βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα"

Ηλεκτρονικός χώρος ενημέρωσης και σχολιασμού

Archive for Δεκέμβριος 2014

Ο καιρός γαρ εγγύς

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 16 Δεκεμβρίου 2014

ψαλίδι σχοινί

Ο καιρός γαρ εγγύς
(ή τα αδιέξοδα της «νέας μεταπολίτευσης»)

Του Γιώργου Καραμπελιά

Όσοι στη μακρά διάρκεια της μεταπολίτευσης υπήρξαμε μόνιμοι και σταθεροί επικριτές μιας εποχής ψεύδους, μεταμορφισμού, συλλογικών αυταπατών και ανενδοίαστης απάτης, βρισκόμαστε διχασμένοι ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη. Χαρά γιατί επιτέλους αυτό το σύστημα βαδίζει στην έξοδό του από την ιστορία και έχουμε την αίσθηση ότι δικαιώθηκε μια ανυποχώρητη και συστηματική αντίθεση σε αυτό και, ταυτόχρονα, μια βαθύτατη λύπη γιατί αυτή η έξοδος πραγματοποιείται μέσα από μεγάλες καταστροφές για τη χώρα.
Πολλοί μας καλούν να πανηγυρίσουμε γιατί, επιτέλους, η περίοδος αυτή τελειώνει και εμείς όχι μόνο σταθήκαμε όρθιοι αλλά και επιβεβαιωθήκαμε στις προβλέψεις μας. Δεν συμφωνούμε με μια τέτοια λογική, διότι αυτή («ας καταστραφούν όλα για να αποδειχθεί πόσο δίκιο είχαμε») ανήκει επίσης στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της εποχής που τελείωσε, της μεταπολίτευσης. Μια εποχή όπου το μικροκομματικό συμφέρον και η ατομική ιδιοτέλεια πρυτάνευαν συστηματικά απέναντι στο εθνικό και το κοινωνικό συμφέρον, σε μια λογική après moi le déluge.

Ριζοσπαστισμός και αίσθημα ευθύνης

Εμείς, αντίθετα, σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, παρ’ ότι υπήρξαμε διαχρονικά, αταλάντευτοι αντίπαλοι του καθεστώτος, επιδιώκαμε πάντα να συνδυάζουμε την πιο ρηξικέλευθη και ριζοσπαστική κριτική με ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης, θέλοντας να «αποδείξουμε» πως κάτι τέτοιο είναι όντως δυνατό. Πως ριζοσπαστισμός δεν σημαίνει υποχρεωτικά γενικευμένη ανευθυνότητα και πως υπευθυνότητα δεν σημαίνει ραγιαδισμός, σύμφωνα με το γνωστό αδιέξοδο δίπολο της μεταπολίτευσης. Αντίθετα μάλιστα οι ανεύθυνες δημοκοπίες καταλήγουν πάντα σε Βατερλώ και ενδοτισμό, ενώ ο ραγιαδισμός σε περιπέτειες εθνικές και κοινωνικές. Μια αυθεντικά επαναστατική και ριζοσπαστική τοποθέτηση είναι πάντα «υπεύθυνη», γιατί επιδιώκει πραγματικές ανατροπές και όχι καφενειακές μπουρδολογίες που καταλήγουν σε άτακτες υποχωρήσεις.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν παλεύαμε γι’ αυτό που αποκαλούσαμε κοινωνική μεταπολίτευση, δηλαδή την ολοκλήρωση του πολιτικού εκδημοκρατισμού στο κοινωνικό και πολιτιστικό πεδίο, με τα εργοστασιακά σωματεία, την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων ή τα δικαιώματα των γυναικών και των νέων, αρνηθήκαμε ταυτόχρονα μια λογική εμφυλίου πολέμου και μεταβολής της λαϊκής αντίστασης και της αντιβίας των κινημάτων σε ένοπλη βία και τρομοκρατία, με τίμημα την αντίθεσή μας με ένα μεγάλο μέρος του ίδιου του χώρου με τον οποίο είχαμε βρεθεί μαζί από την περίοδο της αντίστασης στη δικτατορία.
Στη δεκαετία του 1980, ενώ αγωνιζόμαστε για την ανάπτυξη νέων κινημάτων, της οικολογίας, του κοινοτισμού, της αυτονομίας, επιμέναμε ταυτόχρονα στην ανάγκη υπεράσπισης της άμυνας της χώρας απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό και παλεύαμε για την αυτοδιάθεση της Κύπρου και την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της χώρας. Και όμως την ίδια στιγμή γενικεύονταν οι παρασιτικές συμπεριφορές και τα Εξάρχεια γέμιζαν με συνθήματα όπως «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του». Κορύφωση αυτής της αντίθεσής μας, με μια μεταπολίτευση που εξελισσόταν προς τη γενικευμένη ανευθυνότητα, υπήρξε η σύγκρουσή μας, στο εσωτερικό των Οικολόγων-Εναλλακτικών, με μια ενσωματωμένη στο σύστημα δήθεν οικολογική λογική, των Τρεμόπουλων και των Χρυσόγελων, την προσδεδεμένη στο άρμα των Γερμανών Πρασίνων και του Φίσερ, που στρεφόταν ενάντια στον «χασάπη» Μιλόσεβιτς. Αυτή η αντίθεσηκατέληξε και στην αποτυχία της πρώτης προσπάθειάς μας να διαμορφωθεί μια πολιτική πρόταση, ικανή να παρέμβει στο πολιτικό σκηνικό.
Την ίδια εποχή, η αντιπαράθεσή μας προς την ανευθυνότητα θα εκφραστεί και στο Μακεδονικό. Το ότι καταγγείλαμε την υποχωρητική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων, η οποία είχε οδηγήσει στη διαιώνιση του ζητήματος επί δεκαετίες, δεν μας εμπόδισε να αντιταχθούμε και στις δημοκοπίες των εύκολων πατριωτών και να υπερασπιστούμε την πρόταση της «Σλαβομακεδονίας» ως ονομασίας των Σκοπίων. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας λύσης, στις συνθήκες εκείνης της εποχής, θα μας προσέφερε τη δυνατότητα να αναπτύξουμε μια βαλκανική πολιτική που θα έβαζε φραγμό στην τουρκική επιθετικότητα. Αυτό διότι θεωρούσαμε ότι η Ελλάδα δεν είχε την πολυτέλεια πολλαπλών μετώπων και όφειλε να στρέψει τα βέλη της σε μια κατεύθυνση απόκρουσης της τουρκικής επιθετικότητας. Καθόλου τυχαία, ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε εκείνος που εκπροσώπησε αλληλοδιάδοχα τόσο την ενδοτική όσο και τη δημοκοπική γραμμή. Τηνπρώτη, αποδεχόμενος τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, κάτω από τις πιέσεις των Γερμανών και του Γκένσερ, ως υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, γεγονός που δημιούργησε το ζήτημα των Σκοπίων –διότι έτσι η «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Μακεδονίας», από κρατίδιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, μεταβλήθηκε αυτομάτως σε ανεξάρτητο κράτος. Τη δεύτερη, τη δημοκοπική γραμμή, διότι, λίγους μήνες μετά, σαμποτάρισε ο ίδιος τη λύση της Σλαβομακεδονίας. Καθόλου τυχαία, εξάλλου, όλοι εκείνοι που είναι «ανένδοτοι» στο Μακεδονικό, σπανίως είναι εξ ίσου ανένδοτοι έναντι της Τουρκίας, που παραμένει η βασική απειλή κατά της Ελλάδας και της Κύπρου.
Αυτή η πολιτική μας, να βαδίζουμε «ενάντια στο ρεύμα», εκφράστηκε ακόμα στο ζήτημα των Ολυμπιακών Αγώνωντου 2004 (υπήρξαμε από τους ελάχιστους που αντιτάχθηκαν στη διεξαγωγή τους στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Αθήνα), θεωρώντας, όπως και πράγματι έγινε, ότι αυτοί οι αγώνες θα επέτειναν τον υδροκεφαλισμό και την επικέντρωση όλων των μεγάλων δημοσίων επενδύσεων στην Αθήνα. Με όσα μέσα διαθέταμε, εξάλλου, αντιταχθήκαμε και στην ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, η οποία θα οδηγούσε –και οδήγησε– στην ολοκλήρωση της αποβιομηχάνισης και παρασιτοποίησης της χώρας. Όλα αυτά τα χρόνια, προσπαθήσαμε να έχουμε μια θέσηριζοσπαστική –αποκέντρωση (μεταφορά ακόμα και της πρωτεύουσας έξω από την Αθήνα), παραγωγική ανασυγκρότηση, προώθηση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας κ.λπ.– και ταυτόχρονα απορρίπταμε τη δημοκοπία και την αποδοχή των συρμών της μεταπολίτευσης: Επιμέναμε στην ενίσχυση της άμυνας της χώρας, στην άρνηση του εκπαιδευτικού παρασιτισμού και του λεγόμενου πολιτικού «πέντε» στα πανεπιστήμια (δηλαδή του εύκολου πτυχίου και της διάλυσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας με ψευδο-επαναστατικά προσχήματα). Αντιταχθήκαμε στις φασιστικές πρακτικές των κνιτών αρχικά και των ψευδοαντιεξουσιαστών στη συνέχεια, στα Πανεπιστήμια, που απαγόρευαν κάθε πραγματική ελευθερία έκφρασης σε αυτά.
Κορύφωση αυτής της διττής, αυθεντικά ριζοσπαστικής και ταυτόχρονα υπεύθυνης, στάσης υπήρξε η τοποθέτησή μας, κατά την περίοδο 2010-2014, πάνω στα ζητήματα που ανέδειξε η οικονομική κρίση. Υπήρξαμε σχεδόν οι μόνοι που, ενώ συμμετείχαμε ενεργά στα κινήματα των «αγανακτισμένων», αρνιόμαστε ταυτόχρονα όλες τις ανέξοδες κραυγές περί άμεσης εξόδου από το ευρώ, υπογραμμίζοντας πως η παραγωγική και η γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας θα μας επέτρεπαν να προχωρήσουμε σε τέτοιες κινήσεις μόνο αφού πρώτα θα είχαμε διασφαλίσει την παραγωγικές και αμυντικές μας δυνατότητες, διαφορετικά αυτές θα αποτελούσαν πηγή μεγαλύτερων καταστροφών για τον ίδιο τον λαό.
Δηλαδή, σε μια χώρα κυριολεκτικά δηλητηριασμένη από το πνεύμα της μεταπολίτευσης ¬–που εναργώς εξέφρασε ο ΓΑΠ με το «λεφτά υπάρχουν», το 2009–, όπου το κύριο στοιχείο της «πολιτικής» συνίσταται στις ψευδείς διακηρύξεις, με την ταυτόχρονη λογική της μικρότερης προσπάθειας, επιχειρήσαμε να προτείνουμε, με το ίδιο μας το παράδειγμα, έναν διαφορετικό δρόμο.
Και σήμερα, διανύουμε κυριολεκτικώς την τελευταία καταστροφική φάση της μεταπολίτευσης. Τα μνημονιακά κόμματα, δειλά, μοιραία και άβουλα αντάμα, σέρνονται κυριολεκτικά πίσω από την τρόικα, τους δανειστές, τους Γερμανούς, ανίκανοι να αντιταχθούν στοιχειωδώς στις απαιτήσεις τους. Και πώς άλλωστε θα μπορούσαν να το κάνουν, εκπροσωπώντας μια εξωνημένη ελίτ, και επί πλέον εκβιαζόμενοι από τους ξένους, που τους «κρατάνε» με τις ποίκιλες μίζες.

Η δυνατότητα μιας εναλλακτικής τακτικής

Από την άλλη, τα λεγόμενα αντιμνημονιακά κόμματα και δυνάμεις επιμένουν και αυτά σε μια πολιτική εξαπάτησης, υποσχόμενα λαγούς με πετραχήλια στον ελληνικό λαό, όταν μάλιστα γνωρίζουν ότι μια τέτοια εξαγγελία δεν μπορεί να έχει ζωή όχι μηνών, αλλά ούτε πλέον και εβδομάδων.
Η αντιμνημονιακή –κοινοβουλευτική και μη– αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθεί να επιβάλει μια πολιτική κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του μεταπολιτευτικού μεταμορφισμού. Για να μπορέσει να έρθει στην εξουσία, μια και δεν διαθέτει σημαντική και συνειδητή λαϊκή στήριξη, υποχρεώνεται να συναλλάσσεται με τις μεγάλες δυνάμεις και τους Αμερικανούς, καθώς και με ένα μεγάλο μέρος των εγχώριων συμφερόντων (Αγγελοπούλου, Λάτση, Δασκαλόπουλο), προκειμένου να διασφαλίσει πιθανές συμμαχίες, ενώ επανεντάσσει στο κόμμα όλο το διεφθαρμένο πασοκικό σύστημα. Έτσι αναιρεί κάθε δυνατότητα για ένα διαφορετικό μοντέλο, στηριγμένο στην εγχώρια παραγωγή και στις λαϊκές δυνάμεις, ενώ παράλληλα υπόσχεται μια γενικευμένη αποκατάσταση των αδικιών του μνημονίου, χωρίς να διαθέτει άμεσα τους χρηματικούς πόρους γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα, το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι τόσο να χάσει τα στηρίγματα από τα «αριστερά», εξαιτίας των συμβιβασμών του, όσο και να προκαλέσει την αγανάκτηση των λαϊκών στρωμάτων που διαβουκολεί με ψευδείς προσδοκίες.
Μπροστά, λοιπόν, στο πολιτικό αδιέξοδο, προκρίνει και πάλι την πολιτική επιτάχυνση, σπρώχνοντας τη χώρα σε εκλογές, μέσα στις δυσκολότερες συνθήκες, με τον κίνδυνο να χρεωθεί πολύ γρήγορα όλες τις πιθανές καταστρεπτικές συνέπειες της διαπραγμάτευσης με την τρόικα και τα οικονομικά αδιέξοδα των αμέσως επόμενων μηνών.
Και όμως, θα είχε μια μεγάλη δυνατότητα να αναδειχθεί σε ηγεμονική, ριζοσπαστική και ταυτόχρονα υπεύθυνηπολιτική δύναμη. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιβάλει την εκλογή Προέδρου από την παρούσα Βουλή, προτείνοντας μια προσωπικότητα σαν τον Μανώλη Γλέζο, που συμβολίζει την ενότητα και το αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού και είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένος με το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων, και να μην εμπλακεί άμεσα στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα. Έτσι, και θα διασφάλιζε μια μεγάλη ηθική και πολιτική νίκη, έχοντας επιβάλει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και δεν θα χρεωνόταν τις οικονομικές συνέπειες της αστάθειας και της κρίσης, που διαγράφονται ήδη με την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου. Και προφανώς, μερικούς μήνες μετά, στις εκλογές που θα έρχονταν, θα μπορούσε να καταγάγει μια περιφανή νίκη, έχοντας καταδείξει πως μπορεί να είναι ταυτόχρονα ριζοσπαστική και υπεύθυνη. Αντ’ αυτών, ο ΣΥΡΙΖΑ μένει προσκολλημένος στο γνωστό παιχνίδι της μεταπολίτευσης, στις εύκολες φραστικές κορώνες και την επιλογή του κοντόφθαλμου οφέλους, απέναντι σε μια πολιτική που θα ωφελούσε τις λαϊκές τάξεις και την ίδια τη χώρα.
Για ποιο λόγο δείχνει τέτοια βιασύνη, παραγνωρίζοντας το ίδιο το προηγούμενο του 2009, όταν ο ΓΑΠ προκάλεσε πάλι πρόωρες εκλογές με την ευκαιρία των προεδρικών εκλογών, με τις γνωστές καταστρεπτικές συνέπειες για τη χώρα; Μα ακριβώς γιατί είναι ένα κόμμα που αποτελεί και την επιτομή και την κορωνίδα της μεταπολίτευσης. Παχιά και εύκολα λόγια, βόλεμα των ημετέρων, επιδίωξη της εξουσίας με κάθε τίμημα, όλα να «αλλάζουν» αλλά να μην αλλάζει τίποτα επί της ουσίας. Γιατί νιώθουν σαν τους νεόπλουτους που απόκτησαν ξαφνικά ψήφους και επιρροή, γνωρίζοντας πως δεν διαθέτουν πρόγραμμα, όραμα και κουράγιο, ώστε να αλλάξουν πραγματικά τη χώρα και έτσι μένουν αγκιστρωμένοι στη στιγμή και την ευκαιρία. Αφού τώρα δίνεται η ευκαιρία, ας την αρπάξουμε και, όσο για τη χώρα, έχει ο «Θεός της Ελλάδας».

Με ποιον τρόπο θα κλείσει η μεταπολίτευση;

Επειδή όμως ο θεός της Ελλάδας… δεν «έχει» άλλο, αυτή η τυχοδιωκτική πολιτική κινδυνεύει να κλείσει τον κύκλο της μεταπολίτευσης με τους χειρότερους όρους. Διότι, απέναντι σε μια αποτυχημένη αριστερά, θα ενισχυθούν οι τερατογενέσεις της ακροδεξιάς, του νεοφιλελευθερισμού, των Ελλήνων Μπερλουσκόνι, θα επιταθεί η εξάρτηση της Ελλάδας και θα πραγματοποιηθεί, σε όλη τη χώρα, μία βίαιη στροφή προς τις αξίες του συντηρητισμού, της καταστολής, του ραγιαδισμού, χωρίς να αποκλείονται και εθνικές καταστροφές, δεδομένης της αυξημένης κινητικότητας της Τουρκίας στην περιοχή. Το ίδιο δεν συνέβη, άραγε, σε όλες τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά την κατάρρευση των καθεστώτων, για είκοσι χρόνια τουλάχιστον, όταν οι αξίες του νεοφιλελευθερισμού και ατομικισμού έγιναν απόλυτα κυρίαρχες, ενώ πολλές χώρες διαμελίστηκαν ή ακρωτηριάστηκαν;
Προφανώς, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δυνάμεις όπως εμείς, που με συνέπεια όλα αυτά τα χρόνια αντιταχθήκαμε στο μεταπολιτευτικό δίπολο ψευδο-επιτρεπτικότητας και παρασιτισμού, θα ενισχυθούν. Και γι’ αυτό πολλοί φίλοι, όπως αναφέραμε στην αρχή, μας καλούν να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν προς το χειρότερο, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί ο κύκλος και να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η απαραίτητη κάθαρση. Η λογική αυτή υποστηρίζει: «Ας έρθει ο Σύριζα, ώστε να καταφανούν τα αδιέξοδα και να ανακύψει ακμαιότερη η ανάγκη μιας πατριωτικής αριστεράς». Δυστυχώς, πρόκειται για μικροκομματική και ηροστράτεια λογική. Εμείς δεν επιθυμούμε το τίμημα για την απόδειξη της ακρίβειας των απόψεών μας να είναι η συσσώρευση νέων καταστροφών και δεινών για τον λαό. Μέλημά μας ήταν και παραμένει η ανάδειξη της «αλήθειας» μας με το λιγότερο δυνατό κόστος για τον κόσμο. Ούτως ή άλλως, γνωρίζουμε πως πλέον έχει έλθει η ώρα για ένα Πατριωτικό Εναλλακτικό Κίνημα. Αυτό για το οποίο παλεύουμε εδώ και δεκαετίες με επιμονή, αταλάντευτα. Και προφανώς, επειδή δεν είμαστε τυχάρπαστοι ούτε «νεόπλουτοι», αλλά αντίθετα έχουμε περάσει από δεκαετίες «μοναξιάς», δεν έχουμε το άγχος των νεόπλουτων.
Γι’ αυτό και παλεύουμε ώστε το πέρασμα στη νέα εποχή να πραγματοποιηθεί με το μικρότερο δυνατό κόστος για τον λαό και τον ελληνισμό, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Δεν έχουμε άγχος για κάποιους μήνες, περισσότερους ή λιγότερους – διότι περί αυτού πρόκειται.
Στην Ελλάδα, η μεταπολίτευση τελείωσε και δεν πρόκειται να την αναστήσουν εκείνοι που ζητούν μια «νέα μεταπολίτευση». Είναι καιρός για μια νέα εποχή, για ένα νέο όραμα. Και εμείς που διασχίσαμε την έρημο της μεταπολίτευσης –προφανώς όχι αλώβητοι, αλλά οπωσδήποτε σοφότεροι– είμαστε εδώ για να συμβάλουμε στη διατύπωση και την εφαρμογή του. Τώρα, άμεσα, διότι ο καιρός γαρ εγγύς…

http://ardin-rixi.gr/archives/89120

Advertisements

Posted in Ελλάδα | Leave a Comment »

Αλαμπουρνέζικα, η γλώσσα των κουλτουριάρηδων του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 1 Δεκεμβρίου 2014

Ένα εξαιρετικό κείμενο, γραμμένο με τον μοναδικό τρόπο του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ’ όλες τις εποχές.

Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.

Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.

 

Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.

 

Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας».

 

Μ’ ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;

 

Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση;

 

Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;

 

Αυτά είναι ακατανόητα και γι’ αυτόν που τα γράφει και γι’ αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε.

 

Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ’ αυτά και μ’ αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.

 

θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει.

 

Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;

 

Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.

 

Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;

 

Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ’ όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ’ όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης.

 

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή.Μέσα σ’ αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι.

 

Κάποτε ένας κομμουνιστής πιπίλιζε τον Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το «Κεφάλαιο». Και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα από το ευαγγέλιο; Κι αφήστε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!

 

Ας αφήσουμε όμως την πολλή θεωρία κι ας δούμε ένα παράδειγμα κουλτουριάρη. Ας δούμε λ.χ. ένα τεχνοκριτικό σημείωμα που αναφέρεται στη ζωγραφική ενός σπουδαίου καλλιτέχνη. Απολαύστε λοιπόν κριτική ζωγραφικής:
«Η χρονικότητα -στον τάδε ζωγράφο- είναι ψευδαίσθηση, απάτη, διάσπαση, εξαλλαγή, διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, κατακερματισμός και αλλοτρίωση, γι’ αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση (βάι, βάι, βάι, κι εδώ αναδόμηση), ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».
Καταλάβατε τίποτα ή νιώθετε ανεπαρκείς;

 

Το πιο πιθανό είναι να μην καταλάβατε τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είστε ανεπαρκείς. Ανεπαρκείς είναι αυτοί που γράφουν τέτοια πράγματα. Αλλά ας αρχίσουμε το ψείρισμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία και μόνη πρόταση. Στην αρχή δίνει την εντύπωση, πως αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα βγάλεις κάποιο νόημα. Γελιέσαι, γιατί όσο προχωράς, ακόμη κι εκείνο που υποτίθεται κατάλαβες στην αρχή, ξεχνιέται. Η «χρονικότητα» λοιπόν για τον ζωγράφο μας, είναι «ψευδαίσθηση».

 

Λογικά, η χρονικότητα πρέπει να έχει σχέση με την έννοια του χρόνου. Τώρα πως ο χρόνος γίνεται χρονικότητα, αυτό είναι ένα από τα μυστήρια των κουλτουριάρηδων. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο, ζωγραφιές, υλικά, τεχνοτροπίες, και μόνο στη χρονικότητα βρήκες να σκαλώσεις;

 

Έστω. Ο χρόνος λοιπόν για τον ζωγράφο μας είναι «ψευδαίσθηση». Είναι όμως και «απάτη». Πως μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν πλάι πλάι; Δηλαδή, αν ο χρόνος τον εξαπατά, τότε πως μπορεί ο χρόνος να είναι ψευδαίσθηση; Ακολουθεί η «διάσπαση». Ο χρόνος δηλαδή, πρώτα τον εξαπατάει και τον κοροϊδεύει και ύστερα τον αναγκάζει να διασπαστεί; Και ποιο είναι το υποκείμενο; Διασπάται ο ζωγράφος ή ο ίδιος ο χρόνος είναι διασπασμένος;

 

Τι από τα δύο συμβαίνει; Ακολουθεί η «εξαλλαγή». Τι σημαίνει εξαλλαγή; Είναι ιατρικός όρος που σημαίνει την μεταβολή των καλοηθών νεοπλασμάτων σε κακοήθη. Δηλαδή ο χρόνος είναι καρκίνος; Καλό κι αυτό: Αμ τότε πως ο καρκίνος είναι ψευδαίσθηση; Παρακάτω γράφει: «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου».

 

Η φράση ταιριάζει σε φιλοσοφική πραγματεία, όχι σε τεχνοκριτικό σημείωμα. Το κάθε ουσιαστικό απ’ αυτά που είδαμε ως τώρα δεν ταιριάζει με το διπλανό του, αλλά το ένα αναιρεί το άλλο. Προχωρώντας, διαβάζουμε «κατακερματισμός και αλλοτρίωση». Ενώ η προηγούμενη φρασούλα «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου», είναι παρμένη από την φιλοσοφία, το «κατακερματισμός και αλλοτρίωση» ανήκει στο σύγχρονο λεξιλόγιο των κουλτουριάρηδων.

 

Συνοψίζοντας: Η χρονικότητα του τάδε ζωγράφου είναι 1) ψευδαίσθηση, 2) απάτη, 3) διάσπαση, 4) εξαλλαγή, 5) διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, 6) κατακερματισμός, 7) αλλοτρίωση.
Κατάλαβε φαίνεται η συγγραφέας ότι μας μπούκωσε αρκετά και σταμάτησε εδώ τον κατάλογο, για να προχωρήσει σε κάποιες επεξηγήσεις: «γι’ αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει». Το «την» αναφέρεται βέβαια στην χρονικότητα, θα μπορούσε όμως ν’ αναφέρεται και σε οποιοδήποτε ουσιαστικό θηλυκού γένους που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως την ψευδαίσθηση, την απάτη, την εξαλλαγή.

 

Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σύγχυση δημιουργείται όταν κάποιος δεν ελέγχει τα λόγια του; Θέλει να πει ότι ο ζωγράφος προσπαθεί να βγάλει τον χρόνο έξω από το έργο του και για να το πει αυτό αυτό, μας αράδιασε του κόσμου τα αφηρημένα ουσιαστικά. Πως όμως θα το κάνει αυτό (να εξοστρακίσει τη χρονικότητα);

 

«Αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας». Τι σημαίνει άραγε η λέξη «πρωτογένεια»; Μήπως θα πει το πρώτο γένος; Η πρώτη γέννηση; Η πρώτη φάση της ζωής του ανθρώπου; Αλλά εκείνο που είναι για γέλια, είναι η «νέα ονοματοθεσία». Τι θέλει να πει η ποιήτρια, ότι να εξοστρακίσει ο ζωγράφος τον χρόνο από τους πίνακές του, δίνει νέα ονομασία στα πράγματα; Γιατί μιλούμε βέβαια, για ζωγράφο. Και στη ζωγραφική, τι πάει να πει «ονοματοθεσία»; Και ποια είναι η νέα ονοματοθεσία και τι σχέση έχει με την πρωτογένεια, με τη διάσπαση του χρόνου και μ’ όλα τ’ άλλα που μας είπε παραπάνω;
Και δεν σταματά εδώ, αλλά συνεχίζει: Μέλημα του ζωγράφου είναι να εξοστρακίσει τη χρονικότητα, αναζητώντας, εκτός από την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, και την πρωτογένεια μιας «ιδιωματικής γραφής». Αυτό το τελευταίο, παραδόξως φαίνεται κάπως κατανοητό. Υποθετικά πάντα, η ιδιωματική μορφή, είναι μια δική του τεχνοτροπία που αποδίδει το δικό του πρόσωπο ή έστω το ιδίωμα. Κι αυτό το απλό πράγμα, δηλαδή το να βρει ο ζωγράφος το προσωπικό του ύφος, το κάνει μόνο και μόνο για να εξοστρακίσει τον χρόνο; Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης κι ακόμα πιο μυστήρια στον χώρο της κριτικής…

 

Προσέξτε όμως να δείτε, ότι αυτή η ιδιωματική μορφή θα εκκολάψει στην τεχνοκριτικό, πολλά πράγματα παρακάτω: «…μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση, ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».
Εδώ μπαίνει και το ερωτικό στοιχείο. Έτσι, πρωτού τελειώσει το τεχνοκριτικό σημείωμα της κυρίας αυτής, εμείς θα έχουμε γνωρίσει και το πρόβλημα του έρωτα του καλλιτέχνη μας. Αν καταλάβαμε λοιπόν σωστά, ο ζωγράφος προσπαθεί να εξοστρακίσει τον χρόνο, που είναι ένα σωρό πράγματα -αυτά τα περνάμε στο ντούκου- κι αυτό το κάνει αναζητώντας την προσωπική του έκφραση για να ξαναδημιουργήσει (η αναδόμηση που λέγαμε) τον κόσμο και να πετύχει και στον έρωτα, θαρρείς πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Βλέπετε λοιπόν, ότι αυτή κουλτουριάρα, με το να θέλει να πει πολλά, τελικά δεν λέει τίποτα;

 

Το «αφιέρωμα» στα αλαμπουρνέζικα των κουλτουριάρηδων, θα κλείσει με ένα ακόμα μικρό δείγμα της «κουλτούρας» τους. Δεν θα γίνει κάποια ανάλυση, όπως στο προηγούμενο κείμενο. Πάρτε το ως «άσκηση» για το σπίτι και πέστε και σε μας τι καταλάβατε:
«Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει τον αρνητικό του νόστο ως «ζώο θεούμενο», μέσα από τον διάλογο του Εγώ του με το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα Είναι δίχως Πρόσωπο, αφηγείται το καθολικό του βίωμα, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο Εγώ του, την πρόσκτηση, με ενοποιό τον εαυτό του, του διάχυτου και απρόσωπου ως την έλευση του γίγνεσθαι που μετουσιώνεται τώρα, μέσα από την ιστορία του, την διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εμείς του Εκκαθολικευόμενου Εγώ του…
Ο χριστιανικός άνθρωπος εγκολπώνει το Άλλο στο εκκαθολικευμένο του Εγώ, στο Εσύ και στο Εμείς, «ζωντανό σώμα του Θεού», εκκλησία του. Το Άλλο γίνεται έτσι Εσύ για να θριαμβεύσει ως Εμείς μέσα σε ένα Εγώ μεγαλωμένο δυνάμει στο άπειρο, Έρωτας ως Πράξη του Εσύ έξω από τον Καιρό, και ιστορία ως Πράξη του Εμείς, ενσαρκωμένος Καιρός, συμπίπτουν σε μια δισυπόστατη υφή ενός γίγνεσθαι που εκφράζεται στο Πρόσωπο, στην Παρουσία του Ανθρώπου ως ερωτικής σχέσεως, ως αγαπητικής πράξης».
(Περιοδικό «Αντί», αρ. 239, σελ. 20-21, 1983)

 

Κείμενα σαν τα παραπάνω, δίνουν το κακό παράδειγμα στη χρήση της γλώσσας, στους νέους που τα διαβάζουν. Η νεότερη γενιά που ψευτομορφώνεται με τέτοια κείμενα, θα γράφει ακόμα χειρότερα και οι παρατηρήσεις της θα είναι και χειρότερες και πιο γελοίες. Ο Στρατής Δούκας έλεγε χαρακτηριστικά, ότι με την λογοτεχνία σήμερα ασχολούνται αποκλειστικά οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από γλώσσα. Τα κακά επομένως είναι δύο:
1) Η διαφθορά των νέων που θα εκφράζονται χειρότερα στο μέλλον.
2) Η διαφθορά της ίδιας της γλώσσας που κι αυτή θα γίνει θολή και νερόβραστη.
Παλαιότερα, κάποιος καθηγητής γλωσσολογίας έλεγε: «Μακριά από τους μορφωμένους!» κι αυτό που έλεγε εκείνος ο αγαθός άνθρωπος, ισχύει εκατό φορές περισσότερο για τους σύγχρονους κουλτουριάρηδες που ούτε τη γλώσσα ξέρουν και ούτε έχουν οργανωμένη σκέψη.

 

Για όσους συναισθάνονται αυτή την εξαχρείωση της γλώσσας και θλίβονται κατάκαρδα για όλη αυτή την κατάντια, η λύση είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας κι ακόμα περισσότερο τα γραπτά μας. Κάθε τι που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπάντων πρέπει να γράφουμε κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα κι επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού.

 

Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν’ ακούσει πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση.

 

Ενώ εμείς, σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δεν μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε, ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε κι ακούμε. Πάντως, ούτε το να στήνουμε αυτί αρκεί. Χρειάζεται και κάτι ακόμα: Να ασκούμαστε στο γράψιμο. Και η άσκηση γραφής, κρατάει μια ζωή…

 

Πηγή: Το κείμενο είναι του συγγραφέα Ντίνου Χριστιανόπουλου και αποτελεί διασκευασμένο απόσπασμα από συζήτηση με τον επίσης συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη («Αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων», πρώτη έκδοση 1990).

 

 

Το διαβάσαμε: pare-dose.net

 

Thessaloniki Arts and Culture,   http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Posted in Γλώσσα & Πολιτισμός, Ελλάδα | Leave a Comment »

«Παθήματα Γονέων» με την ψυχοθεραπεύτρια Χριστίνα Μιχαλοπούλου

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 1 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Αθλητικός Σύλλογος Καρέα και το βιβλιοπωλείο «χωρίς όνομα» σας προσκαλούν στην συζήτηση με θέμα

                                       «Παθήματα Γονέων»

με την ψυχοθεραπεύτρια Χριστίνα Μιχαλοπούλου

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την 

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου, στις 11.30

στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Γυμνασίου Καρέα.

Για πληροφορίες επικοινωνήστε στο 210-6546742 ή στο nonamebk@otenet.gr

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Posted in Εκδηλώσεις | Leave a Comment »

«Τα ένοχα μυστικά της Κατοχής» του Δημοσθένη Κούκουνα

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 1 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το βιβλιοπωλείο «χωρίς όνομα» σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημοσθένη Κούκουνα

«Τα ένοχα μυστικά της Κατοχής».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου, στις 19.00 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ι.Ν. Φανερωμένης Χολαργού, στην πλ. Φανερωμένης (200 μέτρα από το σταθμό του μετρό Χολαργού).

Για πληροφορίες επικοινωνήστε στο 210-6546742 ή στο nonamebk@otenet.gr

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

1972507_337345539781858_3089599956524332439_n

Posted in Βιβλία Νέες Κυκλοφορίες, Εκδηλώσεις, Ελλάδα, Κύπρος | Leave a Comment »

«1821: Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε – Πότε και πώς δημιουργήθηκε το κράτος όπου ζούμε σήμερα» της Αθηνάς Κακούρη

Posted by βιβλιοπωλείο "χωρίς όνομα" στο 1 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το βιβλιοπωλείο «χωρίς όνομα» και οι Εκδόσεις Πατάκη» σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Αθηνάς Κακούρη

«1821: Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε – Πότε και πώς δημιουργήθηκε το κράτος όπου ζούμε σήμερα».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου, στις 19.00 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ι.Ν. Φανερωμένης Χολαργού, στην πλ. Φανερωμένης (200 μέτρα από το σταθμό του μετρό Χολαργού).

Για πληροφορίες επικοινωνήστε στο 210-6546742 ή στο nonamebk@otenet.gr

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Posted in Βιβλία Νέες Κυκλοφορίες, Εκδηλώσεις, Ελλάδα, Ιστορία | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: