλιστικής δομής, ζήτημα που εξετάστηκε εκτενώς στο προαναφερθέν βιβλίο μου. Μερικά σύντομα λόγια δεν βλάπτουν.

i) Φιλόσοφοι όπως οι La Mettrie και Μαρκήσιος de Sade κατάλαβαν ότι η υλιστική νοηματοδότηση της ζωής για να είναι συνεπής πολιτικά και ανθρωπολογικά απαιτεί μια συνεπή πνευματική εκκένωση του ανθρώπου. Δηλαδή, δεν αρκεί το άτομο να προσέρχεται στην υλιστική δημόσια σφαίρα όπως θέλει αλλά θα πρέπει να εκμηδενιστεί ανθρωπολογικά μέσα στην ιδιωτική σφαίρα για να προσέρχεται ως συνεπής και αδιατάραχτος υλιστής στον δημόσιο μηχανοποιημένο βίο. Φιλοσοφικά συνεπέστατα και λογικά, υποστήριξαν ότι υλιστής πολίτης μέσα σε υλιστικό κράτος σημαίνει νοηματοδότηση των πάντων με όρους μηχανοποιημένης θηριώδους ισχύος, κυριαρχίας και εγκληματικών ή και απάνθρωπων σαδιστικών συμπεριφορών που επιβάλλουν την άποψη του ισχυρότερου. Μάταια φιλελεύθεροι και μαρξιστές στοχαστές προσπάθησαν κατά καιρούς να «αποδείξουν» ότι οι στοχαστικές τους συγγένειές με τον Μαρκήσιο είναι ασθενείς ή ανύπαρκτες. Η αλήθεια είναι ότι ίσαμε τις λογικές συνέπειες της υλιστικής νοηματοδότησης της ατομικής και πολιτικής ζωής η λογική απόληξη είναι τα ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα που μεταμφιέζονται ποικιλόχρωμα αλλά έχουν ως συνεπή αξίωση την επίπεδη και αθροιστική αντίληψη μιας εκμηδενισμένης ανθρωπολογίας όχι μόνο μέσα αλλά και εκτός της δημόσιας σφαίρας.

ii) Αν και μέσα στην εκμηδενισμένη ατομική σφαίρα μερικών αυτό ήδη συμβαίνει, λίγοι ανθρωπολογικά μηδενισμένοι θα παραδεχθούν ότι είναι οπαδοί του Μαρκήσιου de Sade ή του La Mettrie και των αντί-αισθητικών μέχρι βρώμικων και εγκληματικών επιλογών τους. Οι de Sade και La Mettrie, εξάλλου, ευφυέστατα εξήγησαν τα όρια.

iii) Ανεξαρτήτως προθέσεων ή βαθμού κατανόησης ότι περί αυτού πρόκειται, η μεταμοντέρνα εθνομηδενιστική αποδόμηση, που επιδιώκεται μάλιστα με τον συνήθη φανατισμένο ζήλο κάθε ιδεαλιστικής παραδοχής, αποτελεί, βασικά, επιστροφή στο μέλλον των ανθρωπολογικών Σοδόμων και Γομόρρων των de Sade και La Mettrie. Η μαζική διάδοση των εθνομηδενιστικών παραδοχών,επιπλέον, αποτελεί είδος προσωρινής φιλοσοφικής τους δικαίωσης, γιατί υποστήριζαν ότι ο μοντερνιστικός υλισμός με το να ανατιμήσει την ύλη εις βάρος των πνευματικών εισροών στην δημόσια σφαίρα απαιτεί μια εκμηδενισμένη ανθρωπολογία και την μηχανοποίηση της ζωής.   

 

Το ιδεολογικό φαινόμενο, λοιπόν, καθώς και η συστηματική ρατσιστική νοηματοδότηση του κράτους-έθνους είναι δυτικοευρωπαϊκό προϊόν του ταραχώδους περάσματος από την φεουδαρχία-δουλοπαροικία στην μετά-Θεοκρατική εποχή. Η διαδρομή των ανθρώπων, όμως, έχει πολύ μεγαλύτερη ιστορικοπολιτική έκταση και δεν περιορίζεται στην μοντερνιστική περίοδο η οποία κάλλιστα, από ορισμένες τουλάχιστον πλευρές, μπορεί να θεωρηθεί ως αφενός οπισθοδρόμηση στην προπολιτική εποχή και ως αφετέρου μεγάλη οπισθοδρόμηση συγκρινόμενη με την κλασική εποχή και κυρίως με την Βυζαντινή Οικουμένη. Εδώ, προφανώς, διαχωρίζω την θέση μου με όσους θεωρούν την μοντερνισμό πρόοδο σε σχέση με τον Μεσαίωνα. Αποτελεί, τονίζω εμφατικά, οπισθοδρόμηση σε προπολιτικές εποχές. Αυτή η θέση χρήζει τρις επισημάνσεις.

          Πρώτον, υπενθυμίζω ότι κάνω διάκριση μεταξύ νεοτερικότητας κα μοντερνισμού. Η νεοτερικότητα ως ένας ευρύτερος και πιο φαρδύς δρόμος συμπεριελάμβανε τόσο μεγάλα επιτεύγματα των ανθρώπων στις τέχνες, στα γράμματα και στην τεχνολογία. Οι άνθρωποι της καθημερινότητας της νεοτερικής διαχρονίας, επιπλέον –και παρά την δυσχερή τους πορεία από την δουλοπαροικία στις ηγεμονίες, στην συνέχεια στην αρχαϊκή αστική δεσποτεία στον επαναστατικό αστικοφιλελευθερισμό, τις εθνοκκαθάρσεις και τις γενοκτονίες, και στην συνέχεια στους δύο τρομακτικούς πολέμους και στην ιδεολογική ηγεμονομαχία που ακολούθησε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα–, κατόρθωσαν να αυτοσυγκροτηθούν ανθρωπολογικά και εθνικά. Το έθνος στην Ευρώπη, εν τέλει, εκκολάφθηκε κατά την διάρκεια της νεοτερικότητας και δεν είχαν όλοι οι ευρωπαίοι στο μυαλό τους την ρατσιστική ανθρωπολογία των ναζί. Ούτε βεβαίως συγκροτήθηκαν ανθρωπολογικά λόγω «συμβολαίου» καθόσον οι ποικίλες ιδιότητες των ανθρωπολογιών των ευρωπαϊκών εθνών είναι πολύ πιο σύνθετες απ’ ότι η θεωρία του συμβολαίου υποθέτει.

            Δεύτερον, η μεγάλη πολιτική ανωμαλία στο εσωτερικό του νεοτερικού ευρωπαϊκού πολιτικού χώρου, ακριβώς έγκειται στο μοντερνιστικό ιδεολογικό φαινόμενο. Στις ανθρωπολογικές διαμορφώσεις δεν προτάχθηκαν πλέον μόνο οι δεσποτικές ηγεμονικές κανονιστικές δομές (οι οποίες λίγο πολύ είχαν και θρησκευτικό-δογματικό χαρακτήρα) αλλά και οι επαναστατικές ιδεολογικές επινοήσεις για επιφάσεις, εποικοδομήματα και «ιδεαλιστικά πεπρωμένα». Αυτό το γεγονός πέραν των προαναφερθέντων κακουχιών και οπισθοδρομήσεων ανέστελλε και μια πιο ταχύρρυθμη φυσιολογική ολοκλήρωση των πρώην δουλοπαροίκων που σιγά-σιγά εξελίχθηκαν στο εσωτερικό των εθνικών ενοτήτων που αναδύθηκαν. Επιπλέον, αυτή η ολοκλήρωση κινήθηκε εν μέσω εμποδίων που έθετε το καθεστώς έμμεσης αντιπροσώπευσης που συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας. Για να το θέσουμε διαφορετικά, είναι ένα πράγμα εάν οι ευρωπαϊκές κοινότητες είχαν συγκροτηθεί σε δημοκρατικό Δήμο εντός του οποίου θα συντελούνταν διαρκώς ανθρωπολογικές διαμορφώσεις και άλλο ο εγκλωβισμός τους επί ηγεμονιών στον δεσποτικό ζυγό και στην έμμεση αντιπροσώπευση στις λογικές της υλιστικής ιδιωτείας (διαχωρισμό δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας και στέρηση της πρώτης από τον πνευματικό κόσμο των πολιτών).

 

Οι πιο πάνω ιστορικές συνθήκες της ευρωπαϊκής νεοτερικότητας εξηγούν το γεγονός ότι όχι μόνο τα ευρωπαϊκά έθνη δεν εξελίχθηκαν φυσιολογικά αλλά επιπλέον η νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος οδήγησε τόσο σε ενδοκρατικές διαστροφές όσο και στο αποικιοκρατικό φαινόμενο. Η αντίληψη του «κρατικού έθνους» και ο αναπόδραστος πλέον ρατσισμός που συμπλέχθηκε με πολέμους, εθνοσοβινισμούς και την αποικιοκρατική περιπέτεια των πολιτικών ελίτ στην οποία έσυραν και τις κοινωνίες τους, είναι ιδιαίτερα και ιδιόμορφα ευρωπαϊκά φαινόμενα που απαιτείται να εξετάζονται υπό το πρίσμα του πλήθους ειδοποιών διαφορών που τα προσδιορίζουν στον τόπο και στον χρόνο. Γι’ αυτό, μάταια πολλοί επιχειρούν να κατανοήσουν την ανθρωπολογική συγκρότηση των υπόλοιπων εθνών με ρατσιστικούς όρους, ή με στερεότυπα που πλάθουν ιστοριογραφικές ανεκδοτολογίες με σκοπό ένα αδιέξοδο εθνομηδενισμό.

    Γι’ ακόμη ένα λόγο, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, οι ανθρωπολογικές διαμορφώσεις στην ιστορική διαχρονία είναι απολύτως αδύνατο να εξιχνιαστούν πλήρως. Τα κοινωνικοοντολογικά γεγονότα καθώς και οι αξιώσεις εθνικής ανεξαρτησίας είναι οι πλέον αξιόπιστες μαρτυρίες. Η πνευματική, πολιτισμική και ανθρωπολογική συγκρότηση όλων των εθνών χάνεται μέσα στο ιστορικό βάθος που είναι εξ αντικειμένου αδύνατο να διερευνηθεί τεκμηριωμένα, εκτός και αν ασήμαντες επί μέρους πληροφορίες μεμονωμένων γεγονότων αξιολογούνται ως σημαντικές για να εκλογικευτεί ένα επιθυμητό όλο. Ένα είναι σίγουρο, το γεγονός ότι αναρίθμητες σμίλες μορφοποιούν τους ανθρώπους και τις συλλογικές οντότητες που ποτέ δεν έπαψαν να επικοινωνούν, να μεταναστεύουν, να συγκρούονται, να συμμαχούν, να συναλλάσσονται, να χωρίζουν όταν οι κοινωνίες είναι ανθρωπολογικά διαφοροποιημένες και να σμίγουν όταν οι κοινωνίες είναι ανθρωπολογικά συγγενείς. Τα αίτια βρίσκονται κρυμμένα βαθιά μέσα στον ανθρωπολογικό πυρήνα κάθε ανθρώπου και κάθε συγκροτημένου έθνους.

Μπορούμε, σε αντίθεση με ιστοριογραφικές καρικατούρες οι οποίες είτε σχετικοποιούν με ιδεολογικά άλματα είτε ανάγουν το μέρος σε γενικό, να σκεφτούμε το διϋποκειμενικά πασίδηλο μακροιστορικό γεγονός ότι  μικρά και μεγάλα ιστορικά κύματα και απροσμέτρητες συμμίξεις και μεθέξεις στο εσωτερικό και μεταξύ των εθνών, των πολιτισμών και των πολιτειών που διήρκησαν επί αιώνες και που έκτισαν τόσο τις πολιτικές-πνευματικές όσο και τις ανθρωπολογικές δομές του ιστορικού χώρου που αρχίζει από το Αιγαίο και προεκτείνεται στο Μικρασιατικό βάθος και στην Μεσόγειο. Η ανθρώπινη διαδρομή ποτέ δεν ήταν ευθύγραμμα ανοδική ή ανθόσπαρτη και ότι μάλλον ποτέ δεν θα είναι. Η ανθρωπολογική διαμόρφωση και η πολιτειακή συγκρότηση και η συγκράτηση των εθνών αυτού του ιστορικού χώρου δεν βασιζόταν σε κάποιες καθιερωμένες εθνοφυλετικές σταθερές ή ρατσιστικές παραδοχές οι οποίες αποτελούν, όπως προείπαμε, θλιβερό προνόμιο της μοντερνιστικής εποχής.

Υπό διαφορετικές κοσμοσυστημικές συνθήκες η διαδρομή των εθνών συνεχίστηκε σε τοπικό επίπεδο και μετά την πτώση της Βασιλεύουσα Πόλης, της Κωνσταντινούπολης. Βασικά, συνεχίστηκε μέχρι την καταστροφή του 1922. Δική μου θέση είναι ότι αυτή η καταστροφή επιδέχεται πολλές ερμηνείες μια εκ των οποίων είναι η ανθρωπολογική εκμηδένιση του ιστορικού χώρου της Βυζαντινής Οικουμένης και η εγκαθίδρυση των μοντερνιστικών-υλιστικών δομών του νεοτουρκικού και νεοελληνικού κράτους που αναίρεσαν πολιτικά οράματα ή και πολιτικά σχέδια (βλ. για παράδειγμα τις θέσεις του Ρήγα Φεραίου) για εθνική ανεξαρτησία και δημοκρατία στον ιστορικό χώρο των εθνών των Βαλκανίων και της Ανατολής.

            Γι’ αυτό είναι επιστημονικά μιλώντας ακατανόητο το γεγονός ότι οι φορείς των μοντερνιστικών ή μεταμοντέρνων ιδεολογιών με απύθμενη επιστημονική προπέτεια και παραβιάζοντας πάγιους κώδικες της δεοντολογίας της επιστήμης ενοχοποιούν την εθνική διαμόρφωση της κοινωνιών της περιφέρειας της Ελλάδας αντί να περιγράψουν το αληθινό προσωπείο των δυναστικών καθεστώτων και των μοντερνιστών συγγενών τους.

       Ιδιαίτερα όσον αφορά το νεοελληνικό κράτος αλλά όπως φαίνεται και το νεοτουρκικό, το πρόβλημα δεν είναι η εθνικά συγκροτημένη πλέον ανθρωπολογία τους αλλά οι μεταπρατικές μοντερνιστικές δομές που τους επιβλήθηκαν, της μεν Ελλάδας την δεκαετία του 1820 και της Τουρκίας επί Ατατούρκ. Αν κάτι είναι λογικό και αυτονόητο στην Ελλάδα, είναι η αναγκαιότητα της ταχύρρυθμης ολικής επαναφοράς της εθνικής δημοκρατικής παράδοσης και η ανάλογη και αντίστοιχη προσαρμογή του ελληνικού κράτους.

    Οι κρατικές δομές λογικό είναι πάντοτε να κατοπτρίζουν κανονιστικά την υποκείμενη ανθρωπολογία. Το πρόβλημα ποτέ δεν ήταν το έθνος αλλά το γεγονός ότι πάνω από ιστορικά διαμορφωμένα έθνη με μακραίωνους πολιτισμούς και πολιτικά επιτεύγματα επιβλήθηκαν υλιστικές πολιτειακές δομές ασύμβατες με τις υποκείμενες ανθρωπολογίες. Το έργο των δεσποτικών καθεστώτων και της μοντερνιστικής λαίλαπας –η παραδοχή ότι «το κράτος προηγείται του έθνους» και η επιβολή ξενόφερτων κανονιστικών εποικοδομημάτων επί ανθρωπολογικά διαμορφωμένων κοινωνικών οντοτήτων–  επιχειρεί τώρα να συνεχίσει το εθνομηδενιστικό κίνημα σε αγαστή συνεργασία με εξωπολιτικούς διεθνικούς δρώντες, κερδοσκόπους, πολυεθνικές εταιρίες κα αξιωματούχους ηγεμονικών κρατών.    

 

Τώρα, ο Φαλμεράιερ και ο κάθε Φαλμεράιερ, είναι καθαρόαιμα τέκνα της φασιστικορατσιστικής πορείας του μοντερνισμού μετά τον 16ο αιώνα. Η όχι και τόσο παράδοξη σχέση των ρατσιστικών ερμηνειών με τις εθνομηδενιστικές –λόγω στενής συγγένειας μεταξύ όλων των μοντερνιστικών και μεταμοντέρνων παραδοχών– προσφέρει την ευκαιρία για κάποιες καταληκτικές συμπερασματικές επισημάνσεις.

Από τα προηγηθέντα συγκρατούμε ως καίριας σημασίας ζήτημα την μακροϊστορική παρατήρηση ότι της μοντερνιστικής περιόδου προηγήθηκε μια ολόκληρη χιλιετηρίδα κατά την διάρκεια της οποίας ενώ στην Βυζαντινή Οικουμένη ο πολιτικός πολιτισμός και η πνευματική ανάπτυξη των εθνών εν μέσω πολλών δυσκολιών κινούταν ανοδικά, στον δυτικοευρωπαϊκό Μεσαίωνα κυριαρχούσε η Ρωμαιοκαθολική θεοκρατία. Τα ισχυρά αντί-πνευματικά σύνδρομα όλων των μοντερνιστικών ιδεολογιών οφείλονται στο γεγονός ότι η Ρωμαιοκαθολική θεοκρατία αποτελούσε τον αντίποδα και τον αντίπαλο της Βυζαντινής Οικουμένης στο εσωτερικό της οποίας ο Χριστιανισμός επηρεασμένος και από τα επιτεύγματα του κλασικού πολιτικού πολιτισμού και τους άλλους συγγενείς με αυτόν εθνικούς πολιτισμούς του Μικρασιατικού βάθους,  έκτισε ένα κοσμοσύστημα –για να χρησιμοποιήσω τον προσφιλή και εύστοχο όρο του Γιώργου Κοντογιώργη– που διαιώνισε επί αιώνες μια δύσκολη μεν αλλά σχετικά επιτυχή ισορροπία μεταξύ της Βασιλεύουσας Πόλης και των εθνών που την συναποτελούσαν.

Λογικά και αναμενόμενα, η Ρωμαιοκαθολική Θεοκρατία ποτέ δεν σταμάτησε να υπονομεύει και να ροκανίζει την Βυζαντινή Οικουμένη και τα πνευματικά, πολιτισμικά και πολιτικά της επιτεύγματα, μιας και ήταν πολιτικά και θρησκευτικά το αντίθετό της. Το ίδιο ισχύει, όμως, για τον υλιστικό μοντερνισμό που διαδέχθηκε την θεοκρατία.

 

Συμπεραίνοντας θα επιχειρήσουμε τώρα να συνοψίσουμε τα επιχειρήματά μας κάνοντας μια ακόμη μακροϊστορική σχετικοποίηση και σύγκριση φαινομένων βαθύτατων προεκτάσεων για διαμόρφωση του κόσμου μέχρι τις μέρες μας:

α) Ο ανθρωπολογικός εξανδραποδισμός που προκάλεσε ο δεσποτισμός, η θεοκρατία και η φεουδαρχία και που δημιούργησε το φαινόμενο των δουλοπαροίκων, δηλαδή, των ανθρωπολογικά ισοπεδωμένων όντων, εξάλειψε τις προϋποθέσεις συγκρότησης πολιτειών κλασικά νοούμενων στην Δυτική Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αφετηριακές ηγεμονίες των Νέων Χρόνων δεν επιχείρησαν κάτι τέτοιο αλλά όπως ήδη τονίσαμε διακυβερνούσαν δεσποτικά. Εξ αυτού του γεγονότος, όλες ανεξαιρέτως οι μοντερνιστικές ιδεολογίες εμπεριέχουν την πολιτική θανατηφόρα προκατάληψη ότι i) οι πολίτες είναι αγελαίο άθροισμα που για να διακυβερνηθεί απαιτείται μια πεφωτισμένη ηγεσία (αρχικά κληρονομική και στην συνέχεια των έμμεσα εκλεγμένων πολιτικών ελίτ) και ii) ότι η ελιτίστικη ιεραρχία είναι θεμιτή και αναγκαία προϋπόθεση ανθρωπολογικής διαμόρφωσης. Τουλάχιστον όσον αφορά τις χαρούμενες ή τις πιο υποψιασμένες και ηγεμονικά επιστρατευμένες εκδοχές των εθνομηδενιστικών ιδεολογημάτων, αυτές οι παραδοχές διαιωνίστηκαν ως έμμονα υποσυνείδητα σύνδρομα. Άλλη ερμηνεία δεν μπορεί να υπάρξει γι’ αυτά τα μεταφυσικά ιδεολογήματα τα οποία αναγκαστικά είναι βαθύτατα επηρεασμένα από τις αντιφάσεις και τις ασυνέπειες της μοντερνιστικής πολιτικοστοχαστικής διαδρομής. Αριθμητικά αυτή η αποδομητική αντίληψη είναι σήμερα κυρίαρχη στα δυτικά πανεπιστήμια και οι συνέπειες για όσους γίνονται θύματά της είναι πασίδηλες και αυτονόητες.

β)  Η μεταμοντέρνα εθνομηδενιστική θεώρηση στην οποία αναφερθήκαμε μόλις, είναι, βασικά, αποτελματωμένη στην αδιέξοδη θέση –και πολιτικά διεστραμμένη θέση, επαναλαμβάνω, γιατί εμποτίστηκε από την ιστορικά ατυχή σχέση δουλοπαροίκων-εξουσίας στην μετά-θεοκρατική εποχή– ότι το κράτος προηγείται του «έθνους». Αφού έπρεπε να υπάρξει μια τεχνητή ανθρωπολογία αυτό έπρεπε να επιτευχθεί εύκολα με το να ενοποιηθούν υλιστικά-ηγεμονικά οι διαφοροποιημένοι και στερούμενοι πνευματικής καλλιέργειας δουλοπάροικοι. Οι δουλοπάροικοι, εν ολίγοις, δεν είχαν τις ιδιότητες του πολίτη, και ο μοντερνισμός βαθιά επηρεασμένος από αυτή την ιστορική μνήμη που δημιουργεί ελιτίστικες ψυχώσεις και σύνδρομα, ζητά, βασικά, να διαιωνιστεί στο διηνεγκές η αντίληψη «οι κρατικοί θεσμοί προηγούνται της ανθρωπολογικής διαμόρφωσης» (οι σημερινές για παράδειγμα παρωχημένες «θεσμικές θεωρήσεις» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δηλαδή, επιζητούνται ιδεολογικές επινοήσεις κρατικών κατασκευών στο εσωτερικό των οποίων το ταραχοποιό πνεύμα των πολιτών δεν έχει θέση και όπου ακόμη και ένας αθροιστικός ανθρωπολογικός ακταρμάς θα μπορούσε να λειτουργήσει πολιτικά ευθύγραμμα, «υπάκουα», εύρυθμα και «αποτελεσματικά». Η υλιστική διακυβέρνηση είναι το μέσο και ο σκοπός.

Για τον εγγενώς αντί-πνευματικό χαρακτήρα των υλιστικών ιδεολογιών υπάρχουν τα μοναδικά και ανεπανάληπτα κείμενα του Παναγιώτη Κονδύλη, ιδιαίτερα το Κριτική της μεταφυσικής στην νεότερη σκέψη αλλά και για όποιον έχει την στοχαστική αντοχή να το αντέξει και έτσι την τύχη να το καταλάβει το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Εδώ συγκρατούμε και επισημαίνουμε το γεγονός ότι η διολίσθηση από την αντί-θεοκρατία στον υλισμό και στην αντί-πνευματικότητα είχε ως συνέπεια την προαναφερθείσα σταδιακή κυριαρχία του διαστρεμμένου ιδεολογήματος με προεκτάσεις μέχρι τις μέρες μας.

Ο σύγχρονος εθνομηδενισμός, ακριβώς, έχει τις ρίζες του στην εποχή των δουλοπαροίκων και στην βαθιά ριζωμένη πεποίθηση στην πολιτική κουλτούρα των δυτικών ελίτ ότι ένα κράτος μπορεί να συγκροτηθεί ανθρωπολογικά  και πολιτικά με υλιστικές μόνο μεθόδους. Ακόμη πιο σημαντικό, η ειδοποιός διαφορά όσον αφορά τον σύγχρονο εθνομηδενισμό, τον οποίο επαγγέλλονται πλέον νέες δυναμικές συσπειρώσεις διεθνικών ιδεολόγων, είναι ότι αν ένα έθνος «δυστυχώς» έχει ήδη διαμορφωθεί ανθρωπολογικά θα πρέπει να αποδομηθεί για να κυβερνιέται απρόσκοπτα.

Το επιστημονικό και στοχαστικό τερατούργημα γίνεται άπιαστο και ακατανίκητο όταν όλα αυτά τα παρωχημένα ιδεολογήματα αναμιγνύονται με μεταφυσικές θέσεις περί πολυπολιτισμού, ζήτημα που έθιξα ακροθιγώς πιο πάνω. Την εσχατολογία των μοντερνιστικών ιδεολογιών την διαδέχθηκε η εσχατολογία των πολυπολιτισμικών κρατών (ή ακόμη και του πολυπολιτισμικού πλανήτη). Φλυαρίες, δηλαδή, περί ενός κόσμου ιδιωτών που περιφέρονται χρησιμοθηρικά, συμπεριφέρονται αλτρουιστικά και που αποδέχονται την κατανομή των πόρων φιλεύσπλαχνα. Η ανθρωπολογία τους θα είναι επίπεδη και εθνομηδενισμένη. Αυτό είναι το όραμα πολλών ιδεολογικά προσανατολισμένων θεωρημάτων στα δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Στις ΗΠΑ, τα ίδια ρεύματα σκέψης ενέχουν μια άλλη διάσταση καθότι από καιρό ο εθνομηδενισμός ως «συνταγή για τρίτους» είναι διακηρυγμένα και κατ’ ομολογία ένα από τα κυριότερα εργαλεία της εθνικής τους στρατηγικής.

 γ) Όπως υποστηρίζω στο Κοσμοθεωρία των Εθνών, η καθολικά αντί-Αριστοτελική πορεία του μοντερνισμού αποτέλεσε τελικά τον σκληρό φιλοσοφικό πυρήνα στο εσωτερικό της νεοτερικότητας (η οποία, νεοτερικότητα, επαναλαμβάνω, ήταν ένας πολύ πιο φαρδύς πολιτικός και πνευματικός δρόμος μέσα στον οποίο πορεύονταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες). Η κυριαρχία αντί-Αριστοτελικών παραδοχών σήμαινε, βασικά, ότι η Δύση μετά τον 16ο αιώνα αυτοκτόνησε πολιτικά και στοχαστικά. Αυτό μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Η αποδυνάμωση της Ρωμαιοκαθολικής θεοκρατίας αντί να οδηγήσει στην ανθρωποκεντρική αριστοτελική συγκρότηση και συγκράτηση των εθνών της Ευρώπης οδήγησε σε ποικίλες εκδοχές της παραδοχής περί «κρατικού έθνους» που λίγο ή πολύ διαποτίζει σχεδόν οτιδήποτε ειπώθηκε ή γράφτηκε στις Δυτικές ηγεμονίες των Νέων Χρόνων. Κυρίως, όμως, διαποτίζει τα πολιτικά και πνευματικά ελίτ με αποτέλεσμα να προσκολλώνται στην έμμεση αντιπροσώπευση και να βλέπουν εχθρικά κάθε κίνηση με φορά προς άμεση δημοκρατία και μια βαθύτερη ανθρωπολογική διαμόρφωση με όρους δημοκρατίας και κοινωνικής ελευθερίας.

Ύστεροι φτωχοί συγγενείς είναι οι ελληνικής καταγωγής φανατισμένοι μεταμοντέρνοι θιασώτες μιας επίπεδης ανθρωπολογίας που αναμενόμενα αρνείται τα πολιτικά και πολιτισμικά κεκτημένα των κοινωνιοκεντρικά κτισμένων εθνικών κοσμοθεωριών της Βαλκανικής και Μεσογειακής περιφέρειας και που θέλει να αντιστρέψει το έθνος ως πνευματικό, πολιτικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο για να το μετατρέψει σε ένα συνονθύλευμα πνευματικής εξαθλίωσης επιπέδου δουλοπαροίκων. Οι αποδομηστές, για παράδειγμα, συσπειρωμένοι σε διεθνικές συνάξεις πεισματικά και παιδαριωδώς επιχειρούν να υποστηρίξουν ότι οι κοινωνίες της Βαλκανικής και της Μικρός Ασίας είναι δημιουργήματα της φαντασίας και ότι πίσω τους δεν υπάρχει μια μακραίωνη πνευματική, ανθρωπολογική και πολιτική διαμόρφωση.  

            δ) Στο μυαλό των ημέτερων ελλήνων εθνομηδενιστών δεν χωράει το γεγονός ότι ιστορικοπολιτικά καταμαρτυρείται πως το έθνος συγκροτείται ανθρωπολογικά, πολιτισμικά και πολιτικά μέσα από μακραίωνες και εν πολλοίς άγνωστες συμμίξεις και μεθέξεις ατομικών και συλλογικών οντοτήτων απέραντης και απύθμενης ετερότητας (και ότι η μοντερνιστική υλιστική αντίληψη είναι αφύσικη και εγγενώς ρατσιστική). Πάντως, έστω και συντομογραφικά, απαιτείται να συνοψίσουμε το γεγονός ότι τα μοντερνιστικά διεθνιστικοϋλιστικά δόγματα αναμίχθηκαν και εξελίχθηκαν άναρχα υπό το πρίσμα τριών κύριων ρευμάτων, i) του αστικοφιλελευθερισμού που διαδέχθηκε τις αρχικές αστικές ηγεμονίες), ii) του μαρξισμού (που φιλοδόξησε να τον διαδεχθεί σπρώχνοντας την υλιστική αντίληψη ίσαμε τις λογικές διεθνιστικοϋλιστικές συνέπειές της) και του ii) ναζισμού (που αποτελεί την συνεπέστερη και πιο «αποτελεσματική» μοντερνιστική ιδεολογία). Βασικά, έτσι προέκυψε η «ιδεολογία» ως αντικατάστατο της δημοκρατίας, έτσι γεννήθηκε η έμμεση αντιπροσώπευση (κατ’ ευφημισμό έμμεση «δημοκρατία») ως υποκατάστατο της Δημοκρατίας κινούμενη όμως με φορά δεσποτική και έτσι γεννήθηκαν τα ιδεολογικά μεταμφιεσμένα ηγεμονικά μοντερνιστικά δόγματα.

ε) Ο δυτικός ηγεμονικός μοντερνισμός δεν περιορίστηκε μόνο στις γενοκτονίες και στις εθνοκαθάρσεις που εκτελέστηκαν στην Δυτική Ευρώπη και στην Βόρειο Αμερική αλλά οδήγησε στην κατάληψη του πλανήτη ολόκληρου επί αιώνες. Ο λόγος αυτής της ιμπεριαλιστικής επέκτασης είναι βαθύτατα ριζωμένος σε κάθε υλιστικό ιδεολογικό δόγμα: Όπως επισημάναμε πιο πάνω, εγγενώς ως φιλοσοφικά δόγματα όλες οι ιδεολογίες νοηματοδοτούν τις ανθρώπινες σχέσεις όχι με όρους πολιτικής αλλά με όρους ισχύος και αυτοσυντήρησης (και ασφαλώς κυριαρχίας). Όπως προείπαμε, αν και η διαδρομή των ανθρώπων από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα δεν ήταν ανθόσπαρτη και ποτέ δεν θα είναι, η τρικυμισμένη πορεία προς την Πολιτική Ιθάκη εν μέσω Λαιστρυγόνων, Κυκλώπων και Σειρήνων είχε μια ανοδική φορά, δηλαδή την ανοδική πολιτική, πολιτισμική και ανθρωπολογική συγκρότηση των εθνών την οποία βαθιές ιστορικές ματιές όπως του Ρήγα Φεραίου και του Καβάφη αποτυπώνουν με θαυμαστή ακρίβεια. Μετά τον 16ο αιώνα, όμως, η νέα (πολιτική) μεταφυσική που διαδέχθηκε την Ρωμαιοκαθολική θεοκρατία και που φθάνει μέχρι τους ημιμαθείς σημερινούς μεταμοντέρνους, σήμαινε οδυνηρές εμπειρίες για την ανθρωπότητα: Η νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος από τον μοντερνισμό και τα εγγενώς ρατσιστικά συνοδευτικά δόγματά που οδήγησαν στην κατάληψη του πλανήτη, στην αποικιοκρατική καταλήστευση των εθνών, στην αναστολή της δύσκολης μεν αλλά ανοδικής πολιτικής και ανθρωπολογικής τους πορείας, στην εμπέδωση του μαντρώματος των ανθρώπων (δόγμα κυριαρχίας) ως κύριο τρόπο πολιτειακής συγκρότησης και στο μετά-αποικιακό μετά-ηγεμονικό κόσμο όπου κυριάρχησε η δήθεν ιδεολογική ηγεμονομαχία Σοβιετικής Ένωσης και ΗΠΑ η οποία αποτέλεσε ενέπλεξε άχαρα ματώνοντας όλα τα έθνη του πλανήτη σε μια άνευ πολιτικού περιεχομένου διαπάλη πολλών αιώνων.

ζ) Εις πείσμα των διενιστικοϋλιστικών δογμάτων και των συγκρούσεων που αυτά υποκίνησαν, η εθνική συγκρότηση ποτέ δεν σταμάτησε, ακόμη και στην Ευρώπη. Ειρωνικά, και στην Δυτική Ευρώπη, όπου σιγά σιγά οι δουλοπάροικοι μορφώθηκαν, οι πολίτες ολοένα και περισσότερο αξιώνουν τον ρόλο του εντολέα. Αυτή η τάση θα αποδυναμώνεται μόνο εάν η ελιτίστικη-δεσποτική έμμεση αντιπροσώπευση κινείται με φορά προς έμμεση δημοκρατία και με προορισμό την άμεση δημοκρατία: Όσο πιο κοντά στην πολιτική εξουσία και όσο πιο άμεση εποπτεία ασκεί ο πολίτης-εντολές πάνω στην εντολοδόχο εξουσία τόσο περισσότερο Δημοκρατία έχουμε, και το αντίστροφο. Τα υπόλοιπα, δηλαδή ιδεολογίες, κόμματα και τα λοιπά, είναι κατάλοιπα του μοντερνισμού που δρουν ανασταλτικά στην δημοκρατική ανάπτυξη των εθνών. Εθνών, ακριβώς, τα οποία σταδιακά από μόνα τους και παρά το τεράστιο βάρος των μοντερνιστικών ιδεολογικοφιλοσοφικών δογμάτων, αναπτύσσουν τις εθνικές τους κοσμοθεωρίες. Εδώ τονίζω: Εθνικές κοσμοθεωρίες που αποτελούν κτίσματα πολιτισμού, πολιτικού πολιτισμού και ανθρωπολογιών που καμιά σχέση δεν έχουν με το ρατσιστικά νοούμενο κράτος-έθνος («κράτος → «έθνος»: οι εξωπολιτικοί νόμοι των ελίτ δημιουργούν μια νομικίστικη και αδιαφοροποίητη ανθρωπολογία, παράδοση).

η) Η τραγική μοντερνιστική διαδρομή των τεσσάρων τελευταίων αιώνων άφησε πολλά αποτυπώματα: Πρώτον, ακόμη και στην Δύση το κράτος-κυριαρχία υπονομεύτηκε εσωτερικά από την ίδια την εθνική ανάπτυξη δημιουργώντας το κυρίαρχο Εθνοκράτος το οποίο ορθώς κάθε εθνική κοινωνία διαφυλάττει ως κόρη οφθαλμού. Δεύτερον, γεννήθηκαν αναρίθμητα αίτια πολέμου με μοναδική βασικά πηγή τις ατασθαλίες των διεθνιστικοϋλιστικών δογμάτων από το 16ο αιώνα μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα. Τρίτον, η αναπόδραστη παρακμή των ηγεμονικών ελεφάντων προκαλεί συγκρούσεις με πιο πρόσφατη την ηγεμονομαχία του 20ου αιώνα και την δονκιχωτική αμερικανική προσπάθεια των δύο τελευταίων δεκαετιών να συνεχίσει το πλιάτσικο των πλουτοπαραγωγικών πόρων. Τέταρτον, η ίδια η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση από αμιγές λειτουργιστικό-υλιστικό εγχείρημα ανέτρεψε όλες τις προβλέψεις των αναρίθμητων μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων και μετατράπηκε σε πρότυπο μετά-νεοτερικό εθνοκρατοκεντρατικό φαινόμενο. Βέβαια, έχει πολύ δρόμο να διανύσει και υπονομεύεται από την έλλειψη στρατηγικής συνοχής και την στρατηγική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Πέμπτον, η παρακμή των μοντερνιστικών ηγεμονιών συνοδεύεται από το πιο συγκλονιστικό γεγονός της ιστορίας: Αναδύονται μικρά και μεγάλα έθνη τα οποία αναζητούν μια πραγματική εσωτερική δημοκρατία, ένα πολιτικό σύστημα που να είναι συμβατό με την ιστορικά κτισμένη ανθρωπολογία τους και την ανάδυση της εθνικής ανεξαρτησίας ως της κοσμοθεωρίας όλων των εθνών (εξ ου και ο τίτλος του ανωτέρω ομώνυμου βιβλίου μου).

θ) Το τελευταίο ζήτημα είναι ίσως και η ουσία και η ειδοποιός διαφορά. Ο κόσμος βασικά ολοένα και περισσότερο αφήνει πίσω το μοντερνιστικό δόγμα ότι η δημόσια πολιτειακή σφαίρα πρέπει να είναι υλιστική. Αν και ποτέ δεν κατόρθωσαν να φτιάξουν αμιγείς υλιστικές δημόσιες σφαίρες –αυτές βρίσκονται μόνο στην φαντασία των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων που ενώ αλλού αποδυναμώνονται στην Ελλάδα κυριαρχούν ολοένα και περισσότερο προαναγγέλλοντας τον πολιτικό και πολιτειακό της θάνατο– ο μοντερνισμός και μεταμοντερνισμός ριζωμένοι στην παράδοση του κράτους-δουλοπαροίκων επιζητούν πολιτειακές δομές εξωπολιτικά νομικά προσδιορισμένες και αντιπαθούν ή καταπολεμούν κάθε εισροή στην δημόσια σφαίρα του πνευματικού κόσμου των πολιτών.

Πριν τον μοντερνισμό, όμως, αυτό ήταν ύβρις. Ακόμη πιο σημαντικό, ο αποκλεισμός του πνευματικού κόσμου των πολιτών από την δημόσια σφαίρα πέραν του ότι εγκαταλείπεται πλέον και  στην Δυτική Ευρώπη ή στις ΗΠΑ, στον «ξεχασμένο» υπόλοιπο κόσμο τον οποίο τα ηγεμονικά ελιτ της Δύσης σκέπτονται μόνο ως χώρο νέο-αποικιακού πλιάτσικου πλουτοπαραγωγικών πόρων, συντελείται κοσμογονία. Στα εννέα δέκατα περίπου του πλανήτη τα έθνη αναπτύσσονται με το να αναβιώνουν τις εθνικές τους κοσμοθεωρίες, να αφήνουν τον πνευματικό κόσμο των ανθρώπων (συμπεριλαμβανομένων και των μεταφυσικών δογμάτων) να εισρεύσει ως ο κύριος διαμορφωτικός παράγων των ανθρωπολογικά θεμελιωμένων νόμων και να αναπτύσσουν την εθνική ανεξαρτησία ως κύριο δόγμα της διπλωματίας τους. ως διεθνολόγος, θα το πω και διαφορετικά: Ο πλανήτης γίνεται ολοένα και πιο δύσκολος για τους επίδοξους ληστές των νέο-μοντερνιστικών δογμάτων (εκ των οποίων τα νεοελληνικά αποδομηστικά δόγματα στην Ελλάδα και στην Κύπρο είναι τα πιο ευτελή, τα πιο ξεπεσμένα, τα πιο ημιμαθή και τα πιο εξυπηρετικά των ηγεμονικών συμφερόντων – από μόνο του το σχέδιο Αναν για το κυπριακό και αυτά που λέχθηκαν ή διαπράχτηκαν γύρω από αυτό το καταμαρτυρείται).

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός VΙ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 16 Ιανουαρίου 2010

του καθηγητή Παν. Ηφαιστου

6.  Εθνική ανθρωπολογία και επερχόμενα πολιτικά και διεθνοπολιτικά γεγονότα

 

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που φανέρωσε στους πολλούς το ψεύδος όλων των μοντερνιστικών ιδεολογικών δογμάτων, το αδιέξοδο γίνεται ολοένα και περισσότερο υπαρξιακό για τους πολιτειακούς φορείς των δυτικών κυρίως κρατών. Στον υπόλοιπο κόσμο οι κοινωνίες, μετά το σπάσιμο των αλυσίδων της ιδεολογικής διαμάχης του 20ού αιώνα –προηγήθηκαν πολλοί αιώνες αποικιοκρατίας, ηγεμονισμού, εθνοκαθάρσεων και γενοκτονιών– κινούνται ραγδαία προς τον σωστό πλέον προσανατολισμό, με την έννοια των πολιτικοστοχαστικών στάσεων που είναι συμβατές με την ιστορική οντολογική θεμελίωσή τους και διαμόρφωσή τους. Το στοίχημα για περισσότερα έθνη δεν είναι κάποιο εθνομηδενιστικό στοίχημα αλλά η δύσκολη και δυσχερής κοινωνικοπολιτική τους συγκρότηση με τρόπο συμβατό με την υποκείμενη ανθρωπολογία κάθε ανεξάρτητου έθνους.

Η δημοκρατία, η κοινωνική ελευθερία και η πολιτική ελευθερία πλέον, στο βάθος του επερχόμενου μέλλοντος, μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνο ως η συγκρότηση και η συγκράτηση πολιτειακών δομών συμβατών με μια φυσιολογικά εξελισσόμενη ανθρωπολογία. Με αυτό εννοούμε όσο το δυνατό λιγότερες εξωγενείς επιδράσεις, όσο το δυνατό ανεπηρέαστα από ηγεμονικές επιρροές, όσο το δυνατό λιγότερους ή και καθόλου ανθρωπολογικούς πειραματισμούς και η διαφύλαξη της μη ρατσιστικά νοούμενης ανθρωπολογικής διαμόρφωσης ως κόρη οφθαλμού. Όπως ήδη τονίσαμε, αυτό σημαίνει τόσο αυτοσυγκρότηση και αυτοθέσμιση στην βάση τόσο του πνευματικού όσο και του αισθητού κόσμου κάθε κοινωνικής οντότητας όσο και αποφυγή ανθρωπολογικού βιασμού με την ενθάρρυνση της λαθρομετανάστευσης στην βάση αποδομηστικών ιδεολογικών κριτηρίων και πολιτειακών πειραματισμών (Κύπρος με το σχέδιο Αναν, Βοσνία, Ιράκ) που όλως περιέργως επιχειρούνται εις βάρος βεβαρημένων κρατών αλλά όχι εις βάρος μεγάλων κρατών (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Ισπανία, Ρωσία).

 

Ανεξαρτήτως μεμονωμένων και τοπικού χαρακτήρα συμβάντων, ένας συγκεκριμένος πολιτικός προσανατολισμός αποτελεί, μάλλον, πνευματικό και πολιτικό μονόδρομο: Ανεξαρτήτως τοπικών και περιφερειακών ιδιομορφιών ο εμπλουτισμός της εθνοκρατικής δομής με τον πνευματικό κόσμο των πολιτών ενός ολοένα και πιο δομημένου εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος μπορεί να σημαίνει ολοένα και μεγαλύτερη δημοκρατία και μια ολοένα και πιο βαθιά μη ρατσιστικά-μοντερνιστικά νοούμενη ανθρωπολογία. Δημοκρατία όχι βεβαίως ιδεολογικά και στρεβλά νοούμενη ως έμμεση αντιπροσώπευση ή ως κάποιου είδους θεοκρατική ιεραρχία, αλλά ως εκείνη η κατάσταση η οποία είτε δημιουργεί τις προϋποθέσεις άμεσου ελέγχου των πολιτών-εντολέων επί των εντολοδόχων εξουσιών ή μιας δομής με σαφή και προδιαγεγραμμένη φορά κίνησης προς αυτό τον προσανατολισμό.

Αυτή η επισήμανση, βεβαίως, απαιτεί βάσιμη σχετικοποίηση υπό το πρίσμα των ιστορικοπολιτικών εμπειριών και της διαδρομής των κρατών και του διεθνούς συστήματος. Με όρους μακροιστορικού χρόνου η διαδρομή σήμαινε, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, μια ταραχώδη αλλά ανοδική πορεία από την προπολιτική-βαρβαρική εποχή στην εποχής του πολιτικού πολιτισμού στην κλασική αρχαιότητα, στην συνέχεια στην Αλεξανδρινή περίοδο, την οποία διαδέχθηκε η ελληνιστική εποχή, η Ρωμαϊκή εποχή και στην συνέχεια από την αντιθετική πορεία της θεοκρατούμενης Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της ανθρωποκεντρικά προσανατολισμένης Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Αυτή η δυσχερής, πολυτάραχη και πλήρης προβλημάτων συγκρότηση του πολιτισμού μετά την έξοδο από τη βαρβαρότητα μέχρι και την πτώση της Βυζαντινής Οικουμένης, ήταν εν τούτοις, πολιτικά, πολιτισμικά και πολιτειακά ανοδική. Μετά την επέλαση του υλισμού κατά την διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων αιώνων, ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής, συγκροτήθηκε διαφοροποιημένα: Σε ένα επίπεδο κινούνταν οι υλιστικές αυτοκρατορίες και στο υποκείμενο ανθρωπολογικό επίπεδο τα έθνη κτίζονταν ερήμην και εις πείσμα των ηγεμονικών και ιδεολογικών εποικοδομημάτων.

Ναι μεν για παράδειγμα όπως προείπαμε το διεθνές δίκαιο συγκροτήθηκε με όρους κυριαρχίας και αυτοσυντήρησης αλλά στην συνέχεια τα ανεξάρτητα εθνοκράτη αξίωσαν και αξιώνουν ολοένα και περισσότερο την εκπλήρωση της εθνικής ανεξαρτησίας, έννοια πνευματικά γεμάτη που αποτελεί, όπως υποστήριξα την κοσμοθεωρία των εθνών. Μια δηλαδή πνευματική αντί-ηγεμονική αντίληψη συμβατή με την ανθρωπολογική δομή του κόσμου όπως εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε εθνοκρατοκεντρικά.

Παρά την εξέλιξη του κόσμου και την πορεία του πάνω σε προδιαγεγραμμένες πλέον εθνικές γραμμές, οι μοντερνιστικές ιδεολογίες συμπεριλαμβανομένων και των διάδοχων μεταμοντέρνων, φαίνεται να μην έχουν διδαχθεί το παραμικρό. Έτσι, μιλούν ακόμη, για ρατσισμούς και για ανθρωπολογικές αποδομήσεις, και «οραματίζονται» ουτοπικά κάποιο φανταστικό μετά-εθνικό κόσμο ατομιστών ιδιωτών αγνώστου ανθρωπολογικού περιεχομένου, αγνώστου δικαιοσύνης και ασφαλώς αγνώστου είδους (διανεμητικής) διακυβέρνησης. Πρόκειται για μια αδιέξοδη συζήτηση που όπως προανέφερα οφείλεται σε κεκτημένη μοντερνιστική ταχύτητα.  

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός V

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 14 Ιανουαρίου 2010

του καθηγητή Παν. Ηφαιστου

5.    Ο μοντερνιστικός υλισμός στα τρία επίπεδα ανάλυσης: άνθρωπος, κράτος, διεθνές σύστημα

 Ο μοντερνιστικός υλισμός αφορά και τα τρία επίπεδα εκτιμήσεων για τον χαρακτήρα και την πορεία των εθνών, των κρατών και του διεθνούς συστήματος:

α) Στο επίπεδο του κράτους οι μοντερνιστικές ιδεολογίες επειδή το ιδεολογικό δόγμα προτάσσεται στους ανθρώπους βρίσκεται σε αντίθεση με την ιστορικοπολιτική εμπειρία: Ιστορικά καταμαρτυρείται ότι η ανθρωπολογική διαμόρφωση προηγείται και ότι ακολουθεί αξίωση πολιτικής κυριαρχίας (εθνικής ανεξαρτησίας). Η ιστορική εμπειρία όλων των εθνών, επιπλέον, είναι διαφορετική από την προαναφερθείσα ατυχή διαδρομή δουλοπάροικοι → νόμος-κράτος → υλιστική ανθρωπολογία, άλλοτε νοούμενη ως αγελαία χρησιμοθηρική συνύπαρξη υπηκόων ηγεμονικά κυβερνούμενων και άλλοτε ως φυλετική συγγένεια όταν επιζητείται μια αδιασάλευτη ανθρωπολογική συνοχή. Όπως τονίσαμε, η εμπειρία των εθνών ακόμη και στην φάση της αποικιοκρατίας που διήρκεσε επί πολλούς αιώνες, είναι ότι η ανθρωπολογική συνοχή δεν επιτυγχάνεται μέσα σε προκατασκευασμένες νομικοθεσμικές δομές αλλά ότι συντελείται τόσο με κριτήρια πνευματικά όσο και με κριτήρια αισθητά. Σύμμιξη, μέθεξη και ολοκλήρωση ανθρωπίνων ετεροτήτων, είπαμε ότι έχουμε, και όχι τεχνικά κατασκευασμένες ανθρωπολογίες που παράγονται μέσα σε δοκιμαστικούς υλιστικούς σωλήνες. Ακόμη πιο σημαντικό, στην συγκροτημένη κοινωνικοθεωρητική του αντίληψη, αυτή η κοινωνιοκεντρική προσέγγιση θεωρεί την πνευματική ανάπτυξη αναγκαία προϋπόθεση και την εισροή του πνευματικού κόσμου των πολιτών ως τον κυριότερο διαμορφωτικό παράγοντα του Πολιτικού και της Δημοκρατίας.

β) Στο επίπεδο του ανθρώπου ως πολιτικό ον ο μοντερνιστικός υλισμός ανεξαρτήτως είδους υλιστικού-ιδεολογικού δόγματος ή απόχρωσης, λίγο πολύ προϋποθέτει τα εξής:

i) Προσερχόμενος μέσα στην δημόσια σφαίρα ο πολίτης απαιτείται να αποφασίζει με υλιστικά κριτήρια και στην βάση υπερεμπειρικών ορθολογιστικών και εξωπολιτικά προσδιορισμένων νόμων, οι οποίοι εν πολλοίς προϋποτίθενται προγραμματικά (τα ατομικά, βασικά υλιστικά, «δικαιώματα» και όχι δικαιώματα δημοκρατικά προσδιορισμένα και συμβατά με την ανθρωπολογική ετερότητα κάθε κοινωνίας). Στην συνέχεια, τυπολογικά μιλώντας, γιατί στην πράξη αυτό ποτέ δεν ίσχυσε, οι νόμοι αυτοί επιδέχονται ελάχιστες ή και καθόλου θεμελιακές αλλαγές. Έτσι, γύρω από την δημόσια σφαίρα κτίζονται υλιστικά τείχη και τα άτομα που εξέρχονται από την ιδιωτική-ατομική σφαίρα εισερχόμενοι μέσα στην δημόσια σφαίρα είναι νομικά υποχρεωμένα να αφήνουν τον πνευματικό τους κόσμο έξω από αυτά τα τείχη.

ii) Μέσα στην ιδιωτική σφαίρα που οχυρώνεται νομικοθεσμικά ως περίπου απαραβίαστο άσυλο ο καθείς «μπορεί» «να είναι και να κάνει ότι θέλει». Κατά κάποιο τρόπο, αυτό είναι και καρότο σκανδαλισμού των ανθρώπων όχι για να διασφαλιστεί το απαραβίαστο της προσωπικής ζωής του καθενός αλλά για να ενθαρρυνθεί το άτομο να κατατείνει στην ιδιωτεία και να αφήνει ήσυχη την δημόσια σφαίρα από ψυχόρμητα και από εν γένει ιδιομορφίες της ανθρωπολογικής ετερότητάς του. Πιο κάτω θα τονίσω ότι ο μεταμοντερνισμός είναι βασικά όλο εκείνο το σύστημα θεωρήσεων και ιδεολογημάτων που έχοντας κατανοήσει ότι αυτή η πολιτειακή σχιζοφρένεια (:αδιαφοροποίητο άτομο μέσα στην δημόσια σφαίρα και πνευματικό ον προικισμένο με ανθρωπολογική ετερότητα μέσα στην ιδιωτική σφαίρα) προκαλεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του κράτους. Όταν δηλαδή ένα πρόσωπο εισέρχεται στην δημόσια σφαίρα ανεξάρτητα του γεγονότος ότι αυτό προνοεί ο νόμος, δεν αφήνει την ανθρωπολογική ετερότητά του έξω από τα υλιστικά νομικοθεσμικά τείχη. Μέσα σε αυτά τα στενόχωρα νομικοθεσμικά τείχη, βασικά, η ανθρώπινη ετερότητα ασφυκτιά. Έτσι, ένα από τους πολλούς κοινούς παρανομαστές των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων είναι η επιδίωξη αποδόμησης του προσώπου μέσα στην ιδιωτική σφαίρα για να καταστεί το άτομο συμβατό με την υλιστική δημόσια σφαίρα. Βασικά, είτε αυτό γίνεται συνειδητά είτε ανεπίγνωστα, αυτή είναι και η κύρια αιτία των εθνομηδενιστικών αξιώσεων.

iii) Εν τέλει, το ζητούμενο κάθε πολιτειακής οργάνωσης είναι η ηθική επικύρωση και η δεσμευτικότητα των κανονιστικών αρχών ούτως ώστε να συγκρατούνται δεσμευτικά οι πολιτειακές δομές και οι πολιτειακοί νόμοι. Όντας οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, η θεοκρατία και ο εξίσου μεταφυσικός ορθολογισμός που την διαδέχθηκε είναι πολιτικά μιλώντας πανομοιότυπα δόγματα: Στην Ρωμαιοκαθολική θεοκρατία η ηθική νομιμοποίηση και κανονιστική κύρωση αντλούσε από την Επουράνια θεία βούληση και τους Εντεύθεν αυτόκλητους αντιπροσώπους της. Στο εγγενώς υλιστικό μοντερνιστικό κίνημα η πολιτειακή συγκρότηση και συγκράτηση εξαρτώνται από ανθρωπολογικά συγκολλητικά ωφελιμιστικά, χρησιμοθηρικά και ατομιστικά κριτήρια και από «δικαιώματα», όπως προείπαμε, εξωπολιτικά-υπερεμπειρικά προσδιορισμένα. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κονδύλης (Κριτική της Μεταφυσικής) «οι εκπρόσωποι του νεότερου ορθολογισμού θέλησαν να προσδώσουν στις δικές τους αξίες την ίδια υπέρτατη αντικειμενικότητα, την οποία διεκδικούσαν όσες αξίες συνδέονταν με την παραδοσιακή μεταφυσική. Αυτό αποτελούσε τελεσφόρο όπλο στην ιδεολογική πάλη, όμως το αντίτιμο στάθηκε η ασυνείδητη αποδοχή θεμελιωδών δομών της παραδοσιακής μεταφυσικής. Για να βρουν δηλαδή ένα Εκείθεν ικανό να εκπληρώσει ηθικές κανονιστικές λειτουργίες οι πρωτοπόροι του νεότερου («αντιμεταφυσικού») ορθολογισμού χρειάστηκε να καταφύγουν σε έννοιες όπως Φύση, Άνθρωπος, Λόγος, Ιστορία, οι οποίες είχαν μια υπερεμπειρική διάσταση στο φως της οποίας βλεπόταν κι αξιολογούνταν η εμπειρική. Στόχος παρέμεινε η συμμόρφωση της δεύτερης με την πρώτη, π.χ. η εναρμόνιση της συμπεριφοράς και του τρόπου σκέψης του εμπειρικού ανθρώπου με τις επιταγές της Ιδέας του Ανθρώπου και κάποιου υπερατομικού Λόγου ή ρύθμιση των επιμέρους ανθρωπίνων πράξεων σε συμφωνία με την πορεία και το νόημα «της» Ιστορίας».

γ) Στο επίπεδο του διεθνούς συστήματος ο μοντερνιστικός υλισμός ενέχει δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες προεκτάσεις.

i) Αφενός, η λογική εξέλιξή του είναι να μετατρέπεται σε διεθνιστικό ιδεολογικό κοινωνικοπολιτικό δόγμα ανθρωπολογικής και πολιτικής ενοποίησης του πλανήτη: Αφού άνθρωποι διαφορετικών καταβολών και διαφορετικής διαμόρφωσης συμμετέχουν ως μέλη ενός λειτουργικού-υλιστικού κρατικού συστήματος γιατί αυτό το σύστημα να  μην προεκταθεί και παγκόσμια; Το ζήτημα της ανθρωπολογίας, εν τέλει, δεν τίθεται με ποιοτικούς όρους αλλά με όρους κλίμακας: Μια διαφοροποιημένη υλιστική ανθρωπολογία αν  μπορεί να υπάρξει στο κρατικό επίπεδο δεν υπάρχει λόγος να μην μπορεί να υπάρξει και παγκόσμια.

Έτσι, βασικά, γεννήθηκαν οι διεθνιστικές ιδεολογίες όλων των αποχρώσεων των Νέων Χρόνων που εξέπνευσαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η διαφορά των οικουμενικίστικων ηγεμονισμών του παρελθόντος από αυτού του είδους τον υλιστικό οικουμενικισμό, έγκειται ακριβώς στην λογική αλληλουχία μεταξύ ενδοκρατικού υλισμού και οικουμενικού υλισμού.

Το γεγονός όμως ότι κάποια κράτη της Ευρώπης και στην συνέχεια η Σοβιετική Ένωση προσποιούνταν ότι είναι υλιστικά δεν σημαίνει ότι τίθεται καν το ζήτημα μιας παγκόσμιας υλιστικής ανθρωπολογίας και μιας υλιστικά νοηματοδοτημένης παγκόσμιας διακυβέρνησης (για το τελευταίο υπάρχει η διεθνής διακυβέρνηση μεταξύ των ανεξαρτήτων εθνών που ανακύπτει λόγω διεθνών θεσμών οι οποίοι σωστά νοούμενοι είναι ρητά αντί-διεθνιστικοί). Επιπλέον, αν για κάποιο χρόνο συντηρήθηκαν διεθνιστικά σχέδια που μεταμφίεζαν τα ηγεμονικά συμφέροντα, οφειλόταν και σε ένα ακόμη σημαντικό λόγο: Βασικά μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα, οι πρώην αποικιοκρατικές και μετά ηγεμονικές δυνάμεις δυνάμωναν τα κράτη τους μέσα από την παρατεταμένη καταλήστευση του πλανήτη που είχε ως αποτέλεσμα αφενός να εκμαυλίζονται οι πολίτες τους και αφετέρου να διαθέτουν επικοινωνιακή ισχύ στο πεδίο του πολιτικού στοχασμού και των μέσων ενημέρωσης. Ορθολογιστικά σκεπτόμενοι, η ανθρωπολογική και πολιτική ενοποίηση του πλανήτη ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι εφικτή. Το γιατί πολλοί παραμυθιάζονται διεθνιστικά, βέβαια, είναι ένα όντως μεγάλο ιστορικό μυστήριο.

Ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου, που συμβολίζει το τέλος της κυριαρχίας του μοντερνισμού και τη σπασμωδική μετάβαση στον 21ο αιώνα, προκαλεί την δημιουργία ενός γιγαντιαίου πνευματικού κενού το οποίο συνεχίζει να διογκώνεται λόγω κεκτημένης ταχύτητας –και επενδυμένων συμφερόντων– εκατομμυρίων εκπαιδευμένων μοντερνιστών ιδεολόγων σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Την σκυτάλη τώρα πήραν οι μεταμοντερνιστές. Πολλές παραδοχές τους, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ήταν το κύριο προπαγανδιστικό εργαλείο των μεταψυχροπολεμικών άνομων και καταχρηστικών ηγεμονικών επεμβάσεων.

ii) Αφετέρου, η νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος στο εσωτερικό του κράτους ρυθμίζεται με «σύμβαση-συμβόλαιο» στην βάση υπερεμπειρικών «ορθολογικών» νόμων και ωφελιμιστικών δομών. Αυτές οι συμβάσεις, όμως, διαρκούν όσο οι υλικές προϋποθέσεις είναι ευνοϊκές. Ενδοκρατικά, το εκκρεμές της υλιστικής διακυβέρνησης κινείται προς δεσποτισμό όταν ανακύπτουν ανάγκες συγκράτησης του κράτους λόγω ελλείμματος εσωτερικής συνοχής και  διαβρωτικής ιδιωτείας που οδηγείται στην λογική της απόληξη, δηλαδή, την ανθρωπολογική σήψη και την κοινωνικοπολιτική αποσάθρωση.

Στην διεθνή πολιτική, όμως, η νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος καταμαρτυρούμενα ενέχει πολύ πιο απρόβλεπτες προεκτάσεις, τουλάχιστον όσον αφορά την κλίμακα των συνεπειών: Παρατηρούμε ότι διαδοχικά η έλευση των υλιστικών ιδεολογιών οδήγησε στην αποικιοκρατική κατάληψη του πλανήτη, την καταλήστευσή του από τις ηγεμονικές δυνάμεις, την μετατροπή των περιφερειών του πλανήτη σε αρένα ηγεμονικών αντιπαραθέσεων και την καπηλεία των ιδεολογικών δογμάτων από τις εκάστοτε ισχυρές δυνάμεις όταν κατά καιρούς ντύνουν τις πλανητικές αξιώσεις ισχύος με κοσμοϊστορικά σχέδια και με ιδεολογικά προσδιορισμένους εσχατολογικούς παραδείσους. Στην μεταψυχροπολεμική πορεία των εθνών, είτε θα μπει μια λογική τάξη είτε τα κράτη και οι πολίτες τους θα συνεχίσουν να πελαγοδρομούν μέσα σε ωκεανούς πνευματικής και πολιτικής σύγχυσης.

 

Όσον αφορά την οργάνωση του διεθνούς συστήματος, ήδη υπαινιχθήκαμε ότι το διεθνές δίκαιο όπως προέκυψε τους τελευταίους αιώνες ως προέκταση του δόγματος της κυριαρχίας αφορά, βασικά, την αυτοσυντήρηση του κράτους, την δημιουργία συμβάσεων που συγκρατούν την διεθνή τάξη και την δημιουργία διεθνών θεσμών που διαχειρίζονται τις διακρατικές συναλλαγές. Τα αίτια πολέμου που αποτελούν προϊόν της μοντερνιστικής διαδρομής των τελευταίων αιώνων, όμως, παρεμβάλλονται μεταξύ των διεθνών θεσμών και των ειρηνικών και ισόρροπων συναλλαγών με αποτέλεσμα την αστάθεια και τον πόλεμο.

Εν τέλει, η διεθνής τάξη, αν και συγκροτημένη με όρους διεθνών συνθηκών και άλλων συμφωνιών, κωδίκων και διακρατικών πρακτικών, δεν μπορεί να συγκρατηθεί σταθερή επειδή οι «συμβάσεις» εδράζονται πάνω σε ένα πολύ πιο ασταθές και διαφοροποιημένο ανθρωπολογικό περιβάλλον, αυτό των διακριτών, διαφορετικών, διαφοροποιημένα αναπτυσσόμενων και πνευματικά-ανθρωπολογικά διαφορετικά διαμορφωμένων κοινωνικών οντοτήτων. Δεν υπάρχει πολιτικά άξια λόγου διεθνής ανθρωπολογική συνοχή που να οδηγεί στην τήρηση των διεθνών συμβάσεων, ενώ ο δυναμίτης της άνισης ανάπτυξης –κάθε είδους και κάθε μορφής, όπως οικονομική ανάπτυξη, πληθυσμιακή ανάπτυξη, τεχνολογική ανάπτυξη κτλ, αφετηρία της οποίας όπως είπαμε είναι η αποικιοκρατία και σημερινό αίτιο κάθε εκδηλωμένη ηγεμονική συμπεριφορά– παραμονεύει για να ανατινάξει ευγενείς προσδοκίες και αφελείς αντιλήψεις.

Ακόμη πιο σημαντικό, η ιστορία δείχνει ότι τα ηγεμονικά εγχειρήματα συγκρότησης και συγκράτησης μιας ηγεμονικής τάξης –το πολυσυζητημένο δίλημμα «περισσότερη διεθνής τάξη ισότιμων κρατών ή ηγεμονική τάξη και λιγότερη διεθνής δικαιοσύνη», κάποιου μυστηριώδους αγαθοεργού «ήπιου ηγεμονισμού», η ύστερη εκδοχή του οποίου ήταν νεοφιλελεύθερη– πάντα αποτυγχάνει παταγωδώς και καταστροφικά για όλους τους εμπλεκομένους.

 Αυτά μπορούμε να τα θέσουμε και διαφορετικά και πιο προκλητικά για τις μοντερνιστικές και μεταμοντέρνες συμβατικές θεωρήσεις: Το μοντερνιστικό κοσμοϊστορικό σχέδιο ανεξάρτητα του ποια ιδεολογία ενδύθηκε οδήγησε σε μια καθίζηση και σε μια ανασταλτική επίδραση πάνω στην δύσκολη μεν αλλά ανοδική πορεία του ενδο-πολιτειακού και κοσμοσυστημικού πολιτικού πολιτισμού που συνεχιζόταν μέχρι και την παρακμή της Βυζαντινής Οικουμένης. Καταρρέοντας μετά την ύστερη μοντερνιστική διαπάλη προς το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, άφησε πίσω του πολλά πολιτικά και ανθρωπολογικά ερείπια.

    Αν και πολλά έθνη αφήνουν πίσω τους αυτή την καταστροφική εποχή αναζητώντας κοινωνικοπολιτικές δομές συμβατές με τις ιστορικές ανθρωπολογικές τους δομές, τα θεμέλιά τους ροκανίζονται από παρακμασμένα εγγόνια των μοντερνιστικών ιδεολόγων που στρατεύονται στο εθνομηδενιστικό κίνημα.

Όπως υποστήριξα εκτενώς στο Κοσμοθεωρία των Εθνών, είναι τα μεταμοντέρνα εθνομηδενιστικά εγγόνια των La Mettrie και de Sade που ελκύουν τα κράτη στα ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα. Επί του προκειμένου, για τα ευκολόπιστα μέλη των εθνών ισχύει το «παθαίνεις ότι σου αξίζει» και «ας πρόσεχες». Η ανθρωπολογική σήψη οδηγεί σε πολιτική σήψη και υποδεέστερη θέση και ρόλο στον ανελέητο διεθνή ανταγωνισμό ο οποίος, ανεξάρτητα των προαναφερθέντων εκτιμήσεων για την θαλασσοπορία του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, θα ήταν πολύ ουτοπικό να αναμένει κανείς ότι θα τερματιστεί τον 21ό αιώνα.      

 

Ο κύριος άξονας όλων των μοντερνιστικών δογμάτων είναι η έννοια της «ιδεολογίας» όπως την κατανοούμε τους δύο τελευταίους αιώνες: Ως ένα εξωπολιτικά προσδιορισμένου πολιτικό δόγμα το οποίο προτάσσεται στους ανθρώπους με σκοπό να συγκροτήσει μια νέα ανθρωπολογία η οποία θα καταργεί την προϋφιστάμενη πνευματικά διαμορφωμένη.

      Κανείς δεν έχει παρά να διαβάσει τις αφετηριακές διακηρύξεις τόσο του σοβιετικού εγχειρήματος όσο και του εγχειρήματος της λειτουργιστικής ολοκλήρωσης στην  Ευρώπη όπως διακηρυσσόταν την πρώτη τουλάχιστον δεκαετία και πριν προσκρούσει και συντριβή πάνω στον πολιτικό-πνευματικό ογκόλιθο που ονομαζόταν Πρόεδρος Ντε Γκολ.

    Κοινός παρανομαστής όλων των υλιστικών θεωρημάτων και ιδεολογημάτων όλων των  βαθμίδων και όλων των αποχρώσεων είναι η θέση πως για να συγκροτηθεί αυτή η ανθρωπολογία οι «πολίτες» είναι κάποιου είδους «λαός» που στην δημόσια σφαίρα είναι αγελαίο άθροισμα αδιαφοροποίητων ατόμων τα οποία μεταξύ τους είναι νομικοθεσμικά ισότιμα. Η ανθρωπολογική ετερότητά τους, όπως είπαμε, αφήνεται έξω από τα τείχη της δημόσιας σφαίρας και γι’ αυτό η υποκείμενη ανθρωπολογία μπορεί, όπως ισχυρίζονταν οι μοντερνιστές, να είναι οποιονδήποτε καταβολών και να συνυπάρχει αθροιστικά.

    Ο καλός πολίτης είναι αυτός που υπακούει στους εξωπολιτικά προσδιορισμένους «ορθολογιστικούς» καλούς νόμους. Εκτός του ότι κατοχυρώνεται μέσα στο ιδιωτικό οχυρό του από υλιστικά νοηματοδοτημένα «δικαιώματα», έχει την δυνατότητα περιοδικά να ψηφίζει κάποια πολιτικά ελίτ που υποτίθεται διακυβερνούν εκ μέρους του. Η επιλογή των ιδεολογικά σχηματισμένων κομμάτων είναι ορθολογιστική στον βαθμό και στην έκταση που τα διαμεσολαβούντα συμφέροντα δεν ελέγχουν ολοκληρωτικά τόσο την εξουσία όσο και τα μέσα διαμόρφωσης γνώμης στο επίπεδο των ατόμων. Αυτά τα διαμεσολαβούντα συμφέροντα μπορεί να είναι οικονομικά ή οποιουδήποτε άλλου είδους όπως η μαφία, αλλά ολοένα και περισσότερο προσλαμβάνουν μια νέα μορφή: Είναι και διεθνικά. Έτσι, εκρηκτικής διανεμητικής σημασίας διεθνικές συσπειρώσεις επηρεάζουν την ενδοκρατική και διακρατική πολιτική, ιδιαίτερα των ανθρωπολογικά και κρατικά ασθενών κρατών. Στις διεθνικές συσπειρώσεις κανείς θα βρει φορείς επιστημονικών τίτλων, χρηματοδότες όπως κερδοσκόπους χρηματιστές, εφοπλιστές που σκέπτονται ιεραποστολικά, πρώην και νυν αξιωματούχους «υπηρεσιών» ή πολιτικά πρόσωπα των μεγάλων συνήθως κρατών, αντιπροσώπους διεθνικών μη κυβερνητικών οργανισμών, και οποιοδήποτε άλλος εξωπολιτικός και εξωκοινωνικός δρων -δηλαδή μη υποκείμενο επαρκείς κοινωνικούς και πολιτικούς ελέγχους- συσπειρώνεται με άλλους περιφερόμενους στον αχανή διεθνικό χώρο.

    Εδώ λοιπόν τίθενται ζητήματα διαμεσολαβούντων ενδοκρατικών και διεθνικών δρώντων που ροκανίζουν ακόμη και τα ελάχιστα ερείσματα της έμμεσης αντιπροσώπευσης. Η κίνηση των πολιτευμάτων όταν τέτοια φαινόμενα εντείνονται, κυμαίνεται μεταξύ αμιγώς ελιτίστικης διακυβέρνησης και παντελώς ελεγχόμενης διακυβέρνησης από έξωθεν και διεθνικά διακινούμενους δρώντες. Αυτά τα φαινόμενα είναι αναιρετικά κάθε δημοκρατικής αξίωσης και επιπλέον θέτουν την έμμεση αντιπροσώπευσης σε κίνηση με φορά όχι περισσότερη δημοκρατία αλλά περισσότερο δεσποτισμό. Η απόσταση μεταξύ του πολίτη-εντολέα και της εντολοδόχου εξουσίας διευρύνεται διαρκώς.

    Το εκκρεμές κινείται, όπως προείπαμε, προς οξύ δεσποτισμό και ρατσιστικές στάσεις διασφάλισης της ενότητας όταν η συνοχή δεν είναι διασφαλισμένη και προς τον αντίθετο πόλο των πολιτικά αφελών μεταμοντέρνων δογμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο έσχατο άκρο του εκκρεμούς βρίσκονται τα εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα τα οποία όταν αντικρίζουν ένα διαμορφωμένο και ανθρωπολογικά-πολιτικά ώριμο έθνος, τα πολεμικά τους αντανακλαστικά διεγείρονται.

    Τέτοιες ταλαντώσεις του εκκρεμούς πέραν των άκρων –όπου διόλου τυχαία στην μεταψυχροπολεμική εποχή συνάντησαν και συμμάχησαν με τις ηγεμονικές εκλογικεύσεις– ακούνε συνήθως στο όνομα της μεταφυσικής πολιτικής έννοιας «πολυπολιτισμικότητα: Τον βιασμό δηλαδή της ανθρωπολογικής συνοχής για να προκληθεί μια διαφοροποιημένη κοινωνία χαλαρής εσωτερικής ανθρωπολογικής συνοχής της οποίας η συγκράτηση θα επιτυγχάνεται λόγω ανθρωπολογικής αποδυνάμωσης των πολιτών με αποδόμηση των συλλογικών ταυτοτήτων τους. Με τεχνητή επίσης ανάμειξή τους με ιδεολογική ενθάρρυνση της λαθρομετανάστευσης, με συγγραφή ιστοριογραφημάτων που ροκανίζουν τις καταστατικές ιστορικές μνήμες και με αποδόμηση όλων των πνευματικών και πολιτισμικών κτισμάτων που διαμορφώνουν ανθρωπολογικά μια συλλογική οντότητα.

Τα ιδεολογήματα αυτά σε όλες τις συνειδητές ή ανεπίγνωστες εκδοχές τους αρνούνται πεισματικά να δουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η ιστορική συλλογική ανθρωπολογική ετερότητα κάθε κοινωνίας που στο επίπεδο της ανθρώπινης καθημερινότητας δεν νοείται ρατσιστικά. Εξ αντικειμένου και κατά τεκμήριο αυτή η συλλογική ανθρωπολογική ετερότητα όπως διαμορφωνόταν ιστορικά προέκυπτε μέσα από πολυπολιτισμικές επιδράσεις, συνήθως αν και όχι πάντοτε -οι βάρβαρες αυτοκρατορικές εξομοιώσεις αλλά και τεχνητές ανθρωπολογίες στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην πρώην ΕΣΣΔ- αβίαστες και φυσιολογικές.

Ακόμη πιο σημαντικό, για να τονίσουμε το γεγονός ότι η ανθρωπολογική συγκρότηση είναι πρωτίστως μια υπόθεση πνευματική, κάθε ξεχωριστό μέλος ενός έθνους είναι πάντοτε μια πολυσήμαντη πολιτισμική και πνευματική οντότητα που στην βάση πνευματικών κριτηρίων μαζί με άλλες ατομικές οντότητες συνθέτουν μια εθνική ανθρωπολογία με δυναμικό πνευματικό περιεχόμενο και δυναμικές αλληλεξαρτήσεις –συνήθως εμπλουτιστικές– με άλλες ανεξάρτητες οντότητες. Όμως, είναι ένα πράγμα η σύνθεση και ολοκλήρωση στην διαδρομή των εθνών και άλλο ο βιασμός της συνοχής τους με ιδεολογικά κριτήρια προσκολλημένα σε παρωχημένες μεσαιωνικές αντιλήψεις της αθροιστικής και τεχνητής πολιτικής συγκρότησης.

Το εθνομηδενιστικό κίνημα αδυνατεί να κατανοήσει ότι οι ανθρωπολογικές προϋποθέσεις του Πολιτικού δεν μπορούν να είναι επί μακρόν επίπλαστες θεσμικοπολιτικές κατασκευές ιδεολογικά νοηματοδοτημένες και ότι μια βιώσιμη ανθρωπολογία απαιτεί ολοκλήρωση διαμορφωμένων πολιτών που θα συμμετέχουν όχι ως ιδιώτες ατομιστές στην δημόσια σφαίρα αλλά ως πρόσωπα βαθύτατης ανθρωπολογικής ετερότητας, οι οποίοι, για πνευματικούς, αισθητούς και ψυχικούς λόγους συγκροτούν μια κοινωνική οντότητα και μια εθνική ανθρωπολογία. Η συγκρότηση αυτής της ανθρωπολογίας είναι μια πολύ λεπτή υπόθεση και η παραμικρή αποσταθεροποιητική εισροή την εκτροχιάζει. Βασικά, έτσι θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και πολλοί εκτροχιασμοί τους τελευταίους αιώνες όταν όπως είπαμε για να συγκροτηθούν ανθρωπολογικά και πολιτικά οι δουλοπάροικοι εισήχθηκαν εθνοφυλετικές παραδοχές και οι αντίθετές τους θέτοντας την συζήτηση σε λάθος βάση και σε μια αδιέξοδη πορεία που συνεχίζεται σήμερα ως ενδο-μοντερνιστικός, βασικά, διάλογος. Αν τεθούν τέτοια ερωτήματα σε δισεκατομμύρια μέλη των εθνών αρχίζοντας από την Μεσόγειο μέχρι την Κίνα και την Ρωσία θα κοιτάξουν με απορία και ίσως περιέργεια.

Βέβαια, κάνοντας αυτές τις επισημάνσεις δεν σκοπεύω να εξαντλήσω το ανθρωπολογικό ζήτημα παρά μόνο θέτω κάποιες λογικές και αυτονόητες οριοθετήσεις, οι οποίες εν τούτοις για τους αναρίθμητους μοντερνιστές και μεταμοντερνιστές ιδεολόγους είναι αόρατες. Για να τονίσω επίσης ότι οι απροσμέτρητες σμίλες των ανθρωπολογικών διαμορφώσεων της ιστορικής διαχρονίας, οι ηγεμονικές συγκρούσεις, οι αυτοκρατορίες, οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, οι αναρίθμητοι πόλεμοι και μύριοι άλλοι παράγοντες και γεγονότα εν πολλοίς άγνωστα προκάλεσαν ανθρωπολογικές συνθέσεις και ολοκληρώσεις που τείνουν προς μια ανθρωπολογική σταθεροποίηση των εθνών με την οποία είναι λάθος κανείς να σκιαμαχεί εγκαλώντας την με κριτήρια των μοντερνιστικών παραδοχών οι φορείς των οποίων ποτέ δεν κατανόησαν την ανθρωπολογική συγκρότηση του υπόλοιπου κόσμου τον οποίο μέχρι πρόσφατα έβλεπαν με ένα μόνο φακό, τον «εκπολιτιστικό», αποικιοκρατικό και ηγεμονικό.     

 

Αν και πρόδηλο, τονίζουμε ότι, όπως ήδη υπαινίχθηκα, οι υλιστικές ιδεολογίες δεν κατόρθωσαν ούτε εκ του μακρόθεν να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν μια δημόσια σφαίρα αμιγώς υλιστική και αποστειρωμένη από τον πνευματικό κόσμο των πολιτών. Τα ίδια τα κράτη της Δύσης το καταμαρτυρούν, εκτός και αν πούμε ότι, για παράδειγμα, οι Γάλλοι δεν είναι έθνος και ότι δεν διακρίνονται για την βαθιά ανθρωπολογική ετερότητά τους. Παραδειγματική βεβαίως, τονίζουμε ξανά, είναι τόσο η διαδρομή της Σοβιετικής Ένωσης όσο και της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (αμφότερα τα ζητήματα αναλύονται εκτενώς στο Κοσμοθεωρία των Εθνών). Μπροστά σε αυτά τα παραδείγματα κανένας πολιτικός επιστήμονας και κανένας σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί να μείνει απαθής. Αναμφίβολα, πολλοί τελικά ζουν στο παρελθόν ή συνηθέστερα σε πνευματική και πολιτική κατάσταση απόλυτης σύγχυσης και απόλυτου μπερδέματος.  

 Για να κατανοήσουμε την κίνηση του εκκρεμούς των μοντερνιστικών και μεταμοντέρνων ιδεολογιών μεταξύ ρατσισμού και αφελών ιδεολογημάτων αδιαφοροποίητης και αγελαίας συνύπαρξης των ανθρώπων ως προϋπόθεσης πολιτικών σχέσεων, καλά θα κάνουμε να εξειδικεύσουμε μερικά ζητήματα που τέθηκαν πιο πάνω.

Στην πορεία των Νέων Χρόνων συναντάμε πολλές αποχρώσεις ρευμάτων σκέψης μοντερνιστικών ιδεολογιών εκ των οποίων κύρια ρεύματα είναι αυτές της αποικιοκρατικής-ηγεμονικής εποχής, του αστικοφιλελευθερισμού, του μαρξισμού, του ναζισμού και το ύστερο συνονθύλευμα ιδεολογημάτων του μεταμοντερνισμού. Αυτά όλα τα ιδεολογήματα της μοντερνιστικής και μεταμοντέρνας εποχής δεν αποτέλεσαν μόνο κουτόχορτο για τις μάζες αλλά και κύρια αίτια των εμφυλίων, των εθνοκαθάρσεων και των γενοκτονιών. Στην σύγχρονη εποχή τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα αποτελούν ήδη τον κύριο λόγο αστάθειας ανθρωπολογικά διαμορφωμένων κοινωνικών οντοτήτων.

Για να είμαστε πιο σαφείς και ξεκάθαροι, αυτό που βασικά λέμε είναι ότι αμφισβητείται θεμελιωδώς τόσο η επιστημονική οντότητα των μοντέρνων και μεταμοντέρνων θεωρήσεων του ανθρώπου, του κράτους και του διεθνούς συστήματος, αλλά και την καθολικά διαχρονική πολιτική επιστράτευσή τους στους σκοπούς αντιστροφής της πορείας των εθνών κατά την διάρκεια των πέντε τελευταίων αιώνων. Αντιστροφής, μάλιστα, επενδυμένη σε ηγεμονικούς σκοπούς με πασίγνωστα ηγεμονικά πρόσημα που εδώ θεωρούμε περιττό καν να μνημονεύσουμε. Συναφής είναι η εξοντωτική παρατήρηση του Παναγιώτη Κονδύλη ότι «αν ο κομμουνισμός εφαρμοζόταν μόνο στην Αλβανία» οι μελετητές θα έψαχναν σε σκονισμένα ράφια να βρουν κάποιο βιβλίο του Μαρξ αλλά η επένδυσή του σε ηγεμονικά κοσμοϊστορικά σχέδια τον κατέστησε άξονα πολιτικού στοχασμού εκατομμυρίων διανοητών και ταλαιπωριών δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Οι τελευταίοι ξαναβρίσκουν τον δρόμο τους, οι πρώτοι, όμως, εγκλωβισμένοι μέσα στα παρωχημένα ιδεολογικοπολιτικά εκπαιδευτήρια της Δύσης που ονομάζονται πανεπιστήμια, συνεχίζουν την πολιτική θεολογία μέσα σε επικίνδυνα και ερημικά μονοπάτια.

Πάντως, η βασιμότητα της ξεκάθαρης αμφισβήτησης του ιδεολογικού-υλιστικού φαινομένου είναι ευθέως ανάλογη της υπεροχής της Αριστοτελικής κοινωνιοκεντρικής συγκρότησης και συγκράτησης των κοινωνικών οντοτήτων, και αντίστροφα. Για τους μη υποψιασμένους τονίζω ότι το σύνολο των μοντερνιστικών ιδεολογιών εμπεριείχε μεγάλες αντί-Αριστοτελικές δόσεις, κατά την αντίληψή μου πολύ λογικά, γιατί άμα αφαιρέσεις τα πνευματικά από το Κοινωνικό-Πολιτικό ο αντί-Αριστοτελισμός είναι μονόδρομος για κάθε αξιομνημόνευτη υλιστική παραδοχή.

Η υποχρέωση για ξεκάθαρες και επιστημονικά συνεπείς επισημάνσεις μεγάλων πολιτικοστοχαστικών προεκτάσεων, τονίζω, δεν επιβάλλει συμβιβασμούς μπροστά στην περιρρέουσα κεκτημένη ταχύτητα των συμβατικών και καταμαρτυρούμενα αποτυχημένων θεωρημάτων και ιδεολογημάτων. Πρώτον, εκατομμύρια τέκνα και εγγόνια της ηγεμονομαχίας αυτό μόνο ξέρουν, δεύτερον, οι περισσότεροι σήμερα ζουν σε καθεστώς απόλυτης στοχαστικής σύγχυσης και μόνο λύπηση τους αξίζει και τρίτον, τα επιστημονικά ζητήματα ποτέ δεν ήταν υπόθεση αριθμητικών πλειοψηφιών. Γιατί ένα είναι σίγουρο, ότι τα τέκνα και τα εγγόνια της ιδεολογικής διαπάλης του παρελθόντος είναι πολλά και η κεκτημένη ταχύτητα πολλών ανθρωπίνων φαινομένων δεν ανακόπτεται ακαριαία. Η στοχαστική αχρήστευση εκατομμυρίων ανθρώπων θα πάρει πολύ χρόνο να διορθωθεί και εμείς δεν γράφουμε για αυτούς αλλά για πολλούς άλλους των οποίων η λογική και ο ορθολογισμός διεσώθει. 

Εν τέλει, μια πιο βαθιά και σήμερα ευκολότερη απ’ ότι πριν μερικές δεκαετίες αντικειμενική ιστορικοπολιτική ματιά δείχνει ότι η υλιστική νοηματοδότηση της δημόσιας σφαίρας που έχει την αφετηρία στις προαναφερθείσες απαρχές της νεοτερικότητας, βρίσκεται σε ένα διαρκές αδιέξοδο τεσσάρων περίπου αιώνων. Όχι μόνο, όπως προείπαμε, αμιγής υλιστική σφαίρα ποτέ δεν υπήρξε και μάλλον ποτέ δεν θα υπάρξει –εκτός και αν οι πολίτες εκκενωθούν από την ανθρωπολογική ετερότητά τους, οπότε μιλάμε για διάλυση και όχι για συγκρότηση–, αλλά επιπλέον όσες κοινωνίες υπέστησαν την υλιστική λαίλαπα καταμαρτυρούμενα δυνάμωσαν αντί να αποδυναμωθούν ως εθνικές-ανθρωπολογικές οντότητες. Για την ψύχραιμη, μη προκατειλημμένη και αξιολογικά ελεύθερη πολιτική σκέψη αυτό ήταν αναμενόμενο πολιτικοστοχαστικό γεγονός και όχι πολιτικοστοχαστικό παράδοξο. Ήδη αναφέραμε ότι ο πολιτικός στοχασμός διαθέτει σήμερα δύο ακλόνητα παραδείγματα, την Σοβιετική Ένωση και την διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και θα αποτελούσε αντιδεοντολογική επιστημονική στάση και ανορθολογική πολιτική στάση κανείς να τα παρακάμπτει, όπως πολλοί κάνουν, με ελαφρά-ελαφρά πηδηματάκια, ξεχνώντας μάλιστα παρελθούσες υψιτενείς ιδεολογίες οι οποίες με ιστορικούς όρους είναι εφήμερης και μηδαμινής σημασίας.

 

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός ΙV

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 12 Ιανουαρίου 2010

του καθηγητή Παν. Ηφαιστου

4.    Τα αίτια των ανίατων στοχαστικών ασθενειών της ιδεολογικής αντίληψης της πολιτικής και η δονκιχωτική εθνομηδενιστική διολίσθηση στην μεσαιωνική μηδενισμένη ανθρωπολογία

 

Η υλιστική διαδρομή μετά τον 16ο αιώνα ευθύνεται για τα περισσότερα προβλήματα των Νέων Χρόνων. Το βασικό αίτιο, υποστήριξα στο Κοσμοθεωρία των Εθνών, έγκειται στην εγγενή στον υλισμό νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος. Συντομογραφικά, ο υλισμός ως πολιτική έννοια γεννήθηκε μέσα στις ιστορικές συνθήκες του τέλους του Μεσαίωνα στην Δυτική Ευρώπη. Προηγήθηκε επί πολλούς αιώνες μια κατάσταση όπου τα φεουδαρχικά ελίτ υπερτίθεντο επί μιας επίπεδης και αδιαμόρφωτης ανθρωπολογίας, των δουλοπαροίκων.

Η έξοδος από τον Μεσαίωνα και την Θεοκρατία δεν ήταν εύκολη και η μετάβαση διήρκεσε, βασικά, μέχρι και τον 19ο αιώνα. Παρά το ότι η μεταβατική μετά-Βυζαντινή εποχή διήρκεσε μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα, τα έθνη στο υπόβαθρο των υλιστικών καθεστώτων της Ευρώπης είχαν ήδη συγκροτηθεί μέχρι τον 19ο αιώνα αφήνοντας πίσω την εποχή των δουλοπαροίκων και των διαφοροποιημένων κοινωνιών που κυβερνούνταν ηγεμονικά-δεσποτικά. Κατά κάποιο, η ανάδυση πνευματικά γεμάτων εθνών της Ευρώπης αποτελεί ιστορική εκδίκηση κατά των υλιστικών ιδεολογιών, στις οποίες επαναλαμβάνουμε ότι συμπεριλαμβάνουμε τις αστικοφιλελεύθερες, τις κομμουνιστικές και τις φασιστικές ως μορφικά πανομοιότυπα δόγματα διαφορετικού (υλιστικού) περιεχομένου. Ιστορική εκδίκηση γιατί αντί κράτους → έθνους τα έθνη συγκροτήθηκαν στην βάση των δικών τους ανθρωπολογικών προϋποθέσεων επιζητώντας ολοένα και περισσότερο να ορίσουν κρατικές δομές συμβατές με αυτές τις προϋποθέσεις.

Αυτό είναι ένα εν εξελίξει φαινόμενο και η ισχυρότερη αποτύπωσή του αποτελεί η απόρριψη του υλισμού-λειτουργισμού ως κοσμοθεώρησης συγκρότησης μιας υπερεθνικής Ευρώπης και η ανάπτυξη μιας υποδειγματικής, όπως υποστήριξα στην Κοσμοθεωρία των Εθνών (κεφ. 6), μετά-νεοτερικής εθνοκρατοκεντρικής δομής που αντιπαραθέτω κάθετα και διασταλτικά στην εθνομηδενιστική ανάγνωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτό γιατί δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα αμφισβήτησης της θεμελιώδους εθνοκρατοκεντρικής υφής της ΕΕ, επειδή το κύριο αναγνωριστικό της στοιχείο είναι αποτυπωμένο στις ρητές και δεσμευτικές νομικοπολιτικές δομές που ορίζουν και οριοθετούν την ευρωπαϊκή νομιμότητα. Τα εθνοκράτη είναι οι εντολείς και οι υπερεθνικοί θεσμοί είναι οι εντολοδόχοι. Αυτή είναι η θεμελιώδης και αποκρυσταλλωμένη δομή μετά από πολλές δεκαετίες πειραματισμών, παλινωδιών και οπισθοδρομήσεων. Αν κάτι αλλάξει σε αυτό, ίδωμεν.     

 

Η Γαλλική Επανάσταση, παρά τις πολλές αντιφάσεις της, συνέτεινε στην ανθρωποκεντρική συγκρότηση της ανθρωπολογίας των εθνών της Ευρώπης. Οι πολίτες, πλέον, λόγω αξιώσεων άσκησης λαϊκής κυριαρχίας εξώθησαν το υλιστικό κράτος στην μεταμόρφωσή του σε εθνοκράτος. Εδώ, οι έννοιες κίνηση με φορά «κράτος → έθνους», κίνηση με φορά «έθνος → κράτος» και διαμορφωμένο «εθνοκράτος», ενέχουν βαθύτατες πολιτικοστοχαστικές και κανονιστικές προεκτάσεις. Μπορούμε να το εξηγήσουμε συντομογραφικά ως εξής:

Η αρχική ιδέα ήταν η συγκράτηση των δουλοπαροίκων σε μια δεσποτικά δομημένη κρατική κυριαρχία. Στην συνέχεια η έλευση των αστικοφιλελεύθερων υλιστικών και διεθνιστικών ιδεολογικών δογμάτων εξώθησαν σε μια αντίληψη τεχνητής (με όρους «σύμβασης-συμβολαίου») δημιουργίας ενός υλιστικού «έθνους» μέσα από το κράτος (κράτος → έθνος). Πρόκειται για καταμαρτυρούμενα αδιέξοδη θεώρηση μέσα στην οποία, παρά τις κοσμογονικές ανθρωπολογικές εξελίξεις στην Ευρώπη που άφησαν πίσω την εποχή των δουλοπαροίκων, βρίσκονται εγκλωβισμένοι, βασικά, όλοι οι συγκαιρινοί μεταμοντέρνοι εθνομηδενιστές.

Οι τελευταίοι, απογοητευμένοι από τις μοντερνιστικές εθνοσοβινιστικές εμπειρίες και αδυνατώντας να κατανοήσουν την δυναμική των κοινωνιοκεντρικών θεμελιώσεων που παράγουν αδιαλείπτως κοινωνικοοντολογικά γεγονότα, επιθυμούν τώρα να επαναφέρουν ανθρωπολογικά τα έθνη στην μεσαιωνική εποχή με το να τα αποδομήσουν ανθρωπολογικά (μερικά μεταμοντέρνα ιδεολογήματα το διατυπώνουν ρητά, ενώ πολλά άλλα ανεπίγνωστα προς τα εκεί κινούνται ιδεολογικά επηρμένα, κολυμπώντας μέσα σε στοχαστικούς ωκεανούς που ποτέ δεν κατανόησαν).

 

Είναι καίριας σημασίας να γίνει πλήρως κατανοητό ότι κατά την διάρκεια της πιο πάνω παρατεταμένης μετά-μεσαιωνικής μεταβατικής φάσης ο μοντερνισμός πολιτικοστοχαστικά διολίσθησε από την αντί-θεοκρατία στην αντιπνευματικότητα και στην συνέχεια στις αμιγείς πλέον υλιστικές ιδεολογίες του 19ου και 20ου αιώνα. Ως εκ τούτου ως πολιτικά δόγματα όλες ανεξαιρέτως οι μοντερνιστικές υλιστικές ιδεολογίες πάσχουν ανίατα. Πιο συγκεκριμένα:

Πρώτον, στο επίπεδο του κράτους θέτουν την αυτοσυντήρηση και την κυριαρχία ως δεσπόζων ανθρωπολογικό και πολιτικό δόγμα και την ωφελιμοκρατία ως κύριο ανθρωπολογικό κριτήριο συγκρότησης και συγκράτησης των κοινωνικοπολιτικών δομών και κατ’ επέκταση του διεθνούς συστήματος. Για να καταλάβουμε πόσο βαθειά είναι η επίδραση στην πορεία του κόσμου λόγω κυριαρχίας των ευρωπαϊκών ηγεμονιών επί πολλούς αιώνες, σημειώνουμε ότι αυτή είναι και η αξονική αρχή του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών συλλογικής ασφάλειας. Λόγω δυναμικής που αναπτύχθηκαν από τις ανθρωπολογικές διαμορφώσεις στο επίπεδο των εθνών, βέβαια, μπορεί εξ ανάγκης η εδαφικά προσδιορισμένη κυριαρχία να παραμένει το καθεστώς των διεθνών σχέσεων (εξ και ο όρος «εθνοκράτος») αλλά οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, σε αναφορά με τις θεμελιώδεις αρχές του οποίου -διακρατική ισοτιμία, μη επέμβαση, εσωτερική και εξωτερική αυτοδιάθεση- τα έθνη αξιώνουν εθνική ανεξαρτησία (βλ. επίσης πιο κάτω).

Εξίσου σημαντικό, στο επίπεδο του ατόμου, οι μοντερνιστικές ιδεολογίες εγγενώς και αναπόδραστα νοηματοδοτούν τις σχέσεις των ανθρώπων με όρους ισχύος, συναφούς οικονομικής αποτελεσματικότητας και ιεραρχιών που απορρέουν από μια τέτοια αντίληψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι κομμουνισμός ο οποίος κήρυττε την αντίθεση σε αυτές τις αστικοφιλελεύθερες παραδοχές, επειδή ακριβώς εδράζεται πάνω σε μια αδιέξοδη υλιστική ανθρωπολογία, διολίσθησε στην ίδια ακριβώς αντίληψη όπου επικράτησε ως αντίληψη κοινωνικοπολιτικής συγκρότησης των κρατών του εφαρμοσμένου κομμουνισμού.

Αμφίπλευρα, έτσι, και παρά τις ωραιοποιητικές μεταμφιέσεις των μοντερνιστικών ιδεολογικών δογμάτων, λειτουργούν ανασταλτικά ή παρεμποδίζουν δραστικά κάθε αξίωση δημοκρατίας, κάθε φυσική σύμμιξη, μέθεξη και ολοκλήρωση ανθρωπίνων ετεροτήτων και κάθε συγκρότηση της συλλογικότητας ως μιας δυναμικής πνευματικής και αισθητής οντότητας. Αντίθετα, προτάσσουν εσχατολογικές υποσχέσεις: Δημοκρατία ποτέ νοούμενη ως άμεση δημοκρατία, αταξική κοινωνία απροσδιορίστων ανθρωπολογικών δομών και η συνεπέστερη όλων (και η πλέον «αποτελεσματική» ως προς τις ανθρωπολογικές εξομοιώσεις προς την οποία καταμαρτυρούμενα κατατείνουν όλες οι υπόλοιπες μοντερνιστικές ιδεολογίες, δηλαδή η ρατσιστική.

Δεύτερον και συναφές χαρακτηριστικό όλων των μοντερνιστικών ιδεολογιών είναι ότι υποβαθμίζουν ή καταπολεμούν τον πνευματικό κόσμο των ανθρώπων ως διαμορφωτική εισροή στην συγκρότηση του Κοινωνικού και των πολιτειακών δομών που αναφέρονται σε αυτό. Επειδή η κεντρική αντίληψη είναι αυτή του «κράτους → έθνους» ή και του παγκόσμιου κράτους (στις διεθνιστικές απορροές τους), οι κανονιστικές δομές δεν επιζητείται να κατοπτρίζουν την υποκείμενη συλλογική ανθρωπολογική ετερότητα μιας κοινωνίας. Αντίθετα, επιζητούν δραστικά να διαφοροποιήσουν την υποκείμενη συνοχή επειδή δεν κατανοούν τον θεμελιώδη ρόλο των πνευματικών κριτηρίων στην συνοχή και συγκράτηση μιας οποιασδήποτε Πολιτείας.

Ενώ για την εθνική-κοινωνιοκεντρική θεώρηση της πολιτικής η ανθρώπινη ετερότητα είναι ο πλούτος της πολιτικής συγκρότησης –όπως είπαμε προσβλέπει σε μια ανθρωπολογία όπου ο πνευματικός κόσμος των πολιτών είναι προϋπόθεση ύπαρξής της– οι μοντερνιστικές υλιστικές ιδεολογίες, επειδή η ανθρώπινη ετερότητα είναι αστάθμητη και ανορθολογική, απαιτούν να εξοστρακιστεί από την δημόσια σφαίρα. Βέβαια, αυτό ποτέ δεν επιτεύχθηκε σε καμιά υλιστική δημόσια σφαίρα μέσα στην οποία το ανθρώπινο πνεύμα πάντοτε εισρέει ασυγκράτητο. Επιπλέον, υπενθυμίζεται η Αριστοτελική διάκριση μεταξύ του ανθρώπου ως «Πολιτικό ζώο» από το σκέτο «ζώο». Σκοπός, ακριβώς, είναι η ανθρώπινη ετερότητα σε όλες της τις εκδηλώσεις να προσαρμοστεί στον δημόσιο βίο και αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας κλασικά νοούμενης.

Η δημόσια σφαίρα πρέπει, σύμφωνα με τις μοντερνιστικές θεωρήσεις, να θωρακιστεί κατά του πνευματικού κόσμου των πολιτών και των ιστορικών διαμορφωτικών κριτηρίων και παραγόντων. Δεν είναι τυχαίο ότι κύριο μέλημα όλων των μοντερνιστικών και μεταμοντέρνων αξιώσεων είναι το κτίσιμο υψηλών τειχών γύρω από την δημόσια σφαίρα για να την προστατέψουν από το απειθάρχητο πνεύμα των πολιτών. Στο Κοσμοθεωρία των Εθνών, νομίζω ότι επιτεύχθηκε άπλετος φωτισμός αυτής της πτυχής με την «επιστράτευση» του Καβάφη στο μοναδικό ποίημά του «τα Τείχη».

Εν τέλει, όμως, αν εκμηδενιστεί ή αποδυναμωθεί η πνευματική υπόσταση των πολιτών ενός οποιοδήποτε κράτους, η ανθρωπολογική σήψη και αποσάθρωση είναι αναπόδραστη: Δεν θα αλλάξει η πορεία των εθνών, των κρατών και του κόσμου αλλά μόνο οι κυριαρχικές οριοθετήσεις και οι ιεραρχίες των συμφερόντων. Ένας κόσμος ηδονιστών, φιλοτομαριστών, φίλαυτων και εγωπαθών μάλλον ποτέ να μην υπάρξει σε αμιγή μορφή. Όμως, όσες κοινωνίες αποδυναμωθούν πνευματικά και ανθρωπολογικά θα αποδυναμωθούν πολιτικά και διεθνοπολιτικά.

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός ΙΙΙ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 11 Ιανουαρίου 2010

του Καθ. Παναγιώτη Ηφαιστου

3.    Ο εθνομηδενισμός ως ανασταλτικός παράγων του πολιτικού πολιτισμού ενδοκρατικά και διακρατικά

 Το εκκρεμές των μοντερνιστικών και μεταμοντέρνων θεωρημάτων και ιδεολογημάτων, είτε κινείται προς την ρατσιστική πλευρά είτε προς την αποδομηστική πλευρά, επιβραδύνει την ανοδική πορεία των εθνών και την ανάπτυξη του εθνοκρατικού και εθνοκρατοκεντρικού πολιτικού πολιτισμού. Δηλαδή, του πολιτικού πολιτισμού της εθνικής ανεξαρτησίας που θεωρούταν θέσφατο στην κλασική εποχή και που σήμερα συμβολίζεται από τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, οι οποίες, έχουν ως καταστατική υψηλή αποστολή την προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και την διασφάλιση ισότιμων και ισόρροπων σχέσεων μεταξύ των εθνοκρατών της ύστερης εποχής. Βασικά, οτιδήποτε αποτελεί ανορθολογική εισροή στο εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα το αποσταθεροποιεί και επιβραδύνει την ανοδική του πορεία.

 Επιβραδυντικά για τον πολιτικό πολιτισμό επέδρασαν, επίσης, φαινόμενα όπως η αποικιοκρατία, ο ηγεμονισμός, το διαίρει και βασίλευε και η πνευματικά πλέον άγονη εποχή της ιστορίας από τον 18ο μέχρι τον 20ο αιώνα που στιγματίστηκε από την άνευ αντικειμένου ή περιεχομένου διεθνιστική ιδεολογική διαπάλη με άξονες δήθεν κοσμοϊστορικά σχέδια που αποτελούσαν, όμως, μεταμφίεση των εκατέρωθεν ηγεμονικών συμφερόντων. Περιττό να τονιστεί ότι τα προβλήματα αυτής της καταστροφικής εποχής μας συνοδεύουν στον 21ο αιώνα και αποτελούν την κύρια πηγή των ανορθολογικών εισροών που προαναφέραμε.

Πάντως, δεν πρέπει να κουραζόμαστε στο να επαναλαμβάνουμε το σημαίνον γεγονός ότι την εξάντληση της ιδεολογικής διαπάλης που συμβολίζεται από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ακολούθησε μια νέα αρχή για τα έθνη που με ιστορικούς πάντοτε όρους χαρακτηρίζεται από την ραγδαία εθνική ανάπτυξη των πρώην αποικιοκρατούμενων και ηγεμονοκρατούμενων εθνών όλων των περιφερειών του πλανήτη. Η άφιξη στην Ιθάκη της εθνοκρατοκεντρικής σταθερότητας, όμως, δεν μπορεί να προδικαστεί επειδή για τους προαναφερθέντες λόγους η θαλασσοπορία είναι προδιαγεγραμμένα τρικυμισμένη και γεμάτη Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, και κυρίως γιατί οι ύπουλες ηγεμονικές και αποδομηστικές ιδεολογικές Σειρήνες συνεχίζουν να προκαλούν χείμαρρους ανορθολογισμού και αιτιών πολέμου. Το πόσο δύσκολη είναι η θαλασσοπορία στον 21ο αιώνα καταμαρτυρείται από την άνομη και καταχρηστική επεμβατική δραστηριότητα των συγκυριακά επικυρίαρχων ηγεμονικών δυνάμεων κατά την διάρκεια της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Διόλου τυχαία, η κύρια δικαιολογητική βάση της καταστρατήγησης των υψηλών αρχών του διεθνούς δικαίου ήταν τα επιστημονικά μεταμφιεσμένα εθνομηδενιστικά μεταμοντέρνα ιδεολογήματα.

 

Μεταψυχροπολεμικά, λογικά και αναμενόμενα, όλα τα επίπλαστα μοντερνιστικά ιδεολογικά δόγματα ανακατώθηκαν, συγχωνεύτηκαν και μπερδεύτηκαν παράγοντας ένα συνονθύλευμα (μεταμοντέρνων) θεωρημάτων και ιδεολογημάτων χωρίς επιστημονική υπόσταση και κυρίως χωρίς την παραμικρή οντολογική συνάφεια.

Αυτό ίσως να είναι και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των κρατών της Δύσης και ίσως το μεγαλύτερο της Ελλάδας όπου οι εθνομηδενιστικές ιδεολογίες αναπτύσσονται μεταπρατικά και με μεγάλη ταχύτητα συμβαδίζοντας με την προϊούσα παρακμή το νεοελληνικού κράτους.

Η τάση αυτή, ποικιλότροπα, υποβαθμίζει, παραβλέπει ή απορρίπτει την διαχρονική πνευματική, πολιτισμική, πολιτική και ανθρωπολογική διαμόρφωση των εθνικών κοινωνιών.

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μεταμοντερνισμός – εθνομηδενισμός – αποδομησμός ΙΙ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 10 Ιανουαρίου 2010

του Παναγιώτη Ηφαιστου, καθηγητή, Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές

2. Συγκρότηση και συγκράτηση των εθνών, των κρατών και του κόσμου

Από άποψη συγκρότησης και συγκράτησης των εθνών, των κρατών και του κόσμου, πάντοτε συντομογραφικά και σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι απαρχές της εθνικής συγκρότησης έχουν ως συμβολική αφετηρία το πέρασμα από την εποχή της προπολιτικής βαρβαρότητας στην εποχή του πολιτικού πολιτισμού και του δημοκρατικού πολιτειακού βίου στην κλασική Αρχαιότητα. Αυτός ο απέραντος και ιστορικοπολιτικά απροσμέτρητης ανθρωπολογικής ποικιλομορφίας κόσμος ποτέ και καμιά σχέση δεν είχε με σύγχρονες υλιστικές νοηματοδοτήσεις της πολιτικής. Πάντοτε, ακόμη και στην εποχή της κυριαρχίας των μοντερνιστικών ιδεολογιών, ο πνευματικός κόσμος των ανθρώπων αποτελούσε την ισχυρότερη εισροή των ανθρωπολογικών διαμορφώσεων. Μέτρα και σταθμά δεν υπάρχουν ούτε βέβαια και συνταγές –όπως θέλουν να πιστεύουν τα πολιτικά διεστραμμένα μοντερνιστικά ιδεολογικά δόγματα και πολύ περισσότερο τα διάδοχά τους γνωστικά εκφυλλισμένα μεταμοντέρνα θεωρήματα και ιδεολογήματα–, γιατί η μέθεξη, η σύμμιξη και η ολοκλήρωση ανθρωπίνων ετεροτήτων που συγκροτούν τις συλλογικές ανθρωπολογικές δομές δεν επιδέχεται ποσοτικές μετρήσεις. Η ανθρωπολογική συγκρότηση ανεξάρτητα από τα κατά καιρούς μεταφυσικά δόγματα πολιτικής θεολογίας –θρησκευτικής ή «ορθολογιστικής» πολιτικής θεολογίας, καθότι μορφικά είναι πανομοιότυπες– ως εκ της φύσεώς της είναι ανθρωποκεντρικής ιδιοσυστασίας και ερμηνεύεται επαρκώς από την κλασική πολιτική φιλοσοφία, κυρίως την άφθαστη ανθρωποκεντρική Αριστοτελική αρχολογία, ανθρωποκεντρική θεολογία και κοινωνική οντολογία. Για τις ανάγκες του παρόντος σύντομου κειμένου, τονίζεται ότι εν μέσω δυσκολιών, αναστολών και αντιστροφών, η πνευματική, πολιτισμική, πολιτική και ανθρωπολογική πορεία των εθνών κινούταν με φορά ανοδική μέχρι και την παρακμή και στην συνέχεια την πτώση, της Βυζαντινής Οικουμένης. Δεν λέμε ότι ήταν μια εύκολη πορεία. Αυτό που λέμε ατενίζοντας με πολιτικό και στοχαστικό δέος τα μικρά και μεγάλα ιστορικά κύματα), είναι ότι συνολικά η πορεία ήταν ανοδική αν δούμε τις διαδοχικές μεταβάσεις από την Αρχαιότητα στην ελληνιστική περίοδο, στην Ρωμαϊκή εποχή και στην Βυζαντινή Οικουμένη. Όπως θα επισημάνουμε στην συνέχεια, η πορεία της πνευματικής, πολιτισμικής και ανθρωπολογικής αυτοσυγκρότησης των εθνών δεν τερματίστηκε μετά την κυριαρχία των υλιστικών παραδοχών τον 18ο και 19ο αιώνα και παρά το φαινόμενο της αποικιοκρατικής καταδυνάστευσης που αναμφίβολα αποτέλεσε κύριο ανασταλτικό φαινόμενο. Τα έθνη αν και με επιβραδυμένο ρυθμό εις πείσμα των ιδεολογικών εποικοδομημάτων συνέχισαν να αυτοσυγκροτούνται πνευματικά, πολιτισμικά και ανθρωπολογικά καιροφυλακτώντας για να εγερθούν ευκαιρίας δοθείσης. Η έλευση και σταδιακή κυριαρχία του υλισμού μετά τον 16ο αιώνα, πάντως, και ο εγγενώς αντί-πνευματικός χαρακτήρας όλων των υλιστικών ιδεολογιών, είναι το κύριο αίτιο μιας διαρκούς καταστροφικής ταλάντωσης του εκκρεμούς των μοντερνιστικών ερμηνειών προς δύο πόλους: Στην μια πλευρά του εκκρεμούς βρίσκονται οι εθνοφυλετικές και ρατσιστικές νοηματοδοτήσεις της αντίληψης του «κρατικού έθνους» που κλιμακώθηκαν σταδιακά από τα ελίτ των Αστικών κρατών της Ευρώπης και στην συνέχεια από τον αστικοφιλελευθερισμό στην Δυτική Ευρώπη και στην Βόρειο Αμερική. Από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερα μετά τον 19ο αιώνα και την έλευση της μαζικοπαραγωγής και της μαζικοκατανάλωσης, βρίσκεται το μεγάλο συνονθύλευμα πνευματικά θολών και πολιτικά χαρούμενων αντιλήψεων περί κρατικής (ή και πλανητικής) πολιτικής συγκρότησης: Αναρίθμητα μεταμοντέρνα θεωρήματα θεωρούν ότι τα κράτη και ο πλανήτης μπορεί να συγκροτηθεί πολιτικά από αμέριμνους «πολίτες του κόσμου». Για κάποιους ανερμήνευτους και μεταφυσικά προσδιορισμένους λόγους οι «πολίτες» αυτοί θα συναλλάσσονται ευθύγραμμα, απρόσκοπτα και ειρηνικά. Στην καλύτερη περίπτωση, ή στην χειρότερη περίπτωση ανάλογα με τις ανάγκες συγκράτησης-συμμόρφωσης των κανονιστικών διατάξεων, υποστηρίζεται η δημιουργία κοσμοπλαστικών θεσμών κρατικού ή πλανητικού χαρακτήρα. Πρόκειται για θεσμικοτεχνικές κανονιστικές δομές ιδεολογικά εμπνευσμένες, οι οποίοι είναι τόσο στενόχωρες ώστε η ανθρώπινη ετερότητα στριμώχνεται και ασφυκτιά, ή κατά περίπτωση, ευκαιρίας δοθείσης εκρήγνυται αστάθμητα και επαναστατικά αξιώνοντας κοινωνιοκεντρική αυτοθέσμιση-Δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία. Οι προγραμματικά στενόχωροι και απροσδιορίστου ανθρωπολογικού περιεχομένου θεσμοί, εξ ορισμού υλιστικών -λειτουργιστικών προσανατολισμών, δεν είναι τυχαίο ότι απαιτούν πνευματικά κενούς, οντολογικά έωλους «πολίτες του κόσμου». Απαιτούν να είναι, κατά προτίμηση ατομιστές και πνευματικά απονευρωμένοι συντελεστές της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης. Όχι πνευματικά ζωντανούς πολίτες των οποίων η ανθρωπολογική και πολιτική ολοκλήρωση υπό δημοκρατικές συνθήκες είναι ένα διαρκές και αστάθμητο στοίχημα. Σίγουρα αν οι άνθρωποι μετατρέπονταν σε μηχανές με ιδιότητες ωφελιμιστικών και χρησιμοθηρικών επιλογών, μια εθνομηδενισμένη υλιστική δημόσια σφαίρα θα λειτουργούσε ευθύγραμμα και απρόσκοπτα. Για τους ανυποψίαστους, αυτό περίπου υποστήριξαν οι εξαιρετικά ευφυείς συνεπείς υλιστές La Mettrie και de Sade στο μέλλον των οποίων μας επιστρέφουν τα εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα. Το μαζικοπαραγωγικό και μαζικοκαταναλωτικό «ιδεώδες» είναι, όπως θεμελίωσε ο Παναγιώτης Κονδύλης, η κύρια κοσμοθεώρηση όλων των συνεπών μεταμοντέρνων θεωρημάτων. Ουσιαστικά, έτσι γεννήθηκαν οι μεταμοντέρνες εθνομηδενιστικές τάσεις οι οποίες, στο λεγόμενο «επιστημονικό» πεδίο αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό στίβο οδηγούν σε ανεπίγνωστα εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα και εθνομηδενιστικές στάσεις και συμπεριφορές. Για να το διατυπώσουμε και διαφορετικά, το πολιτικό ιδεώδες του Δήμου της Δημοκρατίας αντικαθίσταται, σύμφωνα με αυτή την πολιτικά διεστραμμένη αντίληψη, από εξωπολιτικές συνομαδώσεις μέσα στις οποίες συνυπάρχουν κοινωνικοπολιτικά ανέντακτοι εξωπολιτικοί και εθνικά απονευρωμένοι ατομιστές. Ακόμη πιο παραστατικά: Το ιδεώδες του πνευματικά συγκροτημένου πολίτη με ρητή πολιτειακή αναφορικότητα υπό συνθήκες εθνοκρατικής ανεξαρτησίας προικισμένης με κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη διανεμητική δικαιοσύνη, αντικαθίσταται από τον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό με το «ιδεώδες» της ιδιωτείας ως πρόταση πολιτικής συγκρότησης και συγκράτησης των κρατών και του κόσμου. Λογικό είναι μια τέτοια θεώρηση να αντιπαθεί θανάσιμα οτιδήποτε συγκροτεί πνευματικά, πολιτικά και ανθρωπολογικά το έθνος, δηλαδή την μαγιά και την ουσία των κρατών και του διεθνούς συστήματος.

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η βαθιά ιστορική ματιά του Ρήγα Φεραίου και ο βράχος του Σισύφου της εθνοσοβινιστικής εθνοκατασκευής της νεότερης Ευρώπης

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 25 Δεκεμβρίου 2009

Παναγιώτης Ήφαιστος

Στην πορεία της νεότερης Ευρώπης, όπως είπαμε, καταγράφονται μεταξύ άλλων εθνοκαθάρσεις, εκτοπισμοί, καταναγκαστικές αφομοιώσεις, εμφύλιοι πόλεμοι, γενοκτονίες, πολλοί διακρατικοί πόλεμοι, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και κυρίως το μεγαλύτερο ανθρωπολογικό και πολιτικό έγκλημα της ανθρώπινης ιστορίας, η αποικιοκρατία, η οποία προέκτεινε τις ωμές νοηματοδοτήσεις της πολιτικής με όρους ισχύος στο πλανητικό επίπεδο. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι ώρα τώρα να δούμε μερικά πιο συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά των Δυτικών κρατών και τους λόγους για τους οποίους το πολιτικοστοχαστικό εκκρεμές ταλαντεύθηκε μεταξύ μιας ρατσιστικά νοούμενης εθνοκατασκευής και των ύστερων μεταμοντέρνων εκμηδενιστικών τάσεων. Αυτές οι άγριες ταλαντεύσεις του πολιτικοστοχαστικού εκκρεμούς, υποστηρίζουμε εδώ, οφείλονται στις υλιστικές παραδοχές που αναπόδραστα νοηματοδοτούν την πολιτική με όρους ισχύος.

     Η αποικιοκρατία ευθύνεται για μία γιγαντιαίων διαστάσεων διατάραξη των πολιτικών σεισμικών πλακών στα θεμέλια μικρών και μεγάλων εθνών του πλανήτη. Παράλληλα, στο καθαυτό ευρωπαϊκό επίπεδο κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων της νεοτερικότητας η «εθνική στέρηση» της Ευρώπης και η ανορθόδοξη υλιστικά νοούμενη μοντερνιστική εθνοκατασκευαστική διαδρομή του 18ου και του 19ου αιώνα προκάλεσαν μία κοσμοϊστορική αναταραχή, που κορυφώθηκε με την ιδεολογική πάλη του Ψυχρού Πολέμου, οι απόηχοι της οποίας μας επηρεάζουν μέχρι σήμερα. Πολλές θεωρήσεις του πολιτικού χαρακτήρα των Δυτικών κρατών με πολύ μεγάλη ευκολία παρακάμπτουν ή παραβλέπουν αυτές τις διαμορφωτικές φάσεις με αποτέλεσμα μια στρεβλή απεικόνιση της πραγματικότητας.

     Για παράδειγμα, απαιτείται να ερμηνευτούν σωστά οι αρχικές απονενοημένες κραυγές της δεκαετίας του 1940 υπέρ μιας αυτοκτονικής εγκατάλειψης των εθνών για να δημιουργηθεί μια, άγνωστης κοσμοθεωρητικής και πολιτικής ταυτότητας διεθνιστικά και υλιστικά νοούμενη, ευρωπαϊκή υπερεθνικότητα. Έθρεψαν αυτοκτονικές μεταμοντέρνες ιδεολογικές αντιλήψεις, που συνεχίζονται να καλλιεργούνται στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Επιπλέον, η διαδρομή των Νέων Χρόνων δεν ήταν μόνο ταραχώδης, αλλά και εγγενώς αντιφατική: Στο υπόβαθρο του εθνοκρατοκεντρικού ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος κτίστηκαν αντιθέσεις, ελλείμματα και ιδεολογικές δομές στους πανεπιστημιακούς χώρους, που συνεχίζουν να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις και τη βιωσιμότητα των πολιτειακών δομών.

     Μετά τον 15ο αιώνα τα πάθη της Ευρώπης μοιάζουν με αυτά της μυθολογίας του Σισύφου: Ο Σίσυφος καταδικάστηκε από τους Θεούς να κυλά αιώνια στον Άδη έναν μεγάλο βράχο μέχρι την κορυφή του βουνού. Λίγο πριν το τέρμα ο βράχος κατρακυλούσε προς τα πίσω, στην αφετηρία. Μετά τη θεοκρατία και μέχρι τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο, η ευρωπαϊκή εθνοκατασκευαστική ανάβαση είχε φορά κράτους –> έθνους και όχι έθνους –> κράτους, που είναι η ανθρωπολογικά φυσιολογική πορεία. Στο σημείο αυτό, καλά θα κάνουμε να σκιαγραφήσουμε συγκριτικά και να αντιπαραθέσουμε το εθνοσοβινιστικό μοντερνιστικό μοντέλο με το εθνικό μοντέλο.

     Η αντίληψη περί κράτους –> έθνους βρίσκεται στον αντίποδα της εθνικής κοσμοθεωρίας, που ήδη ορίσαμε ως πρωτίστως πνευματικό χωροχρονικό πολιτικοπολιτισμικό κτίσμα, που διαμορφώνει την ανθρωπολογική ετερότητα των κοινωνικών οντοτήτων και τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, που στηρίζουν την εθνική ανεξαρτησία. Ωραιοποίηση του ως προς το τι θα μπορούσε να σημαίνει δεν χωράει, γιατί καλό είναι να γνωρίζουμε την πραγματικότητα: Στην ιστορική διαχρονία, που έχει ως αφετηρία την προπολιτική βαρβαρική εποχή μέχρι την ανθρωποκεντρικά θεμελιωμένη κλασική εποχή, η εθνογένεση ποτέ δεν ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίων συμβάντων αλλά χωροχρονικής σύμμειξης και μέθεξης ανθρωπίνων ετεροτήτων. Ακολούθησε ο πολιτικός και πολιτισμικός εμβολισμός της μέχρι τότε δεσποτικής Ανατολής από τον Μέγα Αλέξανδρο που προσδιόρισε την μετέπειτα πορεία του κόσμου. Ακολούθησε η Ελληνιστική εποχή, η Ρωμαϊκή εποχή, ο Μεσαίωνας στη Δύση και η Βυζαντινή Οικουμένη.

     Ο διαμορφωτικός ρόλος αυτών των εποχών δεν διερευνήθηκε επαρκώς, γιατί η πολιτική επιστήμη και η ιστοριογραφία των τελευταίων αιώνων είτε κατασπαταλήθηκαν στην αντιθεοκρατική πάλη είτε καταποντίστηκαν επιστημονικά με ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις των αναδυόμενων διεθνιστικοϋλιστικών δογμάτων. Η γνώση περιορίστηκε, γιατί δύο αξονικά ζητήματα είτε δεν εξετάστηκαν επαρκώς είτε εξετάστηκαν με στρεβλωτικούς ιδεολογικούς φακούς: Δεν εξετάστηκαν επαρκώς οι κοσμοσυστημικές προϋποθέσεις της Βυζαντινής Οικουμένης και δεν προσέχθηκε καν το γεγονός ότι μετά την Αλεξανδρινή εποχή τα έθνη, οι πόλεις και τα κοινά στο υπόβαθρο των αυτοκρατοριών επί αιώνες έκτιζαν τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις των υποκείμενων κοινωνικών οντοτήτων και τις συμβατές με αυτές εθνικές τους κοσμοθεωρίες.

     Κανείς δεν χρειάζεται να χρονοτριβεί, γιατί μπορεί εύχρηστα να αντλήσει από τη βαθιά ιστορική μνήμη μεγάλων πνευμάτων, όπως ο Καβάφης και ο Ρήγας Βελεστινλής, οι οποίοι με λιτό τρόπο αποτυπώνουν τις ιστορικές περιστάσεις. Κανένας ιδεολογικά σκεπτόμενος ιστοριογράφος δεν συγκρίνεται με την ακριβή τους περιγραφή της εθνικής οντολογίας στον Μικρασιατικό και Βαλκανικό χώρο. Η βαθιά ματιά του Ρήγα Βελεστινλή, για παράδειγμα, με ηρεμία και αυτοπεποίθηση περιγράφει το Μικρασιατικό ανθρωπολογικό περιβάλλον. Κοιτάζοντας στο ιστορικό Μικρασιατικό βάθος βλέπει τις ώριμες εθνικές κοσμοθεωρίες, που κοχλάζουν κάτω από τα τυραννικά καθεστώτα αναζητώντας ευκαιρία ευόδωσης της αξίωσης ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

     Βλέπει τα κτίσματα πολιτικού πολιτισμού των εθνών, τα οποία το σύνολο της νεοτερικής σκέψης αδυνατούσε να δει, γιατί αλληθώριζε προς υπερεμπειρικούς επουράνιους ορθολογισμούς και γιατί η Δύση ήταν πολύ απασχολημένη αφενός με το αποικιοκρατικό πλιάτσικο, αφετέρου με τις εθνοσοβινιστικές διαμάχες στη Δυτική Ευρώπη. Ο Ρήγας Φεραίος κοίταξε πίσω και είδε με ακρίβεια αυτό που συνδέει το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον.

     Αν εκλείψουν οι τύραννοι που νοηματοδοτούν την πολιτική με όρους ισχύος, οι χωροχρονικά σωρευμένες εθνικές κοινωνίες μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά σεβόμενες την εθνική κοσμοθεωρία αλλήλων και σεβόμενες τους αυτεξούσιους εθνικούς χώρους. Μπορούσε να διακρίνει τα εθνικά κτίσματα ως Κοινωνικά γεγονότα, ως προς τα οποία το Πολιτικό γεγονός πρέπει να είναι συμβατό και προσαρμοσμένο υπό συνθήκες αδιαφοροποίητης πολιτικής ελευθερίας. Ο Ρήγας Φεραίος γράφει: «Η Ελληνική Δημοκρατία είναι μία, με όλον όπου συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπο της διάφορα γένη και θρησκείας. Δεν θεωρεί τας διαφοράς των λατρειών με εχθρικό μάτι. Είναι αδιαίρετος με όλο όπου ποταμοί και πελάγη διαχωρίζουν τις επαρχίες της, οι οποίες όλες είναι ένα συνεσφιγμένο αδιάλυτο σώμα». Και πιο κάτω, στο «Περί σχέσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας με τα ξένα έθνη»: «118. Ο ελληνικός λαός είναι φίλος και σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη. 119. Οι Έλληνες δεν ανακατεύονται εις την διοίκηση των άλλων εθνών, αλλά ούτε είναι εις αυτούς αποδεκτό να ανακατωθούν άλλα έθνη εις την δική τους. (…) 120. Δέχονται όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξορισμένους από την πατρίδα των δια αιτία της ελευθερίας. 121. Δεν κάμνουν ποτέ ειρήνη με ένα εχθρό ο οποίος κατακρατεί ελληνικό τόπο».

     Ακόμη πιο σημαντικό, τα έθνη δεν χρειάζονται σχέση σύμβασης αλλά φυσικές σχέσεις, που πηγάζουν από τον πολιτισμό τους και τις μακρόχρονες σχέσεις τους: «122. Η νομοθετική διοίκηση βεβαιώνει εις όλους τους Έλληνες, Τούρκους, Αρμένηδες, την ισοτιμίαν, την ελευθερίαν, την σιγουριά, την εξουσία των υποστατικών ενός εκάστου, τα δημόσια χρέη που ήθελε γίνουν δια την ελευθερίαν όλων των θρησκειών, μια ανατροφή, δημόσιας συνδρομάς εκεί όπου ανήκουν, την απεριόριστο ελευθερία της τυπογραφίας, το δίκαιο του να δίδει έκαστος αναφοράν και να προκλαυθεί, το δίκαιον του συναθροίζεσθαι εις δημόσιας συντροφιάς, και τελευταίον την απόλαυση των δικαίων του ανθρώπου».

Η εμποτισμένη στο ιστορικό γίγνεσθαι κοσμοθεωρία του Ρήγα Φεραίου είναι, ακριβώς, μία τυπικά πηγαία έκφραση αυτού που εδώ ονομάζουμε ώριμη και χωροχρονικά στέρεα κτισμένη εθνική κοσμοθεωρία: Είναι εμποτισμένη στο ιστορικό παρελθόν της, είναι προικισμένη με τα πνευματικά της επιτεύγματα, βλέπει τον εαυτό της ως την αιχμή ενός πνευματικού κτίσματος που διαρκώς μεγαλώνει, είναι σίγουρη για τον κόσμο, είναι σίγουρη για τον εαυτό της, βλέπει με σεβασμό τα έθνη με τα οποία συνδιαμορφώθηκε, δεν χαρίζεται και δεν λυγίζει στο ζήτημα της Υπέρτατης Υψηλής Αρχής της Ελευθερίας και βλέπει τον εθνικά διαμορφωμένο κόσμο με όρους αρμονικής συμβίωσης. Ακόμη πιο σημαντικό, βλέπει την εθνική ανεξαρτησία, την εθνική κοσμοθεωρία και τη δημοκρατία ως προϋποθέσεις ενός πολιτικού βίου που θα πραγματώνει αενάως την πολιτική ελευθερία κτίζοντας ασταμάτητα ανθρωποκεντρικό πολιτικό πολιτισμό στερούμενο εθνοφυλετικών αντιλήψεων.

     Μία τέτοια κοσμοθεωρία, ακριβώς, ενέχει γενικεύσεις καθολικών αρχών, οι οποίες αφορούν τον οικουμενικό πολιτικό πολιτισμό και την κοσμοσυστημική συγκρότηση. Ο Γιώργος Κοντογιώργης επισημαίνει ότι η εθνική αυτή αντίληψη (του Ρήγα Φεραίου) διαφέρει κάθετα από τη νεοτερική αντίληψη και συνάμα είναι εναρμονισμένη με το κοσμοπολιτειακό κεκτημένο: Στην εποχή της νεοτερικότητας «το έθνος το οποίο ενσαρκώνει το κράτος, λειτουργεί ως πρόσχημα για την συγκάλυψη του γεγονότος ότι το πολιτικό σύστημα και η πολιτική αρμοδιότητα κατέχονται ολοκληρωτικά από αυτό (το κράτος)». Συνεχίζοντας, ο Γιώργος Κοντογιώργης εύστοχα παρατηρεί κάτι που ενέχει μεγάλη σημασία για την ανάλυσή μας εδώ, ότι δηλαδή αυτό που στην τότε πολυεθνοτική Δύση θεωρείτο απειλή για την ενότητα και την πολιτική τάξη, στην αντίστοιχα πολυεθνική δομή της Μικρασιατικής μάζας ο Ρήγας Φεραίος επιχειρούσε «να αναδείξει πολιτικά την πολιτισμική τους πολυσημία, η δε ανερχόμενη ανθρωποκεντρικά Ευρώπη να την εξαλείψει».

     Έτσι, αναδεικνύονται οι δύο αντίθετες αντιλήψεις του Κοινωνικού και του Πολιτικού. Από τη μία πλευρά, η εθνική αντίληψη που θεωρούσε το Πολιτικό ως προέκταση του Κοινωνικού και από την άλλη πλευρά, η νεοτερική αντίληψη η οποία διαμέσου μιας υπερεμπειρικά προσδιορισμένης («ορθολογιστικής») κανονιστικής δομής θεωρούσε ότι μπορεί να κατασκευάσει το Κοινωνικό, δηλαδή τα έθνη στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Αντίστοιχα, ιστορικοπολιτικά μιλώντας, από τη μία πλευρά βρίσκεται η εθνική κοσμοθεωρία των ιστορικών εθνών της Μεσογείου και της Μικρασιατικής Μάζας μέχρι και την Άπω Ανατολή και από την άλλη βρίσκεται η διεθνιστικοϋλιστικά και ιδεολογικά νοούμενη αντίληψη του Κοινωνικού και του Πολιτικού στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, η οποία προγραμματικά εκτοπίζει τον πνευματικό κόσμο των πολιτών της έξω από τα τείχη του δημόσιου βίου.

Απ’ το βιβλίο: Παναγιώτης Ήφαιστος, Κοσμοθεωρία των Εθνών, Εκδόσεις Ποιότητα

Posted in Ευρώπη, Ελλάδα, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Για μια νέα Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική (2): Το Δόγμα

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 7 Δεκεμβρίου 2009

Έτος 2014. Έχει περάσει μία εβδομάδα από την ανατροπή της φιλο-ισλαμικής κυβέρνησης στη Τουρκία και στο ΕΘΚΕΠΙΧ, στα υπόγεια της Μεσογείων, επικρατεί αναβρασμός ένα 24ωρο μετά από τις σκληρές αερομαχίες και τη πτώση ενός τουρκικού μαχητικού στο Αιγαίο. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση της Άγκυρας που ελέγχεται πλήρως από το κεμαλικό-στρατιωτικό κατεστημένο αναζητεί απεγνωσμένα διέξοδο από τη κρίση. Οι δορυφορικές εικόνες δείχνουν ανησυχητική κινητοποίηση μονάδων της 4ης Στρατιάς προς το σημείο όπου έχουν καταπλεύσει τα τουρκικά αποβατικά σκάφη. Τα ραντάρ της ΠΑ καταγράφουν νέες μετασταθμεύσεις της Τουρκικής Αεροπορίας προς τα δυτικά, ενώ πληροφορίες από τη Κύπρο αποκαλύπτουν νυχτερινή αποβίβαση αρμάτων μάχης και πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων. Τα τουρκικά ΜΜΕ σε ένα παραλήρημα ανθελληνισμού κάνουν λόγο για κατάρριψη του τουρκικού μαχητικού από τον Έλληνα χειριστή και για επικείμενη μεγάλη «άσκηση» στο Αιγαίο, δικαιολογώντας την έξοδο του στόλου από τις ναυτικές βάσεις Ακσάζ και Γκιολτσουκ. Οι προσπάθειες του Α/ΓΕΕΘΑ να επικοινωνήσει με τον Τούρκο ομόλογό του στη «κόκκινη γραμμή» διακόπτονται όταν παίρνει στα χέρια του σήμα της ΑΣΔΕΝ που αναφέρει τουρκικές αεραποβατικές ενέργειες για τη δημιουργία προγεφυρώματος στη νήσο…
Από την παραπάνω υπόθεση εργασίας, προκύπτουν μερικά ερωτήματα:
1. Οι ΕΕΔ κινούνται για την εξάλειψη του προγεφυρώματος;
2. Οι ΕΕΔ κινούνται για την εξάλειψη του προγεφυρώματος και προχωρούν σε αντίστοιχες ενέργειες σε τουρκικό έδαφος;
3. Μπορούσαν οι ΕΕΔ να προβούν σε πρώτο χτύπημα πριν εκδηλωθεί η τουρκική επίθεση;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα συνθέτουν το Δόγμα.

Ο αείμνηστος Π. Κονδύλης παραμένει επίκαιρος και δε θα μπορούσε να ειπωθεί τίποτα παραπάνω από αυτά που έγραψε στη «Θεωρία Πολέμου»:
Α. Το Ζήτημα των Εδαφικών Απωλειών και Κερδών
«Στη Θράκη, ή μάλλον στον Εβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευμάτων και από τις δύο πλευρές σημαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραμμές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αμέσως, μ’ έναν κυκλωτικό ελιγμό σχεδόν επί τόπου, μεγάλες εχθρικές μονάδες. Ομως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάμεις θα πρέπει εξ αρχής να επιδιώξουν με κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού μετώπου και να μην αρκεσθούν σε μιαν παθητική άμυνα. Μια γρήγορη προέλαση τεθωρακισμένων μονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το πεδινό έδαφος και οι περιορισμένες αποστάσεις, θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα το σημαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές. Πράγματι, πουθενά αλλού εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισμένη κι αν κρίνει κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η μόνη πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο και με συνέπεια. Στο θέατρο του Αιγαίου, καθώς είπαμε, δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρωμάτων στη μικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώματα αυτά θα μπορούσαν να κρατηθούν για λίγο· η μόνη ενέργεια, η οποία θα μπορούσε ν’ αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν μια κατάληψη της Ιμβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούμε θεμελιώδη και αυτονόητη τόσο σε μιαν απόβαση στα νησιά όσο και σε μιαν προέλαση στη Θράκη…).»

Β. Συγκέντρωση Δυνάμεων
«Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ’ εαυτόν ουτοπικός. Η αριθμητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων της τής δίνει εξ αντικειμένου ορισμένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων με σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασμός του κατακερματισμού των δυνάμεων. Αντίστοιχα μεγάλη επαγρύπνηση και διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθμητικής μειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε όλα τα καίρια επιχειρησιακά σημεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα μοίρα την προάσπιση πόλεων και αμάχων πληθυσμών και να επικεντρώσει τα διαθέσιμά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, εκεί όπου αυτές θα ρίξουν το βάρος τους και ει δυνατόν πριν προλάβουν να αναπτυχθούν πλήρως. Προκειμένου να εκπληρωθεί ο υπέρτατος αυτός σκοπός ίσως χρειασθεί να διακινδυνεύσει ο αριθμητικά υποδεέστερος την απώλεια εδαφών ή και τη διεξαγωγή επιχειρήσεων με ανοιχτά τα πλευρά του, πράγμα που θα πρέπει ν’ αναπληρώνει με ευελιξία και ταχύτητα. Ομως η τελική έκβαση θα κριθεί με βάση τα όσα θα γίνουν στο επίπεδο εκείνο που άπτεται της ίδιας της ουσίας του πολέμου. Πόλεμος σημαίνει πρωταρχικά επιδίωξη συντριβής των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, απ’ αυτήν εξαρτώνται κι απ’ αυτήν απορρέουν όλα τα άλλα. Και εάν αυτή επιτευχθεί, τότε αναπληρώνονται αργά ή γρήγορα όλα, όσα θυσίασε κανείς θέλοντας να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του την αποφασιστική στιγμή στο αποφασιστικό σημείο.»

Γ. Ισχύς Πυρός
«Η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου και περιορισμένο βάθος του χώρου γύρω τους. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί. Το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του με όπλα μικρότερου βεληνεκούς (…) καθώς και με αεροπλάνα που διαθέτουν μικρότερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά. Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς (…) καθώς και αεροπλάνα με μεγαλύτερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως· ας σημειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα μπορούν, ξεκινώντας από τα μακρινότερα ως προς εμάς αεροδρόμια της Ανατολίας (Μπάτμαν, Ερζουρούμ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόμα βρίσκονται μέσα στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές μέσα στην ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόμια των μικρασιατικών παραλίων. Ετσι, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική πλευρά, ακόμα κι αν θα επιθυμούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο με ένα προληπτικό χτύπημα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορμό των αεροπορικών δυνάμεων στα πλησιέστερα αεροδρόμια. Το κρίσιμο τούτο πρόβλημα λύνεται μόνον με πυραυλικά συστήματα κατάλληλου βεληνεκούς και με ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασμού των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. μεταξύ Κρήτης και Κύπρου).»

Δ. Συντριπτικό Πρώτο Πλήγμα (First strike)
«Αν η ελληνική πλευρά, λέγοντας «αμυντικό δόγμα», εννοεί ότι, φοβούμενη μήπως εκτεθεί στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης και των συμμάχων, προτίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση (γενικού) πολέμου να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και το πλεονέκτημα του πρώτου (μαζικού) πλήγματος στον εχθρό, τότε έχει κατά πάσα πιθανότητα υπογράψει μόνη της και εκ προοιμίου την καταδίκη της. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά. Σε παλαιότερους πολέμους, διεξαγόμενους στην ξηρά, μπορούσε ενδεχομένως να αφεθεί στον εχθρό η επιθετική πρωτοβουλία ως ότου εξαντλήσει τις δυνάμεις του. Ομως αυτό προϋπέθετε ότι ο αμυνόμενος κατείχε θέσεις φυσικά ή τεχνητά οχυρές που του επέτρεπαν να κρατήσει τις δικές του δυνάμεις σχετικά αλώβητες ώσπου να περάσει στην αντεπίθεση. Σήμερα, η δύναμη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η μετάθεση του πολεμικού κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάμεις, και το (μαζικό) πρώτο πλήγμα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των μέσων μιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίμακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό μέγεθος, με άλλα λόγια προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέμου καθοριστική σημασία· ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν’ αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι’ αυτό και το πρώτο πλήγμα, το οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέμου, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μαζικότερο και καιριότερο.»

H ανάπτυξη αμυντικών ή επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων καθώς και του ανάλογου στρατηγικού Δόγματος, μεταξύ άλλων, σχετίζεται με:
1) τη μορφή της απειλής, δηλαδή τις πολιτικές και στρατιωτικές επιδιώξεις του επιτιθεμένου,
2) τη διάταξη, δομή και ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου,
3) το στρατηγικό δόγμα του αντιπάλου,
4) τις στρατιωτικές ανάγκες στην περίπτωση κάλυψης στόχων εκτός κρατικών συνόρων (προεκτεταμένη αποτροπή),
5) τις τεχνολογικές ικανότητες του αποτρέποντος και του αποτρεπομένου και
6) την ποσότητα/ποιότητα των οπλικών συστημάτων σ’ όλο το φάσμα της αντιπαράθεσης.

E. Αμυντική Στρατηγική
«Αλλά όποιος, θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο επίπεδα δεν πρέπει να συγχέονται κατά κανένα τρόπο. Αλλο είναι η άμυνα ως ιστορικοπολιτικός σκοπός και άλλο η άμυνα ως στρατιωτικό μέσο, άλλο ο αμυντικός χαρακτήρας ενός πολέμου και άλλο η αμυντική διεξαγωγή ενός πολέμου. Αλλωστε από στρατιωτική άποψη η καθαρά αμυντική διεξαγωγή πολέμου στερείται νοήματος και είναι πρακτικά αδύνατη. Αν την παίρναμε στα σοβαρά, θα σήμαινε ότι ο επιτιθέμενος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει ατιμώρητα, διατρέχοντας απλώς τον κίνδυνο να επανέλθει στην αρχική του θέση και να προετοιμασθεί για να ξαναδοκιμάσει».

ΣΤ. Συμπεράσματα*
1. Δεν πρέπει να αναμένεται τίποτε άλλο παρά διαρκείς απειλές χρήσης βίας και ενέργειες που αποσκοπούν στην υποχώρηση της Ελλάδας.
2. Ο αντίπαλος αποτρέπεται μόνο όταν το κόστος επίθεσης είναι μεγαλύτερο του πιθανού οφέλους.
3. Παθητική στάση και συνεχείς άνευ αντικρίσματος άσκοπες υποχωρήσεις οδηγούν σε σωρευτικά κέρδη που ισοδυναμούν με μεγάλη νίκη χωρίς πόλεμο.

(* Ήφαιστος Παναγιώτης, Πλατιάς Αθανάσιος, «Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική», Παπαζήσης, 1992)

Posted in Ελληνική εξωτερική πολιτική & Αμυνα | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: