βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for Ιουνίου 2009

Τούρκοι στην Λάρισα

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 29 Ιουνίου 2009

Του Δημήτρη Αλευρομάγειρου

Ο Πτέραρχος Νίκος Κουρής έχει αποδείξει με την όλη διαδρομή του, αρχικώς στο στράτευμα και αργότερα στην πολιτική, στον τομέα του γνωστικού αντικειμένου του, ότι αποτελεί χαρισματική στρατιωτική προσωπικότητα με αρίστη γνώση των στρατηγικών θεμάτων και των επί μέρους λεπτομερειών των συμβάσεων και των συνθηκών, βάσει των οποίων κινείται η Ελλάδα στον διεθνή χώρο.

Ως άριστος –κι επομένως σπανίζων- γνώστης των Νατοϊκών θεμάτων δεν δίστασε ως Αρχηγός ΓΕΕΘΑ να κατακρίνει την απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να «αποσυρθεί» το 1974 η Ελλάδα από το στρατιωτικό μέρος του ΝΑΤΟ,ενέργεια η οποία αποκόμισε ένα πτωχό μάλλον όφελος στο εσωτερικό της χώρας, όπως όντως υπήρξε θετικός αντίκτυπος στο λαϊκό αίσθημα, με μεγίστη επί της ουσίας ζημία. Διότι στην  απομάκρυνση μας από τον χώρο λήψης των αποφάσεων, απάντησε το ΝΑΤΟ σπεύδοντας να καλύψει με την Τουρκία το κενό που δημιουργούσε η αποχώρηση της Ελλάδος, με αποτέλεσμα όταν το 1979 το πλήρωμα του χρόνου έφερε την ώρα της ελληνικής επανένταξης, να επακολουθήσουν επί της Κυβερνήσεως του Γεωργίου Ράλλη διαπραγματεύσεις σκληρές [οι λεγόμενες συζητήσεις – συμφωνίες Ντάβου – Ρότζερς], όπου –εάν σωστά ενθυμούμαι-ο Νίκος Κουρής- ως Υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ- διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο. Όμως η ουσιαστική ζημία της αμφισβητήσης του εναερίου χώρου μας [με την γνωστή νόταμ των Τούρκων) δυστυχώς είχε αρχίσει.

Ο Γεώργιος Ράλλης ,ένας ευπατρίδης της πολιτικής, [ασχέτως κάθε συμφωνίας ή διαφωνίας με τις πολιτικές θέσεις του) ενημέρωσε τότε ως Πρωθυπουργός  μέσω του  Πτέραρχου Κουρή τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Παπανδρέου ως Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσης για τις λεπτομέρειες της συμφωνίας επανεντάξης της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ.

Η πρώτη εκείνη πολιτική επαφή είχε ως αποτέλεσμα να γεννηθεί μεταξύ των δύο αυτών προσωπικοτήτων αλληλοσεβασμός και αλληλοθαυμασμός, με αποτέλεσμα όταν το 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε Πρωθυπουργός να έχει πάντοτε δίπλα του, σε κάθε κρίσιμη στρατηγική απόφαση τον Πτέραρχο Νίκο Κουρή, αδιαφορώντας πλήρως αν είχε γίνει Πτέραρχος επί κυβερνήσεως της Ν.Δ. [ως και οφείλουν οι πολιτικοί να πράττουν].

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Πτέραρχος Νίκος Κουρής από την θέση όλων των ανωτάτων στρατιωτικών βαθμών και εν συνεχεία ως Υφυπουργός Εθνικής Αμύνης [ με Υ.ΕΘ.Α. τον Γεράσιμο Αρσένη] ουδέποτε καταδέχθηκε να ασχοληθεί με κομματικές αηδίες.  Εργαζόταν νυχθημερόν με μόνον στόχο την αύξηση της αξιοπιστίας της αποτρεπτικής δύναμης της χώρας, στον τομέα κυρίως των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο Πτέραρχος Νίκος Κουρης και μετά από το πέρας της ενεργού στρατιωτικής και πολιτικής παρουσίας του, δεν έπαψε με  σημαντικές παρεμβάσεις [όπως με τα δυο βιβλία του,αλλά και με δημοσιεύματα στον Τύπο, να τεκμηριώνει πολύτιμες για την Ελλάδα θέσεις στα θέματα που σχετίζονται με την Τουρκία και με το Αιγαίο.

Η παράθεση λοιπόν του συνημμένου κειμένου, η οποία αναφέρεται στην τοποθέτηση Τούρκου στρατηγού στην Λάρισα ως Διοικητού του ΝΑΤΟ, έχει  βαρύτητα και αξία, ακριβώς διότι γράφεται από τον Νίκο Κουρη,

Ας ευχηθούμε να εισακουστούν έστω και αργά οι πολτικές θέσεις του, επειδή όντως η παρουσία του Τούρκου στρατηγού στην Λάρισα δεν αποτελεί -όπως προσπάθησαν πολλοί να την εμφανίσουν – μιαν απλή ενεργεία «συμμαχικής ρουτίνας», για να την παραμερίσει κανείς, αλλά αποτελεί ένα ακόμη βήμα σε μία από μακρού συνεχιζόμενη κατιούσα, με ορίζοντα υποτέλειας.

24/6/09

Advertisements

Posted in Τουρκία | Leave a Comment »

Η ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού με το Βυζάντιο

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 29 Ιουνίου 2009

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιας Οι επιβιώσεις του Βυζαντίου

Η Άλωση του 1453 δεν υπήρξε όπως συχνά νομίζεται η απαρχή του νεώτερου ελληνισμού αλλά μια διακοπή της κρατικής υπόστασης του, με ανυπολόγιστες συνέπειες μέχρι και σήμερα.

Ο νεώτερος ελληνισμός συγκροτείται κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο – όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι θέτουν κατηγορηματικά ως αφετηρία της ιστορίας του το 1000, το 1071, το 1204, ενώ και η πλέον όψιμη χρονολόγηση θέτει ως αφετηρία το 1261. Η Τουρκοκρατία συνιστά έτσι τη δεύτερη περίοδο του, την έναρξη της οποίας τοποθετούμε συμβατικά στα 1453, ενώ μια τρίτη, αρχίζει μετά το 1821. Επειδή το χρονικό βάθος της «βυζαντινής» διαδρομής του νεώτερου ελληνισμού είναι μεγάλο, από 250 έως 450 χρόνια, η ελληνική ταυτότητα σφραγίζεται από τις επιβιώσεις του Βυζαντίου σε όλες τις εκφάνσεις του βίου των Ελλήνων. Ο Κ.Θ. Δημαράς το επισημαίνει στον Πρόλογό του στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας:

Μετά το 1261 μπορούμε να πούμε ότι Βυζάντιο και Ελλάδα συμπίπτουν.[ ] Γύρω στην Άλωση η συνείδηση των διανοουμένων φαίνεται καθαρά ελληνική «ἐσμὲν γὰρ οὖν [ ] Ἕλληνες τὸ γένος ὡς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ» γράφει ο Γεμιστός. Δυο μέρες πριν την Άλωση ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ονομάζει την Πόλη «ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων». Η μετάβαση από το Βυζάντιο στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε: κι’ όπως μέσα στο Βυζάντιο είδαμε να γεννιέται ο νέος ελληνισμός, έτσι και μέσα στον νέον ελληνισμό θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε το Βυζάντιο που συνεχίζει τη ζωή του[1].

Μέχρι το 1922, το όραμα της ανασύστασης του υστερο-βυζαντινού ελληνικού κράτους, το οποίο απεκλήθη «Μεγάλη Ιδέα» από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1843, εμπνέει όλες τις επαναστατικές και πολιτικές απόπειρες. Σήμερα, αντιστρόφως, ο ελληνισμός γνωρίζει ανάλογες προκλήσεις, mutatis-mu­tan­dis, με το ύστερο Βυζάντιο: επιστροφή του νεο-οθωμανικού επεκτατισμού, αποσύνθεση του βαλκανικού χώρου, αντιφατικές σχέσεις με τη Δύση, και κατά συνέπεια, εξακολουθούμε, εν πολλοίς, να ζούμε στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε τότε. Ο νεώτερος ελληνισμός θα σφραγιστεί ανεξίτηλα από μια αντιστασιακή διαδικασία, που έχει ως αφετηρία τη «βυζαντινή» του περίοδο, και η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα λέγαμε μάλιστα πως, μετά μια «ευτυχή περίοδο» ανόδου και ανασυγκρότησης –1700-1922, τη νεώτερη ελληνική Αναγέννηση– ο ελληνισμός επιστρέφει και πάλι σε μια «παλαιολόγεια» εποχή καθολικής κρίσης.

Αυτή την ιστορική συνέχεια καταδεικνύουν –αν υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο– η σημασία και ο ρόλος της Ορθοδοξίας που εξέφρασε και ταυτόχρονα διαμόρφωσε την ιδιαίτερη, έναντι της Ανατολής και της Δύσεως, ελληνική ταυτότητα: Η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή της εκδοχή· η επιβίωση και η αναπαραγωγή της λαϊκής παράδοσης και πολιτισμού, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1970, πριν ενσκήψει το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο που, από πολλές απόψεις, εκθεμελίωσε έναν πολιτισμό χιλιετιών.

***

Στα χρόνια της Επανάστασης, και αμέσως μετά, αρκετοί από τους Έλληνες λογίους, ακολουθώντας τον συρμό του δυτικού διαφωτισμού και του γιββωνισμού, προσπαθούσαν να «αποσείσουν» στα μάτια των Δυτικών φιλελλήνων κάθε υποψία… «βυζαντινισμού», ενώ την ίδια στιγμή, για τον λαό, το Βυζάντιο συνέχισε να αποτελεί –απολύτως φυσιολογικά– τη θεμελιώδη καταγωγική του αναφορά. Σε αυτό συνηγορούν όλες οι μαρτυρίες των περιηγητών που επισκέφτηκαν τότε την Ελλάδα. Ο Τζων Καμ Κομπχάουζ (John Cam Cobhouse), το 1813, παρατηρεί:

Μπορεί να φαίνεται τετριμμένο το να υπενθυμίζει κανείς στους Έλληνες τον Λεωνίδα· αλλά η αλήθεια είναι πως η πλειοψηφία του λαού έχει, τόσο γι’ αυτόν όσο και για τους άλλους ήρωες της αρχαιότητας, μια πολύ συγκεχυμένη ιδέα, και ελάχιστοι ανάμεσά τους πηγαίνουν πιο πίσω στο ένδοξο παρελθόν τους από την εποχή των Ελλήνων Αυτοκρατόρων. [ ] Όλες τους οι ελπίδες στρέφονται στην ανασύσταση του βυζαντινού τους βασιλείου[2].

Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1824, ο Αμερικανός Μπρεκ (Breck), σε μια επιστολή του, προσπαθεί να εξηγήσει γιατί δεν είναι φιλέλληνας:

Οι σύγχρονοι Έλληνες δεν γνωρίζουν τίποτε για τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Σόλωνα και τις άλλες διασημότητες των αρχαίων καιρών· οι παραδόσεις τους δεν πηγαίνουν πέρα από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία[3].

Ωστόσο, αν το βασικό πλαίσιο και οι συσχετισμοί δυνάμεων που ορίστηκαν στην υστεροβυζαντινή περίοδο παραμένουν επίκαιροι μέχρι σήμερα, η άμεση συνάφεια των μετά την Άλωση του 1453 εξελίξεων με την υστεροβυζαντινή εποχή, προφανώς, τροποποιείται στον χρόνο. Όσο απομακρυνόμαστε από τη βυζαντινή περίοδο, οι επιδράσεις διαμεσολαβούνται από νέες συγκυρίες και συσχετισμούς, από νεωτερικές παραγωγικές συνθήκες και πολιτισμικά ρεύματα, που, όχι μόνο εξασθενούν την άμεση επιρροή του απομακρυνόμενου παρελθόντος, αλλά διαμορφώνουν καινοφανή δεδομένα και συστήματα παραδόσεων: Έτσι, για τον μετεπαναστατικό ελληνισμό του νεώτερου ελλαδικού κράτους, άμεση παράδοσή του γίνεται κατ’ εξοχήν η Τουρκοκρατία και η Φραγκοκρατία, μέσω των οποίων και διαμεσολαβείται η βυζαντινή παράδοση· σήμερα δε, στον αρχόμενο 21ο αιώνα, η ισχυρότερη παράδοση είναι πλέον αυτή του νεώτερου ελλαδικού κράτους και της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, που αποτελεί ένα ιστορικό παρελθόν με βάθος δύο αιώνων σχεδόν κ.ο.κ.

Συνεπώς, αν μπορούμε να διακρίνουμε ακόμα και σήμερα στοιχεία της άμεσης παράδοσής μας που έλκουν την καταγωγή τους απ’ ευθείας από το Βυζάντιο, ιδιαίτερα στις λατρευτικές συνήθειες, τη γλώσσα, τη λαϊκή παράδοση και τις γεωπολιτικές σταθερές, αυτά διαμεσολαβούνται πλέον από επιγενέστερα επάλληλα στρώματα παραδόσεων. Η συνάφεια με την υστεροβυζαντινή εποχή καθίσταται απόμακρη και συσκοτίζεται, ιδιαίτερα για τις νεώτερες γενεές, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε ορισμένοι –ενίοτε ακόμα και ιστορικοί– επιχειρούν να την αποκρύψουν παντελώς.

Στους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, το Βυζάντιο, ή μάλλον η συνέχεια του Βυζαντίου μετά το Βυζάντιο, παραμένει ακόμα η άμεση παράδοση του ελληνισμού, στις συνθήκες της Τουρκοκρατίας και της Φραγκοκρατίας. Και μόνο μετά το 1669 και την κατάληψη της Κρήτης –ή, για άλλους, το 1699 και τη συνθήκη του Πασάροβιτς, ή τέλος το 1715– αλλάζουμε «εποχή», με την κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού χώρου από τους Τούρκους και την ταυτόχρονη και εντελώς αντιφατική έναρξη της μακράς περιόδου της οθωμανικής παρακμής και της άνθησης του νεώτερου ελληνισμού.

Μέχρι τον 17ο αιώνα, ο ελληνισμός παραμένει, λοιπόν, κατ’ εξοχήν βυζαντινός –ακριβέστερα υστεροβυζαντινός–, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως ο μόνος θεσμός του παρελθόντος που επιβιώνει στις νέες συνθήκες, συνέχει τους Έλληνες και τους λοιπούς ορθοδόξους των Βαλκανίων. Γι’ αυτό και θα επιφορτιστεί με έναν ευρύτερο ρόλο, ως ο αποκλειστικός εκφραστής του «γένους». Όχι μόνο θα αναλάβει την παιδεία των Ελλήνων, αλλά θα ενδυθεί και κοσμικές εξουσίες, στον τομέα της διοίκησης ή της δικαστικής δικαιοδοσίας. Θα μεταβληθεί στον αποκλειστικό εκπρόσωπο του «ρουμ-μιλέτ» έναντι της Υψηλής Πύλης, θα συγκρατήσει τα κύματα των εξισλαμισμών και, ιδίως στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την καθολική και φραγκική διείσδυση, συνεχίζοντας το έργο που είχε αρχίσει από τον 12ο αιώνα – σε μεγαλύτερη κλίμακα, μάλιστα, ως ο μοναδικός εκφραστής του γένους. Επί πλέον, η βυζαντινή ζωγραφική θα κυριαρχεί, το βυζαντινό μέλος, έστω και παραφθαρμένο, θα διαμορφώνει το μουσικό ήθος των Ελλήνων, και η γλώσσα θα ακολουθεί, λιγότερο ή περισσότερο, τα υστεροβυζαντινά πρότυπα, τόσο στη λαϊκή –δημώδη– όσο και στη λόγια μορφή.

Μόνο κατά τον ύστερο 17ο αιώνα, η ανάδυση των Φαναριωτών αρχικώς και της νέας εμπορικής αστικής τάξης, η ενδυνάμωση των θεσμών της τοπικής αυτοδιοίκησης, των πολεμικών κοινοτήτων και των νέων εκπαιδευτικών θεσμών, η ανάπτυξη των σχέσεων με την ανερχόμενη Δύση, θα μετριάσουν το τεράστιο βάρος της Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία: Καινοφανείς θεσμοί και αντιλήψεις, νέες δυνάμεις –που δεν κατάγονται πλέον άμεσα από την υστεροβυζαντινή περίοδο, αλλά απαντούν στις προκλήσεις της συγκυρίας– θα εμφανιστούν και, μαζί με τους προγενέστερους, θα συγκροτήσουν το νέο κράμα, τη νέα κυρίαρχη παράδοση του αναγεννώμενου ελληνισμού.

Οι νέοι προσανατολισμοί έμοιαζαν να απαντούν στα ελλείμματα και τα αδιέξοδα της υστεροβυζαντινής περιόδου, που οδήγησαν το Βυζάντιο στην παρακμή και την ήττα: Στον χώρο της οικονομίας, μια γηγενής αστική τάξη, εμπορική και ναυτική –που τόσο έλειψε μετά τον 11ο αιώνα από τον βυζαντινό ελληνισμό–, θα αναδυθεί ως η οιονεί αστική τάξη του βαλκανικού χώρου. Στο πεδίο της «πολεμικής αρετής», ανασυγκροτείται η ικανότητα για αυτοάμυνα των ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι, μετά τον 12ο αιώνα, συμμετείχαν όλο και λιγότερο στην άμυνα της Αυτοκρατορίας, όπου οι παραδόσεις των Ακριτών και των Μακεδόνων αυτοκρατόρων είχαν ξεχαστεί και οι στρατοί του Βυζαντίου είχαν γίνει κατ’ εξοχήν μισθοφορικοί. Αντίθετα, στα χρόνια της οθωμανικής αποσύνθεσης, οι Έλληνες θα ξαναμάθουν και πάλι να πολεμούν και να νικούν τους Τούρκους, αρχικώς σε μικρή κλίμακα, με τους κλέφτες, τους αρματολούς, ή τις μεγάλες στρατιωτικές κοινότητες των Σουλιωτών και της Μάνης, και αργότερα, με την Επανάσταση, σε μεγαλύτερη κλίμακα. Τέλος, θα ενισχυθούν και πάλι οι κοινοτικοί θεσμοί και οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, ενώ συγκροτείται και ένα πρόπλασμα διοικητικής άρχουσας τάξης με τους Φαναριώτες.

Θα έχουν, δηλαδή, ωριμάσει οι όροι για την ελληνική Αναγέννηση. Από τον 17ο αιώνα και στο εξής, θα πάψει πλέον το Βυζάντιο να αποτελεί την αποκλειστική αναφορά του νεώτερου ελληνισμού, και θα μεταβληθεί σε μία –σημαίνουσα πάντα– συνιστώσα ανάμεσα σε άλλες.

Μνήμες της Άλωσης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης προκάλεσε τόσο βαθιά εντύπωση στους Έλληνες, από τον Πόντο και την Παλαιστίνη έως τη Νότια Ιταλία, ώστε αναρίθμητοι θρήνοι, δημοτικοί ή λογιότεροι, πλάστηκαν ή γράφτηκαν γι’ αυτό το σχεδόν απίστευτο κοσμοϊστορικό γεγονός. Παρ’ ότι η Βασιλεύουσα ήταν πια σκιά του εαυτού της, ερημωμένη και ερειπωμένη, μια νησίδα στην οθωμανική θάλασσα, εντούτοις η ύπαρξή της σηματοδοτούσε ακόμα την ύπαρξη του βυζαντινού ελληνισμού[4]. Γι’ αυτό και το τέλος της άργησε να γίνει πιστευτό από τους ραγιάδες και βιώθηκε ως μια ανεπανόρθωτη καταστροφή.

Ταυτόχρονα όμως, υπογραμμίζει ο Νικόλαος Πολίτης, η Άλωση λειτούργησε λυτρωτικά, απελευθέρωσε τους Έλληνες από τις φρούδες ελπίδες της ανάστασης ενός σεσηπότος οργανισμού και από την κατάθλιψη που τους βάραινε μπρος στο αναπόφευκτο τέλος:

Προ ταύτης μεν [δηλ. της αλώσεως] τα περί του μέλλοντος μαντεύματα ήσαν απαίσια και προανήγγελλον όλεθρον και καταστροφάς, μετά δε την άλωσιν αντίθετα όλως διεδίδοντο, μαρτυρούντα μεταβολήν του φρονήματος του έθνους. Από πολλού μεν χρόνου προ της αλώσεως της πρωτευούσης του κράτους ανεφέροντο χρησμοί περί της επικειμένης καταστροφής, ευθύς δ’ όμως μετά την άλωσιν εγεννήθησαν αίσιαι περί της μελλούσης τύχης του έθνους ελπίδες, και ερριζώθη η πεποίθησις παρά τω ελληνικώ λαώ ότι αφεύκτως διά της σπάθης θ’ ανακτήσει την διά της σπάθης αρπασθείσαν υπό των εχθρών πατρικήν κληρονομίαν[5].

Ο Γεώργιος Ζώρας, στη Βυζαντινήν Ποίησιν, καταγράφοντας τους «θρήνους» της Άλωσης, εμφαίνει τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε όσους γράφτηκαν αμέσως μετά την Άλωση και τους μεταγενέστερους, αφού είχε μεσολαβήσει η σκληρή δοκιμασία της σκλαβιάς. Ο άγνωστος συγγραφέας στην «Ἅλωσι Κωνσταντινουπόλεως», από τους 1045 στίχους –που άλλοτε αποδίδονταν στον Εμμανουήλ Γεωργιλά– επικρίνει τους Βυζαντινούς, διότι «τρία πράγματα ἐχάλασαν τὴν Ῥωμανίαν ὅλην:/ὁ φθόνος, ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ κενὴ ἐλπίδα», καθώς και τους Δυτικούς για την αδιαφορία τους:

     296 Ὦ Βενετία φουμιστή, μυριοχαριτωμένη,

             Αὐθέντες εὐγενέστατοι, λάθος μεγάλον ἦτον,

       Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν μεγάλο κρῖμα ἦτον·

299 Ποῦ ἦτον ἡ βοήθεια σας, αὐθέντες Βενιτζιάνοι;[6]

Ωστόσο, επιχειρεί να συγκινήσει τους χριστιανούς, και κυρίως τον πάπα, ώστε να οργανώσουν μιαν απελευθερωτική σταυροφορία:

289 Ἦλθε καιρὸς τῶν χριστιανῶν, Λατίνων καὶ Ῥω­μαί­ων,

        Ῥού­σων καὶ Βλά­χων καὶ Οὐγγρῶν, Σέρβων καὶ Ἀλαμάνων,

291  ὅ­λοι νὰ ὁ­μο­νοι­ά­σου­σιν, νὰ γέ­νου­σι τὸ ἕ­να [ ]

604 Ὦ κο­ρυ­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σι­ᾶς, πα­να­γι­ώ­τα­τε πά­πα,

        Τῆς πί­στης τὸ στε­ρέ­ω­μα, Χρι­στια­νῶν ἡ δό­ξα,

        ’ς τὴν ἁ­γι­ο­σύ­νη σου κρε­μᾷ ὅλ’ ἡ χριστιανοσύνη·

        νὰ τοὺς ἐ­φέ­ρῃς εἰς καλὸν ἐκ τὴν δι­ατανωσύνη [ ]

608  καὶ νὰ ση­κώ­σῃς τὸν σταυ­ρὸν μὲ φόβον καὶ μὲ τρόμον[7].

Όμως, ενάμιση αιώνα αργότερα, και ενώ συνεχίζονται να γράφονται θρήνοι για την Άλωση, ο επίσκοπος Μυρέων Ματθαίος, το 1619, στο βιβλίο του «Ἑτέρα ἱστορία τῶν κατὰ τὴν Οὐγγροβλαχίαν τελεσθέντων, ἀρξαμένη ἀπὸ Σερμπάνου βοηβόνδα μέχρι Γαβριὴλ βοηβόνδα, τοῦ ἐνεστῶτος δουκός, ποιηθεῖσα παρὰ τοῦ ἐν ἀρχιερεῦσι πανιερωτάτου μητροπολίτου Μυρέων κυροῦ Ματθαίου τοῦ ἐκ Πωγωνιανῆς, καὶ ἀφιερωθεῖσα τῷ ἐνδοξοτάτω ἄρχοντι κυρίῳ Ἰωάννῃ τῷ Κατριτζῇ», αφιερώνει τους στίχους 2305-2764 στην Άλωση από όπου ήδη αναφαίνεται μια ριζικά διαφορετική ιδεολογία. Ο Ματθαίος οικτίρει τους «Έλληνες» (Ὦ πῶς ἐκαταστάθηκε τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων –στ. 2360), που περιμένουν τη σωτηρία τους από τους ξένους και από τους ψευδοχρησμούς:

2328 Οὐαὶ σ’ ἐμᾶς, ἀ­φέν­τη μου, μὲ τὴν ὀ­λί­γην γνῶ­σι,

          ὁ­π’ ἔ­χο­μεν τὸ θάρ­ρος μας μέ­σα εἰς τὴν Σπανί­αν,

          κ’ εἰς τὰ χοντρὰ τὰ κάτεργα ποὺ ’ναι ’ς τὴν Βενετίαν,

          νὰ ἔλ­θουσι μὲ τὸ σπαθὶ τὸν Τοῦρκον νὰ σκοτώσουν,

          νὰ πά­ρουν τὸ βασίλειον κ’ ἐμᾶς νὰ μᾶς τὸ δώσουν·

2335 Ἐλ­πί­ζο­μεν εἰς τοὺς χρη­σμούς, ’ς τὲς ψευ­δο­προ­φη­τεῖ­ες,

          Καὶ τὸν και­ρόν μας χά­νο­μεν ’ς τὲς μα­ται­ο­λο­γί­ες,

          Εἰς τὸν βορ­ρᾶν ’ς τὸν ἄ­νε­μον ἔ­χο­μεν τὴν ἐλ­πί­δα,

2338 Νὰ πά­ρουν ἀ­πὸ πά­νω μας τοῦ Τούρ­κου τὴν πα­γί­δα[8].

Για τον επίσκοπο Μυρέων, η μόνη καταφυγή των υπόδουλων «Ελλήνων» είναι πλέον ο εαυτός τους και ο Θεός. Αν οι ίδιοι είναι πιστοί και ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους και εάν Εκείνος το επιθυμεί, θα ελευθερωθούν. Την ίδια στιγμή, ένας άλλος επίσκοπος, ο Διονύσιος ο «Σκυλόσοφος» της Λάρισας, με την εξέγερσή του, θα δοκιμάσει να θέσει σε εφαρμογή το «συν Αθηνά και χείρα κίνει»!

Τόσο έντονα σφραγίστηκε η λαϊκή φαντασία από την πτώση της Πόλης, ώστε δημιουργήθηκαν θρύλοι και παραδόσεις πανελλήνιας εμβέλειας και μακροχρόνιας αντοχής, όπως για τα μισοτηγανισμένα ψάρια, τον μαρμαρωμένο βασιλιά, τον παπά της Αγίας Σοφίας ή την Αγία Τράπεζα κ.λπ.

Τον καιρό που είχαν ζώση την Πόλη οι Τούρκοι, ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια ‘ς το τηγάνι. Τα είχε τηγανίση από τη μία μεριά κι’ ό,τι ήταν να τα γυρίση από την άλλη, έρχεται ένας και του λέει, πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη˙ «Ποτέ δεν θα πατήσουν την Πόλη οι Τούρκοι, λέγει ο καλόγερος. Τότε θα το πιστέψω αυτό, αν αυτά τα ψάρια τα τηγανισμένα ζωντανέψουν!» Δεν απόσωσε το λόγο, και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά, κ’ έπεσαν ‘ς ένα νερό εκεί κοντά. Και είναι ως τα σήμερα τα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια ‘ς το Μπαλουκλύ, και θα βρίσκωνται εκεί μισοτηγανισμένα και ζωντανά, ως να έρθη η ώρα να πάρωμε την Πόλη. Τότε λεν πως θαρθή ένας άλλος καλόγερος να τ’ αποτηγανίση[9].

Το γεγονός της Άλωσης μόνο με μια θαυματουργία θα μπορούσε να πιστοποιηθεί, να πηδήσουν τα μισοτηγανισμένα ψάρια στο νερό. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται η πίστη στην αναπόφευκτη ανακατάκτηση. Την ίδια ή και μεγαλύτερη διάδοση είχε και ο θρύλος του «μαρμαρωμένου βασιλιά»:

Όταν ήρθε η ώρα να τουρκέψη η Πόλη, και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλλα ‘ς τάλογό του να τους εμποδίση. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκία, χιλιάδες τον έβαλαν ‘ς τη μέση, κ’ εκείνος χτυπούσε κ’ έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ’ άλογό του, κ’ έπεσε κι αυτός. Κ’ εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήση το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε, και τον πήγε σε μία σπηλιά βαθιά ‘ς τη γη κάτω, κοντά ‘ς τη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο Βασιλιάς, και καρτερεί την ώρα νάρθη πάλι ο άγγελος να τον σηκώση. [ ] Όταν είναι το θέλημα του Θεού, θα κατεβή ο άγγελος ‘ς τη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώση, και θα του δώση ‘ς το χέρι πάλι το σπαθί, που είχε ‘ς τη μάχη. Και θα σηκωθή ο βασιλιάς και θα μπή ‘ς την Πόλη από τη Χρυσόπορτα, και κυνηγώντας με τα φουσσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξη ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνη μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήση το μουσκάρι ‘ς το αίμα[10].

Μια παράδοση εξόχως ενδεικτική για τη διαμόρφωση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας, μέσα από τους μαιάνδρους της ιστορικής εμπειρίας, είναι αυτή η οποία αφορά στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας:

Την ημέρα που πάρθηκε η Πόλη έβαλαν ‘ς ένα καράβι την αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφιάς, να την πάη ‘ς τη Φραγκιά, για να μην πέση ‘ς τα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως ‘ς τη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η αγία τράπεζα εβούλιαξε ‘ς τον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι’ αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. [ ] Όταν θα πάρωμε πάλι την Πόλη, θα βρεθή και η αγία Τράπεζα και θα την στήσουν ‘ς την Αγία Σοφιά, να γίνουν ‘ς αυτή τα εγκαίνια[11].

Επρόκειτο, αρχικώς, για την αυθεντική Αγία Τράπεζα την οποία είχε τοποθετήσει ο Ιουστινιανός και την είχαν λεηλατήσει και κατατεμαχίσει οι Φράγκοι το 1204. Τότε πλάστηκε ο θρύλος ότι βούλιαξε στην Προποντίδα, όταν οι Ενετοί αποπειράθηκαν να τη μεταφέρουν στην Ιταλία. Το θαυματουργό γεγονός περιγράφει και ο χρονογράφος Δωρόθεος, επίσκοπος Μονεμβασίας – το Χρονικό του οποίου τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1637 και γνώρισε 18 εκδόσεις στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας: «ὑ­πα­γαί­νουν τι­νὲς ἐ­κεῖ μὲ πε­ρά­μα­τα, καὶ λαμ­βά­νουν ἀ­πὸ τὴν θά­λασ­σαν ἐ­κεί­νην, ὅ­που εἶ­ναι ἡ ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, καὶ μυ­ρί­ζει θαυ­μα­σι­ώ­τα­τα μυ­ρω­δί­ας, ἀ­πὸ τὸ ἅ­γιον μύ­ρον ὅ­που ἔ­χει καὶ τῶν ἄλ­λων ἀ­ρω­μά­των»[12].

Στη μεταγενέστερη παράδοση, η σύληση της Αγίας Τράπεζας από τους Φράγκους μεταβάλλεται σε προσπάθεια να διασωθεί με τη μεταφορά της… στη «Φραγκιά»! Έτσι, διατηρείται ο παλαιότερος πυρήνας για τη μεταφορά της, αλλά σε ένα πλαίσιο ριζικά διαφορετικό, σύμφωνα με τη νέα «βασική αντίθεση» που είναι η τουρκική κατοχή. Τέλος, σε μία αρχαιότερη εκδοχή, πριν από την Άλωση του 1204, η Αγία Τράπεζα έμελλε να καταστραφεί από το «γύναιον Μόδιον», λίγο πριν την έλευση του Αντιχρίστου. «Όθεν αι τύχαι της Αγίας Σοφίας και των ιερών σκευών αυτής [ ] συνάπτονται προς τας τύχας του ελληνικού έθνους» [13].

Αναρίθμητες είναι οι παραδόσεις που αφορούν στην Άλωση και στην πίστη στην «επιστροφή» της Πόλης στα χέρια των Ελλήνων, όπως ο φωτεινός σταυρός που φαίνεται πάνω απ’ την Αγιά Σοφιά ή ο θρύλος για τη λειτουργία της Αναστάσεως, που κατά μυστηριώδη τρόπο τελείται κάθε χρόνο στη μεταβληθείσα σε τζαμί εκκλησιά.

Η καθημερινότητα

Αλλά, εκτός από τη μνήμη του βυζαντινού κράτους των Ελλήνων και τους θρύλους της Άλωσης, αναρίθμητα «βυζαντινά» στοιχεία συναντούμε στην ίδια την καθημερινότητα, κάποτε και τη θεσμική, των μεταβυζαντινών.

Άμεση συνέπεια της τουρκικής κυριαρχίας και της επιβολής των οθωμανικών θεσμών πάνω στη βυζαντινή κληρονομιά ήταν «ο αποκεφαλισμός της, στο επίσημο επίπεδο, και η απομόνωση στο λαϊκό», όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Σπύρος Βρυώνης[14]. Η τουρκική κατοχή προκάλεσε βαθύτατες αλλαγές: στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, απλοποίηση της ταξικής δομής, οικονομική πτώχευση, εθνική αποσύνθεση, θρησκευτική οπισθοδρόμηση, στέρηση ατομικών δικαιωμάτων, αποθεσμοποίηση του πολιτισμού και πολιτισμική απομόνωση[15]. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η βυζαντινή κληρονομιά καταδύεται κυρίως στο λαϊκό επίπεδο, τις παραδόσεις, τις συμπεριφορές, την εκκλησία, την τέχνη, και εκεί εγκαταβιώνει ριζωμένη στην καθημερινότητα των ραγιάδων[16]. Γι’ αυτό και οι κατώτερες τάξεις, ο λαϊκός κλήρος, οι ορεσίβιοι, οι νη­σιώτες, όσοι, δηλαδή, στην καθημερινή τους ζωή, έρχονται λιγότερο σε επαφή με τους Οθωμανούς κατακτητές, θα διατηρήσουν σχεδόν αλώβητη τη βυζαντινή παράδοση, έστω και αν κάποτε αγνοούν το ιστορικό υπόβαθρο και τα μνημεία της ιστορικής συνέχειας.

Ωστόσο, και στο θεσμικό πεδίο, δεν εξαφανίζονται εντελώς οι επιβιώσεις αυτής της κληρονομιάς[17]. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα που αφορούν στο βυζαντινό δίκαιο, το οποίο εχρησιμοποιείτο για έξι ολόκληρους αιώνες, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, το 1946! Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, κυκλοφόρησαν παραφράσεις του Αρμενοπούλου και της επιτομής του Βλαστάρεως στη δημώδη, όπως το Νομοκριτήριον, τον 17ο αιώνα. Μαρτυρούνται, επίσης, μορφές επιβίωσης της βυζαντινής Προτιμήσεως –που προστάτευε τους ελεύθερους αγρότες από τους γαιοκτήμονες[18]: Όντως, σε νόμους και έθιμα των διοικήσεων της Μυκόνου (1647), της Σύρου (1697, 1700, 1812), του Πόρου, της Σαντορίνης, της Φολεγάνδρου, εφαρμοζόταν μια ανάλογη πρακτική, γνωστή ως προτιμή, η οποία εφαρμοζόταν και σε περίπτωση πλειστηριασμού για χρέη, εξ αιτίας αδυναμίας καταβολής του χαρατσιού.

Για το δίκαιο της θάλασσας είναι ακόμα στενότερη η συνάφεια του νεότερου εθιμικού δικαίου –όπως εκείνου της Ύδρας (1793)– με τον βυζαντινό «Νόμον Ῥοδίων Ναυτικὸν» που ρύθμιζε τα ναυτικά δάνεια ή κατένειμε τα κέρδη και τις ζημιές ανάμεσα στον πλοίαρχο και το πλήρωμα των σκαφών – πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στα ψαράδικα σκάφη[19].

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η βυζαντινή νομοθεσία αποτελούσε την κύρια πηγή του δικαίου μαζί με το εθιμικό δίκαιο. Στα πρώτα Συντάγματα (1821-1827), το δίκαιο οριζόταν «συμφώνως προς τους νόμους των αειμνήστων Βυζαντινών αυτοκρατόρων», ενώ ο Καποδίστριας θεσμοθέτησε την Ἑ­ξά­βι­βλο του Αρμενοπούλου (1345) ως την αποκλειστική πηγή του αστικού δικαίου. Το διάταγμα 152 της 15/27 Αυγούστου 1830 θέσπιζε πως τα δικαστήρια θα έπρεπε να συμβουλεύονται και να εφαρμόζουν τους νόμους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιείχοντο στην Ἑ­ξά­βι­βλο. Εν τέλει δε, το ιδιωτικό δίκαιο ρυθμίστηκε, κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας, με το διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου του 1835, σύμφωνα με τους νόμους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιλαμβάνει η Ἑ­ξά­βι­βλος, έως ότου εκδοθεί νέος Αστικός Κώδικας, πράγμα που συνέβη μόλις το 1946![20] 

Αν η θρησκευτική ζωή των Ελλήνων και η τέχνη –ζωγραφική, μουσική– παραμένει μέχρι σήμερα σφραγισμένη από το Βυζάντιο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, ορισμένες δεκαετίες πριν, ο αγροτικός κόσμος ζούσε, καλλιεργούσε και διασκέδαζε με μορφές παραπλήσιες, αν όχι ταυτόσημες, με τους Βυζαντινούς. Και αδιάψευστο μάρτυρα συνιστούν οι παραδόσεις, οι μύθοι, οι παροιμίες, τα τραγούδια[21].

Μια απλή καταγραφή των «βυζαντινών» στοιχείων που επιβιώνουν στη μακρά διάρκεια, σε παροιμίες, αποφθέγματα, γνωμικά –είναι άρρηκτα δεμένα με τον εθνικό χαρακτήρα των λαών, με τις συνέχειες και τις ασυνέχειές τους, τις τομές και τις τροπές τους–, αποτελεί από μόνη της ένα τιτάνιο έργο. Θα σταχυολογήσουμε απλώς ορισμένα λήμματα από τις συλλογές παροιμιών, αποφθεγμάτων και παροιμιωδών εκφράσεων των βυζαντινών συγγραφέων και φιλολόγων, υπενθυμίζοντας ότι πολλές από αυτές ανάγονται στον Αίσωπο και έχουν ζωή τουλάχιστον δύο χιλιάδων χρόνων.

Ανάμεσα σε εκείνους που συνέλεγαν παροιμίες κατά τη βυζαντινή περίοδο ήταν και ο Ψελλός, ο Πλανούδης, ο Γλυκάς, ο Μιχαήλ Αποστόλης, ενώ ο Κοραής, αρχικώς, και εν συνεχεία ο Σάθας, ο Κουρτς (Eduard Kurtz) και ο Κρουμπάχερ υπήρξαν από τους πρώτους που τις κατέγραψαν. Ο Κρουμπάχερ είχε καταμετρήσει 129, ενώ, λίγα χρόνια μετά, ο Νικόλαος Πολίτης καταγράφει ήδη 222[22]. Διαβάζουμε, λοιπόν, ορισμένες παροιμίες από τις παλαιότερες συλλογές: Από τα Αισώπεια, «Τὸ ταχὺ καὶ χάριν ἔχει» ή «Ὕδωρ ἱστάμενον ὄζει»· από τη συναγωγή του Μιχαήλ Ψελλού, «Μία χερέα νερὸ πνίγει με», «Ἀπὸ σαλοῦ καὶ με­θυ­στοῦ τὴν ἀ­λή­θειαν ἄ­κου­ε», «Ὁ λύ­κος τὴν τρί­χα ἀ­λλάσ­σει, τὴν δὲ γνώ­μην οὐκ ἀ­λλάσ­σει», «Ὁ κό­σμος ἐ­πον­τί­ζε­τον καὶ ἡ γυ­νή μου ἐ­στο­λί­ζε­τον»[23]. Από βυζαντινές συλλογές που έχουν εξαρχαΐσει το γλωσσικό ιδίωμα: «Τῶν φρονί­μων τὰ παι­δί­α πρὶν πει­νά­σουν μα­γε­ρεύ­ουν», «Ἂν ἔ­χῃς τύ­χην τρέ­χε, καὶ ἂν οὐκ ἔ­χῃς τύ­χην τί τρέ­χεις;» «Εἰς κουφοῦ θύ­ραν ὅ­σα θέ­λεις κρά­ζε», «Ἐκε­ῖ ὅπου ἔνι πολ­λοὶ πε­τει­νοὶ τα­κεῖ ἡ­μέ­ρα οὐ γί­νε­ται», «Ἄλ­λο­θι τὰ ᾄ­σμα­τα, ἀλ­λα­χοῦ δὲ γεν­νῶ­σιν ἀ­λε­κτο­ρί­δες», «Ἀ­πο­ρί­α ψάλ­του βήξ», «Ἀρ­χη­γοῦ πα­ρόν­τος, ἀρ­χὴ παυ­σά­σθω», «Τρεῖς ᾄ­δου­σι, δύ­ο δὲ χο­ρεύ­ου­σι», «Χαί­ροις φί­λε – Κυά­μους σπεί­ρω»[24].

Ο Κουκουλές, για να καταδείξει την άμεση συνάφεια της νεώτερης ελληνικής και των εκφράσεών της με τη γλώσσα του Βυζαντίου[25], αφιέρωσε έναν τόμο της Ιστορίας του, το «Παράρτημα» του Ε΄ τόμου, στη «νέα ελληνική γλώσσα κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά έθιμα». Ανάμεσα στ’ άλλα μας θυμίζει πως η παροιμιώδης έκφραση «έμεινε στα κρύα του λουτρού» αναφέρεται στα βυζαντινά ατμόλουτρα –ρωμαϊκής προελεύσεως, τα οποία περιγράφει και ο Γαληνός–, όπου ο λουόμενος περνούσε διαδοχικά από τρία διαμερίσματα, ψυχρό, χλιαρό και θερμό, ή κυρίως λουτρό. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, διακοπτόταν το λουτρό, έμενε κυριολεκτικά «στα κρύα του λουτρού»[26].

Το «κοντὸς ψαλμός, ἀλληλούια» σημαίνει πως ένα γεγονός θα ολοκληρωθεί τόσο γρήγορα όσο σύντομα επέρχεται ο ενταφιασμός μετά τον «κοντό» ψαλμό και το αλληλούια. Και ήδη, στον 7ο αιώνα, απαντάται η φράση «εἰ δὲ τῇ το­μῇ θά­να­τος ἐ­πι­δρά­μοι, βρα­χὺς ψαλ­μὸς ἐ­πι­κή­δει­ος ἀ­παλ­λάτ­τει τὸν πά­σχον­τα»[27]. Ο «κερατάς» αποκαλείται έτσι διότι, όπως τονίζει και ο Ψελλός στη μικρή μελέτη του «Πό­θεν τὸ τοῦ κε­ρα­τᾶ ὄ­νο­μα», τα κερασφόρα ζώα, σε αντίθεση με τα μη κερασφόρα, δεν είναι ζηλότυπα, εξ ού και η ονοματοδοσία κερατάς:

τῶν γὰρ ἀ­λό­γων ζῴ­ων ὅ­σα μὲν οὐκ ἔ­χει κέ­ρα­τα, ὀρ­γί­λα καὶ ζη­λό­τυ­πα πε­ρὶ τὰς εὐ­νάς… τὰ δὲ κε­ρα­σφό­ρα σχε­δὸν εἰ­πεῖν ξύμ­παν­τα ῥᾷ­στα τὸ πά­θος ὑ­φί­σταν­ται· ἐν­τεῦ­θεν γοῦν τὸν μὴ πε­ρὶ τὴν ἰ­δί­αν γα­με­τὴν ζη­λο­τυ­ποῦν­τα μη­δ’ ἄλ­λως ἀ­γα­να­κτοῦν­τα ἐ­πὶ τῷ πράγ­μα­τι, κε­ρα­τᾶν ὁ ὀ­νο­μα­το­θέ­της  ὠνό­μα­σεν.

Πιθανότατα δε η έκφραση να προέρχεται από την αρχαιότητα, δεδομένου ότι ο Αρτεμίδωρος, στα Ὀνειροκριτικά του, τον Β΄ μ.Χ. αιώνα, υπογραμμίζει πως για τον ατιμαζόμενο σύζυγο έλεγαν ήδη «κέ­ρα­τα αὐ­τῷ ποι­εῖ»[28]. Η έκφραση «δεν έμεινε ρουθούνι» παραπέμπει στη συνήθεια που υπήρχε στον Μεσαίωνα να κόβουν τις μύτες και τα αυτιά των νεκρών αντιπάλων, την οποία εφάρμοσαν στη συνέχεια και οι Τούρκοι, αλλά και οι Έλληνες κατά την επανάσταση του ’21. Ήδη ο βυζαντινός χρονογράφος του 11ου αιώνα, Γεώργιος Κεδρηνός, στη Σύ­νο­ψιν ἱ­στο­ρι­ῶν του, αναφέρεται στον στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη, που, αφού εφόνευσε πολλούς Άραβες, «τὰς ῥῖ­νας καὶ τὰ ὦ­τα τῶν πε­σόν­των ἀ­πο­τε­μὼν δι­ε­κό­μι­σε ἐν Καπ­πα­δο­κί­ᾳ τῷ βα­σι­λεῖ» ενώ, σε ακριτικό άσμα του Πόντου, αναφέρεται πως ο ήρωας

Χι­λί­ους ἀ­π’ ἔμ­πρ’ ἐ­σκό­τω­σεν καὶ μύ­ριους ἀ­π’ ὀ­πί­σω,

Ἐν­νἄ κο­φί­νια ’­φόρ­τω­σεν ὠ­τί­α καὶ μυτ­τί­α[29].

Η έκφραση «θα πεθάνεις στην ψάθα» ή «πέθανε στην ψάθα» παραπέμπει στο γεγονός ότι οι φτωχοί Βυζαντινοί κοιμόντουσαν όντως κατάχαμα, στην ψάθα, σε αντίθεση με τους εύπορους, που κοιμώνταν σε κρεβάτι. Έτσι, ο Πτωχοπρόδρομος λέει: «καὶ σὺ κοι­μᾶ­σαι εἰς τὸ ψα­θὶν καὶ γέ­μεις καὶ τὰς φθεῖ­ρας», ενώ αλλού: «Σὺ ἐ­κοι­μῶ εἰς τὸ ψα­θὶν κι’ ἐ­γὼ εἰς τὸ κλι­νά­ριν»[30].

Θα κλείσουμε με την πασίγνωστη έκφραση «τα ’κανε(ς) θάλασσα», που παραπέμπει στην καταστρεπτική δράση πλημμυρών και την υπερχείλιση ποταμών. Έτσι, διαβάζουμε στην Άννα Κομνηνή: «πλημ­μύ­ρας οὖν γε­νο­μέ­νης τῶν πο­τα­μί­ων ῥευ­μά­των καὶ ὑ­περ­χει­λί­σαν­τος τοῦ ὕ­δα­τος, θά­λασ­σαν ἦν ὁ­ρᾶν ἅ­παν τὸ πε­δί­ον ἐ­κεῖ­νο»[31].

Όσο και αν μπαίνουμε στον πειρασμό να συνεχίσουμε αυτή την παράθεση, που αρκεί, σχεδόν αφ’ εαυτής, για να απαντηθεί το ζήτημα της ταυτότητας του ύστερου Βυζαντίου και της συνέχειας του ελληνισμού της Τουρκοκρατίας και του ελλαδικού κράτους μαζί του, αυτή η σύντομη αναφορά θέλει να υπομνήσει πως η εθνική συνέχεια δεν αποτελεί μόνον προνόμιο των λογίων ή των ιερωμένων. Αντιθέτως, εάν δεν ανιχνεύεται στην καθημερινότητα, τη λαϊκή θρησκευτικότητα και παράδοση, τότε είναι συχνά κίβδηλη. Ακόμα και αν τίποτε δεν είχε επιβιώσει από τη γραπτή παράδοση, όπως συνέβη με ένα μεγάλο μέρος της κατά τους σκοτεινούς αιώνες που ακολούθησαν την Άλωση, θα αρκούσε η ζωντανή μνήμη του λαού για να επανασυνδέσει τα «διεστώτα μέλη» της ιστορίας μας.

Η συνέχεια της «δημώδους»

Στους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, ο λαϊκός πολιτισμός επιβιώνει μέσω της προφορικής παράδοσης, στην οποία περιλαμβάνονται, εκτός από δημοτικά τραγούδια, παραμύθια και αφηγήσεις, και η από στήθους απομνημόνευση έργων, όπως ο Ἐ­ρω­τό­κρι­τος, η Βο­σκο­πού­λα, το Ἔ­πος τοῦ Δι­γε­νῆ, η Φυλ­λά­δα τοῦ Με­γα­λέ­ξαν­δρου, τα οποία βρίσκονται στα στόματα λαϊκών αφηγητών. Ιδιαίτερα στα Επτάνησα, και κατ’ εξοχήν στη Ζάκυνθο, μετά την πτώση της Κρήτης, μένει ζωντανή η προφορική κρητική παράδοση και θα επηρεάσει αποφασιστικά τους εγχώριους λογίους, που θα συνεχίσουν να γράφουν στη δημοτική, προαναγγέλλοντας τον Σολωμό.

Παράλληλα, η επέκταση της εγγραμματοσύνης, ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και στο εξής, θα επιταχύνει και τη διάδοση του γραπτού δημώδους, αλλά και των εκκλησιαστικών έργων, σε ευρεία έκταση.

Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι η Φυλ­λά­δα τοῦ Με­γα­λέ­ξαν­δρου θα γνωρίσει 3 εκδόσεις στον 16ο αιώνα, 6 τον 17ο, 14 τον 18ο και 8 στα πρώτα είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα – σύνολο 31[32]. Ο Γιώργος Βελουδής[33] θα καταγράψει, για την περίοδο 1529-1926, 61 συνολικά εκδόσεις μέχρι το 1926, και θα υπολογίσει περίπου σε 60.000 τον αριθμό των αντιτύπων που τυπώθηκαν[34]. Αμέσως μετά, ακολουθούν οι Μῦ­θοι τοῦ Αἰ­σώ­που οι οποίοι θα εκδοθούν δεκάδες φορές σε νεοελληνική μετάφραση, εκτός από τις αρχαιοελληνικές εκδόσεις[35], με σύνολο 50 εκδόσεις για την περίοδο 1529-1926[36]. Ο Ἐ­ρω­τό­κρι­τος θα πρωτοτυπωθεί το 1713 και, έως το 1819, θα πραγματοποιήσει 30 τουλάχιστον εκδόσεις[37]. Ο βυζαντινός Σπα­νός, την περίοδο 1553-1796, θα πραγματοποιήσει 8 εκδόσεις· η Βο­σκο­πού­λα (1627-1780) 11· η Θυ­σί­α τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ (1696-1798) 15, η Δι­ήγη­σις τοῦ Ἀ­πολ­λω­νί­ου βα­σι­λιᾶ τῆς Τύ­ρου[38] (1534-1778) 14, η Γαδάρου, Λύκου Κιαλουποῦς διήγησις ὡραία (1539-1793) 11, η Ἐ­ρω­φί­λη (1637-1772) 5, η Ἁ­μαρ­τω­λῶν Σω­τη­ρί­α του Αγάπιου Λάνδου (1641-1795) 24, Οἱ Ἀν­δρα­γα­θεί­αις τοῦ Μι­χα­ὴλ βο­ε­βό­δα (1638-1785) 11, η Ἐ­ξή­γη­σις τοῦ θαυ­μα­στοῦ Ἰμ­πε­ρί­ου (1553-1779) 12, η Δι­ή­γη­σις εἰς τὰς πρά­ξεις Βε­λι­σα­ρί­ου (1548-1577) 5, η Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ῥὲ τῆς Σκότ­ζιας του Ιάκωβου Τριβώλη (1523-1799) 20, η Ἐ­πι­το­μὴ τῆς ἱ­ε­ρο­κο­σμι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας του Νεκταρίου Ιεροσολύμων (1668-1783) 5, το Βι­βλί­ον Ἰ­στο­ρι­κὸν του Δωροθέου Μονεμβασίας (από το 1631 έως το 1818) 26, κ.λπ.[39] Σε αυτό τον ενδεικτικό κατάλογο των δημοφιλέστερων Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων περιλαμβάνονται βιβλία ιστορίας, θύραθεν και εκκλησιαστικής, μύθοι και λογοτεχνικά έργα, ορισμένα από τα οποία κυκλοφορούσαν ήδη ευρέως υπό μορφή χειρογράφου και στη βυζαντινή περίοδο, όπως ο Που­λο­λό­γος, η Φυλλάδα, ο Βελισάριος, η Γα­δά­ρου Λύ­κου Κι­α­λου­ποῦς δι­ή­γη­σις ὡ­ραί­α, ο Σπα­νός, οι Μῦ­θοι τοῦ Αἰ­σώ­που κ.ά.

Δεν πρέπει δε να λησμονούμε πως τα πλέον διαδεδομένα «λαϊκά αναγνώσματα» υπήρξαν τα εκκλησιαστικά και θρησκευτικά κείμενα, με τα οποία οι ραγιάδες μάθαιναν γραφή και ανάγνωση και τα χρησιμοποιούσαν αδιάκοπα ως αναγνώσματα, πέρα από τη λειτουργική χρήση τους, για τους χιλιάδες ιερωμένους, ιδιαίτερα του κατώτερου κλήρου. Για λειτουργική χρήση, το Ἀν­θο­λό­γιον τοῦ ὅ­λου ἐ­νια­υτοῦ, που περιλάμβανε τα κυριότερα μέρη της Λειτουργίας, πραγματοποίησε σαράντα γνωστές εκδόσεις μεταξύ 1578 και 1821[40].

Η λόγια λογοτεχνική παράδοση θα διασωθεί και αυτή μέσα από τη σύνδεσή της με τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα ως συνέχεια της βυζαντινής παράδοσης, την οποία ανέλαβε στις νέες συνθήκες, μέχρι το 1669, η Κρήτη και εν συνεχεία τα Επτάνησα. «Από τα Επτάνησα και την Πελοπόννησο ως τη Σμύρνη, και από την Κρήτη ως τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, τα κρητικά έργα έπαιζαν το ρόλο πραγματικής εθνικής παιδείας για τον ελληνικό λαό εκείνης της εποχής και έσωσαν για πολύ καιρό την καλαισθησία και την γλωσσική του ακεραιότητα»[41]. Η επτανησιακή παράδοση, η οποία σε μια αδιάσπαστη ενότητα θα διατηρήσει την επαφή με την κρητική λόγια και λαϊκή παράδοση, ενώ ταυτόχρονα θα εμπλουτίζεται από το ηπειρωτικό και πελοποννησιακό δημοτικό τραγούδι, θα γίνει η κατ’ εξοχήν γέφυρα προς τη νεοελληνική λογοτεχνική δημιουργία. Έτσι, η Ερωφίλη, τονίζει ο Βάλτερ Πούχνερ, θα λειτουργήσει τόσο ως πηγή έμπνευσης για λόγια έργα, όπως η Ιφιγένεια και ο Θυέστης του Κατσαΐτη, αλλά και για λαϊκές ομιλίες στα Επτάνησα, για το παραδοσιακό λαϊκό θέατρο στην Κεντρική Ελλάδα, και για… καρναβαλικά έθιμα στα Ζαγοροχώρια, μέχρι τουλάχιστον το 1915[42]. Ο Μαρτελάος και ο Σολωμός δεν θα πέσουν εξ ουρανού.

Ο εγκιβωτισμός του «φωτισμού» του ελληνικού λαού, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας σε έναν «διαφωτισμό», ο οποίος ενδύεται εξ ανάγκης τα ρούχα του δυτικού αντίστοιχού του, είναι τουλάχιστον προκρούστειος. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό για την αντίδραση ενός σημαντικού μέρους των εκκλησιαστικών παραγόντων και λογίων της εποχής οι οποίοι αγνοούσαν ή περιφρονούσαν τη δημώδη λογοτεχνία. Ο Καισάριος Δαπόντες θεωρεί πολύ αμφίβολη τη λογοτεχνική αξία του Ερωτόκριτου, που, όμως, σημειώνει, έκανε πολλές εκδόσεις και το «βαστούν εις τα προσκέφαλά τους οι πολλοί»[43]. Η περιφρόνηση για τα δημώδη και λαϊκά κείμενα διαπνέει εξ ίσου, και συμμετρικά, τις αντιλήψεις του Αδαμάντιου Κοραή –που σε επιστολή του το 1805 αναφέρεται στον Ερωτόκριτο και «άλλα τοιαύτα εξαμβλώματα της ταλαιπώρου Ελλάδος»[44]– όσο και εκείνες του… αντιπάλου του, του Νικόδημου του Αγιορείτη.

Έτι καθώς πρέπει να αποβάλλωμεν τα Αιρετικά βιβλία, έτζι πρέπει να αποβάλλωμεν και τα Ερωτικά βιβλία, καθώς είναι η ρίμα του Ερωτόκριτου, της Ερωφίλης, της Βοσκοπούλας και άλλων. Ομοίως και τα γελωτοποιά, και άσεμνα. Καθώς είναι η Χαλιμά, ο Μπερτόλδος, του Σπανού η φυλλάδα, και του Γαϊδάρου και τα όμοια[45].

Στην ακαδημαϊκή και ιστορική παραγωγή της μεταπολιτευτικής περιόδου, ιδιαίτερα μετά το 1980, θα προβάλλεται και θα ερευνάται συστηματικά η γραπτή και κατ’ εξοχήν λόγια παραγωγή και ο «διαφωτισμός», ενώ περιορίζονται οι μελέτες και τα έργα για τη λαϊκή και δημώδη παράδοση. Σε γεγονότα όπως οι επαναστάσεις, ή τα ορλωφικά, δεν θα αφιερώνονται νέες και πρωτότυπες μελέτες – σε αντίθεση με την περίοδο 1945-1967, η οποία υπήρξε πολύ πιο ισορροπημένη αφού ερευνώνταν όλες οι όψεις της νεοελληνικής αναγέννησης. Μορφές όπως ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Διγενής Ακρίτας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αλλά και ο Διονύσιος Σκυλόσοφος, ο Νικοτσάρας, ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Κατσαντώνης, ο Ανδρούτσος κ.ά., δεν διερευνώνται εις βάθος με σύγχρονα ιστορικά εργαλεία, και έχουν μεταβληθεί σε σχηματικές και ανοίκειες φιγούρες για τις νεώτερες γενιές. Θα αναπτυχθεί βεβαίως, καλύπτοντας ένα πραγματικό κενό, η έρευνα και η μελέτη του οικονομικού και του πνευματικού βίου, αλλά εις βάρος των γεγονότων που αφορούν στον εθνικό αγώνα. Ο Μακρυγιάννης θα διασωθεί μόνο και μόνο γιατί ο Σεφέρης και ο Ελύτης θα τον υψώσουν στη θέση του εθνικού μας λογοτέχνη, ενώ η συζήτηση για τον Ρήγα συνεχίζεται διότι ο Ρήγας υπήρξε ταυτοχρόνως «διαφωτιστής» και επιχειρείται η οικειοποίησή του από το στρατόπεδο του «φωταδισμού». Έτσι, οι ιδιαιτερότητες, ή και οι στρεβλώσεις της υλικής και πνευματικής ζωής του «γένους», αποσπώνται από την πραγματική τους βάση και μεταβάλλονται σε μέρος μιας αφηρημένης «ιστορίας των ιδεών», συνδεδεμένης κατ’ εξοχήν με τη Δύση.

 *Ομιλία του Γιώργου Καραμπελιά στο Συνεδριακό Κέντρο Κρυάς στη Λιβαδειά στα πλαίσια της εκδήλωσης «Η Άλωσης της  Κωνσταντινούπολης και η Ιστορική Μνήμη του Ελληνισμού» που διοργάνωσε ο ιερός Ναός Αγίου Ρηγινού Λιβαδειάς. 

 

 


[1] Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γνώση, Αθήνα 92000, σ. σ. ια΄.

[2] John Cam Cobhouse, A Journey through Albania and the Other Provinces of Turkey, 1813, σ. 588. Βλ. Alexis Politis, «Christian Emperors to Greek Ancestors», στο David Ricks, Paul Magdalino (επιμ.), Byzantium and the Modern Greek Identity, Centre for Hellenic Studies, King Kollege, Λονδίνο 1998, σ. 2.              

[3] Βλέπε Alexis Politis, ό.π., σ. 3.        

[4] Για την Άλωση, βλέπε μεταξύ άλλων, Μιχαήλ Δούκας, Βυζαντινοτουρκική Ιστορία, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1997· Κριτόβουλος Ίμβριος, Ιστορία, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2005· Σφρατζής Γώργιος, PG 156, σ. 551-1022, καθώς και Βραχύ Χρονικό, εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2006· Γουσταύος Σλουμπερζέ, Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1954· Στ. Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Μπεργαδής, Αθήνα 1979· Ευ. Χρυσός (επιμ.), Η άλωση της Πόλης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1994· Μ. Κορομηλά, Η ύστατη αγωνία της Βυζαντινής πρωτεύουσας, Πολιτιστική Εταιρεία «Πανόραμα», Αθήνα 1992· Έντουιν Πήαρς, Η Καταστροφή της Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, Στοχαστής, Αθήνα· Αιμιλία Ιωαννίδου, Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2000.

[5] », στο Γεωργίου Ζώρα, Βυζαντινή ποίησις, ΒΒ, αρ. 1, Αθήνα ά.χ., σ. 36.

[6] Βλ. «Άλωσις Κωνσταντινουπόλεως», στο Γ. Ζώρα, Βυζαντινή…, ό.π., σ. 183.

[7] Γεωργίου Ζώρα, Βυζαντινή…, ό.π., σ. 183.

[8] Γ. Ζώρα, ό.π., σσ. 207-208.

[9] Νικολάου Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Πα­ρα­δόσεις, μέρος Α΄, Αθήνα 1904, φωτ. ανατύπωση, Βιβλιόραμα, Αθήνα 1998, σ. 21.

[10] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σ. 22.

[11] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σ. 24.

[12] Δωρόθεος Μονεμβασίας, Βιβλί­ον στορι­κν πε­ρι­έχον ἐν συ­νό­ψει δι­α­φό­ρους καὶ ἐ­ξό­χους στο­ρί­ας, ἀρ­χό­με­νον ἀ­πὸ κτί­σε­ως κό­σμου, μέ­χρι τῆς ἁ­λώ­σε­ως Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως καὶ ἐ­πέ­κει­να…, (Ἐ­νε­τί­η­σι 11637) 21781, σσ. 482-483.

[13] Νικολάου Πολίτου, ό.π., μέρος Β΄, σ. 682.

[14] Speros Vryonis, «The Byzantine Legacy and Ottoman Forms», Dumbarton Oaks Papers 23-24 (1969-1970), σσ. 251-308.

[15] Speros Vryonis, «The Greeks under Turkish Rule», στο Νικηφόρος Διαμαντούρος (επιμ.), Hellenism and the First Greek War of Liberation (1821-1830): Continuity and Change, ΙΒΣ, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 45-58.

[16] Βλέπε και Δημήτρης Αποστολόπουλος, «Η ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών», στο, Παν. Κρήτης, 1453, Η άλωση…, ό.π., σσ. 61-71.

[17] Αναλυτικότερα πραγματεύομαι αυτό το ζήτημα στο υπό επεξεργασία βιβλίο μου Ελληνικός Διαφωτισμός, 1700-1821, «Μέρος Α΄: Η Βυζαντινή κληρονομιά».

[18] Η «προτίμησις» είχε θεσπιστεί τον 10ο αιώνα και, σύμφωνα με αυτή, όταν επωλείτο ένα αγροτεμάχιο, υπήρχε μια κλίμακα «προτιμήσεως» των αγοραστών: Προηγούντο οι συγγενείς, ακολουθούσαν οι γείτονες κ.ο.κ.

[19] Speros Vryonis, «Η βυζαντινή κληρονομιά στον επίσημο και έντεχνο πολιτισμό των βαλκανικών λαών», στο John Yiannias (επιμ.), Η βυζαντινή…, ό.π., σσ. 35-68.

[20]Karoula Argyriadis-Kervegan, «Byzantine law as practice and as history in the nineteenth century», στο David Ricks, Paul Magdalino…, ό.π., σ. 36.

[21] Συνιστά όνειδος για τη νεώτερη ιστοριογραφία το ότι, μετά τον Φαίδωνα Κουκουλέ και το μνημειώδες έργο του Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, ελάχιστα πράγματα έχουν προστεθεί, ενώ η λαογραφία, που ανιχνεύει τη μακρά διάρκεια στην ιστορία των λαών, έχει μεταβληθεί στο αποπαίδι του σύγχρονου εκπαιδευτικού μας συστήματος. 

[22] Νικολάου Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Πα­ροιμίαι, μέρος Α΄, Αθήνα 1899, ανατύπωση «Βιβλιόραμα», Αθήναι 1998, σσ. στ΄- θ΄.

[23] Νικολάου Πολίτου, ό.π., κεφ. Α΄, Συλλογαί Βυζαντινών Παροιμιών, σσ.4-9.

[24] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σσ. 16, 19, 26, 27, 72, 75, 75, 120.

[25] Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών…, ό.π., τόμ. Ε΄. Επίσης R. Browning, Η μεσαιωνική και νέα ελληνική γλώσσα, Παπαδήμας, Αθήνα 21983· Εμμ. Κριαράς, Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100-1669, τόμοι 14, Θεσσαλονίκη 1969-1997.

[26] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ 32.

[27] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 52.

[28] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σσ.  65-66.

[29] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 86.

[30] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 92.

[31] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 107.

[32] Κ.Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό.π., σ.130.

[33] Βλ. Εισαγωγή στο Διήγησις Αλεξάνδρου, ό.π., σ. κε΄.

[34] Ο Φίλιππος Ηλιού και ο Άλκης Αγγέλου, υπολογίζουν σε τρεις χιλιάδες περίπου τα «τραβήγματα» για τα πιο διαδεδομένα «Αναγνώσματα του Νέου Ελληνισμού» την εποχή της Τουρκοκρατίας, οπότε οδηγούμαστε σε ακόμα μεγαλύτερο αριθμό αντιτύπων. [Φίλιππος Ηλιού, «Σημειώσεις για τα “Τραβήγματα” των ελληνικών βιβλίων του 16ου αιώνα», Ελληνικά 28 (1975), σ. 109· Giulio Cesare dalla Croce, Άλκης Αγγέλου (εισ. – επιμ.), Ο Μπερτόλδος και ο Μπερτολδίνος, Ερμής, Αθήνα 1988, σ. 108.]

[35] Βλ. Αν. Νούκιος, Γ. Αιτωλός, Αισώπου Μύθοι, ό.π., σ. 72-79.

[36] Εισαγωγή Αγγέλου στη Διήγησι, ό.π., σσ. κδ-κε΄.

[37] Άλκης Αγγέλου, ό.π., σ. κε΄.

[38] Το ομώνυμο ελληνιστικό μυθιστόρημα της ύστερης Αρχαιότητας είναι ο απώτερος πρόγονος του έργου του 14ου-15ου αιώνα. Το δημώδες βυζαντινό έργο προέρχεται από ιταλική μετάφραση της λατινικής διασκευής του μυθιστορήματος, που γνώρισε μεγάλη διάδοση στον Μεσαίωνα. Το περιεχόμενο είναι περιπετειώδες: Ο Απολλώνιος, βασιλιάς της Τύρου, η γυναίκα του και η κόρη του περνούν διάφορες περιπέτειες, αποχωρίζονται, νομίζουν ο ένας τον άλλο νεκρό, και στο τέλος ξανασμίγουν ευτυχισμένοι. Βλ. Στέλιος Παναγιωτάκης (εισ. – επιμ.), Η ιστορία του Απολλωνίου, βασιλιά της Τύρου, Πατάκης, Αθήνα 1996, και Αικ. Κουμαριανού, Λ. Δρούλια, E. Layton, ό.π., σ. 110.

[39] G. C. dalla Croce, Ο Μπερτόλδος, ό.π., σσ. 114-115· Arnold van Gemert, «Λογοτεχνικοί πρόδρομοι», στο D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία…, ό.π., σ. 88.

[40] Πρβλ. Αικατερίνη Κουμαριανού, Λουκία Δρούλια, Evro Layton, ό.π., σ. 92.

[41] Στυλιανός Αλεξίου, Κρητική Ανθολογία, Ηράκλειον 21969, σ. 21.

[42] W. Puchner, «Τραγωδία», D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία…, ό.π., σσ. 177-181.

[43] Ξανθουδίδoυ, Σ.Α., Βιτζέντζου Κορνάρου: Ερωτόκριτος, Ηράκλειο 1915, σ. CXXXVI.

[44] Ξανθουδίδου, Σ.Α., Βιτζέντζου…, ό.π., σ. CXLI.

[45] Αικ. Κου­μα­ρια­νού, Λ. Δρού­λια, Evro Layton, ό.π., σσ. 110-111.

 

Posted in Γλώσσα & Πολιτισμός, Ιστορία | Leave a Comment »

Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος.

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 28 Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 26 Ιούνιος 2009

Γιώργος Κοντογιώργης, Συνέντευξη στο περιοδικό Esquire (Ιούνιος 2009) για το βιβλιο του «Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος».

 Ποια τα αίτια της εξέγερσης;Τα γεγονότα του Δεκέμβρη δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Υπήρχε συσσώρευση εκρηκτικής δυσαρέσκειας για τα συμβαίνοντα και απόρριψης ενός ολόκληρου κόσμου που επιμένει να εξουσιάζει τη ζωή των νέων. Οι νέοι έχουν εισέλθει στη νέα εποχή, τη ζουν, ενώ οι κρατούντες έχουν «γαντζωθεί» στα κεκτημένα και επιζητούν να ελέγξουν τις εξελίξεις, διευρύνοντας το χάσμα σε βάρος της κοινωνίας. Πριν από 13 χρόνια ανήγγειλα ότι το σύνθημα «να αλλάξουμε τον κόσμο», που επικρατούσε ακόμη, έμοιαζε πια παρωχημένο, καθώς το νέο ζητούμενο ήταν «να προλάβουμε την αλλαγή» που ερχόταν με ταχύτητα φωτός. Το σημερινό σύστημα και οι ομόλογες ιδεολογίες ήταν χρήσιμες ενόσω οικοδομούνταν η κοινωνία της ατομικής ελευθερίας. Η φάση όμως αυτή ολοκληρώθηκε. Ωστόσο, ενώ οι ιδεολογίες κατέρρευσαν, το οικονομικό και πολιτικό σύστημα παραμένει.
Έτσι εξηγείται γιατί οι νέοι παράκαμψαν όλες τις ιδεολογίες και τους φορείς τους. Η οργή τους εστιάστηκε στο κράτος, δηλαδή στον πυλώνα του παλαιού καθεστώτος. Όχι στο κράτος ως σύνταξη της κοινωνίας σε πολιτεία, όπως νομίζει η «αναρχία», αλλά στη λογική της νεοτερικότητας, που το θέλει να κατέχει το πολιτικό σύστημα. Το κράτος αυτό έχει αποξενωθεί από την κοινωνία, αποτελεί προέκταση των δυνάμεων της αγοράς. Ο «αντικρατισμός», στον οποίο συναντήθηκε τον Δεκέμβρη ολόκληρη η κοινωνία, συμπυκνώνει τις συνέπειες της ανατροπής αυτής και, παραπέρα, την μη ανταποκρισιμότητα του κράτους στα προβλήματά της. Κυρίως όμως αναδεικνύει μια διαφορετικού τύπου χειραφέτηση της κοινωνίας, με πρώτους τους νέους, που δεν αρκείται σε μια «σωτηριακή» αντίληψη της σχέσης της με την πολιτική. Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι η χρηματοπιστωτική κρίση δεν έχει αυτοφυή αίτια. Οφείλεται στην πλήρη ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς, υπέρ της τελευταίας. Ανατροπή που κάνει επιτακτική την ανάγκη ενός νέου πολιτικού συστήματος στο οποίο θα μετέχει και η κοινωνία με την ιδιότητα του εντολέα, ώστε να έχει αποφασιστικό λόγο στα πράγματα.2) Ποια τα κίνητρα των διαφόρων που πήραν μέρος ;

Από την πλευρά της αμφισβήτησης, ο λόγος ήταν κοινός: η εναντίωση στο κράτος της κομματοκρατίας, της ανομίας, της αποξένωσης και της χύδην ιδιοποίησης, της διαφθοράς. Το κίνητρο όμως της μάζας των νέων δεν συμπίπτει με εκείνο των δυνάμεων της «καταστροφής». Οι νέοι είχαν προοδευτικό πρόσημο στον λόγο τους. Εξέφραζαν την Ελλάδα της αισθητικής, διαμαρτύρονταν ενάντια στην Ελλάδα της αποξένωσης και της ασχήμιας. Οι δυνάμεις της «καταστροφής» διαγκωνίζονταν με τις πολιτικές δυνάμεις και τους συντελεστές των «μέσων» για να καρπωθούν την αμφισβήτηση των νέων. Οι μεν για να την ενσωματώσουν στη δυναμική του «συστήματός» τους, οι δε για να προσδώσουν σ’αυτήν χαρακτήρα εξέγερσης. Τελικά κέρδισαν και οι δυο. Οι μεν, στο πεδίο της μάχης, οι δε στο πεδίο της πολιτικής διαχείρισης. Το κράτος απλώς απουσίαζε, ως συνήθως, από τον ρόλο του, επιβεβαιώνοντάς μας ότι ο σκοπός του δεν συνάδει με το συμφέρον της κοινωνίας.

3) Τι ρόλο έπαιξε η βία;

Η βία κατά τις διαδηλώσεις υπήρξε ο «κρίκος» που επένδυσε τα γεγονότα με τον χαρακτήρα της εξέγερσης. Από την άλλη όμως, η βία των δυνάμεων της «καταστροφής», ιδίως οι προεκτάσεις της μετά τα γεγονότα, ετοίμασε το έδαφος για την επανανομιμοποίηση του κράτους να επικαλείται την καταστολή στο όνομα της τάξης. Το χειρότερο εντούτοις είναι ότι έτσι διευκολύνθηκαν οι πολιτικές δυνάμεις να παρακάμψουν το διακύβευμα που έθετε ο λόγος των νέων και να επαναφέρουν το διάλογο στις πριν από το Δεκέμβρη βάσεις. Το σημερινό πολιτικό σκηνικό αποτελεί την απόδειξη. Συμπεριφέρονται ως εάν να μη συνέβη τίποτε.

4) Γιατί δεν υπήρχε κάτι συνεκτικό, ουσιαστικό στα γεγονότα; Γιατί φαίνεται να μην υπάρχει καμία επίπτωση;

Το διακύβευμα υπήρξε εξαιρετικά ουσιαστικό. Η συνοχή του δεν διαπιστώνεται και ιδίως οι επιπτώσεις του. Η έκρηξη των νέων ήταν πηγαία, εξέφραζε αγωνία και οργή, δεν είχε όμως μορφοποιημένο πρόταγμα. Και δεν μπορούσε να έχει, αφού η εποχή μας δεν έχει επεξεργασθεί ένα πρόταγμα εξόδου από την σημερινή πολυσήμαντη κρίση. Ένα τέτοιο πρόταγμα, θα έφερνε τη νεοτερικότητα αντιμέτωπη με τον εαυτό της, διότι το διακύβευμα εφεξής δεν είναι η «διόρθωση» των δυσλειτουργιών του συστήματος, αλλά η υπέρβασή του. Οι νέοι με τη διαίσθησή τους δήλωσαν την εναντίωσή τους σε όλο το φάσμα του καταστημένου. Η απουσία προτάγματος δεν μειώνει την παγκόσμια σημασία των γεγονότων του Δεκεμβρίου. Το ουσιαστικό στα γεγονότα αυτά είναι ότι ανακοίνωσαν το μέλλον της προόδου. Και ανέδειξαν τον συντηρητικό εγκιβωτισμό των δυνάμεων που άλλοτε κινούσαν την πρόοδο. Η σιωπή που ακολούθησε είναι αναβράζουσα. Θα ήταν λάθος, επομένως, να νομισθεί ότι η αιτία που εξέθρεψε τα «δεκεμβριανά» εξέλειπε ή ότι θα παρέλθει με την πάροδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Στο βιβλίο μου επιχειρώ μια ερμηνεία των γεγονότων. Κυρίως όμως διατυπώνω το σχήμα ενός προτάγματος για το μέλλον με πρόσημο την ανασύνταξη της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής μέσα στο πολιτικό σύστημα και όχι στη βάση του αποκλεισμού της κοινωνίας από αυτό. Το εγχείρημα αυτό προϋποθέτει τον ριζικό αναστοχασμό της ελευθερίας. Από την άποψη αυτή, μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως το «πολιτικό μανιφέστο» μιας προοδευτικής σήμανσης της εξέλιξης, στην κατεύθυνση της οποίας εγγράφονται και τα «δεκεμβριανά» των νέων.

 

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Leave a Comment »

Αμηχανία της Ευρώπης, παράδοξο της Αριστεράς

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 17 Ιουνίου 2009

Η αποχή και η «ακυβέρνητη ευρωπαϊκή πολιτεία» των τραπεζιτών
Γιατί η αριστερά δεν κερδίζει από την κρίση;
Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Μπορεί νάταν “βουβή”, ήταν όμως κραυγή – και κάτι παραπάνω! Κραυγή αποδοκιμασίας, δια της αποχής, όλων σχεδόν (σε διαφορετικό βαθμό) των ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων, αν όχι συνολικά του ευρωπαϊκού “oικοδομήματος”. Ποτέ ίσως στην νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία, δεν σημειώθηκε τέτοια άβυσσος κοινωνιών και “ελίτ”, σαν αυτή που παρατηρείται σήμερα – οι ευρωεκλογές ήταν μόνο η τελευταία εκδήλωση.

Η ήπειρος γέννησε όλες τις μεγάλες ιδεολογίες. Συχνά τραγική η σύγκρουσή τους γονιμοποίησε τον πολιτισμό της. Σήμερα, αποστρέφεται την πολιτική. Κόμματα-θεσμοί, όπως το Εργατικό, συγκλονίζονται συθέμελα. Κι όταν η Ιστορία επεμβαίνει με το ζόρι (γαλλικά προάστια, 2005, Αθήνα, Δεκέμβρης), το κάνει καταφεύγοντας σε τυφλή βία, με εξεγέρσεις που σηματοδοτούν “βαθμό μηδέν πολιτικής”, γιατί νοιώθουν οι εξεγειρόμενοι ότι τους έκλεψαν και τα λόγια, που, αν κάποτε εξέφραζαν ανταρσία, μετετράπησαν προ πολλού σε τελετουργία αναπαραγωγής ιδιόμορφων καστών. Αν εξακολουθούμε να παίζουζε το παιχνίδι της σύγκρουσης των ιδεολογιών, είναι γιατί δεν ξέρουμε άλλο, αυτή είναι η παράδοσή μας. Αποστρεφόμενη όμως την πολιτική, η Ευρώπη ομολογεί μια ιστορικών διαστάσεων αμηχανία απέναντι στο κραχ της παγκοσμιοποίησης, απέναντι και στη δική της κατασκευή.

Η αποχή δεν μοιάζει κλασική εκδήλωση αδιαφορίας ή αποπολιτικοποίησης. Σημειώνεται εν μέσω μιας από τις σοβαρότερες οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού, κρίσης χωρίς ορατή σήμερα διέξοδο, παρά τους πολιτκο-δημοσιογραφικούς εξωραϊσμούς. Οι εξαγωγές της Γερμανίας, ηπειρωτικής βιομηχανικής ατμομηχανής έπεσαν 40%. Παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κέντρο του πλανήτη, το Σίτυ βρίσκεται στην εντατική. Κι όμως, οι πληττόμενοι, ή υποψήφιοι να πληγούν, λαϊκά-εργατικά στρώματα και νέοι απείχαν μαζικότερα από τις εκλογές. Γιατί δεν πάνε να ψηφίσουν σοσιαλιστές, ή Παπαρήγα, Τσίπρα, Μπεζανσενό, γιατί μοιάζουν να μην τους θεωρούν χρήσιμους;

Η μια ερμηνεία είναι ότι δεν παίρνουν χαμπάρι τι γίνεται. Η εναλλακτική είναι ότι νοιώθουν ενστικτωδώς τη σοβαρότητα της κατάστασης. Είτε την “απωθούν”, είτε όχι, αντιλαμβάνονται ότι τα προτεινόμενα “φάρμακα” είναι ανεπαρκή ή ανεφάρμοστα. Δεν παίρνουν σοβαρά ριζοσπάστες (με ή χωρίς εισαγωγικά) πολιτικούς, που τους προτείνουν αυξήσεις κατώτερων μισθών στα 1300 ευρώ ή 100.000 προσλήψεις στο δημόσιο, χωρίς σαφή μέτρα παραγωγικής διεύρυνσης, ούτε θαραλλέας κοινωνικής αναδιανομής, που θα έθιγαν αναγκαστικά συνήθειες, νοοτροπίες, τρόπους εύκολου πλουτισμού ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων. Γνωρίζουμε ότι τα ελληνικά νοσοκομεία χρειάζονται χιλιάδες προσλήψεις, αλλά και ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να δουλεύουν, οι διευθυντές να μην είναι συγαλυμμένοι μέτοχοι στα διπλανά διαγνωστικά και πολλά άλλα. ‘Ότι δεν μπορεί να είσαι οικολόγος χωρίς να χτυπηθείς με το “εργολαβιστάν”, να ανοίξεις πόλεμο εναντίον του αυτοκινήτου, ιδίως του πολυτελούς, αντικοινωνικού, οικοκτόνου αυτοκινήτου που θα σκοτώσει στο τέλος τους ανθρώπους της πρωτεύουσας-τέρας, χωρίς να φορολογήσεις άγρια τη μεγάλη ακίνητη περιουσία, χωρίς να καταδείξεις και να χτυπήσεις τις τόσο κεντρικές διαδρομές του μαύρου χρήματος. Που αλλού μπορεί να βρεθούν λεφτά για κοινωνικές παροχές; Τι σόι ριζοσπάστης μπορείς να είσαι χωρίς αυτά. Αλλά και τι είδους σοσιαλδημοκράτες είναι αυτοί που, αφού παρέδωσαν την ΕΕ στην Κεντρική Τράπεζα, δεν τολμάνε τώρα να διεκδικήσουν τον Κέινς ή να αμφισβητήσουν τον Μπαρόζο;

¨Οσοι τελικά ψηφίζουν προτιμάνε συνήθως τη σιγουριά συντηρητικών διαχειριστών από αμφίβολους αμφισβητίες. Κι όσοι θέλουν ριζοσπαστική θεραπεία δεν στρέφονται τόσο στην (φραστική) “ακροαrιστερά”, όσο σε διάφορες ακροδεξιές εκδοχές, όπως συνέβη στην καρδιά του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος (Βρετανία, Ολλανδία) ή στις παληές βιομηχανικές δυνάμεις. Μπορεί να είναι αποκρουστικές, ιστορικά αδιέξοδες και επικίνδυνες οι απαντήσεις της, αυτή δεν φοβάται όμως να αναγνωρίσει προβλήματα. Μπορεί οι απαντήσεις του νάναι λάθος, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν βάζει σωστά ερωτήματα, είπε κάποτε ο Λωράν Φαμπιούς για τον Λεπεν.

Μπορεί οι ακροδεξιοί να μην έχουν άλλο από σύγκρουση και καταστροφή στην προοπτική τους, αλλά θέλουν να κάνουν κάτι, έχουν συχνά, σε φροϋδικούς όρους, πολύ περισσότερη λίμπιντο από πολλούς “εξηντάρηδες χωρίς ψυχή και τριαντάρηδες χωρίς μυαλό” που συγκροτούν μια όχι ευκαταφρόνητη μερίδα ενός “στελεχιακού δυναμικού” της ΅ριζοσπαστικής αριστεράς΅, που επιδιώκει την αναπαραγωγή του. Διοχετεύουν πολύ περισσότερη από αυτή τη λίμπιντο σε πολιτική δράση και όχι σε δραστηριότητες ανόδου, διαφθοράς και πλουτισμού, όπως τόσα στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας. ¨Ολοι ξέρουμε αίφνης ότι έχουμε πρόβλημα μετανάστευσης στην Ελλάδα, ότι δεν μπορεί να μαζευτεί εδώ όλο το παγκόσμιο προλεταριάτο. Δεν είναι καλύτερα η αριστερά να ψάξει, να χτυπήσει τη μαύρη εργασία, κύριο κράχτη, να δείξει τη τεράστια διαπλοκή στο κράτος των κυκλωμάτων, αντί, αρνούμενη την ύπαρξη προβλήματος, να ανοίγει το δρόμο στους φασίστες; Δεν θάταν προτιμότερο, τα στελέχη της στον ¨Αγιο Παντελεήομονα, αντί να περιορίζονται σε ρόλο υπερασπιστή των αδικημένων, να προσπαθήσουν το πολύ δυσκολότερο, να δοκιμάσουν να ενώσουν τις δύο μερίδες κατοίκων που σπρώχνονται σε σύγκρουση-πιλότο, γύρω από ένα σχέδιο σωτηρίας της γειτονιάς;

Το γαλλικό παράδειγμα

Η Γαλλία είναι το καλύτερο πολιτικό εργαστήρι στην Ευρώπη. Αξίζει να δούμε προσεκτικά τι γίνεται εκεί. Είχαμε την τελευταία δεκαετία σειρά πολιτικο-κοινωνικών εκρήξεων. Αποσύνθεση Σοσιαλιστών και άνοδος Λεπεν στη δεύτερη θέση (προεδρικές 2002). Εξέγερση στις κάλπες, απόρριψη του ευρωσυντάγματος, μετά από μια καμπάνια όπου κυριάρχησαν αντιφιλελεύθερα-αντικαπιταλιστικά επιχειρήματα (Μάιος 2005), άγρια, τυφλή εξέγερση των προαστίων (Nοέμβριος 2005). Tο μεγαλύτερο (και νικηφόρο) κοινωνικό κίνημα μετά τον Μάη του 1968 (άνοιξη 2006). Ενσωμάτωση των ιδεών της ακροδεξιάς στην κλασική δεξιά και πανηγυρική εκλογή Σαρκοζί (2007). Κατακρήμνιση στη συνέχεια των ποσοστών αποδοχής του Προέδρου, μαχητικά κοινωνικά και συνδικαλιστικά κινήματα. Κανενός είδους απάθεια ή έλλειψη πολιτικότητας. Αυτή δεν είναι μια παθητική, αποπολιτικοποιημένη κοινωνία, είναι μια πολύ ζωντανή κοινωνία, που δεν μπορεί να βρει πολιτική και ιδεολογική έκφραση, πολιτικούς ηγέτες, οργανώσεις, διανοούμενους να την εκφράσουν. Χρησιμοποιεί τα συνδικάτα όταν τα χρειάζεται, αλλά γνωρίζει πόσο διεφθαρμένα είναι. Αποθεώνει τον Μπεζανσενό (Τσίπρα) θέλοντας να διαμαρτυρηθεί, τον χρησιμοποιεί όταν τον χρειάζεται, φλερτάρει αλλά αποφεύγει να δεσμευθεί, δεν φτιάχνει μόνιμες σχέσεις εμπιστοσύνης με το Αντικαπιταλιστικό Κόμμα.

Η δυσπιστία είναι αμοιβαία! Τις παραμονές του δημοψηφίσματος χιλιάδες παληοί, αδρανοποιημένοι αριστεροί, έφτιαξαν σε όλη τη Γαλλία επιτροπές του “’Oχι” (όπως σε κάποια στιγμή παληοί αριστεροί στράφηκαν μαζικά στον ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας στην αναγέννηση της παράταξής τους, γεγονός που τρόμαξε Συνασπισμό και συνιστώσες). Hγέτες και μικροηγέτες της “ριζοσπαστικής αριστεράς” (όσο πιο μικρό είναι το κόμμα, τόσο πιο αυταρχικοί οι ηγέτες!), πανικοβλήθηκαν από την ορατή προοπτική να αφήσουν τον “καθοδηγητικό” ρόλο στις “μάζες” έστω των αγωνιστών και, ακόμα περισσότερο, από την πιθανότητα να αρχίσουν να νικάνε και να πρέπει να προτείνουν πολιτικές! Η θέση του μονίμως διαμαρτυρόμενου τους είχε γίνει προ πολλού δευτέρα φύση και μια φάρσα, από αυτές που μόνο η Ιστορία ξέρει να στήνει, προίκισε με απεριόριστο συντηρητισμό ριζοσπάστες μιας άλλης εποχής. Εξάντλησαν ενέργεια και εφευρετικότητά τους για να “ξαναμαντρώσουν” το κοπάδι. Το ¨Όχι πήρε 55% το 2005 και η νίκη τρόμαξε τόσο πολύ τους ηγέτες του, που κατέβηκαν με έξη ξεχωριστούς υποψήφιους στις εκλογές, νάναι σίγουροι ότι θα μείνουν εκτός κεντρικής πολιτικής. Σήμερα όμως, οι άνθρωποι ούτε ανύποπτοι είναι, ούτε φιλοδοξούν να γίνουν αφισοκολλητές. Για να σε σεβαστούν, απαιτούν να τους σέβεσαι. Θέλουν διεξόδους, όχι ευχολόγια.

Αυτά εξηγούν το ιστορικό παράδοξο που σημειώνει έκπληκτος ο … αμερικανικός τύπος, σε περίοδο τόσο μεγάλης κρίσης, να μην ευνοούνται, όπως συνέβαινε πάντα στο παρελθόν., τα αριστερά κόμματα. Υπό μία έννοια όμως, τα κακά αποτελέσματα είναι και δώρο, ιστορική ευκαιρία για την ευρωπαϊκή αριστερά. Της υποδεικνύουν την ανάγκη να αλλάξει ριζικά η ίδια, βάζοντας υποψηφιότητα να αλλάξει την κοινωνία. Μόνο αν ανταποκριθεί σε ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες, αν εφεύρει ένα μεταβατικό πρόγραμμα, αν γίνει ουσιαστικά δημοκρατική, αν σταματήσει να κάνει πολιτική για τον εαυτό της, για τους υπαλλήλους της, τα μαγαζάκια της, μόνο αν τη νοιώσουν χρήσιμη οι άνθρωποι θάχει μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, οι καιροί της πολιτικής ευκολίας τέλειωσαν.

 

Posted in Ευρώπη, Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | Leave a Comment »

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΜΑΣ, ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 17 Ιουνίου 2009

 

Στις 20 Ιουλίου 2009 συμπληρώνονται 35 χρόνια από την παράνομη τουρκική εισβολή στην Κύπρο (20/7/1974).Με αφορμή την επέτειο αυτή σας ενημερώνουμε ότι ο Σύλλογός μας μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του διενεργεί μια μεγάλη διαδικτυακή ψηφοφορία με Θέμα:
Πιστέυετε ότι,τα Ηνωμένα Έθνη,η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Διεθνής Κοινότητα εν γένει,με την έλλειψη πίεσης προς την Τουρκία εκ μέρους τους για να συνεργαστεί,φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το γεγονός ότι 35 χρόνια μετά,το τεράστιο ανθρωπιστικό πρόβλημα των Αγνοουμένων και Αδηλώτων Αιχμαλώτων της Κυπριακής Τραγωδίας παραμένει άλυτο;ΨΗΦΙΣΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ www.agnooumenoi74.gr   

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΣΟΝΤΩΝ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ 1974
Βουτσινά 80 – ΤΚ: 15561, Χολαργός – ΑΘΗΝΑ

Τηλ:2106521639 -e-mail:humanrights1974@windowslive.com

Ιστοσελίδα:www.agnooumenoi74.gr

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

ΘΕΜΑ:ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ 35 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Στις 20 Ιουλίου 2009 συμπληρώνονται 35 χρόνια από την παράνομη τουρκική εισβολή στην Κύπρο (20/7/1974).
Με την πλήρως ελεύθερη και ανώνυμη ψηφοφορία αυτή επιχειρούμε να αφυπνίσουμε την κοινή γνώμη σε Ελλάδα και Κύπρο,καθώς και τη Διεθνή Κοινότητα με στόχο την τελική εξιχνίαση της τύχης των αγαπημένων μας προσώπων και την επίλυση του πολύπαθου Κυπριακού ζητήματος.
Παρακαλούμε τους απανταχού της Γης Ανθρωπιστές να μας υποστηρίξουν απλά επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας και ψηφίζοντας.Ένα απλό ανώνυμο κλικ.Δεν θα το χρησιμοποιήσουμε σε βάρος ή για την προβολή κανενός.
Δεν γνωρίζουμε αν εμείς το αξίζουμε.Πιστεύουμε όμως πως οι ήρωες του 74 σίγουρα είναι το ελάχιστο που αξίζουν.
Είμαστε η πρώτη αναζήτηση που έγινε Κίνημα.
Είμαστε το πρώτο Κίνημα που δεν θα γίνει ποτέ Κόμμα.
Η ΦΩΝΗ ΣΑΣ-Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ.

Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων,
Η Πρόεδρος Μαίρη Κουρούπη
Σύζυγος αγνοούμενου Σχη(ΠΖ) Παύλου Κουρούπη

Ο Ειδικός Γραμματέας
Δημήτριος Αλεξόπουλος

 

 

 

Posted in Ελλάδα, Ιστορία, Κύπρος, Τουρκία | Leave a Comment »

Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21 Αιώνα, Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 1 Ιουνίου 2009

 του Παναγιώτη Ηφαιστου

Λίγους σοφούς έχει να επιδείξει η ιστορία των ιδεών. Σοφούς, με την έννοια της κατά το ανθρωπίνως δυνατό ολιστικής, πυκνής, βαθιάς, πλατιάς γνώσης και της διαυγούς και κατασταλαγμένης σκέψης. Για δύο τουλάχιστον λόγους ο Παναγιώτης Κονδύλης ανήκει σ’ αυτή την ολιγάριθμη ομάδα. Αν και είχα την τύχη να τον συναντήσω τρις μόνο φορές, οι καταδύσεις μου στις βαθυστόχαστες αναλύσεις του, μου επιτρέπουν, νομίζω, να πω τα εξής.

Πρώτον, σ’ αντίθεση με πολλούς άλλους συμβατικά επιφανείς στοχαστές που καθημερινά εκτίθενται και αυτοεξευτελίζονται, ο Κονδύλης δεν ήταν ψυχικά ασθενής, γεγονός που του επέτρεψε να μην εκτροχιαστεί πνευματικά και να διαφυλάξει έτσι την υστεροφημία του. Τόσο από τις εντυπώσεις που αποκόμισα στις τρις μόνο συναντήσεις μας όσο και στα κείμενά του διακρίνω μια σχεδόν απόλυτη στοχαστική και πνευματική ισορροπία, ένα πανίσχυρο χαρακτήρα, μια ήρεμη πνευματική δύναμη και μια στιβαρή διάνοια. Οι θέσεις του είναι θετικές, αληθινές και σχεδόν πάντοτε εύκολα επαληθεύονται από την καθημερινή διϋποκειμενική εμπειρία. Όταν ενίοτε είναι δεικτικός και είρων είναι απόλυτα δικαιολογημένο, μιας και όπως φαίνεται η πνευματική ανωτερότητά του τον οδηγούσε στην περιφρόνηση της ηλιθιότητας, της προπέτειας και της ευτέλειας. Σ’ αντίθεση με πάρα πολλούς άλλους (ουσιαστικά την πλειονότητα των λεγόμενων κοινωνικών επιστημόνων) η εισροή ιστορικής γνώσης, νοημάτων και ιδεών δεν τον αποσταθεροποίησαν ψυχικά και πνευματικά. Κυρίως δεν τον έκαναν να «καβαλήσει το καλάμι» και να διολισθήσει σε φασιστοειδείς θέσεις και ιδέες. Φασιστοειδείς, με την έννοια της ιδεοληπτικής και προπετούς αξίωσης ότι οι αρρωστημένες γνώμες και οι θεσμοί που επινοούν κάποιοι ιδιώτες μπορούν να προτάσσονται της κοινωνικής βούλησης. Φασιστοειδείς επίσης, με την έννοια των μεταφυσικά προσδιορισμένων κριτηρίων που οδηγούν στην κάθε είδους πολιτική ιδεολογία που περιφρονεί τις οντολογικά θεμελιωμένες κοινωνικές ενώσεις και τον τρόπο ζωής του συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου τους. Ποταμοί ημιμαθών και φαντασιόπληκτων αντιλήψεων οδηγούν πολλούς στο να πιστέψουν πως οι γνώμες τους μπορούν να προτάσσονται των κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων ηθικών κριτηρίων και πως οι δική τους αντίληψη για τις πρέπουσες ηθικοκανονιστικές δομές και τους θεσμούς μπορεί να υπερτερεί των ιθαγενών του κοινωνικού σώματος. Για να το θέσουμε διαφορετικά, όσες επιφυλάξεις και αν έχει κάποιος για τον Πλάτωνα, και ο Κονδύλης αν και αναγνώριζε τις προδιαγραφές της πλατωνικής σκέψης έθετε αρκετά και ουσιώδη ερωτήματα, ένα αναρίθμητο πλήθος πρωταθλητών ηλιθιότητας εκτροχιάζονται με το να νομίζουν ότι είναι «μικροί Πλάτωνες».  Ούτε ίχνος τέτοιας προπέτειας δεν βρίσκει κανείς στον Κονδύλη. Το ότι ελάχιστοι από τους λεγόμενους κοινωνικούς επιστήμονες έχουν τέτοια χαρίσματα, είναι μια άλλη υπόθεση. Παραμένει γεγονός, όμως, ότι οι κοινωνίες αντί να αφεθούν να λειτουργήσουν ελεύθερα και αυτοδύναμα, πλήθος ιεραποστόλων που αυτοχρίζονται κοινωνικοί επιστήμονες προκαλούν ποταμούς πολιτικού ανορθολογισμού στα κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Οι κοινωνίες δεν αφήνονται ήσυχες να επιλέξουν τις συμβατές με την ετερότητά τους ηθικοκανονιστικές δομές: Αυτοί ξέρουν καλύτερα. Μετά τα κάθε λογής διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα παραληρήματα των τελευταίων δεκαετιών, πάντως, η πιο πρόσφατη τραυματική ελληνική εμπειρία αφορά την αξίωση κάποιων φορέων συμβατικών επιστημονικών τίτλων που θέλουν να «διαχειριστούν» τις πηγές για να διατυπώσουν τερατώδεις ιστοριούλες συμβατές με τον αβυσσαλέα υποκειμενικό ψυχισμό τους και τα συμφέροντα αυτών που τους χρηματοδοτούν (βλ. http://www.ifestos.edu.gr/59.htm).

Δεύτερον, ο Κονδύλης, ακριβώς, κατάφερε άφθαστα επίπεδα περιγραφικής ανάλυσης. Μόνο μια καλή περιγραφή των κινητήριων και διαμορφωτικών πνευματικών και αισθητών κριτηρίων των ανθρωπίνων σχέσεων επιτρέπει στην κάθε ενδιαφερόμενη ατομική ή συλλογική οντότητα να καταλήξει στα δικά της συμπεράσματα για τα προβλήματά της, για τις ιδιότητες των άλλων ατομικών ή συλλογικών οντοτήτων και για την πορεία των ανθρώπων και του κόσμου. Είναι αλήθεια ότι ο Κονδύλης δεν μίλησε πολύ για το Πολιτικό γεγονός –ίσως δεν πρόλαβε– αλλά, λογικά, όλοι οι αναγνώστες του οδηγούνται αναπόδραστα σε ουσιαστικά και σημαντικά συμπεράσματα γι’ αυτό. Βασικά, αριστουργήματα εφάμιλλα των έργων του Κονδύλη μας πρόσφεραν ελάχιστοι και κυρίως ο Θουκυδίδης.  

Αυτά σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το βιβλίο Από τον 21ο στον 21 Αιώνα (Εκδόσεις Θεμέλιο 1998), το οποίο, αν δεν κάνω λάθος, ήταν η τελευταία μονογραφία πριν τον θάνατό του. Για κάποιους περίεργους λόγους δεν το μελέτησα παρά μόνο αρχές του 2007. Επειδή συμπυκνώνει πολλές αρετές της κονδύλειας γραφής θα ήθελα να καταθέσω συντομογραφικά μερικές μόνο επισημάνσεις:

Πρώτον, ίσως είναι το σημαντικότερο διεθνολογικό κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ για την πορεία του συγχρόνου διεθνούς συστήματος.

Δεύτερον, ίσως είναι το καλύτερο κείμενο πολιτικής φιλοσοφίας διεθνών σχέσεων που έχω διαβάσει ποτέ. Όπως σε όλα ανεξαιρέτως τα κείμενά του, η βάσιμη αυτοπεποίθησή και οι επιστημολογικές του επιλογές επέτρεψαν ακλόνητα και αξιολογικά ελεύθερα πορίσματα. Αιτιολογημένα, κορυφώνεται η απόλυτη περιφρόνησή του για την συμβατική σκέψη και τις κάθε λογής ύβρεις που αυτή παράγει. Έχοντας αποφασίσει να μείνει μακριά από χώρους που όχι σπάνια μετατρέπονται σε «πνευματικά χοιροστάσια» –χαρακτηριστικά, όταν του υπέδειξα ότι θα μπορούσε να στοχεύσει μια πανεπιστημιακή έδρα, μειδίασε ειρωνικά, διατυπώνοντας σκέψεις που θα αναφέρω σε άλλη περίπτωση– αφοσιώθηκε ασκητικά στην πνευματική του αποστολή. Μια τέτοια στάση πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι σχεδόν άγνωστη στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο και ενδεχομένως ευρύτερα. Υιοθετώντας αυτή την στάση ζωής ο Κονδύλης είχε πλέον το πλεονέκτημα να μην εμπλέκεται σε ανόητες διαμάχες για τα αυτονόητα (μια μόνο φορά το έκανε και μετανόησε, γιατί γνωστός εξτρεμιστής επιφυλλίδων κυριακάτικου εντύπου τον λοιδόρησε αδίστακτα). Μπορούσε έτσι να περιφρονεί απέραντα την ευτέλεια, την μικρότητα και την μικρόνοια αυτών που εργολαβικά ρυπαίνουν τις κοινωνικές επιστήμες, τις επιφυλλίδες και γενικότερα τον επιστημονικό και δημόσιο διάλογο. 

Τρίτον, ίσως είναι το εμβριθέστερο κείμενο που έχω ποτέ μελετήσει για ευρωσταστρατηγικά ζητήματα και τις συναρτημένες με αυτό διεθνείς συνθήκες της ύστερης εποχής. Ο μεγάλος ελληνογερμανός στοχαστής δεν ειδικευόταν στο αναμάσημα προπαγανδιστικών ασυναρτησιών τρίτης και τέταρτης κατηγορίας για να καθίσει στην θέση κάποιου καθηγητάκου ούτως ώστε να αποκομίζει, για να τον παραφράσω, «απτά οφέλη», με το να υπηρετεί σόρους, σοράκια και κοράκια του υποκόσμου του διεθνικού χώρου. Ο Παναγιώτης Κονδύλης διακρινόταν για την ασκητική αφοσίωσή του στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας και γι’ αυτό ανεπηρέαστος κατόρθωσε πολλά.

Τέταρτον, ίσως είναι το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει για το διεθνές δίκαιο, τον ΟΗΕ, τους διεθνείς θεσμούς ευρύτερα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την υπόθεση του παγκόσμιου κράτους, τις σχέσεις μικρών και μεγάλων κρατών, τα αδιέξοδα των μεγάλων κρατών, τον φαύλο κύκλο των βαθύτερων αιτιών πολέμου και την πασίδηλη ηλιθιότητα των οικουμενισμών-κοσμοπολιτισμών που θρέφουν τα ηγεμονικά τέρατα. Οι πνευματικοί εραστές «νομικών σκυλιών» όπως είναι τα ad hoc δικαστήρια των αμερικανών στα Βαλκάνια σίγουρα θα απελπιστούν και θα εκνευριστούν διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Κονδύλη. Ενδέχεται, ο νομικιστής που θα το διαβάσει είτε να αυτοκτονήσει πνευματικά προσπαθώντας να το αντικρούσει είτε τίμια να προτιμήσει να κάνει στροφή 180 μοιρών αφήνοντας πίσω το φτωχό πνευματικό παρελθόν του. Οι ακαδημαϊκοί ενός οποιουδήποτε τμήματος διεθνών σπουδών που υπηρετούν το συμφέρον των φοιτητών τους, αν διαβάσουν αυτό το κείμενο σίγουρα θα κλείσουν τους κρουνούς των νομικίστικων ασυναρτησιών και θα προτείνουν το προαναφερθέν πνευματικό επίτευγμα του Κονδύλη στους φοιτητές τους.

Πέμπτον, το αριστούργημα του Κονδύλη διεισδύει βαθιά στην αλήθεια με το να περιγράφει αμφίπλευρα τα διλήμματα και τα προβλήματα των διεθνών σχέσεων. Δονκιχωτικές και συμβατικές αντίπαλες θεωρήσεις, αναμενόμενα ανήμπορα εξυβρίζουν. Στοχαστές που σέβονται τους εαυτούς τους και τους αναγνώστες τους αναμφίβολα δεν θα αμφιταλαντευτούν διαβάζοντας τα πορίσματα της βαθυστόχαστης και αξιολογικά ελεύθερης σκέψης του Κονδύλη: Θα προσχωρήσουν αμαχητί σ’ αυτές προσαρμόζοντας ανάλογα τις επιστημονικές και επιστημολογικές προσεγγίσεις τους.  

Τα επιτεύγματα στον στίβο της απροκατάληπτης και αξιολογικά ελεύθερης μεθοδολογίας του Κονδύλη αποτελούν παρακαταθήκη για τις κοινωνικές επιστήμες. Για τις διεθνείς σχέσεις, το βιβλίο Από τον 20ο στον 21ο Αιώνα σίγουρα αποτελεί στην διεθνή βιβλιογραφία τον πυρήνα των ουσιωδέστερων γνώσεων, των πιο περιεκτικών υποθέσεων εργασίας και των ποιο αξιόπιστων ερμηνειών στον στίβο της αναζήτησης της αλήθειας περί τα διεθνή.

Αν νοσηρά μυαλά που θα δεχτούν μια τέτοια γνώση δεν θεραπευτούν σημαίνει ότι είναι βλαμμένα ανεπανόρθωτα.

Αν εμπαθείς «αντίπαλοι» αρχίσουν ως συνήθως να βρίζουν σημαίνει ότι είναι ήδη πνευματικά νεκροί.

Αν μέτριοι αναλυτές δεν εγκαταλείψουν τα αναμασήματα και δεν απογειωθούν πνευματικά σημαίνει ότι δεν μπορούν να ξεκολλήσουν από την μετριότητά τους.

Αν μέτριοι αναλυτές στρατευμένοι στην ιδιοτέλεια και στην ευτελή προπαγάνδα δονκιχωτικά και ανέντιμα επιδοθούν σε αποσπασματικά ανοσιουργήματα, είναι αξιολύπητοι και αξιοθρήνητοι.

 Γιατί τα γράφω αυτά και μάλιστα με τόση ένταση; Απλά γιατί οι κοινωνικές επιστήμες οδηγούνται σε τέτοια παρακμή, ούτως ώστε όποιος επιθυμεί να αφοσιωθεί στον μη (επι)στρατευμένο στοχασμό προσκρούει πάνω σε αναρίθμητες πνευματικά διεφθαρμένες ιδέες και συμφέροντα. Αυτός είναι ο αντίπαλος, και όχι κάποια άλλη θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων. Επίσης, γιατί, όπως θα εξηγήσω σε άλλη περίπτωση, η οχύρωση πνευματικά ανίκανων και πνευματικά διεφθαρμένων στο εσωτερικό της αναγκαίας και μη εξαιρετέας ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας μπορεί ανεξέλεγκτα να εκκολάπτει φίδια αμάθειας, φασισμού και απέραντης ανορθολογικότητας. Σύντομα, αυτό που θα απομείνει σε κάθε κοινωνικό επιστήμονα που σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους, είναι να σκεφτεί πως δεοντολογικά είναι υποχρεωμένος να εξηγήσει στους ανυποψίαστους συνανθρώπους του για τις επερχόμενες ζημιές που θα προκαλέσουν τα επιστημονικά μεταμφιεσμένα στοχαστικά φίδια που ανεξέλεγκτα εκκολάπτονται (μάλιστα, σε διεθνικά πλέον εκκολαπτήρια, κοινωνικοπολιτικά παντελώς ανεξέλεγκτα).  

 Όσοι προσπεράσουν την ανάλυση του Κονδύλη έχουν πολλά να χάσουν. Θα την προσπεράσουν σίγουρα όσοι δεν βλέπουν την ενασχόληση στις κοινωνικές επιστήμες ως ασκητικό και αξιολογικά ελεύθερο επιστημονικό στοχασμό αλλά ως προπαγάνδα, ως μεταβατική παρασιτική ενασχόληση λαθραίων καταξιώσεων και λαθραίων ωφελημάτων, ως μέσο εκτόνωσης του υποκειμενισμού τους και ως δεκανίκι λαθραίων αναρριχητικών «επιτευγμάτων» (δυστυχώς αυτά τα αποκρουστικά φαινόμενα, πιθηκίζοντας ξένα πρότυπα, υπερτερούν συμβατικά, κάτι βεβαίως που δυστυχώς δεν γνωρίζουν όσοι καταξοδεύονται για να αποστείλουν τα παιδιά τους σε πανεπιστημιακά τμήματα της Ελλάδας και του εξωτερικού). Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι προαναφερθείσες και μερικές άλλες διαστροφές των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών δημιουργούν ποταμούς πολιτικού ανορθολογισμού. Η κοινωνία αν και δεν έχει ανάγκη από τέτοιες διαστροφές, ανυποψίαστη τις θρέφει δεσμεύοντας σπάνιους πόρους στην άναρχη ανάπτυξή τους στον πανεπιστημιακό χώρο. Πρόκειται για ένα άνευ προηγουμένου κοινωνικό μαζοχισμό που δύσκολα θα τερματιστεί μιας και τα ισχυρά κράτη που επιλέγουν την «μαλακή ισχύ» ως κύριο συστατικό των στρατηγικών τους έχουν πολλά να κερδίσουν ενισχύοντας αυτά τα φαινόμενα.     

 Στον στίβο των ιδεών ο πρόωρος θάνατός του Παναγιώτη Κονδύλη αποτελεί μεγάλη απώλεια. Μας άφησε βεβαίως πολλά. Επειδή ο ελληνικός πνευματικός στίβος μετατρέπεται ραγδαία σε πνευματική έρημο, ο εκδοτικός οίκος που έχει το προνόμιο να κατέχει τα δικαιώματα ενός τέτοιου πνευματικού αριστουργήματος, έχει κάθε λόγο και συμφέρον να το προτείνει για μετάφραση στις κυριότερες ξένες γλώσσες.

 Π.Ήφαιστος

Φεβρουάριος 2007

www.ifestos.edu.gr

 

Υστερόγραφο:

Για τις ανάγκες της συζήτησης αναφορικά με τα βιβλία της ιστορίας, τα οποία κάποιοι διεθνικά περιφερόμενοι φορείς θέλουν να γράφουν διαχειριζόμενοι τις πηγές και τα συμπεράσματα σύμφωνα με τον πνευματικά διεστραμμένο υποκειμενισμό τους ή σύμφωνα με τα συμφέροντα αυτών που τους στηρίζουν χρηματοδοτικά, αφιερώνω το εξής απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου:

«(για όσους από τον τα αριστερά παραληρήματα πέρασαν ευθέως στον νεοφιλελευθερισμό καταλήγοντας έτσι, αντί να καταγγέλλουν τον ιμπεριαλισμό να κεραυνοβολούν «κάθε εθνικισμό» και ενστερνιζόμενοι τον οικουμενισμό μέσω της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων») «Δεν αναρωτιούνται ούτε ποιος θα τα ερμηνεύσει δεσμευτικά κάθε φορά τι σημαίνουν αυτά τα «δικαιώματα» στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ούτε αν και πόσο δικαιολογείται ο «εθνικισμός» όποτε ένας μικρός θέλει να αντισταθεί στις αδηφάγες διαθέσεις ενός μεγάλου. Με τον τρόπο αυτό, ενώ ηθικολογούν αδιάκοπα, στην πραγματικότητα συμπαρατάσσονται με το δίκαιο του ισχυρότερου. Αλλά αν ο ηττημένος αποδεχόμενος όψιμα την ιδεολογία του νικητή γίνεται συχνά ο γελοιωδέστερος και γλοιωδέστερος φορέας της, δεν είναι βέβαια ο πρωταρχικός εμπνευστής και θεμελιωτής της. Η «αριστερά» έχοντας μετατραπεί σε ουραγό ή σφογγοκωλάριο του αμερικανισμού, δεν αντλεί πλέον από ό,τι ζωντανότερο είχε η μαρξιστική παράδοση, δηλαδή την ανελέητη απομυθοποίηση των φιλελεύθερων ιδεολογημάτων, αλλά τρέφεται από μια κοινωνική θεωρία που εν μέρει αντικατοπτρίζει και εν μέρει συγκαλύπτει εξιδανικευτικά τις πραγματικές σχέσεις ισχύος μέσα στην δυτική μαζική δημοκρατία». (έμφαση δική μου)

 Αυτό είναι βεβαίως είναι ένα μικρό δείγμα από τον πρόλογο. Ορμητικά στην συνέχεια το βιβλίο κυριολεκτικά τινάζει στον αέρα την συμβατική σκέψη με εμβέλεια πολύ πέραν των ελληνικών συνόρων.

Posted in Ελλάδα, Κοινωνία - Οικονομία - Περιβάλλον | 1 Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: