βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Posts Tagged ‘ΠΤΩΧΕΥΣΗ’

Η παύση πληρωμών δεν ισοδυναμεί με κήρυξη πτώχευσης

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 5 Ιανουαρίου 2011

Μπορούμε να προχωρήσουμε σε άμεση παύση πληρωμών προς τους εκβιαστές μας, τώρα!!!

Το πρώτο βήμα μιας διαφορετικής πολιτικής θα ήταν να ανατραπεί το καθεστώς κηδεμονίας από την ΕΕ και το ΔΝΤ, που έχει σαν βασικό στόχο τη διαιώνιση της υπερχρέωσης προς όφελος των διεθνών κερδοσκόπων και δανειστών….

Δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα χώρας που να υποβλήθηκε σε καθεστώς κηδεμονίας για τα χρέη της και να βγήκε αλώβητη ή και ακέραια.

Όποιος ενδιαφέρεται ας δει την ιστορία των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, ιδίως της υποσαχάριας, όπου έδρασε για δεκαετίες το ΔΝΤ. Όπου επιβλήθηκε καθεστώς κηδεμονίας άφησε πίσω του ερείπια.

 

Το Ελληνικό κράτος μπορεί να προχωρήσει σε άμεση παύση πληρωμών, ώστε να διασωθούν οι τεράστιοι πόροι που σήμερα πηγαίνουν σε πληρωμές δανείων. Η παύση πληρωμών δεν ισοδυναμεί με κήρυξη πτώχευσης, όπως κηρύττει σκόπιμα η επίσημη προπαγάνδα. Μια χώρα που προχωρά σε μονομερή παύση πληρωμών ακριβώς επειδή δεν θέλει να της επιβληθεί ή να αναγκαστεί από την αγορά να κηρύξει πτώχευση.

Η μονομερής παύση πληρωμών θέτει σε πρώτη προτεραιότητα την ανάγκη να σταθεί η χώρα και ο λαός της στα πόδια τους, χωρίς τον φόρο αίματος στους δανειστές. Στη διεθνή πρακτική έχουμε πολλές χώρες που κατά καιρούς αρνήθηκαν να πληρώσουν τους δανειστές τους, χωρίς να κηρύξουν πτώχευση.

 

Μάλιστα στο διεθνές δίκαιο υπάρχει πρόβλεψη για την μονομερή άρνηση μιας χώρας να πληρώσει τα χρέη της, όταν συντρέχουν τρεις λόγοι:

(α) Ο δανεισμός έγινε με ανήθικο και παράνομο τρόπο.

(β) Τα δάνεια δεν χρησιμοποιήθηκαν προς το συμφέρον του λαού και της χώρας.

(γ) Οι δανειστές γνώριζαν πολύ καλά ποιους δάνειζαν και για ποιο σκοπό.

 

Στη βάση αυτής της ρήτρας του διεθνούς δικαίου, που αποκαλείται odious debt ή απεχθές χρέος, αρνήθηκαν πολλές από τις νέο-απελευθερωμένες χώρες να πληρώσουν τα χρέη της αποικιοκρατίας, των δικτατορικών και βασιλικών καθεστώτων που ανατράπηκαν, αλλά και των διεφθαρμένων κυβερνήσεων.

 

Τελευταίο παράδειγμα είναι το Εκουαδόρ, το οποίο τον Δεκέμβρη του 2008 ανακοίνωσε πλήρη παύση πληρωμών, χωρίς να κηρύξει πτώχευση.

Ο πρόεδρος της χώρας Κορέα, αφού συγκρότησε μια διακομματική επιτροπή υπό τον γενικό εισαγγελέα της χώρας που εξέτασε το σύνολο των συμβάσεων δανεισμού της χώρας, ανακοίνωσε ότι το Εκουαδόρ δεν δεσμεύεται να πληρώσει ένα «ανήθικο και παράνομο» χρέος, που υπήρξε προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας σε βάρος του λαού του.

 

Απευθύνθηκε επίσης στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η οποία στάθηκε στο πλευρό της χώρας, αναγνωρίζοντας το δικαίωμά της να μην πληρώσει χρέη που δημιούργησαν οι προηγούμενες διεφθαρμένες κυβερνήσεις και έτσι δεν κουνήθηκε φύλλο εναντίον του Εκουαδόρ. Και μιλάμε για μια χώρα με πληθυσμό περί τα 13,6 εκατ. κατοίκους και με ΑΕΠ (2008) λίγο πάνω από το 16% του αντίστοιχου ΑΕΠ της Ελλάδας!

 

Το 1936 το Ελληνικό Κράτος (με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά), αρνήθηκε να εξυπηρετήσει δάνειο που είχε συνάψει με την Βελγική Τράπεζα Societe Commerciale de Belgique.

Η κυβέρνηση του Βελγίου έσπευσε να συνδράμει την Βελγική Τράπεζα και προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου που είχε ιδρυθεί από την Κοινωνία των Εθνών (πρόδρομό του ΟΗΕ).

Στην προσφυγή της η Βελγική Κυβέρνηση κατηγορούσε την Ελλάδα ότι αθετεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Το Ελληνικό Κράτος (η δικτατορική κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά), απάντησε με υπόμνημα στο οποίο ανέφερε

• «Η Κυβέρνηση της Ελλάδος, ανήσυχη για τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνικού λαού και για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή. Όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στην θέση της, θα έκανε το ίδιο» (Yearbook of the International Law Commission, 1980, τομ. ΙΙ, μέρος Α., σελ. 25, 26)

Η δική έγινε το 1938 και ο νομικός εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους κατέθεσε νέο υπόμνημα στο οποίο ανέφερε:

• «Ενίοτε μπορεί να υπάρξει μια έκτακτη κατάσταση, η οποία κάνει αδύνατο για τις Κυβερνήσεις να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές και προς τον Λαό τους. Οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς για να εκπληρώσουν και τις δύο υποχρεώσεις ταυτόχρονα. Είναι αδύνατον να πληρώσει μια Κυβέρνηση το χρέος, και την ίδια στιγμή να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στα δύο. Και φυσικά, το καθήκον του Κράτους να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των βασικών δημοσίων υπηρεσιών, ΥΠΕΡΤΕΡΕΙ έναντι της πληρωμής των χρεών της. Από κανένα κράτος δεν απαιτείται να εκπληρώσει, μερικά ή ολικά, τις χρηματικές του υποχρεώσεις, αν αυτό ΘΕΤΕΙ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών του, κι έχει σαν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της διοίκησης της χώρας. Στην περίπτωση που η αποπληρωμή των χρεών θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ζωή και τη διοίκηση, η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να διακόψει ή και να μειώσει την εξυπηρέτηση του χρέους».

Με βάση αυτά τα επιχειρήματα, το Διεθνές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαίου της Κοινωνίας των Εθνών δικαίωσε την Ελλάδα.

Το σπουδαιότερο όμως είναι το εξής: Σε αυτό το νομικό δεδομένο (Νομικά Επιχειρήματα, Δικαστική Απόφαση), στηρίχθηκε το 2003 ο Πρόεδρος της Αργεντινής Νέστωρ Κίρσνερ, για να διαγράψει το μεγαλύτερο μέρος του Δημόσιου Χρέους της Αργεντινής και να σώσει την χώρα του από τα νύχια του ΔΝΤ.

 

 

Για να προχωρήσει μια χώρα σε μονομερή παύση πληρωμών απαιτείται πρώτα και κύρια πολιτική βούληση. Απαιτείται υπεύθυνη κυβέρνηση που να προτάσσει πάνω απ’ όλα το καλό της χώρας και του λαού της.

Φανταστείτε μόνο μια κυβέρνηση που αντί να αναζητά την «αποκατάσταση της αξιοπιστίας στις αγορές», βγαίνει και ζητά την συμπαράσταση, την μαχητική στήριξη του λαού για να προχωρήσει σε μονομερή παύση πληρωμών, ώστε να μην επιβάλει τα μέτρα λιτότητας και ασφυξίας που απαιτούν οι δανειστές και τα όργανά τους. Φυσικά η παύση πληρωμών είναι μόνο το πρώτο βήμα.

 

Είναι ένα αμυντικό μέτρο για να διασωθούν οι τεράστιοι πόροι που πηγαίνουν στην αποπληρωμή των χρεών. Το πρόβλημα που προκύπτει αμέσως με την παύση πληρωμών είναι διπλό:

– Αφενός, τι πρέπει να γίνει για να θωρακιστεί η χώρα απέναντι τους εκβιασμούς και τις πιέσεις των αγορών, που είναι φυσικό να ενταθούν μπροστά στο ενδεχόμενο της παύσης πληρωμών.

– Αφετέρου, πώς πρέπει να αξιοποιηθούν οι πόροι που διεσώθησαν, αλλά και οι πόροι που διαθέτει συνολικά η ελληνική οικονομία και κοινωνία, έτσι ώστε να ορθοποδήσει η χώρα και ο λαός της και να μπει σε μια νέα τροχιά ορθολογικής ανάπτυξης προς όφελος των εργαζομένων και του τόπου.

 

Ως προς το πρώτο ζήτημα, η επίσημη προπαγάνδα ασκεί συστηματική τρομοκρατία, που πίσω της κρύβεται η απόλυτη ένδεια επιχειρημάτων. Επίσης, η διατεταγμένη δημοσιογραφία έχει φιμώσει κάθε άποψη που υποστηρίζει την παύση πληρωμών. Ενώ δυστυχώς και η επίσημη αριστερά δεν τολμά ούτε καν να θέσει το ζήτημα.

Η ελεγχόμενη «ενημέρωση» γνωρίζει πολύ καλά ότι οι πιέσεις και οι εκβιασμοί των αγορών μπορούν να πιάσουν μόνο όταν έχεις ένα πολιτικό σύστημα εντελώς σαθρό, υποτελές, διεφθαρμένο και επιρρεπές στο δοσιλογισμό. Όπου υπήρξαν κυβερνήσεις που τόλμησαν να υπερασπιστούν τις χώρες τους, ακόμη και σε συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες γι’ αυτές, οι αγορές και τα διεθνή όργανά τους ελάχιστα μπόρεσαν να κάνουν.

Τι θα γίνει όμως αν αντιδρώντας στην παύση πληρωμών φύγουν όλα τα κεφάλαια;

Τι θα γίνει αν οι τράπεζες αρχίζουν να εκβιάζουν;

Τι θα γίνει αν η ΕΚΤ προκειμένου να προστατεύσει τις τράπεζες που κατέχουν τα πακέτα των ελληνικών ομολόγων, αρχίσει να πιέζει μέσα από τον περιορισμό της ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, μιας και είναι η μόνη που ελέγχει την ποσότητα έκδοσης του ευρώ;

Τα ερωτήματα αυτά είναι απολύτως βάσιμα. Γι’ αυτό και η παύση πληρωμών δεν έχει ουσιαστικά κανένα πρακτικό νόημα, αν δεν συνοδευτεί με ένα πακέτο άμεσων μέτρων θωράκισης της οικονομίας και της χώρας από τυχόν εκβιασμούς και πιέσεις. Αυτά τα μέτρα πρέπει να είναι τα εξής:

 

v      Πρώτο, η άμεση επιβολή ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίου ώστε να σταματήσει η φυγή του στο εξωτερικό. Αυτό μπορεί να γίνει π.χ. επιβάλλοντας έναν αποτρεπτικό φόρο της τάξης του 80-90% για κάθε ευρώ που πηγαίνει σε καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ., του εξωτερικού. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα ιδιωτικά κεφάλαια που έχουν επωφεληθεί από το κοινό νόμισμα και την ελευθερία κίνησης και βρίσκονται ήδη στο εξωτερικό ανέρχονταν στα τέλη του 2009 σε πάνω από 160 δις ευρώ. Αυτό πρέπει έτσι ή αλλιώς να σταματήσει γιατί αποτελεί τρομακτική πληγή για την ελληνική οικονομία.

 

v      Δεύτερο, η εθνικοποίηση των βασικών τραπεζών της χώρας, ώστε να χτυπηθεί αποφασιστικά το κύκλωμα χρηματοπιστωτικής αγυρτείας και τοκογλυφίας που πνίγει τη χώρα. Να λυτρωθούν νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την σαράφικη πρακτική των τραπεζών. Να διαγραφεί το μεγαλύτερο μέρος των χρεωγράφων που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών με αποτέλεσμα να έχουν εκτινάξει την αξία του τραπεζικού ενεργητικού σε σχεδόν 2 φορές το ΑΕΠ της χώρας.

 

v      Τρίτο, η έξοδος της χώρας από το ευρώ και την ΟΝΕ. Κι αυτό γιατί το ευρώ είναι το μόνο αποτελεσματικό μέσο εκβιασμού και πίεσης της χώρας. Εκτός ευρώ όλες οι απειλές είναι μόνο λόγια. Κι όχι μόνο αυτό. Όσο η χώρα βρίσκεται μέσα στην ΟΝΕ είναι εκτεθειμένη στις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της Ευρωζώνης.

 

Φυσικά, η αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη σήμερα, θα πυροδοτήσει τέτοια κρίση στο ίδιο το ευρώ, θα πυροδοτήσει τέτοιες λαϊκές αντιδράσεις εναντίον του και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης, που είναι πολύ πιθανό να δούμε την έκλειψή του. Αυτό φοβούνται και τα διευθυντήρια της ευρωζώνης. Το μόνο που μπορεί να κάνουν οι αγορές απέναντι σε μια αποφασισμένη χώρα και έναν ακόμη πιο αποφασισμένο λαό, είναι να μηδενίσουν την πιστοληπτική του ικανότητα.

 

Κι έτσι να μην μπορεί η χώρα να αντλήσει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Όμως αυτό δεν αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα. Κι αυτό γιατί η συμμετοχή των κρατικών ελλειμμάτων στο δημόσιο δανεισμό κινείται λίγο πάνω από το 3%. Αυτό σημαίνει ότι, αν απαλλαγεί η χώρα από την εξυπηρέτηση των δανείων, οι πραγματικές δανειακές ανάγκες, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα, είναι ασήμαντες.

 

Θα πρέπει όμως και η παύση πληρωμών να συνοδευθεί από μια ριζικά διαφορετική αναπτυξιακή πορεία, η οποία δεν θα στηρίζεται σε κερδοσκόπους επενδυτές, σε κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις άμεσες ανάγκες και το εισόδημα του εργαζόμενου. Μόνο έτσι μπορεί να ορθοποδήσει η οικονομία, να ανασυγκροτηθεί σε παραγωγική βάση η εγχώρια αγορά και να οικοδομηθεί ένα ριζικά διαφορετικό κράτος από το σημερινό. Μόνο έτσι δεν θα χρειάζεται το δημόσιο να καταφύγει ξανά στη διεθνή κερδοσκοπία για δανεισμό.

Φυσικά τίποτε από όλα αυτά δεν έχει νόημα δίχως την κατάκτηση και την κατοχύρωση της δημοκρατίας στη χώρα.

Κι αυτό σημαίνει την ανατροπή του υπάρχοντος διάτρητου και απόλυτα διεφθαρμένου συστήματος καλπονοθευτικής αναπαραγωγής ενός περιορισμένου και τυπικού κοινοβουλευτισμού που στηρίζει την απολυταρχία της εκάστοτε κυβέρνησης και των πατρώνων της.

Σημαίνει δηλαδή την εγκαθίδρυση της αληθινής κυριαρχίας του λαού, της λαοκρατίας, με την κατοχύρωση και τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.

http://www.logosnews.gr

Posted in Ελλάδα | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η αισιόδοξη πλευρά της χρεοκοπίας

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 18 Ιουνίου 2010

του Γιάνη Βαρουφάκη

 *Ο Γιάνης Βαρουφάκης διδάσκει οικονομική θεωρία και πολιτική οικονομία στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 Για μέρες τώρα βαραίνουμε τις ψυχές μας με μια μόνιμη αγωνία:

Θα χρεοκοπήσει  το κράτος μας; Ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα να αγκαλιάσουμε αυτό που φοβόμαστε.

Αν οι φίλοι μας οι Γερμανοί δεν έχουν πρόβλημα να χρεοκοπήσουμε, καιρός είναι
 να το κάνουμε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα. Όχι ως διαπραγματευτική μπλόφα και
 ούτε μόνο γιατί το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί είναι να χρεοκοπήσουμε
 σε ένα χρόνο (βλ. το προηγούμενο άρθρο μου: Το Πρώτο Τάνγκο στην Ευρωζώνη)
 αλλά επειδή ήρθε η ώρα να στρέψουμε το βλέμμα στην αισιόδοξη πλευρά της
 χρεοκοπίας.
 
 Υπάρχει τέτοια πλευρά; Και βέβαια υπάρχει. Σε σχέση με χώρες όπως η γνωστή
 τρόικα Πορτογαλία, Ισπανία και Ιρλανδία, αλλά και η Βρετανία και το Βέλγιο,
 το σύνολο του χρέους μας (δημοσίου και ιδιωτικού) είναι το μικρότερο. Πως
 αυτό; Επειδή οι έλληνες, ως άτομα αλλά και ως ιδιωτικός τομέας, χρωστάμε
 πολύ λιγότερα εκείνων. Ακόμα και οι αντιπαθέστατες τράπεζές μας έχουν ένα
 μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα: Πάνω από 150 δις πραγματικών καταθέσεων!
 Μιλάμε για άνω του μισού ΑΕΠ σε καταθέσεις, κάτι για το οποίο οι
 περισσότεροι εταίροι μας θα σκότωναν να το έχουν, που λέει ο λόγος. Αν
 μάλιστα προσθέσετε και όλα τα χρήματα ελλήνων που βρίσκονται στο εξωτερικό,
 θα δείτε ότι οι έλληνες δεν είμαστε και τόσο φτωχοί κατά μέσον όρο, κι ας
 έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό φτώχειας στην Ευρώπη (με εξαίρεση την
 Λεττονία).
 
 Ως πολίτες είμαστε ελάχιστα χρεωμένοι σε σχέση με πολλούς από τους επικριτές
 μας στις Λόνδρες, στα Παρίσια και στις Νέες Υόρκες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει
 ότι είμαστε λευκές περιστερές. Για δεκαετίες φορτώναμε το δημόσιο με τόσο
 μεγάλο χρέος που το βλέπουμε πλέον να βουλιάζει μπροστά στα μάτια μας. Εδώ
 όμως που φτάσαμε, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ακόμα και να αποφασίσουμε
 σύσσωμοι (ΣΕΒ και ΓΣΕΕ, γιάπηδες και στελέχη του ΠΑΜΕ, αστοί των βορείων
 προαστίων και αναρχικοί της Πλατείας Εξαρχείων) να δώσουμε ό,τι έχουμε και
 δεν έχουμε στο κράτος, δεν αρκεί. Αν μάλιστα το παρακάνουμε στην αλληλεγγύη
 προς το δημόσιο, η ‘γενναιοδωρία’ μας αυτή θα στεγνώσει την κυκλική ροή του
 πλούτου από το οποίο εξαρτάται το δημόσιο για τα έσοδά του το 2011, το 2012
 κ.ο.κ.
 
 Ποια είναι λοιπόν τα χαρμόσυνα νέα; Ότι μια πτώχευση θα αποδειχθεί σχετικά
 ανώδυνη. Ο λόγος διττός: Πρώτον, δεν είμαστε κατά μέσον όρο ούτε οι
 φτωχότεροι ούτε οι πιο υπερχρεωμένοι. Δεύτερον, όσον αφορά τα χρέη του
 δημοσίου, αυτά βαραίνουν εμάς, ως άτομα, πολύ λιγότερο από όσο βαραίνουν
 τους ξένους.

 Κάντε την σύγκριση με την Ιαπωνία, το χρέος της οποίας ανήκει σε Ιάπωνες σε
 ποσοστό 95%. Αν το Ιαπωνικό κράτος αναγκαστεί στην πτώχευση, η καταστροφή
 της χώρας θα είναι ολική. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για εμάς, καθώς μας ανήκει
 (δηλαδή στις δικές μας τράπεζες) μόνο το 25% του δημόσιου χρέους μας. Έτσι
 λοιπόν, δεδομένου ότι η πτώχευση του δημοσίου διαγράφεται ως αναπόφευκτη
 (εκτός αν πανικοβληθούν οι εταίροι μας αρκετά και το συνδράμουν για χρόνια
 πολλά, οπότε έχει καλώς), το κόστος της στάσης πληρωμών δεν θα το υποστούμε
 μόνοι μας.

 Μα αν το δημόσιο κηρύξει στάση πληρωμών, τι θα γίνει την επόμενη μέρα; Πως
 θα ξανα-δανειστεί; Πράγματι, το κράτος θα στριμωχθεί. Για κάμποσο καιρό το
 δημόσιο θα πρέπει απλώς να ξοδεύει όσα μαζεύει από φόρους. Και γιατί είναι
 κακό αυτό; Να μάθει επί τέλους, αφού θα έχει ανακουφιστεί από το νταλκά των
 τοκοχρεολυσίων, να ζει με αυτά που εισπράττει. Π.χ. να καταγγείλει όλες τις
 εξοπλιστικές συμβάσεις, να συμπιέσει τους ανώτερους μισθούς (τον δικό μου
 συμπεριλαμβανομένου) τόσο που να καλύπτει τις δαπάνες του από τους φόρους
 που εισπράττει κλπ.

 Οι τράπεζές μας; Θα υποφέρουν, είναι αλήθεια – δεδομένου ότι ακόμα και το
 25% του δημόσιου χρέους που διαθέτουν θα παγώσει. Ναι, αλλά μην ξεχνάμε ότι
 το έχουν ήδη διαθέσει στην ΕΚΤ ως ενέχυρο για ζεστό χρήμα που έχουν ήδη
 πάρει. Και ότι έχουν πρόσβαση στις τεράστιες, κατά κεφαλήν, αποταμιεύσεις
 μας. Για να μην προσθέσω ότι απολαμβάνουν εγκληματικά υψηλά ποσοστά κέρδους
 τόσα χρόνια. Όπως το κράτος μας, έτσι κι αυτές να μάθουν να ζουν λιτά και με
 σύνεση όπως κάνουν χρόνια τώρα οι εργαζόμενοι των 700 ευρώ.
 Επί πλέον, ο αποκλεισμός του κράτους μας από τις χρηματαγορές δεν θα
 διαρκέσει πολύ. Αν κηρύξει στάση πληρωμών, και ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό
 του, δεν θα περάσει πολύ καιρός που παλιοί δανειστές θα αποδεχθούν νέους
 όρους αποπληρωμής ενός ποσοστού των περασμένων δανεικών και νέοι υποψήφιοι
 δανειστές (μπορεί και οι ίδιοι με τους παλιούς) θα σχηματίσουν ουρά έξω από
 το Υπουργείο Οικονομίας να το δανείσουν! Βλέπετε, το χρέος μας θα έχει
 μειωθεί τόσο που θα αποτελούμε εξαιρετική επένδυση. Έτσι είναι το κεφάλαιο –
 όταν οσφραίνεται ένα επικερδές deal δεν σέβεται ούτε τον εαυτό του.
 Σε τελική ανάλυση, είναι λάθος μας να φοβόμαστε τόσο πολύ την στάση πληρωμών
 του ελληνικού δημοσίου. Άλλοι πρέπει να φοβούνται μια τέτοια εξέλιξη
 περισσότερο από εμάς:
 * η κυβέρνηση της κας Μέρκελ η οποία θα πρέπει να διασώσει τις Γερμανικές
 τράπεζες που θα κλονιστούν από μια δική μας στάση πληρωμών
 * η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που θα πρέπει να δει τι θα κάνει με μία χώρα-μέλος
 την οποία δεν μπορεί να αποβάλει από την ΕΕ αλλά η οποία τελεί υπό πτώχευση
 * οι κυβερνήσεις όλων των άλλων χωρών (πλην ίσως της Ολλανδίας και της
 Αυστρίας) που θα τρέμουν για το ποιος θα είναι ο επόμενος στόχος των αγορών
 (των οποίων η όρεξη θα έχει ανοίξει από την ‘επιτυχημένη’ επίθεση στο χρέος
 της Ελλάδας)
 * οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας (χωρών με συνολικό χρέος πάνω από
 400%)
 * όλοι όσοι έχουν επενδύσει στο ευρώ, είτε σε περιουσιακά στοιχεία είτε ως
 μέσο συναλλαγής.

 Στάση πληρωμών λοιπόν!
 Τώρα!
 Με χαμόγελο και αισιοδοξία!
 (Και ξέρετε ποιο είναι το ωραίο; Ότι αν πειθόμασταν να απελευθερωθούμε από
 τον φόβο της πτώχευσης, οι φίλοι μας οι Γερμανοί θα έσπευδαν την ίδια στιγμή
 να την αποσοβήσουν…)

Posted in Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

1929-1932: Η Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και η Ελληνική Πτώχευση

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 13 Ιουνίου 2010

Του κ. Θάνου Κονδύλη (*)

α. Τα πρώτα σημάδια της παγκόσμιας κρίσης στην Ελλάδα

Το οικονομικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου είχε στόχο την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Γι’ αυτό είχε δρομολογήσει έναν αριθμό από μεγάλα δημόσια έργα, η ολοκλήρωση των οποίων θα ωθούσε τη χώρα στην ευημερία και στην ανάπτυξη. Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα, αλλά κυρίως η διεθνής οικονομική συγκυρία δεν επέτρεψε την άμεση και έγκαιρη ολοκλήρωσή τους. Η κατάρρευση (κραχ) του αμερικανικού χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης το 1929, είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στις οικονομίες των κρατών της Ευρώπης και κυρίως σ’ αυτές των ασθενέστερων κρατών, όπως η Ελλάδα. Ήδη από το 1930, άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της κρίσης και στην Ελλάδα. Οι εξαγωγές άρχισαν να μειώνονται, ενώ δύσκολα μπορούσαν να βρεθούν χρηματοδοτήσεις από το εξωτερικό, για τη χρηματοδότηση των δημοσίων έργων. …

Πράγματι, την ίδια εποχή ο Αλέξανδρος Διομήδης, διοικητής της Τ.τ.Ε. περιόδευε στο εξωτερικό, για να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για το δάνειο. Η διεθνής οικονομική κατάσταση ήταν δύσκολη, γιατί οι ευρωπαϊκές οικονομίες ήδη πλήττονταν από την κρίση που είχε ξεκινήσει από την Αμερική. Τελικά, υπήρξαν ευνοϊκές εξελίξεις και στις 19-3-1931, ο Διομήδης ανέφερε από το Λονδίνο την έγκριση της απόφασης για την παραχώρηση δανείου 4.600.000 λιρών στην Ελλάδα. …Η τιμή έκδοσης του δανείου ήταν 83,5% με επιτόκιο 6%. Έτσι, το πραγματικό κεφάλαιο ανερχόταν μόλις στα 3.800.000 λίρες, ενώ το επιτόκιο στο 7,18%. …

Αν και οι όροι δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί, το δάνειο ήταν μια επιτυχία της Ελλάδας. Ένα μήνα πριν, στις 5 Φεβρουαρίου, η Ρουμανία είχε πάρει δάνειο 8.000.000 λιρών από τη Γαλλία στην τιμή του 76% και με επιτόκιο 7%. …Αυτή την εποχή η παγκόσμια οικονομική κρίση φαίνεται ότι δεν τρόμαζε πολύ τους Έλληνες υπευθύνους. Στις 27-3-1931, ο Υπουργός Οικονομικών, Μαρής, σε συζήτηση στη Βουλή για τον προϋπολογισμό του έτους 1931/1932, υποστήριξε ότι η Ελλάδα θα ξεπερνούσε την κρίση και μάλιστα έκανε λεκτική επίθεση εναντίον όσων προέβλεπαν το αντίθετο. Είχε, όμως, άδικο, όπως αποδείχτηκε μόλις λίγους μήνες αργότερα.

Οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δεν είχαν φτάσει ακόμα στην Ελλάδα και το νόμισμα ακολουθούσε τη σταθεροποιητική του πορεία. Όμως, ήδη από τις 30 Ιουνίου 1931, ο διορισμένος από την Κ.Τ.Ε. Άγγλος σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδας, Η. C. Finlayson, έγραψε στο Βενιζέλο προειδοποιώντας τον: «…εξακολουθεί να υφίσταται στην Ελλάδα σοβαρή έλλειψις οικονομικής ισσοροπίας και ότι, αν δε ληφθούν διορθωτικά μέτρα, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια σοβαρή κατάστασις…» …

β. Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και η αντίδραση της κυβέρνησης Βενιζέλου

Η κατάρρευση του αμερικανικού χρηματιστηρίου στη Νέα Υόρκη το φθινόπωρο του 1929, είχε σοβαρές συνέπειες σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτές έγιναν έντονες στην Ευρώπη το πρώτο εξάμηνο του 1931. Την άνοιξη του 1931, η κατάσταση είχε χειροτερέψει για τις οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών, τα περισσότερα από τα οποία αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους προς την Αμερική. Επίσης, υπήρχε πρόβλημα και στις διευρωπαϊκές πληρωμές δανείων, πράγμα που επιδείνωνε περισσότερο το οικονομικό κλίμα. Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα το παρουσίαζε η οικονομία της ηττημένης κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο Γερμανίας, η οποία, εκτός των άλλων χρεών της οικονομίας της, είχε και τις μεγαλύτερες πολεμικές οφειλές προς τις νικήτριες δυνάμεις. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες στις 20 Ιουνίου 1931, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Χούβερ, πρότεινε την ετήσια αναστολή των πληρωμών των επανορθώσεων από τη Γερμανία προς τους Συμμάχους σε συνδυασμό με την ετήσια αναστολή της πληρωμής των πολεμικών χρεών των Συμμάχων προς την Αμερική.

Η Γερμανία είχε τόσο επηρεαστεί από την οικονομική κρίση, ώστε αδυνατούσε να συνεχίσει τις πληρωμές προς το εξωτερικό. Αν η γερμανική οικονομία κατέρρεε, θα έπαυε να υφίσταται για τα αμερικάνικα εξαγώγιμα προϊόντα και η γερμανική αγορά, αφού θα είχε πτωχεύσει. Άμεσο αποτέλεσμα θα ήταν να χαθούν τα αμερικανικά κεφάλαια, που είχαν επενδυθεί εκεί τα τελευταία χρόνια, πράγμα που θα επιδείνωνε περισσότερο την κατάσταση στην ίδια την Αμερική. Τελικά, οι σύμμαχοι συμφώνησαν στο “χρεοστάσιο Χούβερ”. Η σημαντικότερη επίπτωση για την Ελλάδα ήταν ότι έχανε -οριστικά όπως αποδείχτηκε αργότερα- αρκετά ποσά που της είχαν επιδικαστεί τα προηγούμενα χρόνια από τις γερμανικές επανορθώσεις, ποσά που θα χρησιμοποιούνταν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας και στη χρηματοδότηση των δημοσίων έργων που είχε θέσει σε κίνηση ο Βενιζέλος.

Η κατάσταση στην Ευρώπη επιδεινώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 1931. Στις 14 και 15 Ιουλίου, η Γερμανία επέβαλε έλεγχο του συναλλάγματος κι έκλεισε τα χρηματιστηριακά ιδρύματα. Αυτή η κίνηση είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στο εξωτερικό. Η δέσμευση των αγγλικών χρημάτων επέφερε την ταχεία πτώση της τιμής της αγγλικής λίρας. Στην Αγγλία σχηματίστηκε εθνική κυβέρνηση στις 24 Αυγούστου και στις 21 Σεπτεμβρίου η λίρα Αγγλίας εγκατέλειψε τη χρυσή βάση (πράγμα που έκανε και η Αμερική πολύ αργότερα, στις 19-4-1933), δηλαδή έπαψε να μετατρέπεται σε χρυσό. Αυτό επέφερε την άμεση και κατά 30% υποτίμησή της μέσα σ’ ένα τρίμηνο. Μέχρι το τέλος του 1932, το ίδιο παράδειγμα ακολούθησαν ακόμα άλλες είκοσι τέσσερις χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το τελευταίο τετράμηνο του 1931, υπήρχαν δύο βασικές απόψεις για την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσει η Κυβέρνηση Βενιζέλου για το νόμισμα: είτε να αποδεσμεύσει, επίσης, τη δραχμή από το χρυσό, είτε να αποδεσμεύσει τη δραχμή από τη λίρα Αγγλίας και να τη συνδέσει με νόμισμα που ακόμα μετατρεπόταν σε χρυσό. Ο Βενιζέλος πρόκρινε τη δεύτερη λύση, γιατί πίστευε ότι η νομισματική σταθερότητα ήταν απαραίτητη προκειμένου να διατηρήσει στο εξωτερικό την καλή φήμη της χώρας, ως προς την οικονομία της. Αν αποδέσμευε παντελώς το νόμισμα από το χρυσό, η απότομη υποτίμηση θα αλλοίωνε το οικονομικό προφίλ της χώρας και θα μειώνονταν οι ελπίδες για νέο δάνειο.

Έτσι ανακλήθηκε (ν. 5322/28-9-1931) η σύνδεση με την αγγλική λίρα και την ισοτιμία του 1928 (1 λίρα=375 δραχμές) και το νόμισμα συνδέθηκε με το δολάριο (1 δολάριο=77,05 δραχμές) που ακόμα διατηρούσε τη σχέση του με το χρυσό. Η αποσύνδεση της δραχμής από την αγγλική λίρα είχε άμεση συνέπεια την υποτίμηση της δραχμής σε σχέση με τη λίρα κατά 31,2%, ενώ η αύξηση των τιμών στην αγορά δεν ήταν πάνω από 6,8%. Επίσης, έκλεισε το χρηματιστήριο, ώστε να περιοριστεί η ζήτηση του χρυσού και του ξένου συναλλάγματος. Ο δείκτης μέσης διακύμανσης αξιών των μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ενώ ήταν στις 82,83 μονάδες το Σεπτέμβριο του 1929, τον αντίστοιχο μήνα το 1931 είχε πέσει στις 45,08 μονάδες, έχοντας απωλέσει το 46% της αξίας του. Αλλά αυτά τα μέτρα δεν μπορούσαν να σώσουν την ελληνική οικονομία….Την ίδια στιγμή η γενική κατάσταση των Τραπεζών και των διαθεσίμων τους επιδεινώθηκε. …Τα μεγαλύτερα προβλήματα τα αντιμετώπιζε η Τ.τ.Ε. καθώς η διαμάχη της με τις εμπορικές τράπεζες, έσπρωχνε τις δεύτερες να οδηγούν το συνάλλαγμα στο εξωτερικό προφασιζόμενες ότι αγόραζαν τα ελληνικά χρεόγραφα. Επίσης, στο εσωτερικό η μείωση του καλύμματος των χαρτονομισμάτων που διαχειριζόταν αποκλειστικά η Τ.τ.Ε. γρήγορα θα έφτανε στο όριο του 40%, που η ίδια είχε θέσει το 1927. Έτσι, για ν’ αποφύγει οποιεσδήποτε επιπλοκές, η Τ.τ.Ε. στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 1931, μετέτρεψε τις καταθέσεις όψεως σε καταθέσεις προθεσμίας.

Παρά ταύτα, το συνάλλαγμα διέφευγε στο εξωτερικό και το όριο του αποθεματικού της μειωνόταν γρήγορα. Το Δεκέμβριο του 1928, ήταν στα 11,3 εκατομμύρια αγγλικές λίρες, και στα 5,1 εκατομμύρια το Δεκέμβριο του 1931 (και τον Απρίλιο του 1932 στα 2,3 εκατομμύρια). … Στις 5 Δεκεμβρίου, ο Δημήτριος Μάξιμος, τέως διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και οικονομικός Σύμβουλος του αντιβενιζελικού Λαϊκού Κόμματος, έγραψε άρθρο στις εφημερίδες “Πρωία” και “Καθημερινή” και υποστήριζε την αναστολή όλων των πληρωμών της χώρας σε συνάλλαγμα. Αυτό ισοδυναμούσε με παραδοχή χρεοκοπίας της Ελλάδας. Επίσης, πρότεινε τη συγχώνευση της Τράπεζας της Ελλάδας με την Εθνική Τράπεζα, πράγμα που προκάλεσε θόρυβο όχι μόνο στους εγχώριους οικονομικούς κύκλους, αλλά και στο εξωτερικό. Σε απάντηση η Κυβέρνηση δήλωσε ότι δε σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο, καθώς ανέμενε ότι θα βοηθούνταν οικονομικά με νέο δάνειο από την Ευρώπη.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1931, τα άσχημα νέα συνέχισαν να έρχονται από την Ευρώπη. Ο Έλληνας πρέσβης από το Λονδίνο, Κακλαμάνος, ανέφερε ότι η τιμή των ελληνικών ομολογιών είχε πέσει κατακόρυφα και ότι η φήμη για ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας ήταν έντονη. Τον ίδιο μήνα, ο Διοικητής της Τ.τ.Ε., Τσουδερός, επισκέφτηκε το Παρίσι και το Λονδίνο προκειμένου να εξασφαλίσει ένα δάνειο για την Ελλάδα, αλλά δεν τα κατάφερε.

γ. Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας στα τέλη του 1931

Το γεγονός ότι η Λίρα Αγγλίας εγκατέλειψε τη χρυσή βάση είχε την αρνητική συνέπεια για την Ελλάδα να χαμηλώσει το κάλυμμα της Τ.τ.Ε. Απ’ την άλλη στα θετικά καταγράφεται ότι μειώθηκε και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, αφού αυτό οφειλόταν κυρίως σε λίρες Αγγλίας. Πέρα από αυτά, ο γενικός δείκτης της οικονομικής δραστηριότητας (με βάση το 1928=100) έπεσε στο 95,3. Σε σχέση με το 1930, οι ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν 23,2% σε ποσότητα και 30% σε αξία. Ως προς τις εξαγωγές των γεωργικών προϊόντων τα οποία αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών εξαγωγών, οι τιμές τους έπεσαν κατακόρυφα, ενώ ο δείκτης τιμών εξαγωγικών προϊόντων μειώθηκε από το 100 (κατά το 1928) στο 83,4 το 1931.

Το κράτος με τη σειρά του, για ν’ αυξήσει τα έσοδά του, αλλά και για να εμποδίσει τις εισαγωγές και άρα την εκροή συναλλάγματος στο εξωτερικό, αύξησε τους εισαγωγικούς δασμούς. Έτσι, τα έσοδα του κράτους από τους εισαγωγικούς δασμούς αυξήθηκαν από τα 3,6 δισεκατομμύρια δραχμές του 1928 (28,8 % επί της αξίας των εισαγωγών), στα 4 δισεκατομμύρια δραχμές το 1931 (46,3% επί της αξίας των εισαγωγών, οι οποίες μάλιστα μειώθηκαν σε σχέση με το 1928 κατά 30%). Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου από 6,1 δισεκατομμύρια δραχμές (1928), περιορίσθηκε στα 4,5 δισεκατομμύρια (1931), λόγω των συναλλαγματικών ελέγχων και της μείωσης των διεθνών τιμών. Παράλληλα, όμως, μειώθηκε και η αναλογία των εξαγωγών ως προς τις εισαγωγές στο 47,95% (1931) από 50,98% (1928).…

Ο δείκτης της αξίας της γεωργικής παραγωγής (με βάση το 1928=100) έπεσε στο 67,6 το 1931 και ο όγκος της γεωργικής παραγωγής στο 86,7. Ο γενικός δείκτης χονδρικών τιμών (με βάση το 1928=100), ήταν στο 86 το 1931. Αναλυτικότερα, για τα γεωργικά προϊόντα έπεσε στο 78, για τα ζωικά στο 98, για τα βιομηχανικά στο 86, για τα εγχώρια γενικά στο 85 και για τα ξένα προϊόντα γενικά στο 86.

Κρίση εκδηλωνόταν και στις επιχειρήσεις. Ήδη από το 1928, οι πτωχεύσεις παρουσίαζαν αύξηση. Μεταξύ του 1928 και 1929, αυξήθηκαν 150%, ενώ μεταξύ 1929 και 1930 κατά 90% (συνολικά 893 πτωχεύσεις μόνο γι’ αυτή τη χρονιά). Συνολικά την περίοδο 1927-1929, πτώχευσαν 779 εταιρείες από τις οποίες οι 20 ήταν βιομηχανίες. Την περίοδο 1929-1932, πτώχευσαν 1.937 εταιρείες από τις οποίες οι 501 ήταν βιομηχανίες. Είναι φανερό δηλαδή ότι η οικονομική κρίση από το 1930 και μετά είχε χτυπήσει πολύ τη βιομηχανία.

Σε σχέση με το 1928, ο γενικός τιμάριθμος κόστους ζωής παρουσίασε το 1931 πτώση 8,68%, της διατροφής 17%, της ενδυμασίας 0,14% και των διαφόρων προϊόντων 3,49%. Αντίθετα, αύξηση σημείωσαν ο τιμάριθμος κατοικίας κατά 21% και αυτός του φωτισμού/θέρμανσης κατά 4%. Το μέσο ονομαστικό ανδρικό ημερομίσθιο του εργάτη στην περιοχή Αθήνας-Πειραιά παρουσίασε πραγματική πτώση 10%. Η ανεργία χτύπησε τη βιομηχανία. … Έτσι, γενικά η ανεργία υπερδιπλασιάστηκε και από 75.000 άτομα το 1928 ανήλθε το 1931 στα 165.000 άτομα (και το 1932 στα 218.000 άτομα).

Τέλος, η οικονομική δραστηριότητα άρχισε να μειώνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1927 παρουσίασε αύξηση 5,79%, το 1928 αύξηση 1,42%, το 1929 αύξηση 3,5%. Αντίθετα, μειώθηκε το 1930 κατά 3,48% και το 1931 κατά 4,6% (και το 1932 κατά 3,98%). Το 1931, το εθνικό εισόδημα μειώθηκε σε σχέση με το 1928 κατά 14,6%, ενώ το ισοζύγιο πληρωμών μειώθηκε ελαφρά λόγω των δασμών που επέβαλλε το κράτος, αλλά και της αποσύνδεσης της λίρας Αγγλίας από τη χρυσή βάση. Έτσι, από 8,9 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας το 1928, έπεσε στα 7 εκατομμύρια το 1931.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο Βενιζέλος πιεζόταν να προχωρήσει στην υποτίμηση του νομίσματος, διαφορετικά γρήγορα θ’ αναγκαζόταν να διακόψει τις πληρωμές των χρεών προς το εξωτερικό, πράγμα που θα σήμαινε χρεοκοπία για την Ελλάδα. Αυτός, όμως, πίστευε ότι δεν είχαν χαθεί τα πάντα. Έλπιζε ότι θα μπορούσε να στηριχθεί σ’ ένα ακόμα δάνειο, για να συνεχίσει τα αναπτυξιακά έργα κι έτσι θα πετύχαινε την οικονομική ανάκαμψη. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να διαφυλάξει τη νομισματική σταθερότητα και την ελληνική πίστη στο εξωτερικό σε υψηλά επίπεδα, πράγμα που θα διευκόλυνε το δανεισμό. Μ’ αυτό το σχέδιο στις αρχές του 1932, ξεκίνησε τις ενέργειες για την επίτευξη του νέου δανείου από το εξωτερικό.

δ. Οι προσπάθειες του Βενιζέλου για την αντιμετώπιση της κρίση στις αρχές του 1932

Στις 20 Ιανουαρίου 1932, οι Έλληνες πρέσβεις στη Ρώμη, στο Παρίσι και στο Λονδίνο ανέλαβαν να προετοιμάσουν τις ξένες κυβερνήσεις για την έλευση του Βενιζέλου. …. Για τούτο, η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε πενταετή αναστολή πληρωμής τοκοχρεολυσίων του δημοσίου χρέους (το εξωτερικό χρέος απορροφούσε πλέον πάνω από το 40% του δημοσίου προϋπολογισμού και άνω του 80% του συναλλάγματος, που απέφεραν οι εξαγωγές) και παροχή δανείου 50.000.000 δολαρίων σε τέσσερις ετήσιες δόσεις. Μ’ αυτά τα χρήματα θα ολοκληρώνονταν τα δημόσια έργα, θα ισοσκελιζόταν το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών και η χώρα θα απέφευγε τη χρεοκοπία. Επιπλέον, η Τ.τ.Ε. είχε ζητήσει από την Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. να στείλει στην Ελλάδα μια επιτροπή που θα εξέταζε την οικονομία και θα πρότεινε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν.

Ο Βενιζέλος ξεκίνησε τις επισκέψεις από τη Ρώμη, όπου συναντήθηκε με το Μουσσολίνι και τον Grandi στις 22-1-1932. …Κατόπιν ο Βενιζέλος επισκέφτηκε το Παρίσι. …Στις 25 Ιανουαρίου, ο Βενιζέλος έφτασε στο Λονδίνο. Συνάντησε τον πρωθυπουργό R. MacDonanld και τον Υπουργό Εξωτερικών, Simon και στις 26 Ιανουαρίου συναντήθηκε με τον Υπουργό Οικονομικών, Neville Chamberlain. Του είπε ότι, αν δε βοηθούσαν την ελληνική οικονομία, αυτή θα χρεοκοπούσε σύντομα και ότι μόνο οι προτάσεις που είχε στο υπόμνημα μπορούσαν να είναι κάποια σοβαρή βοήθεια. Ο Άγγλος απάντησε ότι η αναστολή πληρωμής των χρεών δε θα είχε σοβαρό αποτέλεσμα. Αλλά, ακόμα κι αν γινόταν, χρειαζόταν τόσο τη συγκατάθεση της ΔΟΕ, όσο και των ομολογιούχων. Στις 28 Ιανουαρίου, ο Βενιζέλος συνάντησε τον σερ Frederick Leith-Ross του θησαυροφυλακίου. Ο τελευταίος ανέφερε ότι η αναστολή των πληρωμών δεν αφορούσε την Αγγλία, αλλά τους ομολογιούχους και ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε την πίστη της Ελλάδας στο εξωτερικό. Όσο για το δάνειο ότι μόνο η χρηματαγορά θα μπορούσε να το εκδώσει. Τέλος, πρότεινε στο Βενιζέλο να εγκαταλείψει τον κανόνα του χρυσού

Ο Βενιζέλος πληροφόρησε την Αθήνα για τ’ αποτελέσματα των συναντήσεών του και, επίσης δήλωσε ότι υπήρχαν ελπίδες να πεισθούν οι ομολογιούχοι, ώστε να δεχθούν την πρόσκαιρη παύση των πληρωμών εκ μέρους της Ελλάδας. Πέρα από αυτά, η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. είχε επιλέξει το Σερ Otto Niemeyer, διευθυντή της Τράπεζας της Αγγλίας, για να ερευνήσει και να παρουσιάσει τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας. Μάλιστα, ο Βενιζέλος είχε συνομιλήσει στο Λονδίνο και με το Niemeyer. Ο τελευταίος, σε εμπιστευτική επιστολή προς τον Finlayson χαρακτήρισε τις προτάσεις του Βενιζέλου λανθασμένες. Κάποια πιθανότητα έδινε στην παύση πληρωμών από την Ελλάδα, αλλά και αυτό μόνο αν κρινόταν απολύτως απαραίτητο. Παρά ταύτα, το Λονδίνο, το Παρίσι και η Ρώμη είχαν συμφωνήσει, ώστε και ο Άγγλος εκπρόσωπος της ΔΟΕ, L. G. Roussin, να εξέταζε την οικονομική κατάσταση της χώρας σε συνεργασία με την Τ.τ.Ε.…

Στο μεταξύ, ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα και είχε δύο συναντήσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς των κομμάτων, στις 9 και 15 Φεβρουαρίου, όπου τους ενημέρωσε σχετικά με το ταξίδι του και τους ανακοίνωσε την απόφασή του να μη γίνει καμία ενέργεια προτού ο Οtto Niemeyer, που θα ερχόταν στις 16 Φεβρουαρίου στην Αθήνα, υποβάλλει την έκθεση του στην Κ.Τ.Ε. κι αυτή καταλήξει σε κάποια απόφαση. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης γενικά, συμφώνησαν με τον πρωθυπουργό….

Λίγες μέρες αργότερα, στις 16 Φεβρουαρίου, έφτασε στην Αθήνα ο Niemeyer, προκειμένου να εξετάσει την κατάσταση της οικονομίας της Ελλάδας. Έμεινε στην Αθήνα δύο εβδομάδες και πριν φύγει ειδοποίησε το Βενιζέλο ότι, αν προχωρούσε σε χρεοστάσιο, θα δημιουργούνταν σοβαρά προβλήματα με την πίστη της Ελλάδας στο εξωτερικό. Το ίδιο επίσης θα γινόταν, αν υλοποιούσαν τη σκέψη της συγχώνευσης της Τ.τ.Ε. με την Εθνική Τράπεζα.

ε. Η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. και οι προσμονές της ελληνικής κυβέρνησης

… Στο μεταξύ, στην Αθήνα οργίαζε η φημολογία ανάμεσα σε επίσημους και ανεπίσημους οικονομικούς κύκλους. Άλλοι έλεγαν ότι ο Βενιζέλος είχε εξασφαλίσει το δάνειο και δημιουργούσε το θόρυβο για δικό του όφελος. Η αντίθετη εκδοχή, η οποία ήταν και η σωστή, ανέφερε ότι ο Βενιζέλος δεν είχε πετύχει τίποτα και το μόνο που έμενε να κάνει ήταν ν’ αυξήσει τους φόρους, για να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό. Αν τελικά, συνέβαινε το δεύτερο, τότε η εντεινόμενη λαϊκή αγανάκτηση και η αναμενόμενη αποτυχία στο δάνειο θα οδηγούσαν το Βενιζέλο σε παραίτηση.

Η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. άρχισε τις εργασίες της στις 10 Μαρτίου στο Παρίσι, για ν’ αποφασίσει για τα θέματα της οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα, την Βουλγαρία, την Αυστρία και την Ουγγαρία. Ο σερ Otto Niemeyer είχε υποβάλλει τις προτάσεις του στην Επιτροπή σχετικά με την ελληνική οικονομία και από ελληνικής πλευράς ήταν παρών εκτός από τον Υπουργό Εξωτερικών, Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, ο Υπουργός Οικονομικών Γ. Μαρής, ο Εμμ. Τσουδερός και ο Γ. Μαντζαβίνος.

Ο Niemeyer ανέφερε στην Επιτροπή ότι ο προϋπολογισμός της Ελλάδας για το 1931/1932, ήταν ελλειμματικός και ότι τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Τ.τ.Ε. είχαν φτάσει στο 32%, ενώ στο τέλος του Μαρτίου υπολογίζονταν στο 27%. Η Ελλάδα όφειλε να προχωρήσει σε μεγάλη περικοπή δαπανών με σκοπό να εξοικονομηθούν χρήματα για τα δημόσια έργα, που ούτως ή άλλως χρειάζονταν και τα χρήματα από το εξωτερικό, για να συνεχιστούν. …Τέλος, πρότεινε την ετήσια αναστολή πληρωμών και τη συνέχιση της σύνδεσης της δραχμής με το χρυσό κανόνα συναλλάγματος, ώστε να διατηρηθεί η πίστη της Ελλάδας στο εξωτερικό.

Στη Σύνοδο μίλησε ο Μαρής και μεταξύ των άλλων ζήτησε δύο κυρίως πράγματα, που κατά τη γνώμη του, θα έβγαζαν από το αδιέξοδο την ελληνική οικονομία: α) Πενταετή αναστολή των πληρωμών της Ελλάδας προς το εξωτερικό. Αυτό θα επέτρεπε την οικονομία 430 εκατομμυρίων δραχμών και επιπλέον από το ισοζύγιο πληρωμών, εξοικονόμηση ακόμα 1,16 εκατομμυρίων λιρών. β) Δάνειο 50 εκατομμυρίων δολαρίων για τη χρηματοδότηση του αναπτυξιακού προγράμματος που ήταν σε εξέλιξη. Επιπλέον, είπε ότι θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν ακόμα 500 εκατομμύρια δραχμές από διάφορες οικονομίες για το επόμενο έτος. Στις 23 Μαρτίου, η Επιτροπή ολοκλήρωσε τις εργασίες της, τα δε αποτελέσματα θα τα ανακοίνωνε στις 29 Μαρτίου.

Όμως, ο Πολίτης ανέφερε από το Παρίσι ότι είχε καταφέρει να πληροφορηθεί την απόφαση που αφορούσε την Ελλάδα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. κατανοούσε τη δύσκολη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και πρότεινε την αναστολή πληρωμής των δανείων για ένα χρόνο, με σύγχρονη κατάθεση του αντίστοιχου ποσού των τοκοχρεολυσίων σε δραχμές στην Τ.τ.Ε. Τέλος, πιθανόν ήταν να προτείνει την παροχή δανείου 10.000.000 δολαρίων και συνιστούσε την αύξηση της φορολογίας, την περικοπή των δημοσίων δαπανών, καθώς και το διορισμό ξένου συμβούλου στο ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών. Ουσιαστικά, η Δημοσιονομική Επιτροπή είχε εν μέρει ικανοποιήσει τις ελληνικές αιτήσεις.….

Στο μεταξύ, όμως, οι οφειλές της Ελλάδας προς τους επενδυτές του εξωτερικού πλησίαζαν. … Η κυβέρνηση, φυσικά, δεν προχώρησε στην εξυπηρέτηση των λογαριασμών και στις 19 Μαρτίου η Τράπεζα της Αγγλίας πληροφόρησε σχετικά τη ΔΟΕ. Στις 21 Μαρτίου, η ΔΟΕ ζήτησε εξηγήσεις από τον υποδιοικητή της Τ.τ.Ε. κι αυτός απάντησε ότι οι οδηγίες του από την Κυβέρνηση ήταν να αναμένει την έκδοση της απόφασης της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κ.Τ.Ε. στις 29 Μαρτίου. …

Η ΔΟΕ, βέβαια, δεν έμεινε ικανοποιημένη από τις απαντήσεις, αλλά η Αθήνα δε φαινόταν διατεθειμένη να αλλάξει γνώμη ούτε και στις 30 Μαρτίου. Επιπλέον, οι Μεγάλες Δυνάμεις που είχαν εγγυηθεί για τα δάνεια δυσανασχέτησαν, λέγοντας ότι αφ’ ενός η ΔΟΕ δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τους όρους των συμβάσεων των δανείων και αφ’ ετέρου η Ελλάδα δεν έπρεπε να προχωρήσει στην αναστολή των πληρωμών ή να πληρώσει τους τόκους σε στερλίνες. Παρά ταύτα, η ελληνική κυβέρνηση έμεινε αμετάπειστη, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία προχώρησαν την 1η Απριλίου στις πληρωμές των τοκοχρεολυσίων ως εγγυήτριες δυνάμεις.

στ. Ο «μαύρος Απρίλιος» της ελληνικής οικονομίας και η πτώχευση

Στο εσωτερικό η πολιτική κατάσταση χειροτέρευε. Ο Βενιζέλος σε συνάντηση με τους πολιτικούς αρχηγούς των κομμάτων στις 25 και 28 Μαρτίου, πρότεινε τη συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης και την υποστήριξη των αιτημάτων της Ελλάδας στην Κ.Τ.Ε. στα μέσα του Απριλίου. Μ’ αυτές τις προτάσεις ήθελε ν’ αποσπάσει από πάνω του τη διαφαινόμενη αποτυχία της κυβέρνησής του, μεταθέτοντας την ευθύνη της χρεοκοπίας σε συλλογικό επίπεδο. Απ’ την άλλη, πίστευε ότι η υποστήριξη των ελληνικών απόψεων από το σύνολο του πολιτικού κόσμου στην Κ.Τ.Ε. θα έδινε μεγαλύτερο κύρος στις προτάσεις τους κι έτσι, ίσως είχαν περισσότερες πιθανότητες να πετύχουν τους στόχους τους.

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης συμφώνησαν, εκτός από τον Παναγή Τσαλδάρη του Λαϊκού Κόμματος που διέβλεπε τάση μεταφοράς της αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής του Βενιζέλου στα υπόλοιπα κόμματα….Ο πολιτικός φανατισμός που επικρατούσε στο εσωτερικό, εξέθετε ακόμα περισσότερο τη χώρα στο εξωτερικό, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι Έλληνες πρέσβεις εργάζονταν, για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για το επιδιωκόμενο δάνειο, αλλά και για το διακανονισμό του θέματος των πληρωμών προς τους ομολογιούχους. ….Στις 15 Απριλίου, ο πρέσβης της Αγγλίας, Ramsay, ειδοποιούσε ότι η κατάσταση της Ελλάδας χειροτέρευε. Το εμπορικό χρέος διογκωνόταν, η τιμή της λίρας είχε φτάσει ανεπίσημα στις 580 δραχμές (375 δραχμές το 1928), ενώ η μαύρη αγορά χρυσού και συναλλάγματος οργίαζε. Οι δανειστές από το εξωτερικό ήταν πιεστικοί, ενώ η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε πίστωση χρόνου, μέχρι να βγει απόφαση του Συμβουλίου της Κ.Τ.Ε. που θα συνεδρίαζε από τις 9 Απριλίου στη Γενεύη.

Στο εσωτερικό έμποροι και βιομήχανοι διαμαρτύρονταν για τις επιλογές της Κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της κρίσης. Οι μικρές τράπεζες είχαν σοβαρά προβλήματα και η Τ.τ.Ε. προχώρησε σε χορηγήσεις ύψους 733 εκατομμυρίων δραχμών από τα οποία τα 500 πήγαν προς τις μικρότερες τράπεζες. Η ρευστότητα των τεσσάρων μεγάλων εμπορικών τραπεζών είχε μειωθεί από 16,8% το Δεκέμβριο του 1931 και σε 9,7% τον Απρίλιο του 1932. Οι καταθέσεις του πρώτου τριμήνου του 1932 είχαν παρουσιάσει μείωση μέχρι 11%, η κυκλοφορία του νομίσματος είχε μείωση 2,5%, ενώ το κάλυμμα του στην Τ.τ.Ε. ήταν πλέον σταθερά κάτω από το όριο του 40% που είχε θέσει η Τ.τ.Ε. όταν είχε ιδρυθεί.

Στις 13 Απριλίου, ο Βενιζέλος βρισκόταν στη Γενεύη για τη συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Κ.Τ.Ε. … Στις 15 Απριλίου, ο Βενιζέλος μίλησε στην Κ.Τ.Ε. για τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Επανέλαβε τις αιτήσεις του για πενταετή αναβολή πληρωμών και το δάνειο των 50.000.000 δολαρίων, εξηγώντας ότι μαζί με τα μέτρα που θα λάμβανε στο εσωτερικό, θα κατάφερνε ν’ ανορθώσει την οικονομία, να ολοκληρώσει τα αναπτυξιακά έργα και να ξεπληρώσει τους ομολογιούχους. … Πίστευε, τέλος ότι αν η χώρα δε δεχόταν τη βοήθεια που περίμενε, τότε τ’ αποτελέσματα θα ήταν μοιραία. …

Όμως, η τελική απόφαση της Κ.Τ.Ε. δεν ήταν ευνοϊκή. Ανέφερε, η Ελλάδα έπρεπε να λάβει ετήσια αναστολή για τις πληρωμές των εξωτερικών οφειλών της, συμφωνούσε ότι έπρεπε να καταβληθεί το αντίτιμο των οφειλών σε δεσμευμένο λογαριασμό στην Τ.τ.Ε., όμως, δεν έκρινε ότι η Ελλάδα είχε ανάγκη δανείου. Αυτή η απόφαση ήταν η χαριστική βολή στην παραπαίουσα ελληνική οικονομία. ….

Μετά και από αυτή την απόφαση, οι εξελίξεις για την Ελλάδα ήταν ραγδαίες. Στις 21 Απριλίου, παραιτήθηκε ο υπουργός Οικονομικών, Γεώργιος Μαρής, ύστερα από διαφωνία με το Βενιζέλο. Ο Μαρής πίστευε ότι, αν εγκατέλειπαν το χρυσό κανόνα, θα έπρεπε να κηρύξουν εκλογές, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε τα βαριά φορολογικά μέτρα να τα χρεωθεί μόνο το κόμμα τους. Αλλά ο Βενιζέλος διαφώνησε κι έτσι ο Μαρής παραιτήθηκε. Στις 23 Απριλίου, ο νέος Υπουργός, καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσσος, κήρυξε την πτώχευση και την αναστολή των πληρωμών από το ελληνικό δημόσιο, ενώ ζήτησε από τη ΔΟΕ δάνειο 200.000.000 δραχμών, αίτημα που δε βρήκε ανταπόκριση. Στις 26 Απριλίου, ψηφίστηκε νέος νόμος (5422/26-4-1932 και Φ.Ε.Κ. 133/1932), με τον οποίο η Τ.τ.Ε. απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εξαργυρώνει τα χαρτονομίσματά της με χρυσό. Τέλος, στις 27 Απριλίου η Ελλάδα εγκατέλειψε επίσημα τον κανόνα του χρυσού. Αυτή ήταν η τέταρτη πτώχευση της Ελλάδας από το 1821. Η πρώτη συνέβη το 1827 (μετά τα δάνεια που συνήφθησαν το 1824 και το 1825), η δεύτερη το 1843 (μετά το δάνειο των 60 εκατομμυρίων φράγκων που έλαβε ο Όθωνας), η τρίτη το 1893 (μετά το δάνειο του 1890) και η τέταρτη το 1932.

Ο δανεισμός, οι τράπεζες και ο ρόλος τους στην πτώχευση της Ελλάδας

1. Ο δανεισμός και οι συνέπειές του στην ελληνική οικονομία

Η οικονομική κρίση της Ελλάδας και η πτώχευση του 1932, ήταν αποτέλεσμα ενός πλέγματος εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων. Ως προς τους πρώτους, σημαντικότερος ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε από την Αμερική το 1929 και γρήγορα έφτασε και στην Ευρώπη….Στους εσωτερικούς παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά την ελληνική οικονομία και την οδήγησαν στην πτώχευση συγκαταλέγονται, ο υπερβολικός δανεισμός και ο ρόλος των τραπεζών στην εσωτερική αγορά. …Μετά το 1922, όλες οι κυβερνήσεις είχαν στραφεί στον εξωτερικό δανεισμό. Κάνοντας ένα σύντομο απολογισμό των εξωτερικών δανείων που σύναψε η Ελλάδα τα έτη 1922-1932 θα διαπιστώσουμε ότι το συνολικό ονομαστικό κεφάλαιο αυτών των δανείων ήταν περίπου 1.015,2 εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα (15.563 εκατομμύρια δραχμές), ενώ το πραγματικό ποσό που εισπράχθηκε ήταν 884,5 εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα (13.552 εκατομμύρια δραχμές). Ο μέσος όρος έκδοσης των δανείων ήταν το 89% του αρχικού κεφαλαίου, το μέσο ονομαστικό επιτόκιο 7%, ενώ το μέσο πραγματικό επιτόκιο ανερχόταν τουλάχιστον στο 8%. Ο μέσος χρόνος απόσβεσης των δανείων ήταν τα 33 έτη.

Τα ποσά αυτά είναι τα περισσότερα που ποτέ είχε λάβει η Ελλάδα σε τόσο μικρό διάστημα. Το 67,42% αυτού του ποσού προερχόταν από τα κεφαλαιοκρατικά κέντρα της Αγγλίας, πράγμα που δείχνει και την εξάρτηση της Ελλάδας από αυτή. Επίσης, διάφορα ποσά προέρχονταν από την Αμερική (9,88%), τη Γαλλία (7,52%), τη Σουηδία (5,40%), το Βέλγιο (3,44%) και το υπόλοιπο από άλλες χώρες. Ως προς τα δάνεια του εσωτερικού την ίδια περίοδο το ποσό ανερχόταν στα 2.209 εκατομμύρια δραχμές (144.100.000 χρυσά γαλλικά φράγκα). Πάντως, το αποτέλεσμα αυτών ήταν να επιβαρυνθεί δραματικά ο κρατικός προϋπολογισμός και το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας στις αρχές του 1928 ήταν στα 38 δισεκατομμύρια δραχμές, ενώ στα μέσα του 1931 έφτανε τα 44 δισεκατομμύρια δραχμές.

Τα δάνεια ωφέλησαν πολλαπλά την Ελλάδα. Κατ’ αρχήν, η νομισματική σταθεροποίηση του 1928 ήταν το πρώτο όφελος. Παράλληλα, αυτό επέτρεψε στα επόμενα χρόνια να προχωρήσει ευκολότερα η σύναψη νέων δανείων με καλύτερους όρους, καθώς η οικονομική πίστη της χώρας προς το εξωτερικό είχε βελτιωθεί. Έπειτα, θεραπεύτηκαν πολλές από τις προσφυγικές ανάγκες, που ήταν έντονες τη δεκαετία του 1920. Αλλά και τα αρνητικά σημεία ήταν εξίσου σημαντικά. Η σύναψη των δανείων δεν είχε γίνει πάντα με τους καλύτερους όρους, ειδικά πριν από το 1928. Επίσης, επειδή εκδίδονταν σε υψηλές τιμές, τα προτιμούσαν ακόμη και οι εσωτερικοί οικονομικοί κύκλοι, πράγμα που σήμαινε ότι ένα μεγάλο μέρος του συναλλάγματος έφευγε στο εξωτερικό και κατευθυνόταν στην κάλυψη των εκεί εκδομένων χρεογράφων. Αντίθετα, δε συνέβαινε το ίδιο με τα ιδιωτικά χρεόγραφα του εσωτερικού.

Και ο Βενιζέλος έλαβε δάνεια με βασικό στόχο τη χρήση τους σε δημόσια έργα. ….Άμεση συνέπεια του υπερβολικού δανεισμού ήταν το γεγονός ότι διογκώθηκαν τα ελλείμματα και ειδικά το δημόσιο χρέος. Ουσιαστικά, η ετήσια εξυπηρέτηση των δανείων απαιτούσε το 81% των συναλλαγματικών εισπράξεων των εισαγωγών, ποσό εξαιρετικά υψηλό αν αναλογιστούμε ότι καμιά άλλη χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης δεν αντιμετώπιζε κάτι ανάλογο. …Το σύνολο των ετησίων πληρωμών προς το εξωτερικό από το 1,56 δισεκατομμύρια δραχμές το 1923, έφτασε τα 2 δισεκατομμύρια το 1925/6 και από το 1928/9 και μετά ήταν πάντοτε πάνω από τα 3 δισεκατομμύρια ετησίως. Ειδικά, την περίοδο 1928-1932, η Ελλάδα είχε εισπράξει από δάνεια 10,323 δισεκατομμύρια δραχμές και είχε καταβάλλει για την εξυπηρέτηση του χρέους 13,927 δισεκατομμύρια, δηλαδή 35% περισσότερα χρήματα απ’ όσα είχε τελικά εισπράξει.

Μια άλλη σημαντική συνέπεια του υπερδανεισμού της χώρας ήταν η επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού που με δυσκολία μπορούσε να ισοσκελιστεί. … Τα αποτελέσματα αυτού του υπέρογκου δανεισμού εκδηλώθηκαν το 1932, οπότε η Ελλάδα, αδυνατώντας ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της στο εξωτερικό κήρυξε πτώχευση, δηλαδή αναστολή πληρωμών των δανείων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. …

2. Ο ρόλος των τραπεζών στην κρίση του 1932

Σημαντικό ρόλο στην ελληνική οικονομική κρίση του 1932, έπαιξαν και οι σχέσεις του Κράτους με τις εμπορικές τράπεζες, που ποτέ δεν ήταν καλές επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου. Οι έντονες διαφορές παρουσιάστηκαν κυρίως από τη στιγμή της ίδρυσης της Τ.τ.Ε., ενώ οξύνθηκαν επί κυβερνήσεως Βενιζέλου. Ουσιαστικά, αυτό οφειλόταν στην προσπάθεια του Κράτους ν’ απελευθερωθεί από την κηδεμονία των εμπορικών Τραπεζών στον παραγωγικό τομέα. Ο Βενιζέλος είχε σκοπό τον περιορισμό της παντοδυναμίας της Εθνικής Τράπεζας, αλλά και των άλλων εμπορικών τραπεζών. Έτσι, προχώρησε στην υλοποίηση μιας δέσμης μέτρων, που στόχο είχαν να μεγαλώσουν τον κρατικό παρεμβατισμό στην αγορά. …

Σοβαρή διαφωνία του Κράτους με τις Τράπεζες ήταν και το νομοσχέδιο “Περί Ανωνύμων Εταιρειών και Τραπεζών” στα τέλη του 1930. …Η μεγάλη διαφορά μεταξύ Δημοσίου και Τραπεζών επικεντρωνόταν γύρω από το άρθρο 15 του νομού 5076/Δεκ. 1930 “περί υποχρεωτικής ρευστότητας”. Σύμφωνα με αυτό οι Τράπεζες στο εξής θα ήταν αναγκασμένες να διατηρούν ένα ποσοστό των καταθέσεων τους σε δραχμές, με μορφή κατάθεσης στην Τ.τ.Ε. Έτσι, θα διατηρούσαν αναγκαστικά στην Τ.τ.Ε. σε λογαριασμό κατάθεσης ως ταμειακά διαθέσιμα το 7% του συνόλου των καταθέσεων τους σε δραχμές (όψεως και ταμιευτηρίου) ή το 12% αυτών στο δικό τους ταμείο, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση όφειλαν να υποβάλλουν στην Τ.τ.Ε. μηνιαίες καταστάσεις, όπου θ’ αναφέρονταν τα ρευστά τους διαθέσιμα και γενικά όλες τις καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου. Αν οι τράπεζες διάλεγαν να καταθέσουν τα διαθέσιμά τους στην Τ.τ.Ε. αυτή θα είχε το δικαίωμα να τα επενδύσει σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου με ολιγόμηνη διάρκεια.

Ο Βενιζέλος επεδίωκε να προστατέψει κυρίως τους μικροκαταθέτες από τις απρόβλεπτες χρεοκοπίες των μικρών τραπεζών, οι οποίες δεν ήταν τίποτα περισσότερο από Ανώνυμες Εταιρείες που επωφελούνταν από το νομικό καθεστώς και λειτουργούσαν ως Τράπεζες…Όπως είναι φυσικό, η Ένωση Τραπεζών και κυρίως η Εθνική διαμαρτυρήθηκαν εντονότατα σ’ αυτή την προοπτική και τελικά το μέτρο δεν υιοθετήθηκε πλήρως. …

Αλλά η κατάσταση των Τραπεζών, ιδίως των πιο μικρών, δεν ήταν καλή ακόμα και πριν την οικονομική κρίση. Ήδη από το 1929, είχαν αρχίσει να φαίνονται τα πρώτα σημάδια εξαιτίας του πολέμου που ασκούσαν οι μεγάλες τράπεζες στις μικρότερες με τη συνακόλουθη πτώχευση των μικρότερων τραπεζών. Το 1929, πτώχευσαν η Αγγλοαμερικανική Τράπεζα και η Τράπεζα Θεσσαλίας, ενώ το 1930 η Τράπεζα Βιομηχανίας. Το 1931, οι καταθέσεις στις τράπεζες μειώθηκαν από τα 6 δισεκατομμύρια δραχμές τον Ιούνιο, στα 5 δισεκατομμύρια τον Σεπτέμβριο. Αυξήθηκαν, όμως, ελαφρά οι καταθέσεις σε συνάλλαγμα την ίδια περίοδο από 2,6 δισεκατομμύρια δραχμές στα 2,9 δισεκατομμύρια, πράγμα που σήμαινε ότι η αγορά είχε αρχίσει να μην έχει εμπιστοσύνη στη δραχμή κι έκανε επενδύσεις σε συνάλλαγμα.

Επιπλέον, υπήρχαν κατηγορίες για την οικονομική αντιπολιτευτική τακτική της Εθνικής Τράπεζας ενάντια στην Τ.τ.Ε. ως κυρίου υπευθύνου της κερδοσκοπίας, γιατί η Εθνική ωθούσε κεφάλαια στο εξωτερικό και τα επένδυε σε αγορές ελληνικών χρεογράφων σε χρυσό στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. … Κατά τον Εμμανουήλ Τσουδερό, στόχος αυτής της πολιτικής, της Εθνικής ήταν να ανατρέψει τη νομισματική σταθεροποίηση, να οδηγήσει σε υποτίμηση τη δραχμή, ν’ αποδείξει ότι η Τ.τ.Ε. ήταν ανίκανη να διαχειριστεί το εθνικό νόμισμα, δεν μπορούσε να κατευθύνει την πολιτική των εμπορικών τραπεζών και τελικά, ότι δεν μπορούσε ν’ ανταποκριθεί στους στόχους της ίδρυσής της, αφού και η ίδια δεν ήταν βιώσιμη. Άρα, και η παρουσία της στη χώρα ήταν άχρηστη.…

Το Δεκέμβριο του 1931, τα πράγματα ήταν δύσκολα για την ελληνική οικονομία. Τα ξένα κεφάλαια των τραπεζών μειώθηκαν, επίσης υπήρξε μείωση του καλύμματος της κυκλοφορίας, αυξήθηκε το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα των τραπεζών συνεχώς μειώνονταν. Η αντίδραση της Κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν η ακόλουθη: αποσύνδεση της δραχμής από την αγγλική λίρα, η οποία ήδη είχε εγκαταλείψει τη χρυσή βάση, άμεση σύνδεση της δραχμής με το δολάριο που ακόμα δεν είχε αποσυνδεθεί από τη χρυσή βάση, κρατικός έλεγχος του συναλλάγματος, αναζήτηση δανείου από το εξωτερικό.

Αλλά όλα αυτά δεν είχαν αποτέλεσμα. Το 1932, η κρίση είχε εγκατασταθεί για τα καλά στην Ελλάδα. Τα προηγούμενα έτη οι εμπορικές τράπεζες, προκειμένου να αποφύγουν τον έλεγχο του Κράτους, διατηρούσαν μεγάλα κεφάλαια σε συνάλλαγμα. Αυτό είχε συνέπεια να οδηγηθούν σχεδόν στην κατάρρευση, καθώς μεγάλο μέρος του συναλλάγματος είχε μεταβιβαστεί στο εξωτερικό. … Ο Βενιζέλος και οι Τράπεζες συμφώνησαν στη διατήρηση της σταθεροποίησης, καθώς η υποτίμηση της δραχμής θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα. Το Μάρτιο του 1932, η κατάσταση είχε χειροτερέψει. …

Τελικά, η κρίση χτύπησε και τις ελληνικές τράπεζες, ιδίως τις πιο μικρές. Στα τέλη του 1932, στην Ελλάδα είχαν απομείνει μόνο 32 τραπεζικά ιδρύματα. Από αυτά, ένα ήταν το εκδοτικό, δηλαδή η Τ.τ.Ε. και οι άλλες λειτουργούσαν ως καθαρά εμπορικές. Από τις εμπορικές, ουσιαστικές μεγάλες δεν ήταν πάνω από 5, δηλαδή η Εθνική, η Εμπορική, η Αθηνών, η Ανατολής και η Λαϊκή τράπεζα. Αυτές μάλιστα, συγκέντρωναν και το 81% του συνόλου των τραπεζικών κεφαλαίων.

3. Οι πολιτικές συνέπειες της ελληνικής πτώχευσης

Από τη στιγμή που αναγγέλθηκε από το ελληνικό δημόσιο η αναστολή των πληρωμών, δημιουργήθηκε αναστάτωση στους ομολογιούχους του εξωτερικού που άρχισαν να πιέζουν τις κυβερνήσεις τους να λάβουν μέτρα κατά της Ελλάδας. Οι πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Αμερικής επέδωσαν (28 Απριλίου) κοινή διαμαρτυρία στην Αθήνα. …Τέλος, στις 21 Μαΐου η επιτροπή εμπειρογνωμόνων από τη Γενεύη αναγνώρισε τη δυσμενή θέση της Ελλάδας, όμως, διατύπωσαν ότι η Ελλάδα όφειλε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, αν σκόπευε στο μέλλον να απευθυνθεί στην Κ.Τ.Ε. για ένα νέο δάνειο.

Στο μεταξύ, στο εσωτερικό οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες ασκούσαν έντονη κριτική στο Βενιζέλο. … Ήταν φανερό ότι το τέλος της Κυβέρνησης Βενιζέλου είχε φτάσει. …Η πίεση είχε γίνει αφόρητη και στις 21 Μαΐου 1932, ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε την παραίτησή του, ελπίζοντας να ωθήσει τα κόμματα να σχηματίσουν μαζί του οικουμενική κυβέρνηση. Την ίδια ημέρα ανακοινώθηκε και η απόφαση του Συμβουλίου της Κ.τ.Ε. για την ελληνική πτώχευση.

Η παραίτηση του Βενιζέλου (21 Μαϊoυ 1932) έφερε στην πρωθυπουργία για σύντομο χρονικό διάστημα (26 Μαρτίου-3 Ιουνίου) τον Αλ. Παπαναστασίου. Αυτός στηριζόταν στις ψήφους των βενιζελικών κομμάτων κι έκανε διάφορες διακηρύξεις. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν η φορολογική απαλλαγή της αγροτικής παραγωγής, η προώθηση ψήφισης του νομοσχεδίου για την κοινωνική ασφάλιση (την ίδρυση του σημερινού ΙΚΑ) και η καθιέρωση της απλής αναλογικής, ως εκλογικού συστήματος. Τελικά, ο Βενιζέλος δήλωσε ότι δεν υποσχόταν την ανεπιφύλακτη υποστήριξη του Παπαναστασίου κι έτσι ο τελευταίος και η κυβέρνησή του παραιτήθηκαν στις 3 Ιουνίου. Δύο μέρες αργότερα, στις 5 Ιουνίου, ο Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία.

Η νέα κυβέρνηση του Βενιζέλου και τα μέτρα για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Βενιζέλος ήταν να ψηφιστεί το νομοσχέδιο για την κοινωνική ασφάλιση, καθώς ενδιαφερόταν, πραγματικά, για την τύχη των πτωχότερων στρωμάτων του ελληνικού λαού, που ήδη πλήττονταν από τις δυσμενείς εξελίξεις στην οικονομία. … Στις 18 Ιουνίου και στις 2 Ιουλίου, στη Συνδιάσκεψη της Λοζάνης για τις επανορθώσεις και τα πολεμικά χρέη ο Μιχαλακόπουλος υποστήριξε τις θέσεις της Ελλάδας για τα χρέη και τις ανάγκες της. …Στις 30 Ιουνίου, μέσω του πρέσβη Χαράλαμπου Σιμόπουλου στην Ουάσιγκτον, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον Υπουργό Οικονομικών της Αμερικής, Ogden L. Mills, και πέτυχε αναστολή πληρωμής δυόμισι χρόνια των ομολογιών που έληγαν την 1η Ιουλίου. Ακόμη, στις 15 Σεπτεμβρίου, ο Υπουργός Οικονομικών, Κ. Βαρβαρέσσος, ύστερα από διαπραγματεύσεις με τους ομολογιούχους που αντιπροσωπεύονταν από τη «League Loans Committee» στο Παρίσι πέτυχε μια συμφωνία που προέβλεπε:

α) Ετήσιο χρεοστάσιο για τα χρεολύσια έως την 1η Απριλίου 1933.

β) Πληρωμή του 30% των τόκων σε συνάλλαγμα για το έτος 1932-1933.

γ) Οι δεσμευμένες καταθέσεις στην Τ.τ.Ε. στο όνομα της ΔΟΕ θα δίδονταν στην ελληνική κυβέρνηση. Από αυτές πιθανόν το 35% θα πληρωνόταν στους ομολογιούχους το Νοέμβριο του 1932.

δ) Παραχωρούνταν στους ομολογιούχους όλοι οι ευμενείς όροι που τυχόν θα δίδονταν στους ομολογιούχους άλλων δανείων εσωτερικού ή εξωτερικού. Έτσι, στο εξωτερικό ήταν αρκετά ικανοποιημένοι, γιατί είχε βρεθεί ένα κοινό πεδίο συνεννόησης, ενώ στην Ελλάδα ο Τύπος αντιμετώπισε με ευνοϊκά σχόλια τη συμφωνία.

Στο εσωτερικό η νέα κυβέρνηση του Βενιζέλου προέβη στη θέσπιση σειράς μέτρων που έθεσαν τη βάση για την αναγέννηση της οικονομίας. Τα μέτρα αυτά ήταν:

α) Απαγόρευση της ελεύθερης μετατροπής της δραχμής σε χρυσό ή σε συνάλλαγμα. Παράλληλα, η δραχμή αποδεσμεύτηκε από το χρυσό, υποτιμήθηκε, και ως το Δεκέμβριο διατήρησε μόνο το 40% της ονομαστικής της αξίας. Έτσι, ενώ το Μάρτιο του 1932 ίσχυε η αναλογία 1 στερλίνα/293 δραχμές, έφτασε στις 609 δραχμές το Δεκέμβριο του 1932.

β) Το συνάλλαγμα χορηγούνταν μόνο από την Τ.τ.Ε. ….

γ) Επίσημα από την 1 Μαΐου ανεστάλη η πληρωμή τόκων των δανείων εσωτερικού και εξωτερικού. Επίσης, η πληρωμή των τόκων των δανείων του εσωτερικού μειώθηκε 25%.

δ) Όλες οι οφειλές που πληρώνονταν στην Ελλάδα σε Έλληνες ή ξένους κατοίκους θα μετατρέπονταν σε οφειλές δραχμών με βάση την τιμή 100 δραχμές=1 δολάριο (μάλιστα από το Δεκέμβριο του 1932 η ισοτιμία δραχμής/δολαρίου επιδεινώθηκε και έφτασε στο 184/1). …

ε) Με νόμο τα συνολικά τέλη επί των εισαγωγών αυξήθηκαν 70%-200%. …

στ) Για τις οφειλές που προέρχονταν από εμπορικές συναλλαγές πριν από την άρση της σταθεροποίησης θεσπίστηκε πενταετές χρεοστάσιο…

ζ) Στο εξής σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο εφαρμόστηκε η μέθοδος του “clearing”. Δηλαδή οι διεθνείς εμπορικές ανταλλαγές στο εξής γίνονταν με εμπορικό συμψηφισμό σε είδος, καταργώντας επ’ αόριστον τις συνήθεις πληρωμές με συνάλλαγμα, αφού αυτό δεν ήταν διαθέσιμο. ….

Τα παραπάνω μέτρα δημιούργησαν ένα ισχυρό προστατευτικό πλέγμα γύρω από την αδύναμη και ουσιαστικά κατεστραμμένη οικονομία. Στο εξής, η ελληνική οικονομία θα προσπαθήσει να σταθεί μόνη της στα πόδια της και θα τα καταφέρει. Όχι, όμως, αμέσως. Τα μέτρα αυτά οδήγησαν στην άμεση και κατά 60% υποτίμηση της δραχμής ως προς τα ξένα νομίσματα. Στα ξένα χρηματιστήρια η δραχμή σημείωσε απότομη πτώση. Στις 5 Μαΐου 1932 η ισοτιμία Λίρας/Δραχμής ήταν 1/539 και τον Ιανουάριο του 1933 έφτασε το 1/628.

Τα αποτελέσματα των οικονομικών μέτρων

Στο εσωτερικό η άσχημη κατάσταση του αγροτικού κόσμου ήταν ορατή ακόμα και πριν την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης. …Ένας λόγος αυτής της πτώσης θα μπορούσε να καταλογισθεί στο γεγονός ότι η γεωργία είχε μεγάλη εξάρτηση από τα καιρικά φαινόμενα. Μια άλλη μεταβλητή ήταν η συγκυριακή πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων. … Τελικά, μόνο τα μέτρα που ελήφθησαν μετά το 1932 είχαν σοβαρά αποτελέσματα.

Θεωρώντας ως βάση το 1929=100, τα καλλιεργούμενα στρέμματα ανά αγρότη ήταν την περίοδο 1919-1926 στο 100 (κατά μέσο όρο 4,44 στρέμματα ανά αγρότη), την περίοδο 1927-1930 στο 104 (4,60 στρέμματα), την περίοδο 1931-1934 στο 124 (5,52 στρέμματα) και την περίοδο 1935-1938 στο 137 (6,09 στρέμματα). Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι το 1937 παρατηρείται μέση αύξηση 36,5% στην καλλιεργούμενη επιφάνεια των κυριότερων ειδών. … Στην αύξηση της καλλιεργητικής γης αναμφίβολα συνέβαλαν και τα έργα της κυβέρνησης Βενιζέλου. Μετά το 1932, είχαν παραδοθεί στους αγρότες της Βόρειας Ελλάδας τουλάχιστον 400.000 επιπλέον στρέμματα και αναμενόταν μέχρι το 1940 να φτάσουν περίπου τα 2,76 εκατομμύρια στρέμματα. Ειδικά, στη Μακεδονία και στη Θράκη μέχρι το 1937, οι περιοχές που καλλιεργούνταν με σιτηρά παρουσιάζουν αύξηση 70% σε σχέση μετά τα έτη ως το 1932 και η απόδοση των εδαφών παρουσιάζει αύξηση μέχρι και 35%, ενώ η συνολική παραγωγή δημητριακών την περίοδο 1930-1934 τριπλασιάστηκε σ’ αυτές τις περιοχές.

Αλλά γενικά και ο όγκος της παραγωγής αυξήθηκε. …Η κάλυψη της εγχώριας αγοράς με γεωργικά προϊόντα από την ελληνική γεωργία το 1928 ήταν στο 40% και μέχρι το 1931 είχε πέσει στο 26%, πράγμα που σημαίνει ότι η ελληνική αγορά ουσιαστικά εφοδιαζόταν με αγροτικά προϊόντα από το εξωτερικό. Αντίθετα, από το 1932 και μετά, η κάλυψη της εγχώριας αγοράς από ελληνικά γεωργικά προϊόντα ανακάμπτει και φτάνει το 32% το 1932, το 63 % το 1933, το 73% το 1934 και το 78% το 1935.

Ένα «“θετικό» στοιχείο που προέκυψε από την κρίση ήταν το γεγονός της βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου. Οι τιμές στα ξένα προϊόντα τετραπλασιάστηκαν και έτσι η αγορά απομακρύνθηκε από αυτά και στράφηκε στα εγχώρια, που οι τιμές τους αυξήθηκαν μόνο 14%. … Ο σταθμικός δείκτης του όγκου των εισαγωγών με βάση το 1928=100, είχε φτάσει το 1931 στο 107,4. Από το 1932 και μετά συνέχισε την κατακόρυφη πτώση του. Έτσι, το 1932 ήταν 98,9, το 1933 στο 79,6 και το 1935 έφτασε πάλι στα επίπεδα του 1928. Ο αντίστοιχος δείκτης των εξαγωγών ήταν στο 89 το 1931 και στο 76,9 το 1932. Αλλά μετά άρχισε ν’ ανεβαίνει. Το 1933 έφτασε στα επίπεδα του 1928, το 1934 στο 116,6 και το 1935 στο 129,8. ….

Στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου βοήθησε σημαντικά η εφαρμογή της μεθόδου του «clearing». … Οι εξαγωγές της Ελλάδας αποδεσμεύτηκαν από τις αγορές της Γαλλίας και της Αγγλίας και στράφηκαν σε χώρες με προβλήματα παρόμοια με τα ελληνικά, δηλαδή προς την Αυστρία, τη Γαλλία, τη Γιουγκοσλαβία, την Τσεχοσλοβακία, την Αργεντινή, την Περσία, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, την Αλβανία και τη Γερμανία. …. Τέλος, η κυβέρνηση αύξησε τα τέλη επί των εισαγωγών έως 200%, σε ορισμένες περιπτώσεις, τέθηκαν ποσοτικοί περιορισμοί στις εισαγωγές κι έτσι αυτές μειώθηκαν μέχρι 60% ως προς το ποσοστό των εισαγωγών σε σχέση με το 1931. Αυτό είχε αποτέλεσμα την εξοικονόμηση 7 εκατομμυρίων λιρών, δηλαδή το 30% της αξίας των εισαγωγών του 1931.

Η βιομηχανία την πρώτη τριακονταετία του αιώνα δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο στην οικονομία, τουλάχιστον όσο η γεωργία. Μάλιστα, την περίοδο που εξετάζουμε παρατηρείται το εξής φαινόμενο: γενικά, η δυναμικότητα της ελληνικής βιομηχανίας ήταν αρκετά καλή και με τη βοήθεια και κάποιων άλλων παραγόντων δεν επηρεάστηκε σοβαρά από την κρίση. …. Έτσι, ενώ το 1928 από τα βιομηχανικά προϊόντα που καταναλώνονταν στην Ελλάδα, το 59% παραγόταν από τις εγχώριες βιομηχανίες, το αντίστοιχο ποσοστό για το 1933 ανήλθε στο 76%. Επίσης, ο Βενιζέλος προώθησε την ανάπτυξη της βιομηχανίας με τη μείωση της φορολογίας των Ανωνύμων Εταιρειών, μέτρο που έδωσε πνοή ζωής στην εγχώρια βιομηχανία. Παρά ταύτα, η κρίση του 1932, σαφώς επηρέασε και την ελληνική βιομηχανία. Όμως, δεν εκδηλώθηκε το ίδιο άμεσα σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας. …

Ως προς τις εξελίξεις στην καθημερινή ζωή των πολιτών μετά την πτώχευση, ο γενικός δείκτης των χονδρικών τιμών (με βάση το 1928=100), αυξήθηκε το 1932 στο 103, το 1933 στο 116 και το 1934 στο 114. Πιο ειδικά, ο δείκτης χονδρικών τιμών των γεωργικών προϊόντων το 1932 ήταν στο 91, το 1933 στο 97 και το 1934 στο 101. Αυτός των ζωικών προϊόντων το 1932 ήταν στο 111, το 1933 στο 122 και το 1934 στο 124. Αυτός των βιομηχανικών το 1932 ήταν στο 108, το 1933 στο 128 και το 1934 στο 124. Επίσης, ο δείκτης των εγχωρίων προϊόντων ήταν το 1932 στο 95, το 1933 στο 106 και το 1934 στο 105. Ο δείκτης των εισαγόμενων προϊόντων το 1932 ήταν στο 108, το 1933 στο 124 και το 1934 στο 121.

Η αύξηση της ανεργίας ήταν επίσης φανερή στην Ελλάδα. Το 1932, ήταν στις 237.000 άτομα (από 218.000 το 1931), ενώ το 1933 έπεσε στις 156.000 άτομα και στις 150.000 το 1935. Γενικά η απασχόληση στη βιομηχανία αυξήθηκε το 1933 κατά 8,76%, το 1934 κατά 0,63% και το 1935 κατά 5,06%. Την ίδια περίοδο (1932-1935), οι μισθοί είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν. Το ανδρικό ημερομίσθιο και το εργατικό ημερομίσθιο παρουσιάζουν μέση αύξηση 14,5%-16,2%, ενώ το αντίστοιχο γυναικείο αύξηση 26%-47,3%. Αλλά και το κόστος ζωής αυξήθηκε ελαφρά. Την περίοδο 1932-1935, ο γενικός τιμάριθμος κόστους ζωής παρουσίασε αύξηση 14,73% ….

Πάντως, όπως και να έχει το πράγμα, σε γενικές γραμμές φαίνεται ότι η συντετριμμένη ελληνική οικονομία είχε αρχίσει ν’ανακάμπτει αργά, αλλά σταθερά ήδη από το 1933. Απ’αυτή τη χρονιά η οικονομική δραστηριότητα παρουσίασε αύξηση 6%, το 1934 αύξηση 4,74% και το 1935 αύξηση 13,5%. Επίσης, τα κεφάλαια άρχισαν να επιστρέφουν στην Ελλάδα, σε σημείο που το αποθεματικό της Τ.τ.Ε. από 7,6 εκατομμύρια δολάρια το 1932, έφτασε το 1934 στα 44,7 εκατομμύρια δολάρια. …. Αποτέλεσμα, ήταν και η αύξηση και της νομισματικής κυκλοφορίας και από 4 δισεκατομμύρια δραχμές το 1931 έφτασε στα 9,4 δισεκατομμύρια το 1939.

(*) Ο κ. Θάνος Κονδύλης είναι συγγραφέας του βιβλίου Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ 1928-1932, από το οποίο προέρχονται τα παραπάνω αποσπάσματα.

http://www.eurocapital.gr/

http://lalei-kairia.blogspot.com/

Posted in Ιστορία, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Τα ψέματα και οι αλήθειες για το χρέος

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 26 Μαρτίου 2010

του Δημήτρη Καζάκη – Δημοσιεύτηκε στο «Ποντίκι» στις 25/3/2010 

 Η χρεωκοπία της χώρας είναι δεδομένη. Όχι γιατί την επιδιώκουν κάποιοι καταχθόνιοι και σκοτεινοί κερδοσκόποι, αλλά γιατί το κράτος και η οικονομία της χώρας δεν μπορεί πια να σηκώσει το βάρος της εξυπηρέτησης των δανείων. Αυτή είναι η αλήθεια που κρύβει συστηματικά η κυβέρνηση από τον ελληνικό λαό.

 

Ο κ. Παπανδρέου μιλώντας στη 8η Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ στις 20/3, διαβεβαίωνε: «Να είναι όλοι βέβαιοι, να είναι ακόμα πιο βέβαιοι οι διάφοροι καλοθελητές, που καθημερινά διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις για τη χώρα μας, με προφανείς σκοπιμότητες: Η Ελλάδα δεν θα χρεοκοπήσει. Δεν θα την αφήσουμε να χρεοκοπήσει.» Η δήλωση αυτή μοιάζει εξαιρετικά με μια άλλη ιστορική δήλωση, του Ελευθερίου Βενιζέλου, όταν σε διάγγελμά του προς τον Ελληνικό λαό στις 27 Σεπτεμβρίου 1931, διαβεβαίωνε κι αυτός: «Δίδω προς τον ελληνικόν λαόν την προσωπική διαβεβαίωσιν, ότι έχω απόλυτον την πεποίθησιν ότι ημπορούμεν να διατηρήσουμεν την ακεραιότητα του εθνικού μας νομίσματος και να αποφύγωμεν επομένως τας συμφοράς που θα επακολούθουν την ανατροπήν της σταθεροποιήσεως.»

 Την εποχή εκείνη είχαν ανακαλύψει μια άλλη νομισματική πανάκεια για τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας, την οποία αντί για ευρώ ονόμαζαν χρυσή δραχμή. Για να στηριχθεί το «ισχυρό νόμισμα» της Ελλάδας που ήταν κλειδωμένο με την χρυσή Αγγλική λίρα, ξεπουλήθηκε κυριολεκτικά το σύμπαν. Όλες οι υποδομές της χώρας δόθηκαν σε ξένες εταιρείες (Ούλεν, Πάουερς, κλπ.) ενώ η χρυσή δραχμή χρηματοδοτήθηκε αδρά με πληθώρα δανείων.

 

Για να στηριχθεί η χρυσή δραχμή και το πρόγραμμα δημόσιου δανεισμού εφαρμόστηκε σκληρή λιτότητα με την κατάργηση κάθε κοινωνικής δαπάνης. Η μόνη κοινωνική πρόνοια που απέμεινε στη χώρα ήταν τα λαχεία και τα λαϊκά συσσίτια των φιλανθρωπικών σωματείων. Οι εφημερίδες της εποχής δημοσίευαν καθημερινά δεκάδες θανάτους από την πείνα. Το κράτος προκειμένου να συνεχίσει τη στήριξη της χρυσής δραχμής και να πληρώνει τα τοκοχρεωλύσια των δανείων του, έκλεινε τα δημόσια σχολεία, δημοτικά και γυμνάσια και απέλυε δασκάλους και καθηγητές. Το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων κλήθηκε να καταβάλει με τη βία έως και το 50% των αποδοχών του. Πολλοί απ’ αυτούς απολύθηκαν. Απαγορεύτηκε ο συνδικαλισμός στους δημοσίους υπαλλήλους και οι απεργίες στους εργάτες, ενώ οι διαδηλώσεις κηρύχθηκαν παράνομες.

 

Η Ελλάδα είχε τεθεί υπό διπλή κηδεμονία, όχι μόνο του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου που είχε εγκατασταθεί ήδη από το 1898, ως αποτέλεσμα της χρεωκοπίας επί Τρικούπη το 1893 και του ελληνοτουρκικού πολέμου της ντροπής του 1897, αλλά καιτης Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα των δανειστών της χώρας, απαιτούσε να χυθεί αίμα. Οι κυβερνήσεις της χώρας, ως τυφλά και πειθήνια όργανα της κηδεμονίας, εκτελούσαν με υπερβάλλοντα ζήλο τις έξωθεν εντολές. Το αποτέλεσμα μπορεί εύκολα να το φανταστεί κανείς. Λίγους μόνο μήνες μετά από τη διαβεβαίωση του Βενιζέλου η χρυσή δραχμή συντρίφτηκε και η χώρα κήρυξε επίσημα την χρεωκοπία της λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών της. Με το χρεωστάσιο η χώρα παραδόθηκε στο έλεος των δανειστών της. Προκειμένου αυτοί να πάρουν τα λεφτά τους έφεραν ξανά στη χώρα το βασιλιά, που είχε εκδιωχθεί το 1922 και βοήθησαν να ανοίξει ο δρόμος για το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Μεταξά.

 Όπως σήμερα, έτσι και τότε, οι λόγοι που οι πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες έφεραν την ευθύνη για τη χρεωκοπία της χώρας,επικαλούνταν για να δικαιολογηθούν ήταν η «ατάσθαλος οικονομική πολιτική» του κράτους. Κι όπως σήμερα με το ευρώ, έτσι και τότε, κάθε σκέψη για εγκατάλειψη της χρυσής δραχμής ισοδυναμούσε με σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς. Μόνο που οι σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί ήρθαν από την προσπάθεια διάσωσης του «ισχυρού νομίσματος». Προκειμένου λοιπόν να διασωθεί το «ισχυρό νόμισμα» ας πέθαινε η χώρα και ο λαός της.

 Μάλιστα, μέχρι και ειδικό ταμείο ιδρύθηκε το 1930 για την στήριξη της δραχμής, ανάλογο με αυτό του κ. Πετσάλνικου σήμερα. Το ταμείο αυτό οργάνωνε δεξιώσεις στα καλά σαλόνια των Αθηνών και καλούσε τις κυρίες του καλού κόσμου να δώσουν κοσμήματα και ότι άλλο πολύτιμο έχουν «δια την εθνικήν υπόθεσιν». Η εξέλιξη ήταν προβλέψιμη. Κάποιοι αετονύχηδες καταχράστηκαν το ταμείο, λίγο πριν κηρυχθεί το επίσημο χρεωστάσιο και κατέφυγαν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής για να ζήσουν τη ζωή τους εις υγείαν των κορόιδων.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται…

 Ένα παρόμοιο σκηνικό βλέπουμε να στήνεται και σήμερα προκειμένου να παραδοθεί η χώρα και ο λαός της στο έλεος των δανειστών και των αγορών. Οι ίδιες λογικές, οι ίδιες δικαιολογίες, οι ίδιες πρακτικές, τα ίδια αποτελέσματα. Τι συνέβη όμως και βρεθήκαμε ξανά σαν χώρα σε κατάσταση χρεωκοπίας; Ο πίνακας που παραθέτουμε είναι αποκαλυπτικός.

 Σύμφωνα μ’ αυτόν οι πληρωμές για τα δάνεια που έχουν συνάψει οι κυβερνήσεις της χώρας εκτινάχθηκαν από 23,8 δις ευρώ το 2000 στα 84,2 δις ευρώ το 2009. Δηλαδή από το 17,4% του ΑΕΠ της χώρας το 2000, στο 35% του ΑΕΠ το 2009! Μπορεί να αντέξει αυτό το βάρος η οικονομία της χώρας; Και βέβαια όχι. Εδώ βρίσκεται το όλο πρόβλημα. Όταν η χώρα έχει φτάσει να ξοδεύει το 140% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού σε εξυπηρέτηση του δανεισμού της, είναι προφανές ότι βρίσκεται σε κατάσταση χρεωκοπίας, είτε το θέλει, είτε δεν το θέλει, είτε το γνωρίζει, είτε όχι.

 Που οφείλεται αυτός ο δανεισμός; Η συνηθισμένη δικαιολογία είναι το σπάταλο κράτος. Από τον πίνακα όμως βλέπουμε ότι η συμμετοχή των κρατικών ελλειμμάτων στο δημόσιο δανεισμό είναι ασήμαντη. Την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε συνολικά σε εξυπηρέτηση δανείων πάνω από 450 δις ευρώ και δανείστηκε εκ νέου σχεδόν 486 δις ευρώ. Απ’ αυτόν τον νέο δανεισμό μόλις το 3,1% κατά μέσο όρο πήγε στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος. Όλα τα υπόλοιπα πήγαν στην αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους.

 Ακόμη και για το 2009, όπου το δημόσιο έλλειμμα έφτασε τα 17,1 δις, ο νέος δανεισμός του δημοσίου ξεπέρασε συνολικά τα 85,2 δις ευρώ. Με άλλα λόγια το δημόσιο έλλειμμα συνέβαλε στο νέο δανεισμό του δημοσίου μόνο κατά 20%. Επομένως, προς τι τα μέτρα και η λιτότητα για να περιοριστεί το δημόσιο έλλειμμα; Η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν περιορισθεί το δημόσιο έλλειμμα, όσο κι αν σφίξουν το ζωνάρι οι δημόσιοι υπάλληλοι, όσο κι αν περιοριστούν οι κρατικές δαπάνες, όσους φόρους κι αν μαζέψουν οι εισπρακτικοί μηχανισμοί του κράτους, δεν πρόκειται να αναχαιτισθεί το δημόσιο χρέος. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τις καλύτερες δυνατές προβλέψεις το δημόσιο χρέος της χώρας θα εκτιναχθεί έως το 2012 στα 350 δις ευρώ, δηλαδή στο 135% του ΑΕΠ. Πράγμα που σημαίνει ότι η ετήσια εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θα αγγίξει ή και θα ξεπεράσει το 40% του ΑΕΠ. Κι όλα αυτά με την προϋπόθεση ότι όλα τα μέτρα της κυβέρνησης θα αποδώσουν τα αναμενόμενα. Πράγμα φυσικά πολύ αμφίβολο.

 Γιατί η κυβέρνηση που διαρρηγνύει υποκριτικά τα ιμάτιά της για τους μισθούς και τις συντάξεις που πληρώνει το δημόσιο, δεν λέει κουβέντα για τον φόρο αίματος που πληρώνει η χώρα στους δανειστές της; Για λόγους σύγκρισης και μόνο, αξίζει να σημειώσουμε ότι το σύνολο των αμοιβών και συντάξεων που πληρώνει το κράτος στους δημόσιους υπαλλήλους ανήλθε το 2009 στα 25,5 δις ευρώ, δηλαδή στο 10,6% του ΑΕΠ της χώρας. Ολόκληρο το ποσό αυτό φτάνει μόλις στο 31% του συνόλου των εξόδων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού τον ίδιο χρόνο. Τι περιμένει λοιπόν να αποκομίσει η κυβέρνηση από τη λιτότητα, εκτός από την εξουθένωση των εργαζομένων και της κοινωνίας;

 

Προς τα πού βαδίζουμε;

 

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει η επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους και πόσο ανατροφοδοτεί την έξαρση του δημόσιου χρέους, αρκεί να πούμε το εξής: Την τελευταία δεκαετία (2000-2009) το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε στους δανειστές του πάνω από 450 δις ευρώ. Παρ’ όλα αυτά το δημόσιο χρέος της χώρας όχι μόνο δεν συγκρατήθηκε, αλλά αυξήθηκε την ίδια δεκαετία σχεδόν 155 δις ευρώ! Ενώ τα επόμενα δύο χρόνια, με τις καλύτερες δυνατές προβλέψεις, το ελληνικό δημόσιο θα κληθεί να πληρώσει συνολικά πάνω από 180 δις ευρώ για εξυπηρέτηση ενός διαρκώς αυξανόμενου χρέους. Πώς είναι δυνατό να συνεχιστεί αυτή αιμορραγία χωρίς να οδηγηθεί η χώρα στη διάλυση και η κοινωνία στην ανέχεια;

 

Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ’ όλα ο βρόγχος του δανεισμού και δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή που της έχουν εφαρμόσει οι δανειστές της με την συνεπικουρία της ΕΕ.Όσο για το ποιος φταίει για την κατάσταση, δεν έχει παρά να κοιτάξει κανείς τα ελλείμματα στην παραγωγή, το εμπορικό ισοζύγιο, αλλά και την τεράστια διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη του 2009 (με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΔΝΤ) έχουν βγει από την Ελλάδα πάνω από 200 δις δολ. που έχουν τοποθετηθεί σε κάθε είδους κερδοσκοπία (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ.) του εξωτερικού! Ποιοι τα έβγαλαν από την Ελλάδα; Οι δημόσιοι υπάλληλοι; Κι από πού βγήκαν αυτά; Προφανώς από τη λεηλασία της χώρας, από τα υπερκέρδη των μονοπωλίων, των καρτέλ και των τραστ, που φρόντισαν να διογκώσουν με τις πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, των ανοιχτών αγορών και της απορρύθμισης όλες οι κυβερνήσεις.

 

Μάλιστα, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, στα τέλη του 2009 υπήρχαν ως καταθέσεις κατοίκων της Ελλάδας σε τράπεζες του εξωτερικού 15 δις ευρώ. Αναλογικά με το οικονομικό μέγεθος της χώρας, η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες με τις περισσότερες καταθέσεις κατοίκων της σε τράπεζες του εξωτερικού. Οι ιδιοκτήτες αυτών των λογαριασμών δεν είναι περισσότεροι από 3.000. Αν είχαμε την ευκαιρία να ακτινοσκοπήσουμε τους λογαριασμούς αυτούς θα ανακαλύπταμε τηναφρόκρεμα του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου της χώρας. Πρόκειται για μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που δεν της καίγεται καρφί για το τι θα απογίνει η χώρα.

 

Όταν μιλάμε για κέρδη και υπερκέρδη, αρκεί να πούμε ότι σύμφωνα με τους National Accounts της Eurostat, σε κάθε 1000 ευρώ νέα προϊόντα και υπηρεσίες (δηλαδή προστιθέμενη αξία) που παρήγαγε ετήσια η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία, τα 560 ευρώ μετατράπηκαν σε επιχειρηματικό κέρδος και μόλις τα 350 σε αποζημίωση των εργαζομένων. Στην ΕΕ η αντίστοιχη κατανομή είναι 360 υπέρ του επιχειρηματικού κέρδους και 550 υπέρ της εργασίας! Η Ελλάδα κατέχει την υψηλότερη θέση μέσα στην ΕΕ ως προς το μερίδιο του προϊόντος της που νέμεται το επιχειρηματικό κέρδος, το οποίο το 2008 (για το οποίο διαθέτουμε στοιχεία) έφτασε στο ύψος ρεκόρ του 59,5%. Πίσω της ακολουθεί η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Ιρλανδία, κοκ.

 

Το ελληνικό κράτος υπήρξε εξ ιδρύσεώς του σπάταλο, διεφθαρμένο και βαθύτατα παρασιτικό. Κι αυτό γιατί οικοδομήθηκε για να εξυπηρετήσει μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, η οποία το αξιοποίησε για να λεηλατήσει τη χώρα και το λαό της. Ο δανεισμός ήταν εξυπαρχής ένας από τους πιο προσοδοφόρους τρόπους για να χρηματοδοτηθεί αυτή η λεηλασία. Έτσι προέκυψαν και οι απανωτές χρεοκοπίες του ελληνικού κράτους. Υπολογίζεται ότι από τα 170 χρόνια του επίσημου ελληνικού κράτους έως το τέλος του 20ου αιώνα, η χώρα βρέθηκε σε κατάσταση πτώχευσης στα 50 από αυτά. Η τελευταία επίσημη πτώχευση ήταν αυτή του 1932. Και τότε ο λαός ήξερε πολύ καλά ότι οι κυβερνήτες της χώρας που την οδήγησαν στην χρεωκοπία δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα σώμα πολιτικών «επαγγελματιών επιδιωκόντων ατομικά συμφέροντα και εξαγοραζομένων υπό των διαφόρων αναδόχων εταιριών, της δωροδοκίας διενεργουμένης δια του εις το Χρηματιστήριον διεξαγομένου παιγνιδίου, όπερ πράκτορες καθωδήγουν εκ των διαδρόμων της βουλής», όπως έγραφε εκείνη την εποχή ο επιφανής ιστορικός Π. Καρολίδης.

 

Σήμερα βαδίζουμε ολοταχώς προς μια νέα επίσημη πτώχευση. Κι αυτό γιατί φαίνεται αδιανόητο στην κυβέρνηση της χώρας, όπως έγινε και σε ανάλογες εποχές παλιότερα, να αμφισβητήσει την εξάρτηση της χώρας από τους δανειστές και τις διεθνείς αγορές. Φαίνεται αδιανόητο στην κυβέρνηση να προτάξει το συμφέρον της χώρας και του λαού της, έναντι των συμφερόντων των αγορών, των τραπεζών και των ισχυρών της ΕΕ. Κι έτσι όλοι μαζί έχουν δρομολογήσει για τη χώρα μια ακόμη καταστροφική πτώχευση. Το βασικό πρόβλημα της κυβέρνησης είναι το πώς θα τεθεί η χώρα υπό κηδεμονία προκειμένου οι διεθνείς τοκογλύφοι και οι αγορές να κατασχέσουν και να δημεύσουν ότι μπορούν. Οι συζητήσεις στην ΕΕ, οι κινήσεις της κυβέρνησης και τα πακέτα των μέτρων, αφορούν στην προετοιμασία του εδάφους και στην τελική μορφή που θα πάρει η επίσημη μετατροπή της χώρας σε αποικία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτό θα γίνει υπό την κηδεμονία της ΕΕ, του ΔΝΤ, ή ενός συνδυασμού και των δυό; Θα γίνει με το ευρώ, με την επιστροφή σ’ ένα ελεγχόμενο και πληθωριστικό εθνικό νόμισμα, ή με την επιβολή διπλού νομίσματος; Όλα αυτά δεν είναι παρά λεπτομέρειες που υπηρετούν την ίδια βασική κατεύθυνση, την ίδια πορεία προς την επίσημη πτώχευση και δήμευση της χώρας.

 

Posted in Ελλάδα | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ευτυχώς, επτωχεύσαμεν!

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 31 Ιανουαρίου 2010

«Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα. Το φάντασμα της πτώχευσης. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης ηπείρου ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα. Ο Τρισέ και ο Αλμούνια, ο Προβόπουλος και ο Ρότσιλντ ο Ε΄, οι δανειστές του κράτους και οι μπαταχτσήδες του, οι αμέριμνοι φοροφυγάδες και τα ανόητα φορολογικά υποζύγια…»

Κάπως έτσι θα μπορούσε να ξεκινά το φορολογικό μανιφέστο που εκπονούν η σοσιαλιστική διακυβέρνηση της νέας αλλαγής και ο Γ. Παπακωνσταντίνου. Από παντού εκπορεύεται η εικόνα της απόλυτης δημοσιονομικής κατάρρευσης. Από παντού διαρρέει το σενάριο μιας χρεοκοπίας που μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε στο εγγύς μέλλον: την ερχόμενη εβδομάδα, σε ένα μήνα ή στις αρχές του 2010. Το σενάριο μιας πτώχευσης ανάλογης με αυτή που κήρυξε ο Τρικούπης το 1893 ή ο Βενιζέλος το 1932 διακινείται παντού: υπονοείται στα ημερήσια ανακοινωθέντα των Βρυξελλών ή της Φρανκφούρτης (Αλμούνια και Τρισέ), ψιθυρίζεται στα λόμπι των αγορών του χρήματος που αφήνουν να εννοηθεί ότι την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια από την Ελλάδα, λέγεται ανοικτά ή έμμεσα στα γραφεία των τραπεζικών ιδρυμάτων αλλοδαπής και ημεδαπής που δανείζουν το ελληνικό κράτος από ιδρύσεώς του. Και πετάγεται ως μπαμπούλας τόσο για να προετοιμάσει το έδαφος για ένα υψηλότερο κόστος δανεισμού του κράτους, όσο και για να τρομάξει το πανελλήνιο και να καταστήσει πιο εύπεπτη τη βάπτιση του αρτύσιμου κρέατος σε νηστίσιμο ψάρι. Ή αλλιώς, τη μετάλλαξη της «νέας αλλαγής» σε σκληρή λιτότητα.

Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι επικρατεί δημοσιονομική αθλιότητα. Και είναι αλήθεια ότι ως κράτος χρωστάμε και της Μιχαλούς. Για την ακρίβεια, χρωστάμε 325 δισ. ευρώ, έναντι ετήσιου ΑΕΠ 305 δισ. ευρώ. Δηλαδή, οφείλουμε ήδη το 108% του ΑΕΠ, αν υποθέσουμε ότι τα έχουν βγάλει όλα στη φόρα οι λογιστές του Παπακωνσταντίνου και χωρίς να υπολογίζουμε την καταστροφή που ΔΕΝ έχει ακόμη προκαλέσει η ύφεση. Αλλά, αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες. Η κραταιά Γερμανία, για παράδειγμα, που γιόρτασε σα νεόπλουτη γεροντοκόρη τα εικοσάχρονα της πτώσης του τείχους, χρωστάει τα πενταπλάσια, ήτοι 1,7 τρισ. ευρώ, ήγουν περίπου το 80% του ΑΕΠ της. Κι ακόμη χειρότερα: η αμερικανική αυτοκρατορία «γλέντησε» προ ημερών την υπέρβαση των 12τρισ. δολ. του δημόσιου χρέους της, που αντιστοιχεί στο 91% του ΑΕΠ της. Για να μη μιλήσουμε για την Ιαπωνία με το χρέος της στο 170% του ΑΕΠ. Τόλμησε κανείς ποτέ να διανοηθεί ότι κάποια από αυτές τις χώρες υπάρχει περίπτωση ποτέ να χρεοκοπήσει; Διανοήθηκε κανείς από τους δανειστές τους – κι όλος ο (τραπεζικός) κόσμος κάνει κρα για να δανείζει τους μεγάλους οφειλέτες του σύμπαντος- ότι θα πάψει τους παρέχει πίστωση; Πλάκα κάνουμε τώρα;

Γιατί τόση ζέση και πρεμούρα για την Ελλάδα; Πώς ακριβώς επηρεάζει (και ενδεχομένως «απειλεί») την παγκόσμια οικονομία και τις αγορές της απληστίας μια χώρα με τη βιομηχανία μόλις στο 22%,τη γεωργία στο 6% και τις υπηρεσίες (ήτοι, κυρίως αέρα κοπανιστό) στο 72% του εθνικού της; Να πούμε ελάχιστα, κι αυτό γενναιόδωρα… Η πραγματικότητα είναι ότι μια χώρα που δεν παράγει σχεδόν τίποτα, ή τουλάχιστον σε μια ποσότητα που να μπορεί να επηρεάσει τους μηχανισμούς των αγορών και του ποσοστού κέρδους, ελάχιστα ενδιαφέρει. Ενδιαφέρει, όμως, ζωτικά ως εύκολος πελάτης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, θύμα κατάλληλο για τις μικρές αρπαχτές που συνιστούν το colpo grosso του χρέους. ΗΠΑ, Γερμανία, Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, Κίνα κ.λπ. είναι μια εικοσάδα χωρών που το παραγωγικό και το πολιτικό τους εκτόπισμα δεν αφήνει πολλά περιθώρια εκβιασμών. Αφήστε δε που οι ίδιες χώρες είναι οι έδρες, τα «ορμητήρια» του διεθνούς ληστρικού συστήματος χρηματοδότησης των υπόλοιπων χωρών. Η Ελλάδα, όμως, και καμιά διακοσαριά ακόμη Ελλάδες αυτού του πλανήτη κάνουν τη μεγάλη αγορά αυτού του μηχανισμού. Του μηχανισμού που ερμηνεύει και βαθμολογεί κατά το δοκούν τις παραγωγικές και δημοσιονομικές επιδόσεις των χωρών και καθορίζει αυθαίρετα το κόστος δανεισμού τους. Σκασίλα τους, λοιπόν, αν η Ελλάδα κινδυνεύει να χρεοκοπήσει μαζί με τη Νικαράγουα, την Ουκρανία, τη Λετονία ή το βασίλειο του Μπουτάν. Η μόνη ανησυχία της Διεθνούς της τοκογλυφίας για μας είναι το ενδεχόμενο να επηρεαστεί το ευρώ, νόμισμα στο οποίο οι φιλάνθρωποι δανειστές μας επενδύουν. Και φυσικά δεν έχει κανένα λόγο να χάσουν από εκεί ό,τι θα βγάλουν από εμάς.

Και για να βγάλουν, εμείς οφείλουμε να… οφείλουμε. Όσο πιο ψηλό το χρέος, τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς. Το χρέος- ιδιωτικό και δημόσιο- είναι το οξυγόνο του διεθνούς τραπεζικού συστήματος. «Άσε με να εκδίδω τα χρήματα ενός έθνους, και δεν με ενδιαφέρει ποιος φτιάχνει τους νόμους του», έλεγε ο Μάγιερ Άμσελ Ρότσιλντ, ιδρυτής της ομώνυμης πιστωτικής αυτοκρατορίας του 19ου αιώνα. Της ίδιας που συνομολόγησε το «ιδρυτικό» δάνειο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους το 1830 με την εγγύηση των «προστάτιδων» δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Το δάνειο αυτό ήταν η «καρδιά» της Συνθήκης του Λονδίνου και εξελίχθηκε ως εξής: Το νέο ελληνικό κράτος δανείστηκε 60 εκατ. χρυσά φράγκα, από τα οποία εισέπραξε μόλις 500.000 και για τέσσερις δεκαετίες βαρυγκωμούσε να εξοφλήσει ένα χρέος ύψους 100 εκατ. χρυσών φράγκων που κατέστησε ακόμη πλουσιότερους τους Ρότσιλντ, ακόμη πιο παρεμβατικούς τους «προστάτες» και τους νεοέλληνες δυστυχείς για την ανάπηρη ελευθερία που απέκτησαν ή «ληστές των ορέων» μέχρι την αυγή του 20ού αιώνα. Το χρέος ήταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης της νέας Ελλάδας που κινδυνεύει να κλείσει τον κύκλο της ωχρής ακμής της με μια ακόμη χρεοκοπία.

Αλλά, αν είναι να ’ρθει θε να ’ρθει, αν είναι θα περάσει… Γιατί πρέπει να μας καταλαμβάνει ιερό δέος στην ιδέα μιας εθνικής χρεοκοπίας; Το ενδεχόμενο η πτώχευση να είναι για καλό το έχουμε σκεφτεί; Μπορεί το κράτος να μην είναι ακριβώς μια επιχείρηση, ένας οίκος εμπορίου, αλλά γιατί να μην μπορεί να τύχει των ευεργετημάτων της προστασίας από τους δανειστές του; Επί της ουσίας, μια διαδικασία κρατικής πτώχευσης δεν είναι τίποτε άλλο από μια διά της βίας επαναδιαπραγμάτευση των όρων δανεισμού από ξένους και εγχώριους τραπεζίτες. Αλλά, κάθε δάνειο που συνάπτει το κράτος παζαρεύοντας spread και επιτόκια, δεν είναι τίποτε άλλο από μια σιωπηρή διαδικασία πτώχευσης, μια αναδιαπραγμάτευση του κόστους δανεισμού. Απλώς δεν μεσολαβούν βαρύγδουπες ανακοινώσεις και προειδοποιητικές βολές από τους Moody’ s και τους Fitch και όλους τους αυτόκλητους βαθμολογητές της πιστοληπτικής ικανότητας κάθε χώρας. Ούτε πολιτικές απειλές από τους άνευ κοινωνικής νομιμοποίησης διορισμένους τεχνοκράτες του ΔΝΤ, της Κομισιόν ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Πώς θα αντιδρούσαν όλοι αυτοί αν, αίφνης, η κυβέρνηση ανακοίνωνε απλώς την προσωρινή διακοπή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους; Τι θα μας έκαναν αν ο πρωθυπουργός έβγαινε στο μπαλκόνι και με ένα αμφιλεγόμενο μειδίαμα ανακοίνωνε: «Ευτυχώς, επτωχεύσαμεν»; Θα προσέφευγαν σε δικαστήρια, θα μας έκαναν κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία; Θα μας έπαιρναν τα νησιά, τη Μύκονο για παράδειγμα; Θα μας απέκλειαν από τις διεθνείς χρηματαγορές; Σιγά, μη χάσει η Βενετιά βελόνι… Θα οδηγούσαν το νόμισμά μας σε υποτίμηση; Τότε, θα έπρεπε να μετράνε κατά πολλά δισεκατομμύρια τη χασούρα τους. Διότι το νόμισμά μας είναι και νόμισμά τους (μας το επέβαλαν, άλλωστε, δεν τρελαινόμασταν κιόλας για το ευρώ). Ή μήπως θα ζητούσαν την στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ; Τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται. Το πιθανότερο είναι ότι, για να μη χάσουν και τα 325 δισ. κοπανιστού αέρα που μας έχουν εδώ και δεκαετίες δανείσει, σε πρώτη φάση θα φώναζαν, θα έλυναν τα «σκυλιά» τους να μας γαβγίσουν, να μας φοβίσουν με Σύμφωνα Σταθερότητας ή με «κατάληψη» της Καραγιώργη Σερβίας από την «κυβέρνηση» της Κομισιόν και του ΔΝΤ, αλλά στη δεύτερη φάση δεν θα είχαν άλλη λύση από το κάτσουν και να διαπραγματευτούν την αναχρηματοδότηση των δανείων τους. Ειδάλλως, θα έπρεπε να διαγράψουν διά παντός τα 325 δισεκατομμυριάκια «τους».

Μια τέτοια «αποκοτιά» θα άλλαζε άρδην την ατζέντα της διακυβέρνησης. Φυσικά, θέλει πολιτική βούληση και ανάστημα για να προτάξεις τις ανάγκες της κοινωνίας από αυτές των δανειστών σου (για την ακρίβεια: των ληστών του κοινωνικού πλούτου). Θέλει πολιτική βούληση το να αποφύγεις μιας ακόμη λεηλασία του φορολογικού προλεταριάτου. Θέλει πολιτική βούληση, όχι για κάποια θεαματική ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά για ρήξεις με την κοινοτική «ορθοδοξία», με το εγχώριο τραπεζικό σύστημα που δύσκολα θα γλίτωνε από μια κρατική βουτιά στα «θησαυροφυλάκιά» του. Ρήξεις με τα μεγαλομεσαία στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας που απολαμβάνουν προκλητικό (δηλωμένο και αδήλωτο) κοινωνικό πλούτο, καταδικάζοντας όλη τη χώρα σε μια διαρκή κοινωνική χρεοκοπία, σε μια θλιβερή κατάσταση παραγωγικής παρακμής. Προφανώς είναι πολύ για το περιμένουμε… Διότι έχουμε προ πολλού πτωχεύσει πολιτικά.

Υ.Γ. Αν η αναστολή πληρωμής του χρέους σας φαίνεται too much, έπεται και συνέχεια: Στο επόμενο φύλλο μπορούμε να κουβεντιάσουμε πώς και γιατί οι κυβερνήσεις νομιμοποιούνται απόλυτα να διαγράψουν εντελώς κάτι που ουσιαστικά δεν οφείλουν: το χρέος τους.

Posted by ΚΙΜΠΙ

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Είμαι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος. Χωρίς να το θέλω, κατέστρεψα τη χώρα μου. Ένα μεγάλο βιομηχανικό έθνος ελέγχεται από το πιστωτικό του σύστημα. Το πιστωτικό μας σύστημα είναι συγκεντρωμένο. Έτσι, η ανάπτυξη του έθνους και όλες μας οι δραστηριότητες βρίσκονται στο έλεος μερικών ανθρώπων. Φτάσαμε να είμαστε μία από τις χειρότερες, μία από τις πιο πλήρως ελεγχόμενες και κυριαρχημένες κυβερνήσεις στον πολιτισμένο κόσμο. Όχι πλέον κυβέρνηση ελεύθερης άποψης, όχι πλέον κυβέρνηση από απόφαση και ψήφο της πλειοψηφίας, αλλά κυβέρνηση από τη θέληση και τη βία μιας μικρής ομάδας κυρίαρχων ανθρώπων.

Woodrow Wilson, πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (1913-1921)

Posted by ΚΙΜΠΙ

Posted in Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: